Γιάννης Αντιόχου, Η Ιστοσελίδα του Ποιητή


imageedit_1_5786665823

Καταλήγει τελικά ενδιαφέρον να μπορείς να δημιουργείς μια μικρή βιογραφία, πρωτίστως βοηθητική για μένα τον ίδιο και δευτερευόντως επεξηγηματική σχετικά με όλα όσα έγιναν και όλα όσα θα ακολουθήσουν.

Πατήστε εδώ για τη νέα Ιστοσελίδα

Advertisements

Patti Smith – Η ποιήτρια


Από την εμφάνισή της στη δισκογραφία καθένας που έχει κοινωνήσει με τις μουσικές συνθέσεις της Πάτι Σμιθ έχει νιώσει πως δεν είναι μια απλή τραγουδοποιός, αλλά κάτι περισσότερο. Η Πάτι Σμιθ είναι ποιήτρια και μάλιστα μια από τις πιο σημαντικές ποιητικές φωνές της γενιάς της. Ένα ποίημα από την τελευταία της ποιητική συλλογή:  Auguries of Innocence (Οιωνοί της Αθωότητας)  αμέσως με έκανε να θελήσω να το  μεταγράψω στη γλώσσα μας και άμεσα να το μοιραστώ μαζί σας.

Ο ΜΑΚΡΥΣ ΔΡΟΜΟΣ

Εδώ θα ήταν καλύτερα να προχωρήσουμε στα νύχια των ποδιών

ενόσω εγώ θα βαδίσω μπροστά για ασφάλεια.

ΡΟΜΠΕΡΤ ΛΟΥΙΣ ΣΤΙΒΕΝΣΟΝ

Βαδίσαμε μέσα στα μαύρα πανωφόριά μας,

σαρώνοντας χρόνο, σαρώνοντας χρόνο,

κοιμώμενοι σε εγκαταλειμμένες καμινάδες,

ξεπροβάλλοντας ν’ αντικρίσουμε τη βροχή.

Βρεγμένοι, ταλαιπωρημένοι, κάπως χαμένοι,

έρποντας στ’ αυλάκια, μασώντας βολβούς,

ήμασταν τόσο πεινασμένοι, τουλίπες

κορωμένες από κουρελιασμένα πέταλα.

Στολιστήκαμε με υδροκότυλους,

μοχθήσαμε μέχρι ωσότου περάσαμε το εκλεγμένο μέτωπο,

ο ψίθυρος ενός μονοπατιού που με κάποιο τρόπο γνωρίζαμε,

βροχή που δεν ήταν βροχή, δάκρυα που δεν ήταν ακόμα δάκρυα.

Και το δισκοπότηρο, ω το δισκοπότηρο ήταν τόσο πολύ κοντά,

φινιρισμένο με λεπτό έλασμα φύλλων, τυλιγμένο μέσα στον ήλιο.

Γλαδιόλες άνθιζαν, σκάζοντας

από κάθε ρωγμή. Ο κόσμος ολόκληρος

ανήσυχος για την αγία μητέρα να εξετάσει

τα πηγούνια μας με αυτό το γνώριμο τραγούδι

Σ’ αρέσει το βούτυρο;

Ω σ’ αρέσει το βούτυρο…

έπειτα κατασκηνώσαμε πάνω σ’ έναν λόφο κιτρινισμένο ολόγυρα.

Ιππεύσαμε άλογα, περιδιαβήκαμε σε δάση

σκανταλιάρες νεράιδες χόρεψαν καταγής.

Κλαδιά έσπασαν στα πρόσωπά μας.

Το βασίλειό μας πίσω από έναν αλυσόπλεκτο φράκτη…

Καταπιαστήκαμε στα λατομεία, λειασμένα μάρμαρα,

γονατίσαμε και σημαδέψαμε σε πύρινους γύρους.

Στήσαμε τις ξέφρενες κατασκηνώσεις μας,

οι σκηνές μας διάτρητες απ’ τους πασσάλους,

σχισμένες με σουγιάδες τσέπης─

αλεπουδίτσες μετρούσαν μ’ ακρίβεια τη σκληρή γη,

αναθεματίζοντας τη γόνιμη όχθη που μας έκανε απαλούς.

Μαζέψαμε σίκαλη, γεμίσαμε σακιά, φτιάξαμε μαξιλάρια

για τους άντρες μας. Στραγγίξαμε το αίμα απ’ τα ποτισμένα κρεβάτια,

καλύψαμε των μαρτύρων τα ποτισμένα κεφάλια, ζυγίσαμε

τους κάδους που είχαν γεμίσει ως απάνω,

και είδαμε τα πάντα και τίποτα.

Καβαλήσαμε στη πλάτη μιας μεγάλης αρκούδας, βυθίζοντας την κουτάλα μας

στον γαλακτώδες ζωμό που απλώθηκε μπροστά μας σαν μια λευκή λίμνη.

Τα πλοία μας σφύριξαν γραμμένες χυδαιότητες

σε ιστία διφθέρας, πλωτοί αναλφάβητοι ποταμοί μετατράπηκαν

σε αιμάτινες πισίνες βρόχινων βόρβορων.

Πνεύσαμε εγκωμιαστικούς ψαλμούς σε κέρατα ιερών ζώων─

γιουχαΐσματα, εξομολογήσεις, εφηβικές προσευχές

υφάνθηκαν μέσα σε ταπισερί μοναστηριακών κήπων.

Ούτε μάνα είχαμε τώρα, και ανακρούοντας απειροελάχιστες απειλές,

όρκοι ιεροί ξέσπασαν με μια νέα βία αποδίδοντας όχι θέληση ασθενική

μ’ εξαίρεση να γεννηθεί─ η πίστη και υποταγή μας στην κίνηση

και τη μετατόπιση των αστέρων.

Ένα γαλάζιο φως προγραμματισμένο από τη σκούφια μιας ύπαρξης

που δεν μπορούσαμε πλέον να ονομάσουμε. Σκαρφαλώσαμε τα σκαλοπάτια

σ’ έναν πιο γαλάζιο παράδεισο σημαδεμένο με γιρλάντες,

ματώνοντας τον άνεμο. Απολαύσαμε το θέαμα.

Μετά χάθηκε, αλλά εμείς είχαμε ήδη φύγει.

Κατακτήσαμε μια καινούργια φωτοβολή. Έσταξε η δροσιά

από τις μύτες μας. Καμαρώσαμε για το αστραφτερό μας δέρμα,

διασκορπίζοντάς το δίχως έναν αναστεναγμό. Κάποιοι υψώσανε τα φανάρια τους.

Κάποιοι φάνηκαν να βαδίζουν μέσα σ’ ένα δικό τους φως.

Πύρινοι τύμβοι που δεν ήταν τύμβοι, στον ορίζοντα μπροστά…

Πλησιάζοντας πέσαμε πάνω σε πλήθος από πανωφόρια

εγκαταλειμμένα απ’ το ναυαρχείο, μαβιά εκθρονισμένου βασιλιά,

μετάλλια τιμής, οι προβλεπόμενες μπότες από δέρμα γλώσσας σκύλου,

μπόμπιρες, ζωοτόμαρα, ερμίνα και προβιά φορεμένη απ’ αυτούς

του υψηλού αξιώματος, πρίγκιπες και πιλότοι, ο μάγος και ο μυστικιστής.

Ακόμα κανένα βαθμό δεν είχαμε ψαρεύοντας ευτυχισμένα κουρέλια υφασμένα απ’ τον τυφλό.

Η δική μας ήταν μια χώρα κοιλωμάτων. Ήταν άδεια.

Κι ακόμα εντός κάποιου μπορούσες να βρεις όλες τις ελπίδες ενός παιδιού─

τη δική μας γλυκιά ιστορία, τη δική μας γλυκιά ζωή,

τεμαχισμένη με το ύφασμα της εκστατικού μας αλληλοσπαραγμού.

Μιας και ξέραμε προς τα που κατευθυνόμασταν, σαλτάραμε

σε καθαγιασμένα πανωφόρια. Θα μπορούσαμε να προχωρούμε διαπαντός

αν όχι γι’ αυτό και για κείνο τραβώντας την κόλλα των χιτωνίων μας.

Ραγίσαμε την καρδιά της μητέρας μας και γίναμε οι εαυτοί μας.

Συνεχίσαμε ν’ αναπνέουμε και γι’ αυτό να επιβιώσουμε,

μεθυσμένοι, εμβρόντητοι, καθένας μας ένας θεός.

Τώρα συ έσβησες το φως.

Πίεσε με τον αντίχειρά σου το φυτίλι.

Αν κοκαλώνει, θα καείς.

Αν κάνει πουφ, θα μεταμορφωθείς

σε μια δέσμη που θα εξαφανιστεί

με τη νύχτα μέσα σ’ ένα όνειρο

πασπαλισμένο με μπιχλιμπίδια.

Είδαμε τα μάτια του Ραβέλ, μπλε δακτυλιωτά, και ανοιγοκλείνοντας

δυο φορές. Τραγουδήσαμε άριες δικής μας επινόησης, βάσανα τραγουδώντας

νεκρικές μελαγχολίες αγιασμένων χωμάτων και θανάσιμων υποδημάτων,

ξεχασμένων πεζικάριων και αποστάσεων ουδέποτε ονειρεμένων─

κι ακόμα τόσα μακριά όσο ένας ανθρώπινος λόφος, στραφήκαμε για μολυβένιους στρατιώτες

τοποθετημένοι στις πτυχές των κλινοσκεπασμάτων, μόνο τόσο μακριά όσο ένα αμφιθαλές χέρι,

τόσο μακριά όσο ο ύπνος, μια πατρική προσταγή─

…το μακρύ δρόμο παιδιά μου

Αποκοπήκαμε από του σκόρου μας το κέλυφος ζωντανοί μέσα στη νύχτα,

ο ουρανός διάστικτος απ’ άστρα που δεν βλέπουμε πια.

Η δοξασία ενός παιδιού κεντημένη πάνω σε μαντίλια τσέπης─

Θεέ μη μας εγκαταλείπεις

είμαστε όλα όσα αυτός γνωρίζει.

Δεν πρέπει εμείς να τον εγκαταλείψουμε

αυτός είναι οι εαυτοί μας

ο αιθέρας των πράξεών μας.

Ο εποχιακός εργάτης σφυρίζοντας αναγγέλλει, σαρώνοντας χρόνο, σαρώνοντας χρόνο.

Κοιμόμαστε. Σκευωρούμε, πιέζοντας την παλλόμενη χορδή.

Μακαρίως ενσυνείδητοι, ξεκινάμε πάλι απ’ την αρχή.

In our own words: A Generation Defing Itself (Volume 8)


 

Πληροφοριακά και μόνο θα σας παραθέσω την συμμετοχή μου σε μια παγκόσμια ανθολογία ποίησης που έχει ως άξονα αναφοράς τη γενιά μου. Αυτή τη γενιά που δεν οριοθετείται ως γενιά του 9ο ή του 2000 αλλά τελικά περιλαμβάνει τους ποιητές που γεννήθηκαν από το 1962 εως και το 1982 και δραστηριοποιήθηκαν εκδοτικά περί το 2000.

Δεν θα χρειαστεί να πω τίποτα σχετικά με θέματα που έχουν σχέση με την παγκοσμιοποίηση ή τι κοινό θεματικό, μορφολογικό ή άλλο άξονα μπορεί να ΄χουν ποιητές από ογδόντα διαφορετικές χώρες. Θα σας πληροφορήσω όμως πως οι συμμετοχές για την ανθολογία αυτή ξεπέρασαν τις δέκα χιλιάδες και τελικά σχηματίστηκε ένα βιβλίο με περίπου 200 δημιουργούς με ποιήματα, διηγήματα, ή άλλες μορφές λόγου σε 288 σελίδες.

Για να είναι πιο αντικειμενική η πληροφόρηση που σας παρέχω θα καταγράψω όσα περιλαμβάνονται στον πρόλογο της έκδοσης και ταυτόχρονα θα δημοσιεύσω κάποιες από τις πρώτες κριτικές σχετικά με την ανθολογία.

This book series is a platform from which a generation (born 1960 to 1982) is speaking out about its realities, dispelling the narrow, simplified stereotypes created by the mass media and commercial marketing.

This book series now includes more than 1000 «voices» in essays, poetry, music lyrics, short stories and verse from around 80 countries.

«an eclectic sampling of the human condition in all its passions» – ParisAtlantic

«collection kicks with ‘x’ poetry» – The Michigan Daily

«consistently excellent and penetrating verse.» – The Times of India

«a project worth doing and worth reading» – PopMatters

«lets the voice of its people sing like an anthem» – Maelstrom

«a kaleidoscope of the post-Vietnam generation» – BoekSpraak (Netherlands)

«a collection as rooted in the generation that has produced it as it is timeless» – The Compulsive Reader (Australia)

About the Series    
  This series intends to reflect the full diversity of this generation – its experience, observations, speculations, aspirations, hopes and fears. Accordingly, contributing writers are from most countries, cultures, belief systems and a wide variety of backgrounds. Also, because the search is for stark realities from all representatives of this generation, and «political correctness» is minimized, individual texts may be contrary to the tastes, beliefs and convictions of individual readers. Bear in mind, though, that to lay any claim to being a documentary the integrity of this project’s mission requires openness, and no real censorship takes place. The only exceptions are where texts represent little more than gratuitous violence and/or blatant sexual content with no conveyence of insights into this generation.  A minimalist approach is taken in identifying contributors. For example, only very concise contributor bios are included. It is felt that the mission of the series is better accomplished by treating compositions as «voices» in a «generational chorus». Geographical locations of contributors are, however, included, and in some cases short explanatory texts, such as special accomplishments, even age, where the editor feels this information helps the reader better understand the context of a composition. Pen names are acceptable, but not «anonymous». In contrast to the austerity of the books, ample space is provided at this website to link to contributor websites, and to highlight books, recordings, even artworks of the contributors.  A «release» to print will be sent out to the authors of compositions selected as «candidates» for the next volume. This release gives mwe the right to publish a composition, however, the copyright remains with the writer. Around 50% more candidates compositions are chosen than will ultimately fit into the book. This is in part because some writers wind up being outside the age range for this series, while other writers can no longer be contacted. This also provides the editor with sufficient material to create a «balanced» layout of the book.  Contributing writers will receive a free, complimentary copy of the resulting book. If specificially requested, and addresses are provided, translators also receive free copies, as well as publishers/record labels. Further, contributors may order additional books at a 40% discount off the cover prices. Finally, if the project generates sufficient revenues, contributors will share in any «net profit» achieved.

Anticipated parameters for the books are:

  • approx. 200 contributors
  • 288 pages
  • 7×9 inches trade paperback
  • retail price less than $US 20

 

 MARK ANTONY15, APRIL 2000

FROM EPINIONS

GENERATION X HAS A VOICE

In Our Own Words: An Anthology of Poetry From a G…

«In Our Own Words» is wholly unique in that it succeeds in collecting poetry from Gen-X writers from around the world. The publisher, unlike others, has a great deal of respect for gen-xer’s and fights against the ugly perceptions of the «x» generation fostered by a media mostly comprised of sell-out former hippies who need to kiss the establishment’s butt in order to feel cleansed of their former behaviour.The international breadth of the chosen writers alone will strike you as something worthy of full investigation. Editor/Publisher, Marlow Peerse Weaver manages to include writers of perspectives around the world which is another leap in strengthening the revolve of a group misunderstood and maligned on the sole basis that we didn’t have the chance to act like idiots in the 1st Woodstock (which, of course, is now packaged by those same people as a «historical and cultural event.»)The ages ranges too are very impressive in that you feel a partner to many a person’s feelings. The widest spectrum possible is included to present romantic, political, social, emotional and cultural views often missing from the corporate news stories on television and in print in desperate need of a dead-body quota or a boogey-man to focus attention long enough to sell soap and expensive cars.

Poems like «Belfast 98» and «Days of Unemployment and Attachment Problems» run side by side other lighter works such as «A Chance Encounter with Relish» and «Verbs with Such Meaning.» 132 poems in all
constitute a project like no other published in America today. «In Our Own Words» attempts to collectively allow members of misunderstood generation speak their hearts and minds in uncensored poetic beauty.
You’ll read and appreciate their hopes and fears and the unspoken truth that they have inherited a mess of a society and world and are criticized for not having solutions to repair it. Which is a dilemma akin to handcuffing a person and asking them to defeat a professional boxer in full view of the entire world.

Members of my generation are not supposed to grow into their own, make their own unique mistakes, we are supposed to be born read to tackle the garbage and gutless decisions previously made by our parents who have had a major part in all the bad and good society presently offers. We are being set up to fall. «Generation Lee Harvey Oswald» is what some of my friends call us. We will find our own voice and way by making our own errors and solutions in our own time.

For purposes of full disclosure I feel it necessary to reveal that I too as a writer and playwright was invited to submit a poem to this project and have done so. Since this format is not a formal book review but merely an expert opinion, I offer it without feeling any tinge of conflict of interest. I have been honest and so you must decide. But whatever you decision please make it with informed knowledge of not only what I say and believe, but what you own experiences as a gen-xer shows you in today’s world. To sell oneself short is to be a slave to someone’s dangerous prejudice. Everyday I take the chance to be myself and not some media creation or group-think wannabe. Give yourself that same dignity.
In the world we live in today, you will actually be the rebel of righteous vision.

JAAM Magazine Review
From Issue No. 14 (October 2000)  In Our Own Words A Generation Defining Itself, Vol. 2, Editor Marlow Peerse Weaver, MWE Enterprises, $US10.95. This is the second in a continuing series of anthologies representing Generation X poetry. All contributions have been selected from over 11,400 submissions via the Internet and the book is distributed worldwide. Though still in its early stages the project could become a major anthology in its own right if the quality of poets contributing continues to grow with each edition. New Zealand poets included are Helen Rickerby, Mark Pirie and Yvonne Eve Walus (who was also published in JAAM 11). The poetry is varied and lively, from a wide range of cultural and political backgrounds and the book is contributed to from all over the world. This series could become historically valuable in years to come.

 

In Our Own Words: A Generation Defining Itself by Marlow Peerse Weaver, ed.

By John G. Nettles

Things They Do Look Awful Cold

My generation is so comfortable with the idea
of annihilation
that we nuke our food.

My generation jumps
from trend to trend, so new,
so retro.

Poetry, for my generation
was a two month fad
on MTV, the revolution televised,
homogenized, and satirized.

My generation is a conglomerate, corporate
marketing effort.

I am not the voice of my generation.
I am the voice of no one
but myself.

(excerpted from a poem by C. C. Russell, Wheatland, WY, USA, from In Our Own Words)

They will never, thank God, remake The Big Chill, at least not anytime soon. It would prove difficult to tell the story of a bunch of friends who grew up in the 1980s pissing and moaning about their lost idealism, for the simple reason that most of us who cut our teeth on those years have so little idealism to lose. This is not a bitter statement. I’m just talkin’ ‘bout my g-g-generation.

The 1980s were, bar none, the most culturally diseased years of this century, the inevitable backlash of the malaise and idle narcissism of the preceding decade. As ‘80s nostalgia begins to gear up — even now, Old Navy is selling parachute pants — we can’t expect the same pattern of glossy-iconography-sans-icky-memories that marked nostalgia for the Fifties (Elvis, not Joe McCarthy), the Sixties (Woodstock, not Altamont), and the Seventies (Disco Duck, not Tricky Dick) to fall into place, because the Eighties were the decade without icky memories. We never managed to feed those starving Ethiopians — most of the wheat ended up rotting on a government pier because we forgot there was a civil war going on and the starving kids all lived in rebel-held areas — but didn’t Live Aid kick ass? We went from the greatest lender nation in the world to the greatest debtor and we had a minor stock market crash, but Reaganomics worked! Our heroes were all capitalist cutthroats like Trump and Gates, cryptofascist jerks like Oliver North, or hyperthyroid chest-pounders like Stallone and Ah-nuld. Ketchup was a vegetable. Trees caused air pollution. Greed was good. Love was a bat-tle-field…

Marlow Peerse Weaver’s ongoing project In Our Own Words: A Generation Defining Itself calls upon writers all over the world born between the years 1960 and 1982 to express the thoughts, hopes, fears, and concerns of “Generation X,” now that they’re old enough to qualify for nostalgia. It’s a daunting task, considering that the main complaint of most of these writers appears to be that they have no earthly idea what’s going on. The series is shot through with themes of rootlessness and lack of clear purpose, either because the writers feel betrayed by the preceding generation’s waffling idealism or because they are the first generation fully forced to cope with the collapse of social and technological boundaries. The consensus seems to be that Gen X is unicycling without a net over one hell of an abyss:

It’s interesting to see the difference between then and now… less than ten years. I experienced and consciously observed the loss of my rebellious ideologies, a conversion that took four or five years, from larva to adult. I can remember, rather clearly, points of confusion, in which I knew that I was supposed to rebel against The Man, The Establishment, or something, but… but… the responsible, freedom-crushing route just seemed to make so much damned sense that I wasn’t sure of what to do. (Jason Katzwinkel, Hinsdale, Illinois, USA).

This is not to say that all of the pieces in this collection are rants about The State of the World. The writing moves across a broad spectrum, from the societal to the intensely personal:

and fuck yes
i refuse, with abhorrence, to unfold my hands and slash
wrists in hoped
forgiveness
but not forgiven..
and be driven
with repentance faked for scrutiny of
those feathered fluffs of non-emotion
emotionally boggled by my current passivity.

(jessica garver, Madison, Wisconsin, USA)

In Our Own Words is meant to be read as a documentary, with the pieces following hard on each other like jump-cuts, one after another, and each piece in a different typeface to denote individual “voices.” Refreshingly absent are author bios with their long lists of prior publications. Weaver intends for this series to reflect a culmination of various viewpoints and styles into a single generational chorus, and as a document of the Gen-X zeitgeist the series works for the most part. Unfortunately, however, in his quest for honest representation, Weaver has let some real howlers in the door:

I am alone
in this great vast world.
struggling silently
struggling quietly.
Can you see my pain?

(Scarlett Brooke, Storrs, Connecticut, USA)

Numerous song lyrics also appear within this jambalaya, which is at best a hit-or-miss proposition without the music to pull them together.

Weaver makes no claims to uniform excellence, acknowledging that many of the pieces in the collection are less than spectacular but asserting that his warts-and-all approach validates inclusion of even the bad writers. There is some merit to this idea in theory, except that Weaver isn’t taking testimony or extemporaneous conversation here. He is soliciting crafted prose and poetry, which is by its very nature artificial — the emotions behind the writing may be honest, but the writing itself is explicitly contrived and thus subject to judgment on its merits. This means that at some point Weaver must shed his documentarian hat and put on his editor’s visor, and the latter doesn’t fit quite as well. In future volumes — Weaver is currently taking submissions for volume four — it would be prudent to weed a few of the discordant voices out of the global chorus.

In Our Own Words is a project worth doing and worth reading, especially when it seems our generation is in need of more enduring legacies than it has heretofore produced. Our parents are bound by their memories and accomplishments and Weaver’s writers howl for that same validation, that same sense of identity and place, and for better culture than Diff’rent Strokes and better questions than “Where were you when Kurt ate the shotgun?”

Published at: http://www.popmatters.com/pm/review/in-our-own-words/

Κλείνοντας αυτό το άρθρο παραθέτω τα δυο ποίηματα τα οποία δημοσιεύθηκαν και είναι από το 3ο μου βιβλίο: CURRICULUM VITAE, Εκδόσεις Μελάνι

THIRTY – SIX

Thirty six years

Tearing out the pages of my truth

Sucking my lifeblood

Wearing down my words,

You menace me

Through all these years

     I’ve learnt to lock myself away

     inside the full length mirror in the dining room

Howling into a parallel dimension

Virtual

Examining my flattened toes

And my swelling belly

Pleasured

By your nocturnal queen bees’ stings

Learning moreover to suffer

To croak like a frog

To chirp like a rodent

Gazing skyward to mental forests with tall american trees

—We have no sequoias in Athens  

    We do not have these large hollows

           in which to hide the wreckage of our childhood

           to shake our wet plumage

           to have blood run down from our lips

as when biting sleep’s freshly laundered pillows

we arrest the tremors of a nightmare

or of a painful orgasm—

Put your arms around me sharp night-eye

I will fall asleep in the cleft of your tongue

I will breathe you in

I will possess you

I will be touching you

Inside your cavernous mouth

Laid out along the sockets of your teeth

I will decay.

CURRICULUM  VITAE

 Maria has a postgraduate degree in pornography

Panos in specialist pharmacology

As well as a PhD in chemical substances

Yiannis, nee in ‘69

Nightly endorses the axioms of rock

Though, nowadays, a faithful of Madonna, Radiohead and Bjork

Bjork imitates the whale song

The experts of my time deem this metaphysical

My friends stopped falling in love five years ago/ They claim that love is a cannibalization of tears/ They also speak of/ Subzero temperatures in a lover’s arms

Μy friends/ My best friends/ Marvel that I still fall in love/ And though I’ve put in an order for a marble bed in order to be totally cool/ Nevertheless while lying / Forgive me, I mean leaning/ Against walls, planks, pillars and cars/ I forever find myself before the perennial miracle:

Of my soul rattling

My heart bleeding

My mind leaving me

Insofar as it isn’t the other/ —Who in an attempt to describe the pencil of poetry/ might well not find the word for how the mouth got to the feet—

But I rather

Egocentrically erotic

Rising and kneeling

Stretching and bending

Going in and pulling out

Kissing and being kissed

With ardent devotion and skill

And I grunt when I come

Because for me the whale is a distant voice

But dogs even in my time

Still make love in public

Yiannis Antiochou

 

Το βιβλίο μπορείτε να το αγοράσετε από τα διαδικτυακά βιβλιοπωλεία όπως της Amazon.com ή Barnes and Noble. 

Η Θηριώδης Μούσα στο www.diavasame.gr


Αναδημοσίευση από την ηλεκτρονική επιθεώρηση του βιβλίου «Diavasame.gr»

(http://www.diavasame.gr)

Κριτική παρουσίαση της ανθολογίας «Η Θηριώδης Μούσα»

Ανθολόγηση- Εισαγωγή-Σχόλια – Μετάφραση: Γιάννης Αντιόχου

Εκδόσεις «Μικρή Άρκτος»

Σαν τη γάτα, μπορώ να χάσω τη ζωή

μου

επτά φορές

Σίλβια Πλαθ

Η μικρή το δέμας αλλά ιδιαίτερα καλαίσθητη αυτή ποιητική συλλογή, που κυκλοφόρησε από τη »Μικρή Άρκτο», περικλείει εν συντομία το βίο και επιλεγμένα ποιήματα επτά Αμερικανών αυτόχειρων ποιητών, σε επιλογή και απόδοση του επίσης ποιητή Γιάννη Αντιόχου. Η πιο γνωστή στο ελληνικό κοινό από τους δημιουργούς που ανθολογούνται είναι η Σίλβια Πλαθ (και λιγότερο η Ανν Σέξτον), ενώ οι Βάτσελ Λίντσεϊ, Χάρολντ Κρέιν, Σάρα Τίσντεϊλ, Ράνταλ Τζάρελ και Τζον Μπέριμαν παραμένουν άγνωστοι και αμετάφραστοι στη χώρα μας.

Κοινό χαρακτηριστικό των επτά ποιητών, εκτός από την αμερικανική τους υπηκοότητα, είναι η επιλογή της αυτοκτονίας ως φινάλε της ζωής τους. Σ’ αυτό το καθοριστικό στοιχείο της βιογραφίας τους επικεντρώνεται η εισαγωγή του Γιάννη Αντιόχου, όπου επιχειρεί μέσα από το πρίσμα της ψυχολογίας αλλά και της καλλιτεχνικής δημιουργίας να προσεγγίσει τα αίτια αυτής της επιλογής: κυρίως θέτει το ερώτημα αν η αυτοκτονία τους ήταν αποτέλεσμα ψυχικής διαταραχής ή συνέπεια της απόλυτης κυριαρχίας στην ψυχοσύνθεσή τους της Θηριώδους Μούσας – αν δηλαδή το φιλί της ποίησης είναι τελικά θανατηφόρο. Γεγονός πάντως είναι ότι μεγάλος αριθμός ποιητών μπορεί να μην αυτοκτόνησαν τυπικά, αλλά έζησαν τόσο αυτοκαταστροφικά ωσάν να αυτοκτονούσαν σε αργή κίνηση, ενώ απ’ όλες τις κατηγορίες των καλλιτεχνών οι ποιητές πάσχουν περισσότερο από ψυχικές διαταραχές (μάλιστα, όπως διαβάζουμε στην εισαγωγή, πρόσφατα κατηγοριοποιήθηκε στην ψυχιατρική αυτή η τάση ως το »Sylvia Plath Effect»).

Το παραπάνω ερώτημα στοιχειώνει τόσο το βίο όσο και το έργο των επτά δημιουργών που παρουσιάζονται στη συλλογή, της οποίας η οπτική αναδεικνύει την ολέθρια σχέση Μούσας και ποιητή: όταν δηλαδή η τέχνη της ποίησης καταλήγει σε ars moriendi – τέχνη του θνήσκειν. Πέρα όμως απ’ αυτό, το βιβλίο δίνει τη δυνατότητα προσέγγισης ποιητικών φωνών άγνωστων ώς τώρα στο ευρύ κοινό – προσωπικά ανακάλυψα τη λυρική ευαισθησία της Σάρα Τίσντεϊλ κι είμαι ευγνώμων στον Γιάννη Αντιόχου γι’ αυτό. Γι’ αυτό και το συνιστώ θερμά, παρά το »βαρύ ίσκιο» του, σε όσους γράφουν ή αγαπούν την ποίηση, σαν μια σαγηνευτική ερωμένη που κρύβει ένα στιλέτο κάτω απ’ το μαξιλάρι της…

Αγγέλα Γαβρίλη

Ποιητικά Τοπία (παρουσίαση της ανθολογίας για την Άννα Αχμάτοβα)


Αναδημοσίευση από τη «Βιβλιοθήκη» της Ελευθεροτυπίας, 29.5.2009

Από τον Γιώργο Χαντζή

Αννα Αχμάτοβα

Ποιήματα

απόδ. Γιάννης Αντιόχου,

Μικρή Αρκτος, σ. 192, τιμή με ΦΠΑ 17,20 ευρώ

Η καλαίσθητη, νέα έκδοση ποιημάτων της Αννας Αχμάτοβα, σε απόδοση Γιάννη Αντιόχου, ομολογημένα στηριγμένη σε αγγλικές και γερμανικές μεταφράσεις, έρχεται να αναμετρηθεί με άλλες μεταφράσεις της στα ελληνικά (Αρης Αλεξάνδρου «Ρέκβιεμ», τόμ. Διάλεξα, εκδ. Κείμενα, 1984), να ανθολογήσει τα εμβληματικότερα ποιήματά της και να επικαιροποιήσει την ποιητική καταγγελία σε «χαλεπούς» καιρούς.

Ποιήτρια με ταραγμένο προσωπικό και οικογενειακό βίο (εξορίες, εκτοπίσεις, φυλακές) και ιδιαίτερη φωνή του κύκλου των «Ακμεϊστών» ποιητών, αντιδιέστειλε την καθημερινή ομιλία και την εικόνα στον εσωτερικισμό και στις εξιδανικεύσεις των Ρώσων Συμβολιστών, οι οποίοι κυριαρχούσαν μέχρι τότε στην ποιητική σκηνή της χώρας. Η Αχμάτοβα άφησε μία από τις πιο ευαίσθητες ποιητικές παρακαταθήκες του 20ού αι.

Εντός. Από το πλούσιο έργο της επιλέγονται το εμβληματικό Ρέκβιεμ, που καθρεφτίζει τον σταλινικό τρόμο, το Ποίημα δίχως Ηρωα (εμπνευσμένο από τον Ευγένιο Ονιέγκιν του Πούσκιν) και Οι Ελεγείες του Βορρά. Το βιβλίο πλαισιώνεται από μεστή εισαγωγή, χρονολόγιο της ποιήτριας και σημειώσεις του μεταφραστή.

Η ποίηση της Αχμάτοβα θεματοποιεί με αξιοπρέπεια, αλλά κυρίως απαράμιλλη τεχνική και μουσικότητα, τις κακουχίες της μητέρας και διανοούμενης, τον ολοκληρωτισμό κάθε λογής, τη διερεύνηση της διεξόδου από τη ζωή μέσω της τέχνης: «Τίποτα δεν μου ‘ναι καθαρό / Ποιος είναι ο άνθρωπος και ποιος είναι το θεριό».

Επί του αυτού. Οπως έχει σημειώσει χαρακτηριστικά ο Μπόρις Πάστερνακ, «οι στίχοι της Αχμάτοβα μεταμορφώνουν τα γεγονότα σε βιώματα», σηματοδοτώντας την ατομική περιπέτεια ως παραδειγματική, παράπλευρη απώλεια των συλλογικών προταγμάτων. Κι αν πολλά ποιητικά κείμενα προσέγγισαν τον ίδιο στόχο, ελάχιστα -της «Βασίλισσας του Νέβα», ναι- ανήχθησαν σε έργα αναφοράς.

«ΕΙΣΠΝΟΕΣ» από τις εκδόσεις Ίκαρος


 

ΕΙΣΠΝΟΕΣ

ΕΙΣΠΝΟΕΣ

 

 

Αγαπητοί μου αναγνώστες, πολλοί αν βρίσκονταν στη θέση μου, με νέο βιβλίο εννοώ, θα ήταν χαρούμενοι ή μπορεί και μουδιασμένοι αφού είναι συνηθισμένο το αίσθημα που μουδιάζει όλο σου το είναι ένα νέο βιβλίο, ένα νέο κομμάτι της σάρκας σου.

Μαθητής ήμουν, όταν ο αγαπημένος μου φιλόλογος κ. Σκιαδάς, κρατώντας στο χέρι του, τις Δοκιμές του Σεφέρη μάθαινε στην τότε α’ λυκείου το μάθημα των Νέων Ελληνικών, μην υπολογίζοντας την ύλη του Υπουργείου Παιδείας, φυτεύοντας στα μυαλουδάκια μας τότε, αυτή την πρωτόγνωρη αγάπη που ένιωσα μέσα στις τροχοβίλες της Σχολής Αναβρύτων για την ποίηση.

Τότε, εκείνη την εποχή δηλαδή που και ταραγμένη και πολιτικοποιημένη και κομματικοποιημένη ήταν, και μιλώ για το έτος 1985, ονειρεύτηκα πως και εγώ εκφραζόμουνα με στίχους, έχοντας ταξινομήσει τις εποχές των ονείρων μου μέσα σε δελτάρια καλοτυπωμένα από τις εκδόσεις Ίκαρος, αφού ό,τι και να’ πιανα εκείνη την εποχή, Σεφέρη, Καβάφη, Ελύτη, Καρούζο ίσως και τη Δημουλά (δεν θυμάμαι καλά) όλοι οι αγαπημένοι της εφηβικής μου μοναξιάς είχαν εκδοθεί από τον «Ίκαρο».

Τώρα, 24 χρόνια μετά, αξιώθηκε αυτό το εφηβικό-νεανικό μου όνειρο να γίνει πραγματικότητα. Έτσι το τέταρτο ποιητικό βιβλίο μου εκδόθηκε από τον  ‘Ικαρο και έχει τον γενικό τίτλο: «ΕΙΣΠΝΟΕΣ».

Θα πει κανείς πως πια δεν έχω να ζητήσω τίποτα από τη ζωή μου, μα ο άνθρωπος έχει την ικανότητα να επιμηκύνει τα όνειρά του και να συνεχίζει βαδίζοντας ερωτευμένος μέσα στα πιο λαμπρά καλοκαίρια καθώς είπε και ο Ελύτης ή προσπαθώντας να τελειοποιήσει αυτό το ελάχιστο φωτάκι της καρδιάς του. Να το διαφυλάξει, να το δυναμώσει κι έτσι με φανό χιλίων κερίων να πορευθεί μέχρι εκεί που γράφεται το τέλος του. Αυτό κάνω κι εγώ και η τέλεια απόδοσή του γίνεται με την αγγλική έκφραση: «perfecting light».

Για τις «Εισπνοές» δεν έχω πολλά να πω,  μένω μόνο στην πρότασή μου γιατί πιστεύω πως αυτό είναι, το πιο μεστό και καλοριγμένο πάνω στο χαρτί,  δημιούργημά μου. Ούτε πια φοβάμαι το περιεχόμενο της συλλογής. Τη φυλλομετρώ ανακαλύπτοντας νέα νοήματα, αλήθειες που ακόμα και εγώ σαν δημιουργός είτε αγνοούσα, είτε δεν έδινα καμία σημασία. Ήμουν κοντά σ’ αυτή την ποίηση χρόνια τώρα.

Έτσι λοιπόν όσοι θέλετε να προμηθευτείτε το αντίτυπο δεν έχετε παρά να κάνετε μια βόλτα στο πιο κοντινό σας κεντρικό βιβλιοπωλείο.  Αλλιώς υπάρχει σε αφθονία στο υπέροχο εδώ και περίπου έναν αιώνα βιβλιιοπωλείο του Ικάρου στην οδό Βουλής 4, πίσω από την παλιά βουλή εκεί που είναι το άγαλμα του Κολοκοτρώνη.

Ό,τι άλλο έχω να πω για την ποιητική αυτή συλλογή  είναι τα: «Τέχνη – Τύχη – Τόλμη» από τα «Ανοιχτά Χαρτιά του Ελύτη.

Γιάννης Λειβαδάς (στον κατάλογο του City Lights)


coltrlivad1

Υπάρχουν κάποια νέα στην ελληνική ποιητική παραγωγή που δυστυχώς περνάνε στα ψιλά ή δεν περνάνε καθόλου. Εξαρτάται από το πόσο υπεράνω είναι αυτός που έχει την ευθύνη ενός φύλλου με νέα για το βιβλίο, ενός περιοδικού ή ενός ηλεκτρονικού έντυπου.

Ο ποιητής Γιάννης Λειβαδάς όχι μόνο κατάφερε να μεταφραστεί και να εκδοθεί στο εξωτερικό αλλά αυτή τη στιγμή κοσμεί έναν από τους πιο διάσημους ποιητικούς βιβλιοκαταλόγους των ΗΠΑ, αυτόν του εκδοτικού οίκου City Lights Press.

Καλά διαβάσατε, ελπίζω καλά να το φωνάξτε παντού… μπας και ακούσει κανείς εκεί παρα έξω και πει κάτι, του δώσει κάτι, γιατί πώς να το κάνουμε αν δεν αξίζει νέο σαν κι αυτό να διαδοθεί, τότε τι αξίζει.

Θα μου πείτε «ουδείς προφήτης στον τόπο του» και θα σας πω «αυτό πρέπει να αλλάξει πια».

Από τον ιστοχώρο του ηλεκτρονικού Ποιείν αντιγράφω:

Translated by Jack Hirschman & Dimitri Charalambous
(C.C. Marimbo, Berkeley, California 2008)

METAPHOR

When the Dolphy family
delivered
the wind instruments of its dead
to John Coltrane

a black god knew
what it meant

TONY FRUSCELLA

One day we’ ll meet each other
in the pipe of some trumpet
who collapses first in
expression
my brotherly Delphic bro.
Alcoholique, drogue et finalment closardise.

That on one leg
whatever we say stands

how can we say

SATURN ROLLS IN THE GRAND CANYON
(For Wadada Leo Smith & Anthony Braxton)

Much more than music creating
numbless in the enviroment
since the form that concerns him
is an all-embracing

graph which sences how he feels it
and that
not the totality
– an encounter’s fracture with a demand for diminishing
but somewhere it’ ll stop and become again as it was, having acquired
time-worn wrinkles of a

reality that bubbles up from deep
pores at only one point
in the realm of his loneliness –

since the form that concerns him is
mean and self-styled

much more than
death.

 

From the introduction of the book:

«Livadas began translating American poetry in the 90’s and recently has published a large anthology of the works of Ginsberg, Corso, Ferlinghetti, Olson, Norse and others. His own poetry, influenced as well by that of Blaise Cendrars, has resulted in some very brilliant works, and his latest collection of poems [«Apteros Nike/Business/Sphinx» by Iridanos Books, 2008] is regarded as a turning point in modern Greek poetry.
Livadas was born in 1969 in Kalamata, Greece. He has also been an editor and publisher of various works, and a columnist. He is considered an expert in postmodern American poetry and the poetry of the Far East. He’s been called the Jazz poet of Greece.
In a recent interview, Livadas has succinctly clarified his approach to poetry and jazz: «Jazz is pure art. And is not restricted to the music area. If we consider it as such then we ignore its greatest importance; the fact that above all Jazz is a way of life, an attribute of thinking and doing and, in my case as a poet, a way of writing, of getting into the heart of the poem. As for the poetic language I’m not interested in surrealism, the Beats, etc. I’m only interested in the voice of the Muse, the deep poem, the total. My poetry may derive, on the one hand, from the postmodern Americans and, on the other hand, from Cendrars, but it has its own system, its own risks… Anyway, whether I write longer poems, which I prefer doing, or shorter ones, I’m in play; I gamble.»
… This has been a trio ensemble bringing the visions of one poet to a bilingual homage with respect to the Jazz poem that was born about three years ago and has been liberating sound-sense ever since.
The book is distributed by the City Lights Bookstore in San Fransisco.

 

Συγχαρητήρια Γιάννη Λειβαδά, είμαι περήφανος που σε γνωρίζω, είμαι περήφανος που είμαι ποιητής σύγχρονος σου. Συγχαρητήρια!!!

 

 

Άννα Αχμάτοβα (Δελτίο Τύπου)


cover_11«Στα φοβερά χρόνια του τρόμου της Γιεζόφ, δεκαεπτά μήνες πέρασα στις ουρές των φυλακών του Λένινγκραντ.

Μια μέρα, κάποιος με «αναγνώρισε». Μια γυναίκα με μελανιασμένα χείλη που έστεκε πίσω μου, η οποία ποτέ δεν είχε ακούσει το όνομά μου, ξύπνησε από τον λήθαργο, τυπικός για όλους εμάς εκεί, και με ρώτησε, ψιθυρίζοντάς στο αυτί μου (καθένας μιλούσε ψιθυριστά εκεί): «Κι εσείς μπορείτε να περιγράφετε αυτό; «Κι εγώ απάντησα: «Ναι, μπορώ.»

Έπειτα κάτι που θύμιζε χαμόγελο γλίστρησε πάνω σε αυτό που κάποτε ήταν το πρόσωπό της.

1η Απριλίου 1957, Λένινγκραντ

Με τα ποιήματα της Άννας Αχμάτοβα, τη γνωστότερη ποιητική της συλλογή «Ρέκβιεμ», τη μνημειώδη ποιητική σύνθεση «Ποίημα δίχως Ήρωα» και τις «Ελεγείες του Βορρά» κάνει την εμφάνισή της στην αγορά η φιλόδοξη νέα σειρά των εκδόσεων Μικρή Άρκτος.

Η απόδοση, το γύρισμα των ποιημάτων στη γλώσσα μας έγινε από τον ποιητή Γιάννη Αντιόχου, ο οποίος βασίστηκε σε αγγλικές και γερμανικές μεταφράσεις του έργου μιας από τις μεγαλύτερες φωνές του 20ού αιώνα.

Η Άννα Αχμάτοβα, όπως σημειώνει στην εισαγωγή του ο κ. Αντιόχου, πέρα από το ποιητικό της έργο «ξεχώρισε για την πολυτάραχη και τραγική της ζωή».

Έζησε με τον εντονότερο τρόπο όλα τα κοσμοϊστορικά γεγονότα του 20ού αιώνα που σημάδεψαν τη Ρωσία αλλά και ολόκληρη την ανθρωπότητα. Έζησε τον Α΄ και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τις Κομμουνιστικές Διεθνείς, την άνοδο του Στάλιν και του Λένιν στην εξουσία, τη βαναυσότητα και την απανθρωπία του σταλινικού καθεστώτος, τις προγραφές συγγραφέων και ποιητών, τον θάνατο του συζύγου της σε στρατόπεδα συγκέντρωσης της Σιβηρίας, φίλων ποιητών, όπως ο Μάντελσταμ και πλήθος ανθρώπων του λαού.

Η Αχμάτοβα είναι η ποιήτρια της συλλογικής μνήμης. Το «Ποίημα δίχως Ήρωα» είναι ένας ύμνος στη μνήμη. Η ποίησή της αποτελεί μια προσπάθεια κατάργησης της απόστασης μεταξύ της γραφής και της πραγματικότητας. Οι στίχοι της, όπως αναφέρει ο Μπόρις Πάστερνακ, «μεταμορφώνουν τα γεγονότα σε βιώματα».

Η πρόσφατη στροφή πολλών εκδοτών προς τη ρωσική λογοτεχνία και την ποίηση, η διάθεση ανανέωσης των μεταφράσεων, μας προσφέρει τη δυνατότητα να γνωρίσουμε σε μεγαλύτερο εύρος, αλλά και να εμβαθύνουμε σε μια τεράστια λογοτεχνία, η οποία έχει μεταφραστεί τμηματικά στα ελληνικά.

Πιθανόν ότι αυτό αποτελεί ένα ακόμα βήμα για την κυκλοφορία στα ελληνικά του ποιητικού έργου μεγάλων λογοτεχνικών αναστημάτων όπως του Νικολάι Γκουμιλιόφ, της Μαρίνα Τσβετάγιεβα, του Πάστερνακ, του Οσιπ Μάντελσταμ ή του Αλεξάντερ Μπλοκ.

 

Από την Καθημερινή της Κυριακής, παρουσίαση των ποιημάτων της Αχμάτοβα:  

Η Ρωσίδα ποιήτρια της συλλογικής μνήμης 

Η «Κ» προδημοσιεύει το ποίημα «Ρέκβιεμ» της Αννας Αχμάτοβα, μιας από τις μεγαλύτερες λογοτεχνικές φωνές του 20ού αιώνα

Του Σπυρου Γιανναρα

Αννα Αχμάτοβα

Ποιήματα

μτφρ. Γιάννης Αντιόχου

εκδ. Μικρή Αρκτος

Με τα ποιήματα της Αννας Αχμάτοβα, τη γνωστότερη ποιητική της συλλογή «Ρέκβιεμ», τη μνημειώδη ποιητική σύνθεση «Ποίημα δίχως Ηρωα» και τις «Ελεγείες του Βορρά» κάνει την εμφάνισή της στην αγορά η φιλόδοξη νέα σειρά των εκδόσεων Μικρή Αρκτος. Η απόδοση, το γύρισμα των ποιημάτων στη γλώσσα μας έγινε από τον Γιάννη Αντιόχου, ο οποίος βασίστηκε σε αγγλικές και γερμανικές μεταφράσεις του έργου μιας από τις μεγαλύτερες φωνές του 20ού αιώνα.

 

Σταλινικές διώξεις

Η Αννα Αχμάτοβα, όπως σημειώνει στην εισαγωγή του ο κ. Αντιόχου, πέρα από το ποιητικό της έργο «ξεχώρισε για την πολυτάραχη και τραγική της ζωή». Εζησε με τον εντονότερο τρόπο όλα τα κοσμοϊστορικά γεγονότα του 20ού αιώνα που σημάδεψαν τη Ρωσία αλλά και ολόκληρη την ανθρωπότητα. Εζησε τον Α΄ και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τις Κομμουνιστικές Διεθνείς, την άνοδο του Στάλιν και του Λένιν στην εξουσία, τη βαναυσότητα και την απανθρωπία του σταλινικού καθεστώτος, τις προγραφές συγγραφέων και ποιητών, τον θάνατο του συζύγου της σε στρατόπεδα συγκέντρωσης της Σιβηρίας, φίλων ποιητών, όπως ο Μάντελσταμ και πλήθος ανθρώπων του λαού. Η Αχμάτοβα είναι η ποιήτρια της συλλογικής μνήμης. Το «Ποίημα δίχως Ηρωα» είναι ένας ύμνος στη μνήμη. Η ποίησή της αποτελεί μια προσπάθεια κατάργησης της απόστασης μεταξύ της γραφής και της πραγματικότητας. Οι στίχοι της, όπως αναφέρει ο Μπόρις Πάστερνακ, «μεταμορφώνουν τα γεγονότα σε βιώματα».

Η πρόσφατη στροφή πολλών εκδοτών προς τη ρωσική λογοτεχνία και την ποίηση, η διάθεση ανανέωσης των μεταφράσεων, μας προσφέρει τη δυνατότητα να γνωρίσουμε σε μεγαλύτερο εύρος, αλλά και να εμβαθύνουμε σε μια τεράστια λογοτεχνία, η οποία έχει μεταφραστεί τμηματικά στα ελληνικά. Πιθανόν ότι αυτό αποτελεί ένα ακόμα βήμα για την κυκλοφορία στα ελληνικά ολόκληρου το ποιητικού έργου μεγάλων λογοτεχνικών αναστημάτων όπως του Νικολάι Γκουμιλιόφ, της Μαρίνα Τσβετάγιεβα, του Πάστερνακ, του Οσιπ Μάντελσταμ ή του Αλεξάντερ Μπλοκ.

Αντί εισαγωγής (από το ποίημα Ρέκβιεμ)

«Στα φοβερά χρόνια του τρόμου της Γιεζόφ, δεκαεπτά μήνες πέρασα στις ουρές των φυλακών του Λένινγκραντ. Μια μέρα, κάποιος με «αναγνώρισε». Μια γυναίκα με μελανιασμένα χείλη που έστεκε πίσω μου, η οποία ποτέ δεν είχε ακούσει το όνομά μου, ξύπνησε από τον λήθαργο, τυπικός για όλους εμάς εκεί, και με ρώτησε, ψιθυρίζοντάς στο αυτί μου (καθένας μιλούσε ψιθυριστά εκεί): «Κι εσείς μπορείτε να περιγράφετε αυτό;»Κι εγώ απάντησα: «Ναι, μπορώ.»

Επειτα κάτι που θύμιζε χαμόγελο γλίστρησε πάνω σε αυτό που κάποτε ήταν το πρόσωπό της.

1η Απριλίου 1957, Λένινγκραντ

Τότε ήταν π’ αυτός που χαμογέλαγε ήταν ο πεθαμένος
Γαλήνη απολαμβάνοντας αυτός ευτυχισμένος.
Κι άχρηστη σαν παράρτημα του Λένινγκραντ η πόλη
Μες στα δικά της κάτεργα γκρίζα να ταλαντώνει.
Και όταν τρελές από πολλών ειδών βασανιστήρια, 
Προέλαυναν οι φάλαγγες των καταδικασμένων,
Το σύντομο χαίρε τους σήμανε στα φουγάρα 
Από σφυρίχτρες μηχανών μέσα σε σύθαμπο καπνών,
Και πάνω απ’ τα κεφάλια μας αστέρια του θανάτου
Και καταγής η αθώα μας σφαδάζει η Ρωσία
Με μπότες όλο αίματα ώς πάνω καλυμμένες
Κάτω από τα λάστιχα κλούβας αστυνομίας.

Εχω κλάψει μήνες δεκαεπτά 
Καλώντας σε στο σπίτι.
Στα πόδια έπεσα του δήμιου – όχι μια φορά,

Γιε μου εσύ και κόλαση μαζί.
Ολα μπερδεύτηκαν για άντα, 
Και τίποτα δεν μου ‘ναι καθαρό

Ποιος είναι ο άνθρωπος και ποιο το θεριό,
Και πόσος έμεινε ώς την εκτέλεση καιρός;
Και μόνο άνθη σκονισμένα,
Και το κουδούνισμα του θυμιατού, και βήματα
Από το κάπου προς το πουθενά οδηγούν.

Και μέσα στα μάτια με κοιτά
Με θάνατο που ‘ρχεται γοργά
Θεόρατο έν’ άστρο από ψηλά.

Χρονολόγιο

23-6-1889. Γέννηση της Αννας Αντρέγιεβνα Γκορένκο στην Μπολσόι Φοντάνκο της Ουκρανίας.

1907. Εκδίδει το πρώτο της ποίημα υπογράφοντας με το όνομα της γιαγιάς της «Αχμάτοβα».

25-4-1910. Παντρεύεται τον ποιητή Νικολάι Γκουμιλιόφ.

Φθινόπωρο του 1911. Ιδρύεται το «Σινάφι των ποιητών», μετέπειτα «Κύκλος των Ακμεϊστών» ως αντίδραση στην ποίηση των Συμβολιστών.

18-10-12. Γεννιέται ο γιος της Λεβ Νικολάγιεβιτς Γκουμιλιόφ.

Αύγουστος του 1918. Αχμάτοβα και Γκουμιλιόφ χωρίζουν.

25-8-1921. Ο Γκουμιλιόφ εκτελείται αφού καταδικάστηκε για συνωμοσία κατά του καθεστώτος.

Φθινόπωρο του 1933. Ο γιος της Λεβ Γκουμιλιόφ συλλαμβάνεται και αφήνεται ελεύθερος.

1925. Απαγορεύεται η κυκλοφορία των ποιημάτων της Αχμάτοβα.

13-5-1934. Συλλαμβάνεται ο ποιητής Οσιπ Μάντελσταμ.

10-3-1938. Ο Λεβ Γκουμιλιόφ συλλαμβάνεται ξανά, φυλακίζεται και εξορίζεται στη Σιβηρία.

27-12-1938. Θάνατος του Μαντελστάμ στη Σιβηρία.

1940. Μερική άρση της απαγόρευσης της ποίησής της.

Μάιος 1945. Ο Λεβ Γκουμιλιόφ, που οδηγήθηκε από την εξορία στο μέτωπο, επιστρέφει να ζήσει μαζί της μετά τη νίκη των Ρώσων κατά των Γερμανών.

16-5-1946. Ο γ.γ. του κόμματος στο Λένινγκραντ, Αντρέι Ζντάνοφ καταδικάζει την ποίηση της Αχμάτοβα, υποστηρίζοντας ότι «δηλητηριάζει τα μυαλά της σοβιετικής νεολαίας».

6-11-1949. Νέα σύλληψη του Λεβ Γκουμιλιόφ

Φεβρουάριος του 1956. Ο Λεβ Γκουμιλιόφ ελευθερώνεται.

5-3-1966. Πεθαίνει η Αχμάτοβα.

15-6-1992. Πεθαίνει ο Λεβ Γκουμιλιόφ.

Ιnfo

-Νέα ποιητική σειρά «τσέπης» της Μικρής Αρκτου (11×16 εκ.) με σκληρό εξώφυλλο, σελιδοδείκτη και εξωτερικό κάλυμμα. 228 σελ. η κάθε συλλογή. Τα ποιήματα της Αχμάτοβα θα κυκλοφορήσουν στις 15 Δεκεμβρίου.

Τη φωνή μου ρε…


Υπάρχουν αμέτρητα βιβλία ποίησης που γεμίζουν τα ράφια των ενημερωμένων βιβλιοπωλείων της Αθήνας και στους υπάρχοντες τίτλους καθημερινά αθροίζονται νέοι τίτλοι, νέων ποιητών. Ανάμεσα σ’ αυτά τα βιβλία, ορισμένα θα ξεχωρίσουν και θα χαράξουν την δική τους πορεία στο χρόνο, δοκιμάζοντας τη γραφή, την ποίηση και τον ποιητή.

Έχω γράψει κι άλλοτε για τον Γιάννη Στίγκα σήμερα όμως επανέρχομαι για να επιβεβαιώσω το αισθητήριό μου για την ποίησή του. Απομακρυνόμενος από μεγαλοστομίες και ρηματικές γαλιφιές απλά θα ομολογήσω πως είναι από τις μετρημένες στα δάχτυλα περιπτώσεις σύγχρονων ελλήνων ποιητών που εγώ προσωπικά ζηλεύω. Τι δηλώνει τώρα αυτή η ζήλεια: Δηλώνει πως θα ήθελα να έχω γράψει εγώ κάποια από τα ποιήματά του. Συμβαίνει λοιπόν να τον κουβαλώ μαζί μου, σπίτι-δουλειά – πανεπιστήμιο και πάλι σπίτι, όπου κι αν βρίσκομαι αρκεί να βάλω το χέρι μου στην τσάντα μου και να ανασύρω το ποιητικό του σώμα.

Η κριτική τον έχει ήδη ξεχωρίσει, πέρυσι ήταν προτεινόμενος για το βραβείο ποίησης του «Διαβάζω» και κατά κοινή ομολογία αποτελεί μια από τις πιο πολλά υποσχόμενες νέες φωνές στην ελληνική ποίηση.

Το πρώτο του βιβλίο «Η Αλητεία του Αίματος» κυκλοφόρησε το 2003 από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης, ενώ το δεύτερο βιβλίο του: «Η όραση θ’ αρχίσει ξανά» κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κέδρος το 2006. Σας προτείνω να τον αναζητήστε και να διαβάστε αυτή την ποίηση. Από το βιβλίο του «Η όραση θ’ αρχίσει ξανά» ΄διάλεξα ως αντιπροσωπευτικό δείγμα γραφής το ποίημα «Προφητεία που χαίρεται τους αφρούς της».

ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΠΟΥ ΧΑΙΡΕΤΑΙ ΤΟΥΣ ΑΦΡΟΥΣ ΤΗΣ

Τη φωνή μου ρε

                          κι ας μην έχω να φάω

 

γιατί είναι ωραία η παλινδρόμηση των σωμάτων

(από τον ενικό στον πληθυντικό τους

κι αντίστροφα)

 

ωραίο το γεφύρωμα των πνοών

(σάθρο ή στέρεο – αδιάφορο τι –

διπλά ωραίο για την αδιαφορία του)

 

ωραίο αίνιγμα τα λουλούδια

 

Αλλά θα’ ρθουν καιροί

με στυφά δευτερόλεπτα

να ερημώσουν την όραση

να την κάνουνε Σιβηρία

 

Αυτά, για όσους ταξιδεύουνε προς το θέρος

 

Οι υπόλοιποι, θα την πάθουμε αλλιώς

 

Μια μέρα

κάποιος θα βρει ένα ξέφτι στον ουρανό

θα το τραβήξει και

 

θα πέσουν όλα τα ποδήλατα των αγγέλων

                              όλα

                         το εννοώ

 

Γιάννης Στίγκας

Η όραση θ’ αρχίσει ξανά

Εκδόσεις Κέδρος 2006

μέγας κηπουρός… Η παρουσίαση


Μ�γας Κηπουρός

Πιστεύω πως ήδη έχει ξεκινήσει μια ανανεωτική κίνηση στη νέα ελληνική ποίηση. Κάποιες γυναικείες φωνές επιβεβαιώνουν τη σημασία και τη διαφορετικότητα της γυναικείας γραφής, η οποία παρατηρείται και στην ποίηση.

Ποιήτριες όπως: Η Πατρίτσια Κωλαΐτη, η Αριστέα Παπαλεξάνδρου, Η Μαριγώ Αλεξοπούλου και η Ευτυχία Παναγιώτου αρθρώνουν πολύ επιτυχημένα τον ποιητικό λόγο.

Σήμερα θα αναρτήσω την πρόσκληση για την εκδήλωση του βιβλίου της Ευτυχίας Παναγιώτου «μέγας κηπουρός» (Εκδόσεις Κοινωνία των Δεκάτων») και θα επανέλθω σε λίγες μέρες με ένα κριτικό σημείωμα για το βιβλίο της και την ποίησή της.

Θα σας περιμένει η ποιήτρια και οι συντελεστές της παρουσίασης: Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ, Τιτίκα Δημητρούλια, Γιάννης Αντιόχου.