ΟΙ ΚΟΥΦΙΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ (THE HOLLOW MEN)


T. S. ELIOT

THE HOLLOW MEN

NOVEMBER 1925

Μετάφραση: ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΝΤΙΟΧΟΥ

Οι δυο επιγραφές που χρησιμοποιεί ως motto ο Έλιοτ προέρχονται η μεν που μεταφράζεται: «Κύριο Κουρτς-πέθανε» από το κλασικό μυθιστόρημα του Τζόζεφ Κόνραντ  «Η καρδιά του σκότους», όπου ο Κουρτς είναι μυθιστορηματικός ήρωας, η δε  που μεταφράζεται ως: «μια δεκάρα για τον Γέρο-Γκάι» είναι λαϊκή αγγλική έκφραση την οποία λένε τα παιδιά στην Αγγλία την 5η Νοεμβρίου.

Ο Γέρο-Γκάι είναι ο Γκάι Φοκς (Guy Fawkes) που μαζί με άλλους συνωμότησε στο να ανατιναχθεί η Βουλή των Λόρδων ως διαμαρτυρία απέναντι στους αντικαθολικούς νόμους. O Γκάι Φοκς συνελήφθηκε στις 5 Νοεμβρίου του 1605 σε ένα υπόγειο της βουλής και μετά από βασανιστήρια ομολόγησε και κατέδωσε και τους συνεργάτες του. Η 5η Νοεμβρίου γιορτάζεται στην Αγγλία με πυροτεχνήματα και φωτιές αχυρένιων ομοιωμάτων. Η συσχέτιση «οι κούφιοι άνθρωποι», «οι παραγεμισμένοι άνθρωποι» είναι φανερή με τα ομοιώματα από άχυρο που καίγονται.

Το ποίημα έχει ακόμα αναφορές από τον «Ιούλιο Καίσαρα» του Σαίξπηρ και την «Κόλαση» του Δάντη, ιδιαίτερα στη στροφή όπου είναι συγκεντρωμένοι όλοι μαζί στην αμμούδα του ξεχειλισμένου ποταμού.

Στο ποίημα παρακολουθούμε τη διαδρομή της ψυχής μέσα: (1) Στου θανάτου το ονειρικό βασίλειο, (2) Στο βασίλειο του λυκόφωτος.και (3) Στου θανάτου την άλλη βασιλεία

Ο Έλιοτ περιγράφει πως εμείς οι ζωντανοί γινόμαστε αντιληπτοί από εκείνους που «διέσχισαν με το βλέμμα ευθύ, στου θανάτου την άλλη Βασιλεία» και γράφτηκε στις 25 Νοεμβρίου του 1925. Η έκδοση του έγινε για πρώτη φορά στο βιβλίο του Έλιοτ “Collected Poems 1920-1925”.

 

 

 

ΟΙ ΚΟΥΦΙΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

Κύριο Κουρτς – πέθανε

Μια δεκάρα για τον Γέρο-Γκάι

I

Είμαστε οι κούφιοι άνθρωποι

Είμαστε οι παραφουσκωμένοι άνθρωποι

Γέρνοντας μαζί

Με την περικεφαλαία γεμάτη με άχυρο. Αλίμονο!

Οι εξαντλημένες μας φωνές όταν

Μαζί ψιθυρίζουμε

Είναι βουβές και άσκοπες

Όπως ο αέρας στο ξερό χορτάρι

Ή τα πόδια των ποντικών πάνω σε σπασμένα γυαλιά

στο ξηρό μας κελάρι

Μορφή δίχως φόρμα, σκιά δίχως χρώμα,

Δύναμη παραλυμένη, χειρονομία δίχως κίνηση˙

Εκείνοι που διέσχισαν

Με το βλέμμα ευθύ, στου θανάτου την άλλη Βασιλεία

Μας θυμούνται —όπως ήμασταν— όχι σαν χαμένες

λυσσαλέες ψυχές, αλλά μοναχά

Σαν τους κούφιους ανθρώπους

Του παραφουσκωμένους ανθρώπους.

ΙΙ

Βλέμματα που δεν τολμώ στο όνειρο να αντικρίσω

Στου θανάτου το ονειρικό βασίλειο

Αυτά δεν εμφανίζονται:

Εκεί, τα βλέμματα είναι

Ηλιόφως σε έναν σπασμένο κίονα

Εκεί, είναι ένα δέντρο που ταλαντεύεται

Και υπάρχουν φωνές

Στου ανέμου το τραγούδι

Πιότερο μακρινές και ακόμα πιο ιερές

Απ’ ότι ένα αστέρι που σβήνει.

Ας μη βρεθώ πιο κοντά

Στου θανάτου το ονειρικό βασίλειο

Κι ακόμα ας ντυθώ

Με μια τέτοια προμελετημένη μεταμφίεση

Τη δορά του ποντικού, το πετσί του κορακιού,  σανίδια σταυρωτά  Σε ένα λιβάδι

Και όπως φυσάει ο άνεμος τα πάει

Όχι πιο κοντά—

Όχι αυτή η τελική συνάντηση

Στο βασίλειο του λυκόφωτος.

ΙΙΙ

Αυτή είναι η νεκρή χώρα

Αυτή είναι  του κάκτου η χώρα

Εδώ τα λίθινα ειδώλια

Υψώνονται, εδώ δέχονται

Την ικεσία από το χέρι ενός νεκρού ανθρώπου

Κάτω από την μαρμαρυγή ενός αστεριού που σβήνει.

Κάπως έτσι είναι

Στου θανάτου την άλλη βασιλεία

Ξυπνάς μοναχός

Εκείνη την ώρα που εμείς

τρέμουμε με τρυφερότητα

Χείλη που θα φιλούσαν

Πλάθουν προσευχές για τη σπασμένη πέτρα.

IV

Τα βλέμματα δεν είναι εδώ

Εδώ δεν υπάρχουν βλέμματα

Σ’ αυτή την κοιλάδα των άστρων που πεθαίνουν

Σ’ αυτή την κούφια κοιλάδα

Το σπασμένο αυτό σαγόνι των χαμένων βασιλείων μας

Σε αυτόν τον ύστατο τόπο συνάντησης

Μαζί ψαχουλεύουμε

Και αποφεύγουμε τα λόγια

Συγκεντρωμένοι  στην αμμούδα του ξεχειλισμένου ποταμού

Τυφλοί, εκτός κι αν

Τα μάτια επανέλθουν

Όπως το αιώνιο άστρο

Ρόδο εκατόφυλλο

Της λυκόφωτης του θανάτου βασιλείας

Η ελπίδα μόνο

Των κενών ανθρώπων.

V

Γύρω-γύρω όλοι

Φραγκόσυκο στη μέση

Γύρω-γύρω όλοι

Στις πέντε ξημερώνει

Μεταξύ της ιδέας

Και της πραγματικότητας

Μεταξύ της κίνησης

Και της πράξης

Ενσκήπτει η Σκιά

Ότι Σου εστίν η Βασιλεία

Μεταξύ της επινόησης

Και της δημιουργίας

Μεταξύ του αισθήματος

Και της ανταπόκρισης

Ενσκήπτει η Σκιά

Η ζωή είναι μακριά πολύ

Μεταξύ της επιθυμίας

Και του σπασμού

Μεταξύ της ισχύος

Και της ύπαρξης

Μεταξύ της ουσίας

Και της πτώσης

Ενσκήπτει η Σκιά

Ότι Σου εστίν η Βασιλεία

Ότι Σου εστίν

Είναι η ζωή

Ότι Σου εστίν

Έτσι τελειώνει ο κόσμος

Έτσι τελειώνει ο κόσμος

Έτσι τελειώνει ο κόσμος

Όχι με έναν κρότο αλλά με ένα κλαψούρισμα

T. S. Eliot

Μετάφραση: Γιάννης Αντιόχου

Ας ξυπνήσουμε κάποια στιγμή!!!


Θα χρησιμοποιήσω τα κείμενα δυο άλλων γραφιάδων… καλοί γραφιάδες με επίπονη ματιά και δύναμη στο λόγο. Ο ένας ποιητής ο άλλος συγγραφέας. Και τα δύο κείμενα έχουν δημοσιευθεί στο εκπληκτικό ιστολόγιο http://ekebi.wordpress.com και ανήκει στο Εθνικό Κέντρο Βιβλίου. Διαβάστε και βοηθάτε διαδικτυακοί συνοδοιπόροι μου.

Περί του ρόλου των διανοουμένων (2)

του ΔΗΜΗΤΡΗ ΑΘΗΝΑΚΗ

21/01/2010 σε 16:00 · Κατηγορία Δημήτρης Αθηνάκης

Σκέψεις ατάκτως ερριμμένες

«Δεν θέλουμε τίποτα από ’ναν κόσμο όπου το δικαίωμα να μην πεθάνουμε απ’ την πείνα, ανταλλάσσεται με το ρίσκο να πεθάνουμε από ανία» – Σύνθημα του Μάη του ’68

Στο προηγούμενο άρθρο, έγινε λόγος για τον χρόνο και για τον θυμό, για τη διαχείρισή τους, για τον τρόπο με τον οποίο χάνεται λίγο λίγο ο καιρός, κυλώντας μέσ’ απ’ τα δάχτυλά μας.

Είναι τρομακτικός πια ο τρόπος ζωής μας. Κανείς βέβαια δεν περιμένει να ζήσει τον παράδεισο επί γης, αλλά κανείς επίσης δεν είναι υποχρεωμένος να υφίσταται διαρκώς τη βλακεία των άλλων – ας μην κρυβόμαστε κι ας μην είμαστε καθωσπρέπει ώρες που ’ναι: όταν λέμε «άλλοι» εννοούμε ξεκάθαρα όλα εκείνα, άτομα και γεγονότα, που μας κρατούν πίσω, σ’ έναν βάλτο του έσω εαυτού και του έξω σώματος. Γιατί δεν είμαστε μόνο σώματα που ξημεροβραδιάζονται στη δουλειά ή όπου αλλού, είμαστε και κόσμοι, ο καθένας και η καθεμιά από μας, που έχουν ανάγκες άλλου τύπου: μιαν αγκαλιά, βρε αδερφέ. Τουλάχιστον αυτή δεν μπορείς να την πληρώσεις με πιστωτική κάρτα ούτε καν με «αγκαλοδάνειο»: αυτήν είτε την έχεις είτε όχι.

Αλλά αυτή η αγκαλιά, αυτή η απλούστατη ανθρώπινη επαφή σήμερα μπορεί και να κοστίζει. Μπορεί να χρειάζεται να πάρεις δάνειο χρόνου, ν’ απαιτήσεις λίγη τρυφερότητα απ’ την «τράπεζα» που ’χεις δίπλα σου, αλλά τ’ απαιτούμενα χαρτιά σου να μην τα ’χεις μαζέψει ακόμα. Η γραφειοκρατία της αγκαλιάς, η σκληρή οργάνωση των συναισθημάτων, του ίδιου του έρωτα, σε θέλει παρόντα σε όλα τα γκισέ που θα σου προσφέρουν ληξιαρχικές πράξεις επιβεβαίωσης. Κι αυτό, παρότι αποτελεί ίδιον σταλινοειδών καθεστώτων, ο σύγχρονος καπιταλισμός τείνει να το υιοθετήσει κάνοντάς το βάση και πυρήνα της δικής του οργάνωσης.

Αυτή η ανθρώπινη επαφή που όλοι αναζητούμε με νύχια και με δόντια, με όλη μας την καρδιά, μ’ όση δύναμη της έχει απομείνει, αυτή η ανθρώπινη επαφή λοιπόν απαιτεί και τίθεται εν απαιτήσει. Ποιος είναι έτοιμος σήμερα –στην εποχή που όλα τρέχουν χωρίς σταματημό, στην εποχή που οι καθημερινοί φασισμοί αυξάνονται και πληθύνονται, που ο κόσμος τρέχει δίχως εμάς– να σταθεί όρθιος ενώπιον ενός άλλου ανθρώπου – να βρει, στο κάτω κάτω, έναν άνθρωπο και να τον κοιτάξει κατάματα χωρίς αναστολές. Είναι λίγοι αυτοί που μπορούν και αυτούς μακαρίζω. Τυχαίνει να γνωρίζω μερικούς τέτοιους. Κι είμαι περήφανος γι’ αυτούς.

Γιατί, όπως και να το κάνουμε, μέσα στον περιρρέοντα χαμό τα βλέμματα κι η ανθρώπινη επαφή είναι που επιβιώνει και που αποτελεί την κινητήριο δύναμη του ανθρώπου – είτε μόνου του είτε ως μέλους της κοινωνίας, όποιας κοινωνίας.

Κι εδώ εντάσσω άλλο ένα βασικό μέλημα του σύγχρονου διανοούμενου, του ριζοσπάστη διανοούμενου. Η «ξεχασμένη κοινωνία», όπως αποδόθηκε απ’ τον Αλέξη Τσίπρα, μπορεί να μην έχει ακριβώς τη σημασία που αυτός θέλησε να της δώσει. Η «ξεχασμένη κοινωνία» είναι αυτή που δεν μπορεί να συμβαδίσει με τον χρόνο, έτσι όπως αυτός τρέχει με ταχύτητες φωτός, με σπασμένα φρένα και παρανοϊκά μυαλά. Ο σύγχρονος ριζοσπάστης διανοούμενος πρέπει να φέρει στο φως τον χρόνο και την αξιοποίησή του. Τον ίδιο τον άνθρωπο ως ον χαμένο μέσα σε λεπτά και δευτερόλεπτα που δεν μπορεί να πιάσει – που δεν μπορεί ν’ αγκαλιάσει.

Να δώσει αυτός ο αταξικός, τι να κάνουμε, παράγοντας στην πάλαι ποτέ ολόλαμπρη έννοια του χρόνου και της ανθρώπινης επαφής ξανά το φως τους, να δώσει ό,τι χρειάζεται για να επανέλθουμε στο στάδιο όπου η ανθρώπινη επαφή δεν περιοριζόταν στις ουρές των τραπεζών και στις αδύναμες κουβέντες ένθεν κακείθεν.

Δεν νοσταλγούμε κανένα παρελθόν. Νοσταλγούμε, με ό,τι έχουμε και δεν έχουμε, το μέλλον – που θα κρατήσει τα υπέροχα του παρελθόντος και του παρόντος. Ναι, νοσταλγούμε το μέλλον. Αυτά που είμαστε έτοιμοι να ζήσουμε, αλλά ακόμα δεν έχουμε βρει τον τρόπο να τα κατακτήσουμε. Θα τον βρούμε;

Έχω την αίσθηση πως ναι. Αλλά ποιος θα ’ναι ο ρόλος που θα παίξει ο καθένας και η καθεμιά μας; Σ’ αυτόν τον δύσκολο, έτσι κι αλλιώς, δρόμο ο σημερινός ριζοσπάστης διανοούμενος πρέπει να βάλει το χεράκι του. Να χώσει το χέρι του βαθιά στην τσέπη του εσωεξωτερικού του κόσμου και να βγάλει από ’κεί μέσα τις καλά φιλτραρισμένες γνώσεις του, απ’ την εμπειρία του στη ζωή και την τέχνη. Να θέσει επομένως το όριο όπου σταματά ο ιδρώτας και ξεκινάει το δάκρυ. Αλλά και το όριο όπου αυτά τα δυο ενώνονται και αναδημιουργούν τον κόσμο.

Ας μη λέμε τ’ αυτονόητα. Κι ας πάψουν διάφοροι να πιπιλίζουν την καραμέλα των δημοκρατικών δικαιωμάτων. Το ύψιστο δημοκρατικό δικαίωμα είναι να μπορείς να χειριστείς τον χρόνο σου, να μπορείς να διαθέσεις το σώμα και την ψυχή σου σ’ όλ’ αυτά που γουστάρεις – ναι, τόσο ωμά, «γουστάρεις», πώς αλλιώς. Έστω όμως ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος προσώρας. Αυτό που πρέπει μάλλον να ’χουμε κατά νου είναι το πώς μας προτείνουν διάφοροι ότι θα ’ναι οργανωμένη η ζωή μας την επόμενη μέρα, σ’ αυτή τη χώρα που όλοι –δικαίως– βρίζουν το δημόσιο, αλλά όλοι θέλουν να ενταχθούν σ’ αυτό. Και πάλι δικαίως. Ο αδηφάγος ιδιωτικός και ο ανασφαλής ελεύθερος τομέας στον κακοφτιαγμένο και αντιαισθητικό καπιταλισμό της Ελλάδας μάς οδηγούν εκεί. Θέλοντας και μη.

Ίσως είναι ώρα να πάψουμε να ’μαστε καθωσπρέπει. Κανείς δεν λέει να γίνουμε ασύδοτα όντα που δεν γνωρίζουν κανένα μέτρο. Ίσως είναι ώρα να καταργήσουμε τον ορισμό πως: «Η ελευθερία σου σταματά εκεί όπου αρχίζει του άλλου». Όχι. Αυτό μας απομονώνει, μας κάνει άτομα και όχι ανθρώπους. Μάλλον είναι ώρα να διεκδικήσουμε την κοινή ελευθερία, την ελευθερία που θα έχει ως όριο τον άνθρωπο. Την ελευθερία που θα χτίσουν οι άνθρωποι μαζί.

Μαζί. Αυτή μπορεί να ’ναι πια η πιο ακριβοθώρητη λέξη πια. Μαζί εδώ. Μαζί αλλού. Μαζί παντού. Μαζί στον έρωτα, στη ζωή, στη φιλία, στη δουλειά, στα ταξίδια, ΠΑΝΤΟΥ. Κι αν κάπου κάπου χάνεται ο προσανατολισμός, ας έχουμε καλά χαραγμένο στο μυαλό μας ότι αυτό το «μαζί» θα επανέλθει. Αν φορές φορές χάνεται αυτή η λέξη απ’ τη ζωή μας, πρέπει να παλέψουμε να την επαναφέρουμε. Αλλά όχι στο «μαζί» των κρετίνων που προφανώς εννοούν «στον αγώνα μαζί και στη μάσα χωριστά». Μαζί. Μια απλή λέξη με τέσσερα γράμματα. Μ-α-ζ-ί.

Δεν έχω ιδέα τι θα φέρουν οι επόμενες μέρες. Αλλά ας ζητήσουμε απ’ τους ίδιους μας τους εαυτούς ν’ αναλογιστούν τι μας έφερε ώς εδώ, τι θέλει να μας πάει κι άλλο πίσω.

Κι ας αφήσουμε τους διανοούμενος να λένε – όταν κάπου μπερδεύονται τα πράγματα. Όπως και να ’χει, η ανθρώπινη επαφή είναι η καθημερινότητά τους. Ας τη φέρουμε όσο πιο κοντά μας μπορούμε.

Ας χωρέσουμε τον χρόνο μας στον χρόνο των άλλων. Ή, αλλιώς, πάλι θα τρέχουμε πίσω απ’ τις εξελίξεις.

Χρόνος, θυμός και ανθρώπινη επαφή. Λίγες λέξεις, μεγάλες προσδοκίες.

Καμιά φορά οι άστεγοι…

του ΦΩΤΗ ΘΑΛΑΣΣΙΝΟΥ

10/09/2010 σε 11:49 · Κατηγορία Φώτης Θαλασσινός

Περίπλοκα τα πράγματα. Ναρκωτικά που ταξιδεύουν απ’ άκρη σ’ άκρη της Γης και σε χιλιάδες τόνους παρά την απαγόρευση του εμπορίου τους. Χιλιάδες ανθρώπων που πέθαναν  από επιδημίες που ενέσκηψαν στις εκτάσεις όπου και κατοικούσαν.  Τυφώνες και πλημμύρες που αφήνουν τους ανθρώπους ασκεπείς στον τρόμο ενός θεριστή θανατηφόρου λυμεώνα. Χώρες που οι άνθρωποι τους χάνουν τα δικαιώματα τους ενώ νομίζουνε πως κατακτούνε περισσότερα.  Δεν υπάρχει πια χρόνος για ιδανικά για αξίες για επαφή με την πραγματικότητα για την ισχύ του νόμου. Ο λόγος και το πνεύμα (με την έννοια της λογικής και της υπέρβασης της αντιστοίχως) έδωσε την θέση του στην ύλη και την τυποποίηση της σκέψης. Η δράση συρρικνώθηκε. Το όνειρο χρίστηκε επικίνδυνο κ’ εξόριστο.

Η Ελληνική επικράτεια στις αρχές του εικοστού πρώτου αιώνα σε μία εκδοχή της τόσο δυσοίωνη όσο να εύχεσαι μια άνωθεν κάθαρση που θα μας φωτίσει όλους και θα μας μάθει να χτίζουμε κόσμους από την αρχή. Η αλήθεια είναι η μεγαλύτερη ελευθερία. Το ψεύδος και ο δόλος είναι οι καπετάνιοι της παρακμής μας.  Της βαθιάς παρακμής των Ελλήνων και όσων μας οδήγησαν εδώ. Δεν υπάρχει φως στον κόσμο ετούτο της πτώσης αλλά ποτέ δεν πρέπει να υπήρξε πουθενά στη Γη τόσο πολύ σκοτάδι συγκεντρωμένο όσο στην Ελλάδα. Και δεν γραφώ για οικονομικές στατιστικές. Μιλάω για την αντιστοίχηση κάθε ιδέας με την ερμηνεία της ακριβώς αντίθετης της . Το θετικό ερμηνεύεται και αξιώνεται μονάχα με αρνητικές απαξίες. Ο συσχετισμός είναι μονόδρομος  και πάντα το αγαθό λογίζεται ως παράδοξο και νοσηρό.  Ο έξυπνος είναι ο δόλιος και υστερόβουλος. Η καλοσύνη είναι μουσειακό χαρακτηριστικό   που γεμίζει απελπισία εκείνον που χαρακτηρίζει. Τον καταβαραθρώνει στις εσχατιές της σιωπής. Σ’ ένα κόσμο που αποθεώνει την ύλη καμμιά δουλειά δεν υπάρχει για τα καημένα πνεύματα. Ο πάτος είναι για όλους μας και όλοι μας φτιάξαμε στην ουσία μια απύθμενη κάθοδο που μοναδική απολύτρωσή μας απ’ αυτή θα είναι απλά η παράκαμψη της κίνησης καθόδου.  Με τους νόμους τους θέλουν να αποκλείσουν το όνειρο και την ελπίδα. Την νοσταλγία της ουτοπίας. Τη φυγή. Θέλουν οι μοντέρνοι δηλωσίες ν’ αποκλείσουν οποιαδήποτε διακύμανση ταράσσει τη επιβεβλημένη φασιστική σιγή των συνανθρώπων μας. Μια λύση είναι να αναζητήσεις ζωή στις ποικίλες ετεροτοπίες έξω από τις Ελληνικές κοινωνίες. Να γίνεις άστεγος στα βασίλεια των πεζοδρομίων. Εκεί η νοσηρότητά τους δεν σε «πιάνει».


Patti Smith – Η ποιήτρια


Από την εμφάνισή της στη δισκογραφία καθένας που έχει κοινωνήσει με τις μουσικές συνθέσεις της Πάτι Σμιθ έχει νιώσει πως δεν είναι μια απλή τραγουδοποιός, αλλά κάτι περισσότερο. Η Πάτι Σμιθ είναι ποιήτρια και μάλιστα μια από τις πιο σημαντικές ποιητικές φωνές της γενιάς της. Ένα ποίημα από την τελευταία της ποιητική συλλογή:  Auguries of Innocence (Οιωνοί της Αθωότητας)  αμέσως με έκανε να θελήσω να το  μεταγράψω στη γλώσσα μας και άμεσα να το μοιραστώ μαζί σας.

Ο ΜΑΚΡΥΣ ΔΡΟΜΟΣ

Εδώ θα ήταν καλύτερα να προχωρήσουμε στα νύχια των ποδιών

ενόσω εγώ θα βαδίσω μπροστά για ασφάλεια.

ΡΟΜΠΕΡΤ ΛΟΥΙΣ ΣΤΙΒΕΝΣΟΝ

Βαδίσαμε μέσα στα μαύρα πανωφόριά μας,

σαρώνοντας χρόνο, σαρώνοντας χρόνο,

κοιμώμενοι σε εγκαταλειμμένες καμινάδες,

ξεπροβάλλοντας ν’ αντικρίσουμε τη βροχή.

Βρεγμένοι, ταλαιπωρημένοι, κάπως χαμένοι,

έρποντας στ’ αυλάκια, μασώντας βολβούς,

ήμασταν τόσο πεινασμένοι, τουλίπες

κορωμένες από κουρελιασμένα πέταλα.

Στολιστήκαμε με υδροκότυλους,

μοχθήσαμε μέχρι ωσότου περάσαμε το εκλεγμένο μέτωπο,

ο ψίθυρος ενός μονοπατιού που με κάποιο τρόπο γνωρίζαμε,

βροχή που δεν ήταν βροχή, δάκρυα που δεν ήταν ακόμα δάκρυα.

Και το δισκοπότηρο, ω το δισκοπότηρο ήταν τόσο πολύ κοντά,

φινιρισμένο με λεπτό έλασμα φύλλων, τυλιγμένο μέσα στον ήλιο.

Γλαδιόλες άνθιζαν, σκάζοντας

από κάθε ρωγμή. Ο κόσμος ολόκληρος

ανήσυχος για την αγία μητέρα να εξετάσει

τα πηγούνια μας με αυτό το γνώριμο τραγούδι

Σ’ αρέσει το βούτυρο;

Ω σ’ αρέσει το βούτυρο…

έπειτα κατασκηνώσαμε πάνω σ’ έναν λόφο κιτρινισμένο ολόγυρα.

Ιππεύσαμε άλογα, περιδιαβήκαμε σε δάση

σκανταλιάρες νεράιδες χόρεψαν καταγής.

Κλαδιά έσπασαν στα πρόσωπά μας.

Το βασίλειό μας πίσω από έναν αλυσόπλεκτο φράκτη…

Καταπιαστήκαμε στα λατομεία, λειασμένα μάρμαρα,

γονατίσαμε και σημαδέψαμε σε πύρινους γύρους.

Στήσαμε τις ξέφρενες κατασκηνώσεις μας,

οι σκηνές μας διάτρητες απ’ τους πασσάλους,

σχισμένες με σουγιάδες τσέπης─

αλεπουδίτσες μετρούσαν μ’ ακρίβεια τη σκληρή γη,

αναθεματίζοντας τη γόνιμη όχθη που μας έκανε απαλούς.

Μαζέψαμε σίκαλη, γεμίσαμε σακιά, φτιάξαμε μαξιλάρια

για τους άντρες μας. Στραγγίξαμε το αίμα απ’ τα ποτισμένα κρεβάτια,

καλύψαμε των μαρτύρων τα ποτισμένα κεφάλια, ζυγίσαμε

τους κάδους που είχαν γεμίσει ως απάνω,

και είδαμε τα πάντα και τίποτα.

Καβαλήσαμε στη πλάτη μιας μεγάλης αρκούδας, βυθίζοντας την κουτάλα μας

στον γαλακτώδες ζωμό που απλώθηκε μπροστά μας σαν μια λευκή λίμνη.

Τα πλοία μας σφύριξαν γραμμένες χυδαιότητες

σε ιστία διφθέρας, πλωτοί αναλφάβητοι ποταμοί μετατράπηκαν

σε αιμάτινες πισίνες βρόχινων βόρβορων.

Πνεύσαμε εγκωμιαστικούς ψαλμούς σε κέρατα ιερών ζώων─

γιουχαΐσματα, εξομολογήσεις, εφηβικές προσευχές

υφάνθηκαν μέσα σε ταπισερί μοναστηριακών κήπων.

Ούτε μάνα είχαμε τώρα, και ανακρούοντας απειροελάχιστες απειλές,

όρκοι ιεροί ξέσπασαν με μια νέα βία αποδίδοντας όχι θέληση ασθενική

μ’ εξαίρεση να γεννηθεί─ η πίστη και υποταγή μας στην κίνηση

και τη μετατόπιση των αστέρων.

Ένα γαλάζιο φως προγραμματισμένο από τη σκούφια μιας ύπαρξης

που δεν μπορούσαμε πλέον να ονομάσουμε. Σκαρφαλώσαμε τα σκαλοπάτια

σ’ έναν πιο γαλάζιο παράδεισο σημαδεμένο με γιρλάντες,

ματώνοντας τον άνεμο. Απολαύσαμε το θέαμα.

Μετά χάθηκε, αλλά εμείς είχαμε ήδη φύγει.

Κατακτήσαμε μια καινούργια φωτοβολή. Έσταξε η δροσιά

από τις μύτες μας. Καμαρώσαμε για το αστραφτερό μας δέρμα,

διασκορπίζοντάς το δίχως έναν αναστεναγμό. Κάποιοι υψώσανε τα φανάρια τους.

Κάποιοι φάνηκαν να βαδίζουν μέσα σ’ ένα δικό τους φως.

Πύρινοι τύμβοι που δεν ήταν τύμβοι, στον ορίζοντα μπροστά…

Πλησιάζοντας πέσαμε πάνω σε πλήθος από πανωφόρια

εγκαταλειμμένα απ’ το ναυαρχείο, μαβιά εκθρονισμένου βασιλιά,

μετάλλια τιμής, οι προβλεπόμενες μπότες από δέρμα γλώσσας σκύλου,

μπόμπιρες, ζωοτόμαρα, ερμίνα και προβιά φορεμένη απ’ αυτούς

του υψηλού αξιώματος, πρίγκιπες και πιλότοι, ο μάγος και ο μυστικιστής.

Ακόμα κανένα βαθμό δεν είχαμε ψαρεύοντας ευτυχισμένα κουρέλια υφασμένα απ’ τον τυφλό.

Η δική μας ήταν μια χώρα κοιλωμάτων. Ήταν άδεια.

Κι ακόμα εντός κάποιου μπορούσες να βρεις όλες τις ελπίδες ενός παιδιού─

τη δική μας γλυκιά ιστορία, τη δική μας γλυκιά ζωή,

τεμαχισμένη με το ύφασμα της εκστατικού μας αλληλοσπαραγμού.

Μιας και ξέραμε προς τα που κατευθυνόμασταν, σαλτάραμε

σε καθαγιασμένα πανωφόρια. Θα μπορούσαμε να προχωρούμε διαπαντός

αν όχι γι’ αυτό και για κείνο τραβώντας την κόλλα των χιτωνίων μας.

Ραγίσαμε την καρδιά της μητέρας μας και γίναμε οι εαυτοί μας.

Συνεχίσαμε ν’ αναπνέουμε και γι’ αυτό να επιβιώσουμε,

μεθυσμένοι, εμβρόντητοι, καθένας μας ένας θεός.

Τώρα συ έσβησες το φως.

Πίεσε με τον αντίχειρά σου το φυτίλι.

Αν κοκαλώνει, θα καείς.

Αν κάνει πουφ, θα μεταμορφωθείς

σε μια δέσμη που θα εξαφανιστεί

με τη νύχτα μέσα σ’ ένα όνειρο

πασπαλισμένο με μπιχλιμπίδια.

Είδαμε τα μάτια του Ραβέλ, μπλε δακτυλιωτά, και ανοιγοκλείνοντας

δυο φορές. Τραγουδήσαμε άριες δικής μας επινόησης, βάσανα τραγουδώντας

νεκρικές μελαγχολίες αγιασμένων χωμάτων και θανάσιμων υποδημάτων,

ξεχασμένων πεζικάριων και αποστάσεων ουδέποτε ονειρεμένων─

κι ακόμα τόσα μακριά όσο ένας ανθρώπινος λόφος, στραφήκαμε για μολυβένιους στρατιώτες

τοποθετημένοι στις πτυχές των κλινοσκεπασμάτων, μόνο τόσο μακριά όσο ένα αμφιθαλές χέρι,

τόσο μακριά όσο ο ύπνος, μια πατρική προσταγή─

…το μακρύ δρόμο παιδιά μου

Αποκοπήκαμε από του σκόρου μας το κέλυφος ζωντανοί μέσα στη νύχτα,

ο ουρανός διάστικτος απ’ άστρα που δεν βλέπουμε πια.

Η δοξασία ενός παιδιού κεντημένη πάνω σε μαντίλια τσέπης─

Θεέ μη μας εγκαταλείπεις

είμαστε όλα όσα αυτός γνωρίζει.

Δεν πρέπει εμείς να τον εγκαταλείψουμε

αυτός είναι οι εαυτοί μας

ο αιθέρας των πράξεών μας.

Ο εποχιακός εργάτης σφυρίζοντας αναγγέλλει, σαρώνοντας χρόνο, σαρώνοντας χρόνο.

Κοιμόμαστε. Σκευωρούμε, πιέζοντας την παλλόμενη χορδή.

Μακαρίως ενσυνείδητοι, ξεκινάμε πάλι απ’ την αρχή.

Η ΕΘΙΣΜΕΝΗ – Ann Sexton


Η ΕΘΙΣΜΕΝΗ

Υπνέμπορος,

Θανατέμπορος,

με κάψουλες στις παλάμες μου κάθε νύχτα

οχτώ την φορά απ’ τα γλυκά μου φαρμακευτικά μπουκαλάκια

κάνω τους διακανονισμούς για ένα τόσο δα μικρό ταξίδι.

Είμαι η βασίλισσα αυτής της κατάστασης.

Είμαι μια ειδικός στο να κάνω το ταξίδι

και τώρα λένε πως είμαι εθισμένη.

Τώρα ρωτούν γιατί.

Γιατί!

Δεν ξέρουν

πως ορκίστηκα να πεθάνω!

Εξασκούμαι.

Απλά κρατιέμαι σε φόρμα.

Τα χάπια είναι μια μητέρα, αλλά καλύτερα,

κάθε χρώματος και τόσο νόστιμα όσο οι καραμέλες.

Είμαι σε δίαιτα απ’ τον θάνατο.

Ναι το παραδέχομαι

έχει γίνει κάτι σαν συνήθεια —

καταπίνω οχτώ την φορά, χτυπημένα μάτια,

μακριά αποσυρμένη από τις ροζ, τις πορτοκαλί,

τις πράσινες και τις λευκές καληνύχτες.

Γίνομαι κάποιο είδος ενός χημικού

μίγματος.

Αυτό είναι!

Ο ανεφοδιασμός μου

σε ταμπλέτες

θα κρατήσει χρόνια και χρόνια.

Μου αρέσουν καλύτερα απ’ ότι εγώ.

Πεισματάρικα σαν κόλαση, δεν θα μ’ αφήσουν να εγκαταλείψω.

Είναι ένα είδος παντρειάς.

Είναι ένα είδος πολέμου

όπου φυτεύω βόμβες μέσα

στον εαυτό μου.

Ναι

προσπαθώ

να σκοτωθώ με μικρές δόσεις,

μια ακίνδυνη ασχολία.

Στην πραγματικότητα εξαρτώμαι απ’ αυτό.

Αλλά θυμήσου δεν κάνω δα και τόσο θόρυβο.

Και ειλικρινά κανείς δεν έχει υποχρέωση να με τραβήξει έξω

και δεν θα σταθώ εκεί με το σάβανο μου.

Είμαι μια μικρή νεραγκούλα με το κίτρινο νυχτικό μου

τρώγοντας τα οχτώ μου καρβέλια σαν αρμαθιά

και με σίγουρη σειρά σαν

την αράδα των χεριών

ή την μαύρη μετάληψη.

Είναι μια τελετή

αλλά όπως και κάθε άλλο άθλημα

βρίθει κανόνων.

Είναι σαν ένας μιούζικαλ αγώνας τένις όπου

το στόμα μου συνηθίζει να πιάνει την μπάλα.

Μετά ξαπλώνω στο βωμό μου

υπερυψωμένη από τα οχτώ χημικά φιλιά.

Ότι με ρίχνει αυτό είναι

με δυο ροζ, δυο πορτοκαλί,

δυο πράσινες και δυο λευκές καληνύχτες.

Φι-Φάι-Φο-Φουμ—

Τώρα είμαι δανεισμένη.

Τώρα είμαι μουδιασμένη.

1η Φλεβάρη, 1966

(Μετάφραση: Γιάννης Αντιόχου)

Yànnis Antiòkhou: Μετάφραση στα Γαλλικά από τον κ. Michel Volkovitch


Υπάρχουν άνθρωποι σ’ αυτόν τον πλανήτη που η αγάπη τους για την ποίηση γεμίζει με ελπίδα τους ποιητές και το αναγνωστικό κοινό πέρα από τα όρια της γλώσσας τους, αφού με μοναδικό τους όπλο τη μετάφραση κάνουν κοινωνούς του ποιητικού έργου κάποιου ποιητή όλους αυτούς που μιλούν τη γλώσσα που εκείνοι μεταφράζουν.

Από τις σημαντικότερες προσωπικότητες στο χώρο της ποιητικής μετάφρασης στη γαλλική γλώσσα είναι ο κ. Michel Volkovitch που το έργο του βέβαια αριθμεί εκατοντάδες μεταφράσεις ποιητών και συγγραφέων από τα ελληνικά στα γαλλικά.

Είχα λοιπόν αυτή τη σπάνια τύχη να μεταφράσει μέρος του ποιητικού μου έργου  στην αρχή σε συνεργασία με το ΕΚΕΜΕΛ για τη διαδικτυακή ποιητική έκδοση του «ΑΠΗΛΙΩΤΗΣ» (www.apiliotis.gr) και στη συνέχεια ως ειδική αναφορά μεταξύ δώδεκα νέων ποιητών της γενιάς μου, οι οποίοι και παρουσιάζονται στις σελίδες του κ. Michel Volkovitch (http://www.volkovitch.com/) στο λήμμα 12 JEUNES POÈTES (12 Νέοι Ποιητές).

Έτσι από την μεταφραστική αυτή εργασία παραθέτω μια σύντομη παρουσίαση και μερικά ποιήματα μεταφρασμένα στα Γαλλικά, ενώ παράλληλα θέλω να τον ευχαριστήσω δημόσια για την ευκαιρία που μου έδωσε.

Yànnis Antiòkhou

Il traduit Plath, Hugues et Sexton, écoute Motörhead, Morrisson et Pattie Smith, vénère aussi certains poètes grecs, ses aînés, le grand Sakhtoùris en tête. Sa poésie, cocktail explosif — romantique, gothique, imprégnée de philosophie, de théologie, de théosophie —prend la forme d’une autobiographie moins racontée que délirée, dans un déferlement d’images parfois surréalisantes dont la couleur dominante est le noir. La nuit est là partout, insupportable, et le jour ne vaut guère mieux. L’amour n’a pas d’avenir. On tombe, on souffre, on meurt. La poésie est à la fois remède et poison. Mais en même temps tout ce noir scintille : la poésie d’Antiòkhou, qui par ailleurs ne manque pas d’humour, est portée par une intense énergie.

Il se présente à nous lui-même :

«Je suis né à Athènes le 9.9.1969, déjà béni de Dieu par la grâce de ce chiffre neuf dont je resterai marqué.

À 9 ans, déjà trop grand pour m’intéresser aux jeux de mon âge, j’ai décidé de me consacrer à la lecture de livres, lesquels étaient destinés à l’âge de 19 ans.

À 19 ans j’ai ressenti le désir d’être poète. J’ai écrit un poème de débutant que j’ai envoyé à la femme de mes rêves, et elle m’a dit, admirative : «Mon chéri, tu es un poète». Je l’ai crue et m’en suis fait un but.

À 29 ans j’étais déjà marié, j’avais mon premier enfant… Mes connaissances en médecine commençaient à m’étouffer, il me fallait à tout prix publier mes premiers poèmes. Rassemblant tous ceux que j’ai pu trouver dans mes petits cahiers, j’en ai fait un recueil qu’a publié la revue littéraireDelear. C’est ce qui m’a donné l’impulsion. J’ai compris que ma voie était là.

En 2003 paraissait mon premier livre, Seconde peau de nuit adolescente, suivi en 2005 du second, Dans sa langue à lui, tous deux aux éditions Gavriilìdis. Je n’avais pas à me plaindre, l’accueil critique et public a été chaleureux.

En 2007, mon troisième livre, Curriculum vitae, aux éditions Melàni, poussant jusqu’aux limites de mon langage, et précisant mon profil poétique, me permettait, à 39 ans, en 2009, de publier chez ‘Ikaros mon quatrième livre, Inspirations.

À 39 ans, ayant réalisé mon rêve d’enfant, j’ai pu m’intituler poète, heureux de ce que l’écriture et l’écrivain aient point de départ et parcours communs.

Ma réussite est due, je pense, à un talent moyen et une bonne étoile, condition essentielle pour être marqué et distingué des autres.»

Le présent choix, qui exclut les deux premiers recueils, est celui du poète.

LUI

Et j’ai appris : Que nous dormions

Ou que nous étions morts depuis longtemps

Et Lui ne s’arrêtait nulle part

Pas rasé puant

Et s’efforçant de s’infiltrer

Sous nos paupières bien closes.

Tracé par les dessins de la nicotine

Il se reposait un peu sur le plafond

Ou tendait les bras

Ou alors d’un geste nous menaçait

Sombre et sévère

Entre nous s’immisçaient les médecins

Leurs blouses blanches et leurs

Cravates brûlées

Les uns tenant des seringues à benzodiazépines

D’autres tendant des câbles élastiques

Tel un enfant sa fronde

D’autres tenant des plateaux de cuivre

Qui rappelaient les cymbales de la fanfare municipale

Et d’autres portaient à quatre sur leurs épaules

Les cercueils de nos amis perdus

Et tu as dit : «Ferme bien tes yeux

Et ne les rouvre jamais jamais jamais»

Tu as dit «C’est pour ton bien

Car Lui ne s’arrête nulle part»

…Et il se mit à pleuvoir des couleurs

D’abord le bleu, puis le rouge

Et enfin le jaune qui nous faisait mal

À tous les deux

Je me suis dit que le jour venait

Que le soleil s’était levé

Que nous allions nous réveiller

Car je t’avais dit : «Il y a toujours un corps

Qui sort du lit pieds nus le matin

Laissant sa marque sur le sang inondant

Un si grand amour.

Car c’est ainsi seulement que les hommes se souviennent

C’est pour un si grand amour qu’ils pardonnent»

Et j’ai voulu me lever

Je ne supportais plus tant de nuit

Et ce jaune qu’il fût

ou non le soleil

Traversait du moins l’obscurité

Et tu as dit : «Si tu me laisses, mon amour, je mourrai.

Reste qu’on meure ensemble.

Chhh… C’est Lui

Il ne s’arrête nulle part.

Et j’ai dit : «Je n’ai pas le courage»

Et tu es morte

Mais Lui

— comme tu avais raison —

ne s’arrête nulle part

Maintenant je le redis

Mais autrement :

«Asséchons le vers

Qui débordant de sang nous a noyés

Irriguant les vaisseaux sanguins

Du rouge d’un regard

Dans les sacs de nos yeux

Ta mort n’était pas jaune

mais rouge».

CHAMBRE À COUCHER POUR GENS DEBOUT


Je deviendrai je le sais un cou pour attendre

Tes deux dents

M’allongeant sur cette couleur noire

Que tu dilues dans ton propre noir

Pour en faire de la nuit

Cette nuit-là justement

Nous étions sans témoins

Je n’ai pas fermé l’œil

Je me suis habitué t’ai-je dit

À migrer puis revenir

Là où tes dents

Défont l’obscurité sur son bord

Découvrant une autre obscurité

Maintenant je le sais c’est impossible

Impossible

Car ce n’est pas de l’amour

Et de l’amour je n’attends plus rien

C’est comme si on te soulevait

Et tu t’effondres

Comme si on t’éloignait

Et tu te laisses attirer

Comme si on te souriait

Et tu penses à la mort

Ou bien à ce visage sous sa barbe dure

Qui criait à l’aide en sombrant

Dans son désespoir à lui.

Nous ne discutons plus intensément !

Il n’y a même plus d’intensité

Tu n’as pas besoin d’essayer de me convaincre

Toujours

Dans une chambre à coucher pour gens debout

Je deviendrai un cou afin

Que tu me dévores.

TRENTE-SIX


Cela fait trente-six ans

Qu’arrachant les pages de ma vérité

Buvant le sang de mon corps

Épuisant mes mots

Tu m’accables

Toutes ces années

j’ai appris à m’enfermer

dans le grand miroir de la salle à manger

Hurlant dans une autre dimension

Spectrale

Examinant mes larges orteils

Et mon ventre qui s’enflait tandis

Que me piquaient

Voluptueusement les abeilles de ta nuit

J’ai appris encore à souffrir

À coasser comme le crapaud

Couiner comme un rongeur

Bondissant dans des forêts mentales aux grands arbres américains

— Nous n’avons pas de séquoias à Athènes

Nous n’avons pas ces larges creux

où cacher les ruines de notre enfance

où secouer nos ailes mouillées

où laisser le sang couler de nos lèvres

comme lorsqu’on mord les oreillers frais lavés du sommeil

et que cesse le frisson d’un cauchemar

ou d’un orgasme qui fait mal —

Serre-moi fort œil tranchant de la nuit

Je dormirai dans ta langue fendue

Je te humerai

Je t’aurai

Je te toucherai

Dans la caverne de ta bouche

Couché dans les alvéoles de tes dents

Je pourrirai.

LA MALADIE DU POÈTE


Permettez-moi de louer une Madone

Qui blessa mortellement de sa poitrine en rut

En plein front l’enfant divin de l’humanité

Laissant couler de ses seins

Galaxies comètes lumineuses

Étoiles

Permettez-moi de danser jusqu’à l’aube

Dans les supermarchés aux allées vides

Choisissant des conserves humaines riches en E

Arrosant mes flancs

De l’huile sainte de la viande humaine

Et de tristesse

Permettez-moi d’être une bête

Gardant les grilles de votre sommeil

De vous attaquer de vous étouffer

Germant dans votre cerveau à minuit

Faisant naître les œufs de mes serpents

Dans les replis de vos cœurs

Permettez-moi de porter un masque de sommeil en soie

Pour ne pas voir vos cheveux en fil de fer

Vos canines d’acier qui me blessent

Pour m’épargner votre agenouillement

Votre baiser penché sur la bosse de mon sexe

Les bulles oxygénées du sperme qui vous désaltère

Permettez-moi d’excommunier les poètes voluptueux

Qui n’ont pas chevauché le dos du fauve humain

Qui n’ont pas galopé dans le cimetière du corps

Soulevant le duvet du drap

Effaçant de leur langue les preuves de l’habitation

Paralysant toute une vie par un orgasme cérébral

Permettez-moi de graver sur vos têtes rasées

La lettre morte de ce poème

Avec les talons aiguille tordus d’un travesti d’Almodovar

De les enfoncer avec rage et jouissance

Déchirant la membrane solaire plongeant la terre

Dans la nuit la plus noire de l’inexprimé

Permettez qu’avec le revolver du destin je tire

Sur une lune pareille à une chambre froide

Avec les deux vallées obscures des trous des yeux

Mouillées des larmes de ma beauté violée

Deux syllabes sous l’accent

Quasi fermées comme l’image de mon miroir.

από το βιβλίο: (Curriculum vitae), εκδόσεις Μελάνι, 2007


IX


La saison difficile arrivant

Ils tirèrent violemment leurs poumons

Frappèrent leurs corps avec des tôles

Époussetant chaque pouce de peau non sans vives douleurs

Et nus comme de coutume

Enveloppés dans le bonheur d’une étreinte

Qui pardonnait éternellement

Ils amassèrent un tas de nuages

Aux bords du cœur

Ombrant leurs yeux sans voir

Les rongeurs envahissant la chambre

On eût dit que la mort qui attendait enfermée

S’était dissoute en d’innombrables rats

Ou que chacun des grains de poussière par eux respirés

Puis dilatés dans les alvéoles

Et rejetés par les fenêtres ouvertes

Était un rat gris né du brouillard

En équilibre sur les fils électriques

Mordant les étoiles de fête

Décrochant les lampions de Noël

Décochant des débris sur le bitume glacé

De temps en temps

Par delà les dents des rats

Frémissait un profond soupir

Et le nœud qui leur serrait la gorge

Serré par les doigts de l’habitude et du désir

Montait comme un malaise aux narines

Ils voulaient boire une goutte

Ne pas souffrir

Avalant leur salive amère

Autrement dit

Le bol alimentaire empoisonné de la vie

Une bouchée — trente ans et plus

Ils n’avaient plus assez de courage

Pour s’évader

En se jetant par la fenêtre dans le vide

À cheval sur une bourrasque

Glissant sur la tige d’un coquelicot géant

Les doigts ensanglantés par son duvet rugueux

Suivant un débris d’étoiles

Pieds nus — sanglants de nouveau —

Jusqu’à l’étreinte du Grand Rongeur

Et l’esprit agitait les endorphines

Pour qu’ils ne pleurent

Et ne rient

Que par leurs yeux vides

Existant seulement ainsi.

X


Ils avaient coutume jusqu’alors de se soumettre au temps

comptant d’abord

puis vieillissant

jusqu’au jour où deux fois plus grande leur image

prit de l’âge face au miroir oxydé

blanchissant les bords des sourcils

exagérant les failles autour des lèvres

où l’existence avait taillé soigneusement

le temps de la lubricité

PAUSE

Le soir ils avaient coutume

— l’un d’eux toujours avait coutume —

de se coucher dans un cercueil bleu

d’ébène sculpté

large comme un lit à trois places

et d’y dormir sur le dos

poussant de ses orteils

le repose-pieds de bois lourd

plaqué capitonné

plantant ses doigts

dans les coutures de la soie bleue

et ainsi,

un peu comme s’il poussait, creusant

il tirait au dehors

autrement

faisait renaître — pensait-il —

les rêves que faisait l’autre

PAUSE

L’autre avait coutume

étant plus âgé

de se pencher dans le cercueil

et de tomber sur lui

d’expirer tel un mort

en l’embrassant

pour honorer

pour confesser la foi particulière

qui le liait à lui

PAUSE

Tous deux avaient coutume

ou étaient accoutumés

peu importe —

dans leur cauchemar

de s’entraîner morts

à labourer la nuit,

la nuit s’élevant profondément

et allumant deux lunes :

pudeur d’un côté

insolence de l’autre.

Jusqu’au jour

un an plus tôt,

où une histoire à lui fut écrite

tel un souffle asthmatique du monde

un peu comme une prophétie

que l’un appela : accord

mais dont l’autre

fut convaincu de surtitrer les strophes

appelant leurs pauses : inspirations

PAUSE

Et fut gravée…

PAUSE

Fut gravée…

une ligne de vie

une ligne d’âme

sur les mains blessées de celui

qui déracinait les rêves

ensanglantant le sommeil de l’autre

peignant en rouge comme si c’étaient des cœurs

des dragons du rêve aux ailes multicolores

et d’autres exotiques

oiseaux des eaux

ou peignant en noir comme

s’ils étaient morts

les poèmes avortés

et d’autres

bien d’autres

sentiments

humains

PAUSE

Et fut gravé…

PAUSE

Et fut gravé…

le célèbre monstre

sans chiffres ni lettres

rien que la trace d’une pointe

et des ecchymoses aux bouts

là où s’étaient profondément plantées

des aiguilles de héros

Avec du sang issu

de leur sang et de leurs exploits

dans leur cerveau des assemblages surnagèrent

Sans découvrir un sens

ils se virent en héros

ils se croyaient capables

de recopier même Dieu

Comme ils traînaient

des tas des tas

des tas de choses

plus nombreux étaient les malheurs

et les laideurs du monde

et tout ce que les enfants

et les innocents détestent

PAUSE

Et des toiles d’araignées construisent

une vie abandonnée

une maison hantée

…comme leur âge

…un âge moyen

— position durable —

qui étudiait les rameaux de leurs extrémités

palpitant se gonflant

au-dessus des radiateurs de leur appartement

autrement ce qu’il restait à trouer

— de main de maître —

qui était l’égorgement du cou

et semblait un sacrifice

tous deux sacrifiés

tous deux sacrificateurs

LONGUE PAUSE

INSPIRATION

(Snif… snif… snif…)

XI


Et l’un dit : Éloignons-nous

Dressons une muraille

Pour ne plus nous voir

Et l’autre : Divorçons

Déchirons les papiers

Brûlons notre maison

Et ils choisirent une allumette

Un arbre-cœur immense aux feuilles rouges

Le déracinèrent

Le traînèrent sur le vaste bitume

L’arbre-cœur au début lança des étincelles

Des traînées lumineuses

Engendrant des étoiles

mais il trempa dans un lac aux eaux stagnantes

Et jamais

Jamais il ne reprit feu

Et ce fut la nuit

Et ils dirent : Maintenant que faire ?

— Viens jetons-nous dans le volcan

— Mais il n’y a pas de volcan ici

— Viens volons vers le soleil et brûlons

— Mais le soleil est éteint

— Viens dans mes bras restons ainsi toujours…

L’un tend les bras et dit : Je t’aime…

L’autre tend les bras et dit : Je t’aime…

— Viens ouvrons nos ailes

— Nous resterons toujours en l’air !

— Viens faisons des enfants

— Ça nous ne pourrons jamais !

— Viens que je te caresse

— Nous prendrons feu !

— Viens que je t’embrasse

— Nous serons noyés par les eaux !

L’un serre ses mains et dit : Je t’aime…

L’autre serre ses mains et dit : Je t’aime…

Et ce fut le jour

(Snif… Snif… Snif…)

από το βιβλίο: «Εισπνοές» (Inspirations), εκδόσεις Ίκαρος, 2009

ΑΝΝ ΣΕΞΤΟΝ – Η ποιητική της αυτοχειρίας (γ)


ΣΥΓΧΡΩΤΙΖΟΜΕΝΗ ΜΕ ΑΓΓΕΛΟΥΣ

Κουράστηκα να’ μαι γυναίκα,
με κούρασαν τα κουτάλια και τα βαζάκια,
με κούρασε το στόμα και τα στήθη μου,
με κούρασαν τα καλλυντικά και τα μεταξωτά.
Ακόμα υπήρξαν άντρες που κάθισαν στο τραπέζι μου,
σε κύκλο γύρω από το μπολ που τους προσέφερα.
Το μπολ ήταν γεμάτο μαύρα σταφύλια
και οι μύγες τριγύριζαν για το άρωμα
μάλιστα ήρθε και ο πατέρας μου με το λευκό του οστό.
Αλλά κουράστηκα απ’ το γένος των πραγμάτων.

Χθες βράδυ είδα ένα όνειρο
και είπα σ’ αυτό…
«Εσύ είσαι η απάντηση.
Θα επιβιώσεις περισσότερο από τον σύζυγο και τον πατέρα μου.»
Σε εκείνο τ’ όνειρο μια πόλη ήταν καμωμένη από αλυσίδες
όπου η Ιωάννα καταδικάστηκε σε θάνατο μ’ ανθρώπινη φορεσιά
και η φύση των αγγέλων χάθηκε ανεξήγητα,
ούτε δυο ανήκανε στο ίδιο είδος,
ένας με μια μύτη, ένας μ’ ένα αυτί στο χέρι του,
ένας μασώντας ένα αστέρι και καταγράφοντας την τροχιά του,
καθένας σαν ένα ποίημα πειθαρχώντας στον εαυτό του,
εκτελώντας τις τελετές του Θεού,
ένας άνθρωπος ξεχωριστά.

«Εσύ είσαι η απάντηση,»
είπα και εισήλθα,
πλαγιάζοντας στις πύλες της πόλης.
Στη συνέχεια οι αλυσίδες σφίχτηκαν γύρω μου
κι έχασα το συνηθισμένο μου φύλο και την τελική μου άποψη.
Ο Αδάμ ήταν εξ αριστερών μου
και η Εύα εκ δεξιών μου,
και οι δυο παντελώς ασταθείς με τον κόσμο της αιτίας.
Πλέξαμε τα χέρια μας μαζί
και στριφογυρίσαμε κάτω απ’ τον ήλιο.
Δεν ήμουν γυναίκα πια,
μήτε το ένα πράγμα μήτε το άλλο.

Ω Κόρες της Ιερουσαλήμ,
ο βασιλιάς μ’ έχει φέρει στο δωμάτιο του.
Είμαι μαύρη κι όμορφη.
Έχω ξεκουμπωθεί και είμαι γυμνή.
Δεν έχω χέρια ή πόδια.
Είμαι ολόκληρη ένα δέρμα σαν ψάρι.
Είμαι τόσο πια γυναίκα
όσο κι ο Χριστός ήταν άνδρας.

Φεβρουάριος, 1963

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΗΣ ΣΥΛΒΙΑ

στη Σύλβια Πλαθ

Ω Σύλβια, Σύλβια
μ’ ένα φέρετρο λίθων και κουταλιών

με δυο παιδιά, δυο μετεωρίτες
περιπλανώμενα σαν τ’ αδέσποτα στο λιλιπούτειο δωμάτιο των παιχνιδιών,

με το στόμα σου μέσα στο σεντόνι,
στης στέγης το δοκάρι, στη βουβή προσευχή,

(Σύλβια, Σύλβια,
πού πήγες
αφότου μου ‘γραψες
από το Ντεβονσάιρ
για την καλλιέργεια των πατατών
και τα μελίσσια;)

τι περίμενες,
πώς ακριβώς ξάπλωσες μέσα;

Κλέφτρα! –
πώς σύρθηκες εντός,

σύρθηκες κάτω ολομόναχη
μέσα στο θάνατο που τόσο απελπισμένα και για τόσον καιρό επιθύμησα

ο θάνατος που είπαμε πώς κι οι δυο ξεπεράσαμε
αυτός που φορέσαμε στα λιπόσαρκα στήθια μας

αυτός που τόσο συχνά συνομιλήσαμε κάθε φορά
που κατεβάσαμε τρία διπλά ντράι μαρτίνι στη Βοστόνη,

ο θάνατος που ειπώθηκε από ψυχαναλυτές και θεραπείες
ο θάνατος που ειπώθηκε σαν νύφες με σκευωρίες,

ο θάνατος που ήπιαμε στην υγειά του,
τα κίνητρα και κατόπιν η κρυφή πράξη;

(Στη Βοστόνη
η θανάσιμη
βόλτα με ταξί,
ναι, θάνατος ξανά,
εκείνη η επιστροφή στο σπίτι
με το αγόρι μας.)

Ω Σύλβια, θυμάμαι τον νυσταγμένο ντράμερ
που πάλλεται πάνω στα μάτια μας με μια παλιά ιστορία,

πόσο θέλαμε να τον προσκαλέσουμε
σαν έναν σαδιστή ή μια αδερφή της Νέας Υόρκης

να κάνει την δουλειά του,
μια αναγκαιότητα, ένα άνοιγμα στον τοίχο ή μια φάτνη,

και από εκείνον τον καιρό περίμενε
κάτω απ’ τις καρδιές μας, το ερμάριο μας,

και τώρα βλέπω πως τον διαφυλάξαμε
χρόνο με τον χρόνο, παλιές αυτοκτονίες

και ξέρω απ’ τις ειδήσεις για το θάνατο σου,
μια φρικτή γεύση αυτό, σαν τ’ αλάτι.

(Και εγώ,
εγώ επίσης.
Και τώρα, Σύλβια,
ξανά εσύ
ξανά με θάνατο,
εκείνη η επιστροφή στο σπίτι
με το αγόρι μας.)

Και λέω μόνο
με τα χέρια μου τεντωμένα μέσα σ’ εκείνο το πέτρινο μέρος,
τι είναι ο θάνατος σου
παρά ένα παλιό βιος,

ένα μόριο που έπεσε
από κάποιό σου ποίημα;

(Ω φιλενάδα,
ενόσω το φεγγάρι είναι κακό
και ο βασιλιάς έχει φύγει
και η βασίλισσα είναι σε πλήρη αδιέξοδο
ο μεθύστακας είναι πρέπον να τραγουδήσει!)

Ω μικροσκοπική μητέρα,
εσύ επίσης!
Ω αστεία δούκισσα!
Ω ξανθό πράγμα!

Φεβρουάριος 17, 1963

ΓΙΑ ΤΗΝ ΧΡΟΝΙΑ ΤΩΝ ΤΡΕΛΩΝ
μια προσευχή

Ω Μαρία, εύθραυστη μητέρα,
άκουσέ με, άκουσέ με τώρα
έστω κι αν δεν γνωρίζω τα λόγια.
Το μαύρο ροζάριο με τον ασημένιο του Χριστό
κείται ανευλόγητο μέσα στο χέρι μου
επειδή είμαι άπιστη.
Κάθε χάντρα σκληρή και στρογγυλή ανάμεσα στα δάχτυλά μου,
ένας μικρός μαύρος άγγελος.
Ω Μαρία, επίτρεψέ μου αυτή την χάρη,
το πέρασμα,
έστω κι αν είμαι άσχημη,
βυθισμένη στον παρελθόν
και την τρέλα μου.
Παρόλο που υπάρχουν καρέκλες
ξαπλώνω στο πάτωμα.
Μόνο τα χέρια μου είναι ζωντανά,
αγγίζοντας χάντρες.
Λέξη τη λέξη, κομπιάζω.
Μια αρχάρια, νιώθω το στόμα σου να αγγίζει το δικό μου.

Μετρώ χάντρες σαν τα κύματα,
να με σφυροκοπούν.
Είμαι ασθενής στους συνδυασμούς τους,
άρρωστη, άρρωστη στην καλοκαιρινή ζέστη
και το παράθυρο από πάνω μου
είναι ο μοναδικός μου ακροατής, η άχαρή μου ύπαρξη.
Και τα θέλει όλα, μια γαληνεύτρα.
Η ζωοδότρα της αναπνοής
μουρμουρίζει,
αδειάζοντας το φαρδύ πνευμόνι της όπως ένα θεόρατο ψάρι.

Όλο και πιο κοντά
φτάνει η ώρα του θανάτου μου
καθώς αναμορφώνω το πρόσωπό μου, γίνομαι νεότερη,
μεγαλώνω ασχημάτιστη και με ίσια μαλλιά.
Όλο αυτό είναι θάνατος.
Μέσα στο νου υπάρχει ένα μικρό δρομάκι που ονομάζεται θάνατος
και κινούμαι μέσα απ’ αυτό όπως
μέσα σε νερό.
Το σώμα μου είναι άχρηστο.
Κείται, κουλουριασμένο σαν ένα σκυλί στο χαλάκι.
Έχει παραδοθεί.
Δεν υπάρχουν λόγια εδώ εκτός απ’ όσα μαθεύτηκαν μισά,
το Χαίρε Μαρία και το Μέγα έλεος σου.
Τώρα έχω μπει στην χρονιά χωρίς λέξεις.
Πρόσεξα την περίεργη είσοδο και την ακριβή ηλεκτρική τάση.
Υπάρχουν δίχως λέξεις.
Δίχως λέξεις κάποιος μπορεί ν’ αγγίξει ψωμί
και να’ ναι ψωμί ζυμωμένο από χέρια
και να μη κάνει θόρυβο.

Ω Μαρία, τρυφερή γιάτρισσα,
έλα με σκόνες και βοτάνια
επειδή είμαι στο επίκεντρο.
Είναι πολύ μικρό και ο αέρας γκρίζος
όπως σε λεβητοστάσιο.
Είμαι χειροποίητο κρασί όπως ένα παιδί είναι χειροποίητο γάλα.
Παρουσιάστηκε σ’ εύθραυστο ποτήρι
με κοίλη βάση και λεπτό χείλος.
Το κρασί το ίδιο είναι σκουρόχρωμο, ξινισμένο και μυστικό.
Το ποτήρι ανεβαίνει από μόνο του ως το στόμα μου
και αυτό το παρατηρώ και το κατανοώ
μόνο επειδή έχει συμβεί.
Έχω αυτό το φόβο του βηξίματος
αλλά δεν μιλώ,
ένα φόβο βροχής, ένα φόβο για τον καβαλάρη
που πλησιάζει καλπάζοντας στο στόμα μου.
Το ποτήρι γέρνει από μόνο του
και φλέγομαι.
Βλέπω δυο λεπτές δέσμες να μου καίνε το σαγόνι.
Βλέπω τον εαυτό μου σαν κάποιος να έβλεπε έναν άλλο.
Έχω κοπεί στα δυο.

Ω Μαρία, άνοιξε τις βλεφαρίδες σου.
Είμαι στο χώρο της σιωπής,
το βασίλειο του τρελού και του κοιμώμενου.
Υπάρχει αίμα εδώ
και το έχω φάει.
Ω μητέρα της γαστέρας,
ήρθα για αίμα μοναχή μου;
Ω μικρή μητέρα,
είμαι μέσα στο δικό μου μυαλό
είμαι κλειδωμένη σε λάθος σπίτι.

Αύγουστος 1963

ΘΕΛΟΝΤΑΣ ΝΑ ΠΕΘΑΝΩ

Αφού ρωτάς, τις περισσότερες μέρες δεν μπορώ να θυμηθώ.
Περπατώ ντυμένη, ασημάδευτη απ’ αυτό το ταξίδι.
Έπειτα μια σχεδόν ακατονόμαστη λαγνεία επιστρέφει.

Ακόμα και τότε δεν είχα τίποτα ενάντια στη ζωή.
Ξέρω καλά τις λεπίδες του γρασιδιού που αναφέρεις,
τα έπιπλα που είχες τοποθετήσει κάτω απ’ τον ήλιο.

Αλλά οι αυτοκτονίες έχουν μια ειδική γλώσσα.
Σαν τους ξυλουργούς θέλουν να ξέρουν ποια εργαλεία.
Ποτέ δεν ρωτούν γιατί χτίζουν.

Δυο φορές πολύ απλά έχω αρνηθεί τον εαυτό μου,
έχω πιάσει τον εχθρό, έφαγα τον εχθρό,
έχω καταλάβει την τέχνη του, την μαγεία του.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, βαριά και σκεπτική,
θερμότερη απ’ το λάδι ή το νερό,
έχω ξαποστάσει, βρομοσαλιάζοντας στο στόμα-τρύπα.

Δεν σκέφτηκα το κορμί μου στην άκρη της βελόνας.
Ακόμα και ο κερατοειδής και το περίσσευμα των ούρων μου έχουν φύγει.
Οι αυτοκτονίες έχουν ήδη προδώσει το σώμα.

Θνησιγενείς, δεν πεθαίνουν πάντα,
αλλά ζαλισμένες, δεν μπορούν να ξεχάσουν ένα τόσο γλυκό φάρμακο
που ακόμα κι ένα παιδί θα το κοιτούσε και θα χαμογελούσε.

Να χώνεις όλη αυτή τη ζωή κάτω απ’ τη γλώσσα σου! —
αυτό, από μόνο του, γίνεται ένα πάθος.
Ο θάνατος είναι ένα θλιμμένο οστό∙ με κακώσεις, θα έλεγες,

κι ακόμα αυτή με περιμένει, χρονιά με τη χρονιά,
με τόση αβρότητα να αποκαταστήσει μια παλιά πληγή,
να αδειάσει την ανάσα μου απ’ την σκληρή του φυλακή.

Ισορροπώντας εκεί, οι αυτοκτονίες καμιά φορά συναντούν,
περιγελώντας τον παλαβιάρη, ένα φουσκωμένο φεγγάρι,
αφήνοντας το ψωμί που παρεξήγησαν για ένα φιλί,

αφήνοντας την σελίδα του βιβλίου απρόσεκτα ανοικτή,
κάτι ανείπωτο, το τηλέφωνο βγαλμένο απ’ την πρίζα
και τον έρωτα, ότι κι ήταν, μια μόλυνση

3 Φεβρουαρίου 1964

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑΣ

Μου λέτε για τον ναρκισσισμό μα σας απαντώ ότι είναι θέμα της ζωής μου…
Αρτώ

Αυτή τη στιγμή αφήστε με κατά κάποιο τρόπο να κληροδοτήσω όλα τ’ απομεινάρια στις κόρες μου και στις κόρες τους…
Ανώνυμος

Καλύτερα
από τα σκουλήκια που μιλούν
στην οπλή της φοράδας στο λιβάδι∙
καλύτερα
από την εποχή των νεαρών κοριτσιών
που χύνουν το αίμα τους˙
καλύτερα κάπως
να ρίξω γρήγορα τον εαυτό μου
μέσα σ’ ένα παλιό δωμάτιο.
Καλύτερα (είπε κάποιος)
να μη γεννηθεί
κι ακόμα καλύτερα
να μη γεννηθεί δυο φορές
στα δεκατρία
όπου στο οικοτροφείο,
κάθε χρονιά η κρεβατοκάμαρα,
έπιανε φωτιά.

Αγαπητέ φίλε,
Θα έχω να βυθιστώ με εκατοντάδες άλλων
με έναν ανελκυστήρα σερβίτσιων προς την κόλαση.
Θα είμαι ένα ελαφρύ πράγμα.
Θα εισέλθω στον θάνατο
σαν τον χαμένο φακό επαφής κάποιου.
Η ζωή κατά το ήμισυ διευρύνεται.
Τα ψάρια και οι κουκουβάγιες είναι αγριεμένες σήμερα.
Η ζωή γέρνει μπρος πίσω.
Ακόμα και οι σφήκες δεν μπορούν να βρουν τα μάτια μου.

Ναι,
μάτια που κάποτε ήταν άμεσα.
Μάτια που έχουν υπάρξει πράγματι άγρυπνα,
μάτια που είπαν ολόκληρη την ιστορία –
φτωχά άλαλα ζώα.
Μάτια που διαπεράστηκαν,
μικρά κεφάλια καρφιών,
ανοικτοί γαλάζιοι πυροβολισμοί.

Και κάποτε
με στόμα σαν φλιτζάνι,
πηλός χρωματιστός ή αίμα βαμμένο,
ανοικτό σαν κυματοθραύστης
για τον χαμένο ωκεανό
και ανοικτό σαν την θηλιά
για το πρώτο κεφάλι.

Μια φορά κι έναν καιρό
λαχταρούσα τον Ιησού.
Ω λαχτάρα μου! Λαχτάρα μου!
Πριν γεράσει
εισήλθε ήρεμα εποχούμενος στην Ιερουσαλήμ
γυρεύοντας το θάνατο.

Αυτή τη φορά
Σίγουρα
δε ζητώ κατανόηση
κι ακόμα ελπίζω πως όλοι οι άλλοι
θα στρέψουν τα κεφάλια τους όταν ένα κοπάδι ψάρια που δεν έκανε πρόβα θα πηδήξει
στην επιφάνεια της λίμνης Έκο˙
όταν το σεληνόφως,
που η χαμηλότερή του νότα δυνάμωσε,
πληγώνει κάποιο κτίριο στη Βοστόνη,
όταν το αληθινά όμορφο κείται μαζί.
Σίγουρα, το σκέφτομαι αυτό,
και θα το σκεφτόμουν περισσότερο
εάν δεν ήμουν… εάν δεν ήμουν
σ’ εκείνη την παλιά πυρκαγιά.

Μπορώ να παραδεχτώ
πως ήμουνα μοναχά μια δειλή
φωνάζοντας εμένα εμένα εμένα
και δεν παρατήρησα τις μικρές σκνίπες, τους σκόρους,
εξαναγκασμένοι απ’ την κατάσταση
να ρουφήξουν τον ηλεκτρικό βολβό.
Αλλά σίγουρα εσύ γνωρίζεις πως καθένας έχει έναν θάνατο,
τον δικό του θάνατο,
περιμένοντάς τον.
Έτσι θα φύγω τώρα
χωρίς τα γηρατειά ή την αρρώστια,
παράφορα μα με ακρίβεια,
γνωρίζοντας τον καλύτερο δρόμο μου,
πάνω σ’ αυτό το γάιδαρο παιχνίδι που καβάλησα όλα αυτά τα χρόνια,
χωρίς ποτέ να ρωτώ, «Που πηγαίνουμε;»
Οδεύαμε (που να’ ξερα)
σ’ αυτό.

Αγαπητέ φίλε,
σε παρακαλώ μη σκέφτεσαι
πως σχηματίζω στο μυαλό μου κιθάρες που παίζουν
ή τον πατέρα μου να λυγίζει τ’ οστό του.
Ούτε καν περιμένω το στόμα της μάνας μου.
Ξέρω πως έχω πεθάνει πιο πριν –
μια το Νοέμβριο, μια τον Ιούνιο.
Τι περίεργο να διαλέξω τον Ιούνιο και πάλι,
τόσο συμπαγής με τα πράσινα στήθη του και τις κοιλιές του.
Φυσικά οι κιθάρες δεν θα παίξουν!
Τα φίδια σίγουρα δεν θα προσέξουν.
Η πόλη της Νέας Υόρκης δεν θα νοιαστεί.
Το βράδυ οι νυχτερίδες θα χτυπήσουν στα δέντρα,
γνωρίζοντάς τα όλα,
βλέποντας ότι αισθάνθηκαν όλη τη μέρα

Ιούνιος 1965

Η ΕΘΙΣΜΕΝΗ

Υπνέμπορος,
Θανατέμπορος,
με κάψουλες στις παλάμες μου κάθε νύχτα
οχτώ την φορά απ’ τα γλυκά μου φαρμακευτικά μπουκαλάκια
κάνω τους διακανονισμούς για ένα τόσο δα μικρό ταξίδι.
Είμαι η βασίλισσα αυτής της κατάστασης.
Είμαι μια ειδικός στο να κάνω το ταξίδι
και τώρα λένε πως είμαι εθισμένη.
Τώρα ρωτούν γιατί.
Γιατί!

Δεν ξέρουν
πως ορκίστηκα να πεθάνω!
Εξασκούμαι.
Απλά κρατιέμαι σε φόρμα.
Τα χάπια είναι μια μητέρα, αλλά καλύτερα,
κάθε χρώματος και τόσο νόστιμα όσο οι καραμέλες.
Είμαι σε δίαιτα απ’ τον θάνατο.

Ναι το παραδέχομαι
έχει γίνει κάτι σαν συνήθεια —
καταπίνω οχτώ την φορά, χτυπημένα μάτια,
μακριά αποσυρμένη από τις ροζ, τις πορτοκαλί,
τις πράσινες και τις λευκές καληνύχτες.
Γίνομαι κάποιο είδος ενός χημικού
μίγματος.
Αυτό είναι!

Ο ανεφοδιασμός μου
σε ταμπλέτες
θα κρατήσει χρόνια και χρόνια.
Μου αρέσουν καλύτερα απ’ ότι εγώ.
Πεισματάρικα σαν κόλαση, δεν θα μ’ αφήσουν να εγκαταλείψω.
Είναι ένα είδος παντρειάς.
Είναι ένα είδος πολέμου
όπου φυτεύω βόμβες μέσα
στον εαυτό μου.

Ναι
προσπαθώ
να σκοτωθώ με μικρές δόσεις,
μια ακίνδυνη ασχολία.
Στην πραγματικότητα εξαρτώμαι απ’ αυτό.
Αλλά θυμήσου δεν κάνω δα και τόσο θόρυβο.
Και ειλικρινά κανείς δεν έχει υποχρέωση να με τραβήξει έξω
και δεν θα σταθώ εκεί με το σάβανο μου.
Είμαι μια μικρή νεραγκούλα με το κίτρινο νυχτικό μου
τρώγοντας τα οχτώ μου καρβέλια σαν αρμαθιά
και με σίγουρη σειρά σαν
την αράδα των χεριών
ή την μαύρη μετάληψη.

Είναι μια τελετή
αλλά όπως και κάθε άλλο άθλημα
βρίθει κανόνων.
Είναι σαν ένας μιούζικαλ αγώνας τένις όπου
το στόμα μου συνηθίζει να πιάνει την μπάλα.
Μετά ξαπλώνω στο βωμό μου
υπερυψωμένη από τα οχτώ χημικά φιλιά.

Ότι με ρίχνει αυτό είναι
με δυο ροζ, δυο πορτοκαλί,
δυο πράσινες και δυο λευκές καληνύχτες.
Φι-Φάι-Φο-Φουμ—
Τώρα είμαι δανεισμένη.
Τώρα είμαι μουδιασμένη.

1η Φλεβάρη, 1966

ΖΗΣΕ

Ζήσε ή πέθανε, μα μη δηλητηριάζεις τα πάντα…

Λοιπόν, ο θάνατος έχει υπάρξει εδώ
για μεγάλο διάστημα –
έχει να κάνει διαβολεμένα πολύ
με την κόλαση
και την καχυποψία του ματιού
και τα θρησκευτικά αντικείμενα
και πως τα θρήνησα
όταν έγιναν ντροπιαστικά
από
το σκαρίφημα της ημιτελούς καρδιάς μου.
Το κύριο συστατικό
είναι ο ακρωτηριασμός.
Και η λάσπη, μέρα με τη μέρα,
η λάσπη σαν μία τελετή,
και το μωρό στην πιατέλα,
μαγειρεμένο αλλά ακόμη άνθρωπος,
μαγειρεμένο επίσης με μικρά σκουλίκια,
ραμμένα πάνω του πιθανόν από την μητέρα κάποιου
την καταραμένη σκύλα!

Ακόμη κι έτσι,
εγώ συνέχισα ακριβώς,
ένα είδος ανθρώπινης ανακοίνωσης,
να έλκω τον εαυτό μου σαν
να ήμουν ένα ξεριζωμένο σώμα
στο μπαούλο, στο χώρο αποσκευών.
Αυτό απέγινε ψευδορκία της ψυχής.
Έγινε ένα κραυγαλέο ψέμα
και μολονότι έντυσα το σώμα
αυτό ήταν ακόμη γυμνό,
ακόμη σκοτωμένο.
Πιάστηκε
για πρώτη φορά στη γέννα,
σαν ένα ψάρι.
Όμως έπαιξα μαζί του, το έντυσα,
το έντυσα σαν κάποιου την κούκλα.
Η ζωή είναι κάτι που παίζεις;
Και είναι κάτι που θες να το ξεφορτωθείς συνεχώς;
Και επιπλέον, όλοι σου φωνάζουν
να το βουλώσεις.
Και δεν είναι έκπληξη!
Οι άνθρωποι δεν αρέσκονται να τους λένε
ότι είσαι άρρωστος
και μετά να εξαναγκάζονται
να παρακολουθούν
εσένα
να κατρακυλάς
με το σφυρί.

Σήμερα η ζωή έσκασε μέσα μου σαν ένα αυγό
και μέσα εκεί
ύστερα από αξιοπρόσεκτο σκάψιμο
βρήκα την απάντηση.
Τι ευκαιρία!
Ήταν ο ήλιος,
Ο κρόκος της κινούταν πυρετωδώς
παίρνοντας αβασάνιστα το τρόπαιό της —
και συνειδητοποιείς πως αυτό το κάνει κάθε μέρα!
Γνώριζα πώς ήτανε αγνή,
αλλά δεν είχα σκεφτεί
πώς ήταν συμπαγής,
δεν είχα καταλάβει πως ήταν η απάντηση.
Θεέ μου! Όνειρο είναι,
εραστές να βλασταίνουν στον κήπο
σαν βλαστοί σέλινου
και ακόμα καλύτερα,
ένας σύζυγος ακριβώς σαν σεκόγια,
δύο κόρες, δυο θαλασσινά όστρακα
μαζεύοντας τριαντάφυλλα από το λειρί μου.
Αν είμαι σ’ έξαψη χορεύουν γύρω του
και φτιάχνουν γλυκάκια.
Κι όταν χρειάζομαι περισσότερη προσοχή
απλά πατινάρουν πάνω μου
με μικροσκοπικά κοστούμια μπαλέτου.

Εδώ,
συνεχώς,
σκεπτόμενη πώς ήμουν δολοφόνος,
τρίβοντας καθημερινά τον εαυτό μου
με τα μικρά μου δηλητήρια.
Αλλ’ όχι.
Είμαι μια αυτοκράτειρα.
Φορώ μια μπροστέλα.
Η γραφομηχανή μου γράφει.
Δεν έσπασε όπως προειδοποιήθηκε.
Ακόμα και τρελή είμαι τόσο ωραία
όσο μια πλάκα σοκολάτας.
Ακόμη και με τις γυμναστικές των μαγισσών,
εμπιστεύομαι την αμέτρητη πόλη μου,
το διεφθαρμένο μου κρεβάτι.

Έρχομαι με φιλιά μέσα στην κουκούλα μου
και ο ήλιος, αυτός ο έξυπνος,
κατρακυλά στην αγκαλιά μου.
Έτσι λέω ΖΗΣΕ
και στρέφω τη σκιά μου
τρεις φορές γύρω τριγύρω
για να ταΐσω τα κουτάβια μας όπως έρχονται
τα οκτώ Δαλματίας που δεν πνίξαμε,
παρά τις προειδοποιήσεις:
Το απορριγμένο!
Το κατεστραμμένο!
Παρά τους κουβάδες του νερού που περίμεναν
να τα πνίξουν, να τα τραβήξουν κάτω σαν πέτρες,
ήρθαν το καθένα με το κεφάλι προτεταμένο,
βγάζοντας φυσαλίδες στο χρώμα του μπλε καταρράκτη
και ψάχνοντας αδέξια για τις μικρές ρώγες.
Μόλις την προηγούμενη εβδομάδα, οκτώ Δαλματίας,
¾ της λίβρας, μπήκαν στη σειρά σαν καυσόξυλο
το καθένα
σαν
σημύδα.
Υπόσχομαι να αγαπώ περισσότερο αν έρθουν,
γιατί παρά την σκληρότητα
και τα παραγεμισμένα αυτοκίνητα αυτοκινητόδρομου για τους κλιβάνους,
δεν είμαι αυτό που περίμενα.
Όχι ένας Eichmann.
Το δηλητήριο απλά δεν κράτησε.
Οπότε δεν θα παραμείνω στην νοσοκομειακή μου βάρδια,
επαναλαμβάνοντας την Μαύρη Λειτουργία
και όλα αυτό.
Λέω ΖΗΣΕ, ΖΗΣΕ, λόγω του ήλιου
του ονείρου, του εκπληκτικού δώρου.

Τελευταία μέρα του Φλεβάρη, 1966

ΑΝΝ ΣΕΞΤΟΝ – Η ποιητική της αυτοχειρίας (β)


Σ’ ολόκληρη τη διαδρομή του ποιητικού της έργου συναντούμε τουλάχιστον είκοσι ποιήματα τα οποία αναφέρονται στην αυτοκτονία και ένα από τα πιο σημαντικά είναι Το Διπλό Είδωλο (Double Image), γραμμένο το 1958 και λίγο πριν τον θάνατο των γονιών της. Το ποίημα αναφέρεται στην μικρότερη κόρη της ποιήτριας, που πέρασε τα τρία πρώτα χρόνια της ζωής της με την γιαγιά της, αφού η Σέξτον μετά την επιλόχεια ψύχωση, την νευρική της κατάρρευση και την απόπειρα αυτοκτονίας της, κρίθηκε ανίκανη να μεγαλώσει το βρέφος. Το ποίημα από ψυχαναλυτικής άποψης αποτελεί εξαίσιο δείγμα του ψυχοπαθολογικού ναρκισσισμού. Όπως και στον Νάρκισσο του Οβίδιου, ο οποίος έχει καθηλωθεί από την αντανάκλαση του ειδώλου του, ο ίδιος ο αφηγητής της Σέξτον ακολουθεί την μητέρα του (το είδωλο) μόνο και μόνο για να κατανοήσει την ανικανότητα της ένωσης. Παρόλα αυτά ποιήματα που λειτουργούν με τέτοια δυναμική, δεν παύει να είναι μυστικά πετράδια, μαγικά, τα οποία μεταμορφώνουν τον πόνο και θεραπεύουν πρώτα τον ίδιο τον ποιητή και στη συνέχεια τον αναγνώστη που θα αναγνωρίσει μια κάποια ομοιοστασία με το θέμα.
Η Σέξτον επαναλαμβάνει αρκετά συχνά το μοτίβο της αυτοκτονίας, όχι επειδή ξέρει πολύ καλά την φόρμα για να παράγει ποιήματα τέτοιας θεματολογίας , αλλά επειδή ένα τέτοιο ποίημα λειτουρ-γεί ως παυσίπονο για τον ποιητή. Βέβαια επειδή το δημιουργημένο παυσίπονο ποίημα έχει μια κάποια διάρκεια δράσης, θα χρειαστεί ν’ ακολουθήσει η κατασκευή κι άλλου ποιήματος, και ούτω καθεξής.
Η Σέξτον εμφανίζεται ρεαλίστρια στο τι μπορεί και στο τι δεν μπορεί να κάνει η ποίηση. Γνώριζε ότι υπάρχει μεγάλη ευκολία στο γραπτό να συγχωρέσεις έναν άνθρωπο ή να λύσεις ένα πρόβλημα, αυτό όμως για την Σέξτον ήταν εντελώς ξεκαθαρισμένο. Ακόμα κι αν συγχωρούσε τον πατέρα της, την μητέρα της, ή έλυνε κάποιο βασικό πρόβλημα, δεν σήμαινε ότι έγινε στην πραγματική ζωή. Όμως το γράψιμο και η λογοτεχνία γενικότερα ήταν για την Σέξτον το καφκικό τσεκούρι για την παγωμένη θάλασσα εντός μας. Αυτό άλλωστε το απόσπασμα από την επιστολή του Κάφκα στον Όσκαρ Πόλλακ του 1904 χρησιμοποίησε και ως προμετωπίδα στο βιβλίο της “All my pretty ones”. Συγκεκριμένα λέει ο Κάφκα: «τα βιβλία που χρειαζόμαστε είναι αυτά που επιδρούν απάνω μας σαν κακοτυχία, αυτά που μας κάνουν να υποφέρουμε όπως υποφέρουμε για το θάνατο κάποιου που αγαπάμε περισσότερο από τους εαυτούς μας, αυτά που μας κάνουν να αισθανόμαστε σαν να είμαστε στα όρια της αυτοκτονίας, ή χαμένοι σ’ ένα απόμερο δάσος για όλη την ανθρώπινη ενδιαίτηση— ένα βιβλίο πρέπει να χρησιμεύει ως τσεκούρι για την παγωμένη θάλασσα εντός μας».
Η Σέξτον προσπάθησε κάθε της ποιητικό βιβλίο να το οπλίσει με αιχμηρά ποιήματα τα οποία θα χρησίμευαν σαν τις λεπίδες του τσεκουριού για την παγωμένη θάλασσα εντός μας. Η ποίηση της λειτούργησε πολλές φορές σαν ηλεκτροσόκ, χαρίζοντάς της περισσότερα χρόνια δημιουργικής πορείας. Η φίλη της και ποιήτρια Μαξίν Κουμίν λέει στον πρόλογο των ποιημάτων της Σέξτον: «Έχω πια πεισθεί πως η ποίηση κράτησε την Ανν ζωντανή δεκαοκτώ χρόνια για τις δημιουργικές της προσπάθειες». Εδώ όμως θα πρέπει να διατυπώσω τη διαφωνία μου, διασαφηνίζοντας πως δεν ήταν μόνο η ποίηση, αλλά ήταν «και η ποίηση». Η Σέξτον όπως προανέφερα ήταν γεννημένη ποιήτρια και δεν έγινε ποιήτρια χρησιμοποιώντας την ποίηση ψυχοθεραπευτικά. Ας μην ξεχνούμε ότι ποίηση γράφει για πρώτη φορά στα γυμνασιακά της χρόνια. Η δεκαετής σιωπή της και ο συγχρονισμός ως την επανέναρξη της ποιητικής γραφής, αυτό που στους άλλους φαντάζει ως αίτιο, για μένα είναι απλά μια αφορμή έτσι ώστε να μπορέσει το πηγαίο ταλέντο της να ξεδιπλωθεί και πάλι —βέβαια αναφέρομαι στην πρώτη της ψυχοθεραπεία και στην ενίσχυση της από τον Δρ. Μάρτιν για να γράψει ποίηση.
Διαβάζοντας κανείς τα υπόλοιπα ποιήματα που αναφέρονται στην αυτοκτονία, όπως τα: «Σημείωμα Αυτοκτονίας», «Θέλοντας να πεθάνω», «Η Εθισμένη», «Ο Θάνατος της Σίλβια», κ.α., ίσως και να θεωρήσει την αυτοκτονία της Σέξτον ως αναπόφευκτη. Στην βιογραφία της Μίντελμπρουκ, η οποία εμβαθύνει την κατανόηση μας, σε σχέση με τη ζωή, την τέχνη και τον θάνατο της Ανν Σέξτον, έχουν χρησιμοποιηθεί και οι απομαγνητοφωνήσεις των κασετών από τις ψυχοθεραπευτικές συναντήσεις με τον τελευταίο ψυχίατρο που είχε αναλάβει την Σέξτον μετά τον Δρ. Μάρτιν. Μέσα από αυτές τις κασέτες φωτίζονται όλες οι σκοτεινές πλευρές και τα θέματα που απασχολούσαν την ποιήτρια δίχως να μεταστρέφουν την βιογραφία σε παθολογογραφία και χωρίς να μετατρέπουν σε ρομαντικό θέμα την αυτοκτονία της ποιήτριας.

Διαβάζοντας το ποίημά της «Η Εθισμένη» από τη συλλογή «Ζήσε ή Πέθανε», μπορούμε να κατανοήσουμε τις αντιστοιχίες που υπάρχουν ανάμεσα στη Σέξτον και στην Πλαθ. Η Σίλβια γράφει μερικά χρόνια πριν στο ποίημά της «Λαίδη Λάζαρος»:

Το να πεθαίνεις
Είναι ένα είδος τέχνης, όπως κι οτιδήποτε άλλο.
Το κάνω εξαιρετικά καλά.

και η Ανν Σέξτον το 1966, γράφει στο ποίημά της «Η Εθισμένη»:

Δεν ξέρουν
πως ορκίστηκα να πεθάνω!
Εξασκούμαι.
Απλά κρατιέμαι σε φόρμα.
Τα χάπια είναι μια μητέρα, αλλά καλύτερα,
κάθε χρώματος και τόσο νόστιμα όσο οι καραμέλες.
Είμαι σε δίαιτα απ’ τον θάνατο.

ή ακόμα στο ποίημα της Σέξτον «Ο Θάνατος της Σίλβια» και πάλι από τη συλλογή «Ζήσε ή Πέθανε», παρατηρούμε τον παραλληλισμό της με την Πλαθ:

[…] σύρθηκες κάτω ολομόναχη
μέσα στο θάνατο που τόσο απελπισμένα και για τόσον καιρό επιθύμησα

ο θάνατος που είπαμε πώς κι οι δυο ξεπεράσαμε
αυτός που φορέσαμε στα λιπόσαρκα στήθια μας

αυτός που τόσο συχνά συνομιλήσαμε κάθε φορά
που κατεβάσαμε τρία διπλά ντράι μαρτίνι στη Βοστόνη,

ο θάνατος που ειπώθηκε από ψυχαναλυτές και θεραπείες
ο θάνατος που ειπώθηκε σαν νύφες με σκευωρίες,

ο θάνατος που ήπιαμε στην υγειά του,
τα κίνητρα και κατόπιν η κρυφή πράξη;[…]

Σε κάθε περίπτωση, είτε υπήρχε το «αναπόφευκτο» της αυτοκτονίας, είτε θα μπορούσε η Σέξτον να είχε σωθεί, αν λάμβανε κατάλληλη φαρμακευτική θεραπεία, αν δεν είχε χωρίσει τον σύζυγό της Κάγιο, αν δεν την είχε εγκαταλείψει ο Δρ. Μάρτιν, αφήνοντάς την πιο ευάλωτη και μόνη από ποτέ, αν είχε κοντά της περισσότερους φίλους για να ανταπεξέλθουν στον χειριστικό χαρακτήρα ενός ανθρώπου με βαθιά καταθλιπτική συνδρομή, τότε ίσως η Σέξτον να ζούσε μέχρι σήμερα.
Σίγουροι είμαστε μόνο για ένα πράγμα σε ότι αφορά την ποιητική της ιδιοφυία, το ότι τα έργα της που είδαν το φως της δημοσιότητας μετά το θάνατό της, έργα τα οποία η ίδια δεν ζούσε για να τα διορθώσει, να επέμβει λίγο πριν αυτά εκδοθούν, είναι έργα που δείχνουν πως η Σέξτον είχε να προσφέρει ακόμα πολλά στην ποίηση.

ΑΝΝ ΣΕΞΤΟΝ – H ποιητική της αυτοχειρίας (α)


[…] Κι ο θάνατος κρίνει με το συνηθισμένο του βλέμμα
και τσιμπολογάει τη βρώμα κάτω από το νύχι του δακτύλου του.

Ο άνθρωπος είναι σατανικός,
λέω δυνατά.
Ο άνθρωπος είναι ένα λουλούδι
που πρέπει να καεί,
λέω δυνατά.
Ο άνθρωπος
είναι ένα πουλί γεμάτο λάσπη,
λέω δυνατά.

Κι ο θάνατος κρίνει με το συνηθισμένο του βλέμμα
και ξύνει τον πρωκτό του. […]

Ελάχιστοι είναι οι ποιητές που κατά την διάρκεια της ζωής τους αποκτούν δόξα και φήμη από το ποιητικό τους έργο και μάλλον η Ανν Σέξτον πρέπει να ανήκει σ’ εκείνες τις ελάχιστες περιπτώσεις των ποιητών, που περνούν στην αντίπερα όχθη, στο απόγειο της ποιητικής τους δημιουργίας. Όταν η Σέξτον αυτοκτόνησε, το 1974, η ποιητική της φήμη, την είχε κατατάξει ανάμεσα στα ηγετικά ονόματα της σύγχρονης αμερικανικής ποίησης και μάλιστα ως ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά μέλη, μαζί με την Σίλβια Πλαθ και τον Ρόμπερτ Λόουελ, μιας νέας ποιητικής σχολής, αυτής της εξομολογητικής ποίησης (confessional poetry).
Τιμημένη με το βραβείο Πούλιτζερ για το βιβλίο της «Ζήσε ή Πέθανε» και έχοντας στο ενεργητικό της, υποτροφίες, τιμητικούς τίτλους, διδακτορικά, βραβεία και μια ακαδημαϊκή καριέρα όπου το 1972 φθάνει μέχρι την βαθμίδα του Καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Βοστόνης, η Σέξτον είναι ίσως η μοναδική από τους σύγχρονους αμερικανούς ποιητές που «κραύγασε» και δημοσιοποίησε την προσωπική της ζωή. Παρόλα αυτά όπως υποστηρίζει και η Diana Hume George στο δοκίμιο της «An Overview of Sexton’s Canon» (Μια σφαιρική θεώρηση του ποιητικού κανόνα της Σέξτον), η ετικέτα εξομολογητική ποίηση μετατράπηκε σε παγίδα η οποία εμπόδισε αναγνώστες και κριτικούς από το να δουν το πραγματικό μέγεθος του ποιητικού κατορθώματος που είχε επιτύχει η Σέξτον. Το ακαδημαϊκό φεμινιστικό κίνημα συνηγόρησε προς αυτή την κατεύθυνση. Οι επιλογές των ποιημάτων της Σέξτον μέσα στις ποιητικές ανθολογίες ήταν πάντα προβλέψιμες και περιορίζονταν στα ποιήματα που αναφέρονταν σε θέματα γυναικεία.
Στα πρώτα της έργα η ποιήτρια αναφερότανε στις εμπειρίες που είχε από τη νευρική της κατάπτωση, την προσπάθεια της για επανένταξη στα καθήκοντα που υπαγόρευε η καθημερινότητα της, αφού ήδη από τα είκοσι της ήταν παντρεμένη και με δύο παιδιά, όπως επίσης και τις απόπειρες αυτοκτονίας που είχε κάνει στο παρελθόν.
Από τη συλλογή «Ζήσε ή Πέθανε», η ποίηση της Σέξτον αρχίζει να αποκτά μια ιδιαίτερη ταυτότητα. Παρόλο που και πάλι χειρίζεται θέματα τα οποία έχουν σχέση με τα προσωπικά της φαντάσματα, το προσωπικό της βίωμα, αυτό ενός τρίτου παιδιού, που γεννήθηκε κατά λάθος, την σχέση με τη μητέρα της και τον πατέρα της, τη σχέση της με τον σύζυγό της Κάγιο, αλλά πέρα από τις προσωπικές αναφορές και τις λεπτομερείς καταγραφές τους, οι οποίες και χαρακτηρίζουν το έργο της ως εξομολο-γητικό, η Σέξτον προσπαθεί από το ατομικό να περάσει στο συλλογικό και να κατανοήσει τον κόσμο. Το παράδειγμα της ζωής της είναι το έναυσμα για να οδηγηθεί με το ποιητικό της σώμα σ’ αυτό που αντικρίζει κλεισμένη πίσω από ένα ομιχλώδες παραπέτασμα, σ’ αυτό που όπως και η ίδια αναφέρει πολύ συχνά, νιώθει ότι δεν ταιριάζει.
Τα ποιήματα της Σέξτον μπορούν υπό μια εποπτεία να θεαθούν, ως μικρές ψυχοθεραπευτικές νησίδες, πάνω στις οποίες πατώντας κάποιος, μπορεί να διασχίσει τον ωκεανό της ύπαρξης από τη μια άκρη του μέχρι την άλλη, συνθέτοντας τον συνολικό εαυτό του ψυχοθεραπευτικά. Έτσι μετατρέποντας σε ποίηση τις προσωπικές τραυματικές της εμπειρίες, ασκεί στον αναγνώστη που έχει παρόμοιες εμπειρίες ένα είδος αποπλάνησης μέσα από την τέχνη. Αλλιώς θα λέγαμε ότι τον σαγηνεύει και τον τοποθετεί μάρτυρα μιας σκληρής ζωής, όπου βέβαια το ατομικό ξεπερνά το συλλογικό, εννοώντας πως ο προσωπικός εφιάλτης του καθενός είναι πολύ πιο έντονος από έναν συλλογικό εφιάλτη (π.χ τον εφιάλτη ενός πολέμου).
Σε πολλά σημεία του έργου της, ο θάνατος ξεχειλίζει και ακόμα και η ίδια η ποιήτρια πίστευε πως η ποιητική έμπνευση συνδέεται με κάποιον τρόπο με τον θάνατο. Βέβαια η άποψη αυτή, μπορεί να χαρακτηριστεί ως απομεινάρι μιας ρομαντικής αντίληψης για την τέχνη και ιδιαίτερα για την ποιητική τέχνη, εννοώντας την εποχή που ο ποιητής προκειμένου να κριθεί και μείνει ποιητής στη συνείδηση του αναγνωστικού κοινού, θα έπρεπε να έχει τουλάχιστον αποπειραθεί έστω κι ανεπιτυχώς να αυτοκτονήσει. Από μια άλλη οπτική ίσως η βαριά καταθλιπτική συνδρομή της ποιήτριας και η απουσία αποτελεσματικών φαρμακευτικών σκευασμάτων εκείνη την εποχή για την θεραπεία της κατάθλιψης, να συνδέει την ποιητική της έμπνευση με το θάνατο.

ΙΔΑΝΙΚΟΙ ΑΥΤΟΧΕΙΡΕΣ από τη Βιβλιοθήκη, Ελευθεροτυπία (11.9.2009)


Από την Ελενα Χουζούρη

Η Θηριώδης Μούσα

Επιλογή από το έργο Επτά Αυτόχειρων Αμερικανών Ποιητών

απόδοση: Γιάννης Αντιόχου, εκδ. Μικρή Αρκτος, σ. 223, 17 ευρώ

Είναι άραγε η Ποίηση μια τόσο σκοτεινή δύναμη, ικανή να συμπαρασύρει τον γεννήτορά της στα άδυτα της καταστροφής και του θανάτου; Λειτουργεί με τέτοιους άρρητους και ανείπωτους νόμους, ώστε να μετατρέπεται σε Μούσα Θηριώδη για όσους τολμούν να τους διαρρήξουν και να τους οικειοποιηθούν ως να διαπράττουν ύβρη; Τι ωθεί ποιητές του διαμετρήματος του Τσέλαν, του Παβέζε, του Μαγιακόφσκι, της Τσβετάγιεβα, του Γιεσένιν, της Πλαθ, του Τρακλ, του Καρυωτάκη να χαρίσουν στον θάνατο τον εαυτό τους; Αυτά τα, εντέλει, αναπάντητα ερωτήματα θέτει ο ποιητής της νεότατης ποιητικής μας γενιάς Γιάννης Αντιόχου, καθώς τολμά να αναμετρηθεί τόσο με το μέγεθος του συχνά εμφανιζόμενου αυτοχειριασμού στον ποιητικό κόσμο μέσα από τη ζωή και το έργο εφτά αμερικανών ποιητών όσο και με την απόδοση και την ανθολόγησή ποιημάτων τους.

Ως ποιητής ο Αντιόχου φαίνεται ότι έχει εμβαθύνει τόσο στην ποίηση των εφτά αυτόχειρων ποιητών, ώστε να ομολογεί την προσωπική ψυχική διατάραξη που του προκάλεσαν οι σκοτεινιές και τα βάθη μέσα στα οποία βυθίζονται οι ποιητές που επιλέγει να αποδώσει, σκοτεινιές που ευωδιάζουν από τη λατρεία της εκούσιας αναχώρησης. Φεγγάρι, εξαντλήθηκες σε μέγεθος φτερού/ Μες στην αυγή, σύννεφα πετούν,/ Τι καλό να προχωράς, φως εντός φωτός,/ Και, φως ακόμη δίνοντας, να ξεψυχάς, γράφει η Σάρα Τίσντειλ στο τελευταίο της βιβλίο, λίγο πριν αυτοκτονήσει με υπερδοσολογία υπνωτικών χαπιών.

Ο Αντιόχου στην εκτεταμένη Εισαγωγή του -σύνθεση προσωπικών σχολίων και παράθεσης απόψεων φιλοσόφων, ψυχιάτρων, άλλων συγγραφέων- προσπαθεί από τη μια να παρουσιάσει το συχνό φαινόμενο του αυτοχειριασμού των ποιητών ως μια ψυχικής τάξεως διατάραξη κι από την άλλη, ως μια υπερβατική, μυστικιστική, ποιητική, εντέλει, πράξη. Αποψη που μάλλον είναι και η προσωπική του. Κι εδώ θα παρατηρήσω ότι Θηριώδης δεν είναι μόνον η Μούσα της Ποίησης αλλά και η εξ αγχιστείας αδελφή της Πεζογραφία, διότι δεν είναι λίγοι και οι αυτόχειρες πεζογράφοι. Την πρωτοκαθεδρία βεβαίως την έχουν οι ποιητές, σταθερά προσηλωμένοι στο γκετικό -σχεδόν αρχετυπικό για τη λογοτεχνία- πρότυπο του Βέρθερου.

Οι εφτά πάντως αμερικανοί ποιητές τους οποίους ανθολογεί ο δικός μας Γιάννης Αντιόχου, είναι οι: Βάτσελ Λίντσει (1879-1931), Χάρολντ Κρέιν (1899-1932), Σάρα Τίσντειλ (1884-1933), Σύλβια Πλαθ (1932-1963), Ράνταλ Τζάρελ (1914-1965), Τζον Μπέριμαν (1914-1972) και Αν Σέξτον (1928-1974). Η μόνη γνωστή στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό είναι η Σύλβια Πλαθ, η οποία, ύστερα από τόσες εκδόσεις, είτε έργων της είτε δοκιμίων γι’ αυτήν, έχει αναχθεί περίπου σε Μούσα της αυτοχειρίας.

Το όχι εύκολο εγχείρημα του Γιάννη Αντιόχου να μας κάνει κοινωνούς με το έργο και τη ζωή και άλλων, επίσης σημαντικών, αμερικανών αυτόχειρων ποιητών είναι λίαν ευπρόσδεκτο. Αλλά και ο προσωπικός του μόχθος στο να αποδώσει τους λεπτούς σε αποχρώσεις εσωτερικούς και υπαινικτικούς -στις περισσότερες περιπτώσεις- στίχους των ποιητών, να αποφύγει να υπερτονίσει τη δραματικότητά τους, να αναδείξει την υπαρξιακή τους αγωνία, να παρακολουθήσει και να ακολουθήσει χωρίς προδοσίες την ποιητική τους, έτσι καθώς αλλάζει στον καθένα και στην καθεμιά ανάλογα με τα καλλιτεχνικά και ποιητικά κελεύσματα των εποχών. Και είναι κι αυτό ένα συν αυτής της ωραίας ανθολογίας, διότι ο Ελληνας αναγνώστης παρακολουθεί και τις διαδρομές που ακολούθησε η αμερικανική ποίηση, αφού οι ποιητές αυτοί, παρά τη μικρή διάρκεια της ζωής τους, ήταν ήδη καταξιωμένοι με διακρίσεις και βραβεία. Για την ίδια τη ζωή τους εξάλλου φροντίζει ιδιαίτερα να μας ενημερώσει ο ανθολόγος-μεταφραστής έχοντας -θεωρώ- την πεποίθηση ότι έτσι μπορεί να φωτιστεί με έναν πιο οικείο τρόπο η ποίηση τους που ακολουθεί. Εντύπωση λοιπόν προκαλούν οι κοινές συνισταμένες της ζωής όλων των ποιητών που σταδιακά τούς οδηγούν στην αυτοχειρία. Συνισταμένες που τις διαβάζει κανείς και πίσω από τις γραμμές της ποίησής τους – όταν δεν τη μονοπωλούν. Οπως και να έχει όμως, εκείνο που σε τελευταία ανάλυση μετράει πάντα είναι η ποιότητα της ποίησης είτε προέρχεται από αυτόχειρες ή μη αυτόχειρες ποιητές. Και στις περιπτώσεις των επτά αμερικανών ποιητών έχουμε υψηλής ποιότητας ποίηση, προσφορά στους απαιτητικούς και όχι μόνον έλληνες αναγνώστες.

Αξίζει επίσης να σταθούμε στην ιδιαίτερα προσεγμένη και καλαίσθητη έκδοση, η οποία εντάσσεται στη νεοσύστατη μικρή ποιητική σειρά τής «Μικρής Αρκτου».

 

Μαρία Πολυδούρη – Κώστας Καρυωτάκης

Ερωτας και θάνατος στη σκιά της ποίησης

επιμέλεια-ανθολόγηση: Γιάννης Παππάς

εκδόσεις Μεταίχμιο, σ. 144, 13 ευρώ

 Οταν ο Κώστας Καρυωτάκης γράφει το ποίημα Ιδανικοί αυτόχειρες, το οποίο δημοσιεύεται τον Σεπτέμβριο του 1927, δέκα μόλις μήνες πριν ταυτίσει την τελική πράξη της ζωής του με το ποίημά του, θα έλεγε κανείς πως την είχε ήδη σκηνοθετήσει με τον τρόπο της ποίησης. Στην περίπτωση της αυτοχειρίας του Καρυωτάκη δεν είμαι καθόλου σίγουρη ότι Θηριώδης είναι η Μούσα ή η ίδια η ζωή. Διότι αν προσεκτικά ποίημα το ποίημα ακολουθήσει κανείς και την παράλληλη ζωή του ποιητή, έτσι καθώς προχωρεί μέσα στα χρόνια, θα διαπιστώσει πόσο η αίσθηση της αναχώρησης η συνομιλία με τον θάνατο, κορυφώνεται σταδιακά για να φτάσει στο μέγιστο ύψος της στα Ελεγεία και Σάτιρες έως τη θεοσκότεινη Πρέβεζα.

 Οπως όμως και να διαβαστεί η αυτοχειρία του, ένα είναι το σίγουρο: Η Θηριώδης Ποίησή του. Οσο για τον έρωτά του με τη Μαρία Πολυδούρη, έχω τη βάσιμη επιφύλαξη αν τον βίωσε με τον ίδιο μ’ εκείνη τρόπο. Δεν είμαι επίσης καθόλου σίγουρη αν τον ενδιέφερε ουσιαστικά η βίωση ενός τέτοιου ρομαντικού και μελοδραματικού έρωτα. Το ερωτικό μελόδραμα δεν ταιριάζει στον Καρυωτάκη, έναν ποιητή και άνθρωπο με βαθύτατη, κυτταρική θα τη χαρακτήριζα, αίσθηση της ματαιότητας των εγκοσμίων.

Δεν είναι τυχαίο ότι ελάχιστα τον απασχολεί ποιητικά αυτός ο έρωτας και η ίδια η Πολυδούρη. Το εντελώς αντίθετο συμβαίνει με την Πολυδούρη. Πραγματικά, τόσο οι ζωές τους όσο και η ποίησή τους λειτουργούν σαν αντικριστοί καθρέφτες. Η ποίηση της Πολυδούρη εμβαπτίζεται κυριολεκτικά σ’ αυτόν τον έρωτα. Η ζωή της καθορίζεται απ’ αυτόν τον έρωτα. Και ο θάνατός της περίπου τρία χρόνια μετά την αυτοχειρία εκείνου, του μοναδικού αγαπημένου; Θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε αυτοχειρία; Κατά έναν τρόπο ίσως, αν σκεφτούμε ότι άρρωστη από φυματίωση, νοσηλευόμενη σε κλινική, πεθαίνει τα ξημερώματα της 29ης Απριλίου του 1930 με ενέσεις μορφίνης που ζητάει να της περάσει ένας θαυμαστής της.

Η «αντικριστή» ανθολογία των δύο ποιητών που με περισσή επιμέλεια ετοίμασε ο πατρινός ποιητής Γιάννης Παππάς, σε μία ιδιαίτερα φροντισμένη έκδοση δίνει την ευκαιρία στον αναγνώστη να συμπορευτεί τόσο με τη ζωή όσο και με τις σπουδαίες ποιητικές φωνές του Καρυωτάκη και της Πολυδούρη.

Ποιητικά Τοπία (παρουσίαση της ανθολογίας για την Άννα Αχμάτοβα)


Αναδημοσίευση από τη «Βιβλιοθήκη» της Ελευθεροτυπίας, 29.5.2009

Από τον Γιώργο Χαντζή

Αννα Αχμάτοβα

Ποιήματα

απόδ. Γιάννης Αντιόχου,

Μικρή Αρκτος, σ. 192, τιμή με ΦΠΑ 17,20 ευρώ

Η καλαίσθητη, νέα έκδοση ποιημάτων της Αννας Αχμάτοβα, σε απόδοση Γιάννη Αντιόχου, ομολογημένα στηριγμένη σε αγγλικές και γερμανικές μεταφράσεις, έρχεται να αναμετρηθεί με άλλες μεταφράσεις της στα ελληνικά (Αρης Αλεξάνδρου «Ρέκβιεμ», τόμ. Διάλεξα, εκδ. Κείμενα, 1984), να ανθολογήσει τα εμβληματικότερα ποιήματά της και να επικαιροποιήσει την ποιητική καταγγελία σε «χαλεπούς» καιρούς.

Ποιήτρια με ταραγμένο προσωπικό και οικογενειακό βίο (εξορίες, εκτοπίσεις, φυλακές) και ιδιαίτερη φωνή του κύκλου των «Ακμεϊστών» ποιητών, αντιδιέστειλε την καθημερινή ομιλία και την εικόνα στον εσωτερικισμό και στις εξιδανικεύσεις των Ρώσων Συμβολιστών, οι οποίοι κυριαρχούσαν μέχρι τότε στην ποιητική σκηνή της χώρας. Η Αχμάτοβα άφησε μία από τις πιο ευαίσθητες ποιητικές παρακαταθήκες του 20ού αι.

Εντός. Από το πλούσιο έργο της επιλέγονται το εμβληματικό Ρέκβιεμ, που καθρεφτίζει τον σταλινικό τρόμο, το Ποίημα δίχως Ηρωα (εμπνευσμένο από τον Ευγένιο Ονιέγκιν του Πούσκιν) και Οι Ελεγείες του Βορρά. Το βιβλίο πλαισιώνεται από μεστή εισαγωγή, χρονολόγιο της ποιήτριας και σημειώσεις του μεταφραστή.

Η ποίηση της Αχμάτοβα θεματοποιεί με αξιοπρέπεια, αλλά κυρίως απαράμιλλη τεχνική και μουσικότητα, τις κακουχίες της μητέρας και διανοούμενης, τον ολοκληρωτισμό κάθε λογής, τη διερεύνηση της διεξόδου από τη ζωή μέσω της τέχνης: «Τίποτα δεν μου ‘ναι καθαρό / Ποιος είναι ο άνθρωπος και ποιος είναι το θεριό».

Επί του αυτού. Οπως έχει σημειώσει χαρακτηριστικά ο Μπόρις Πάστερνακ, «οι στίχοι της Αχμάτοβα μεταμορφώνουν τα γεγονότα σε βιώματα», σηματοδοτώντας την ατομική περιπέτεια ως παραδειγματική, παράπλευρη απώλεια των συλλογικών προταγμάτων. Κι αν πολλά ποιητικά κείμενα προσέγγισαν τον ίδιο στόχο, ελάχιστα -της «Βασίλισσας του Νέβα», ναι- ανήχθησαν σε έργα αναφοράς.