ΟΙ ΚΟΥΦΙΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ (THE HOLLOW MEN)


T. S. ELIOT

THE HOLLOW MEN

NOVEMBER 1925

Μετάφραση: ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΝΤΙΟΧΟΥ

Οι δυο επιγραφές που χρησιμοποιεί ως motto ο Έλιοτ προέρχονται η μεν που μεταφράζεται: «Κύριο Κουρτς-πέθανε» από το κλασικό μυθιστόρημα του Τζόζεφ Κόνραντ  «Η καρδιά του σκότους», όπου ο Κουρτς είναι μυθιστορηματικός ήρωας, η δε  που μεταφράζεται ως: «μια δεκάρα για τον Γέρο-Γκάι» είναι λαϊκή αγγλική έκφραση την οποία λένε τα παιδιά στην Αγγλία την 5η Νοεμβρίου.

Ο Γέρο-Γκάι είναι ο Γκάι Φοκς (Guy Fawkes) που μαζί με άλλους συνωμότησε στο να ανατιναχθεί η Βουλή των Λόρδων ως διαμαρτυρία απέναντι στους αντικαθολικούς νόμους. O Γκάι Φοκς συνελήφθηκε στις 5 Νοεμβρίου του 1605 σε ένα υπόγειο της βουλής και μετά από βασανιστήρια ομολόγησε και κατέδωσε και τους συνεργάτες του. Η 5η Νοεμβρίου γιορτάζεται στην Αγγλία με πυροτεχνήματα και φωτιές αχυρένιων ομοιωμάτων. Η συσχέτιση «οι κούφιοι άνθρωποι», «οι παραγεμισμένοι άνθρωποι» είναι φανερή με τα ομοιώματα από άχυρο που καίγονται.

Το ποίημα έχει ακόμα αναφορές από τον «Ιούλιο Καίσαρα» του Σαίξπηρ και την «Κόλαση» του Δάντη, ιδιαίτερα στη στροφή όπου είναι συγκεντρωμένοι όλοι μαζί στην αμμούδα του ξεχειλισμένου ποταμού.

Στο ποίημα παρακολουθούμε τη διαδρομή της ψυχής μέσα: (1) Στου θανάτου το ονειρικό βασίλειο, (2) Στο βασίλειο του λυκόφωτος.και (3) Στου θανάτου την άλλη βασιλεία

Ο Έλιοτ περιγράφει πως εμείς οι ζωντανοί γινόμαστε αντιληπτοί από εκείνους που «διέσχισαν με το βλέμμα ευθύ, στου θανάτου την άλλη Βασιλεία» και γράφτηκε στις 25 Νοεμβρίου του 1925. Η έκδοση του έγινε για πρώτη φορά στο βιβλίο του Έλιοτ “Collected Poems 1920-1925”.

 

 

 

ΟΙ ΚΟΥΦΙΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

Κύριο Κουρτς – πέθανε

Μια δεκάρα για τον Γέρο-Γκάι

I

Είμαστε οι κούφιοι άνθρωποι

Είμαστε οι παραφουσκωμένοι άνθρωποι

Γέρνοντας μαζί

Με την περικεφαλαία γεμάτη με άχυρο. Αλίμονο!

Οι εξαντλημένες μας φωνές όταν

Μαζί ψιθυρίζουμε

Είναι βουβές και άσκοπες

Όπως ο αέρας στο ξερό χορτάρι

Ή τα πόδια των ποντικών πάνω σε σπασμένα γυαλιά

στο ξηρό μας κελάρι

Μορφή δίχως φόρμα, σκιά δίχως χρώμα,

Δύναμη παραλυμένη, χειρονομία δίχως κίνηση˙

Εκείνοι που διέσχισαν

Με το βλέμμα ευθύ, στου θανάτου την άλλη Βασιλεία

Μας θυμούνται —όπως ήμασταν— όχι σαν χαμένες

λυσσαλέες ψυχές, αλλά μοναχά

Σαν τους κούφιους ανθρώπους

Του παραφουσκωμένους ανθρώπους.

ΙΙ

Βλέμματα που δεν τολμώ στο όνειρο να αντικρίσω

Στου θανάτου το ονειρικό βασίλειο

Αυτά δεν εμφανίζονται:

Εκεί, τα βλέμματα είναι

Ηλιόφως σε έναν σπασμένο κίονα

Εκεί, είναι ένα δέντρο που ταλαντεύεται

Και υπάρχουν φωνές

Στου ανέμου το τραγούδι

Πιότερο μακρινές και ακόμα πιο ιερές

Απ’ ότι ένα αστέρι που σβήνει.

Ας μη βρεθώ πιο κοντά

Στου θανάτου το ονειρικό βασίλειο

Κι ακόμα ας ντυθώ

Με μια τέτοια προμελετημένη μεταμφίεση

Τη δορά του ποντικού, το πετσί του κορακιού,  σανίδια σταυρωτά  Σε ένα λιβάδι

Και όπως φυσάει ο άνεμος τα πάει

Όχι πιο κοντά—

Όχι αυτή η τελική συνάντηση

Στο βασίλειο του λυκόφωτος.

ΙΙΙ

Αυτή είναι η νεκρή χώρα

Αυτή είναι  του κάκτου η χώρα

Εδώ τα λίθινα ειδώλια

Υψώνονται, εδώ δέχονται

Την ικεσία από το χέρι ενός νεκρού ανθρώπου

Κάτω από την μαρμαρυγή ενός αστεριού που σβήνει.

Κάπως έτσι είναι

Στου θανάτου την άλλη βασιλεία

Ξυπνάς μοναχός

Εκείνη την ώρα που εμείς

τρέμουμε με τρυφερότητα

Χείλη που θα φιλούσαν

Πλάθουν προσευχές για τη σπασμένη πέτρα.

IV

Τα βλέμματα δεν είναι εδώ

Εδώ δεν υπάρχουν βλέμματα

Σ’ αυτή την κοιλάδα των άστρων που πεθαίνουν

Σ’ αυτή την κούφια κοιλάδα

Το σπασμένο αυτό σαγόνι των χαμένων βασιλείων μας

Σε αυτόν τον ύστατο τόπο συνάντησης

Μαζί ψαχουλεύουμε

Και αποφεύγουμε τα λόγια

Συγκεντρωμένοι  στην αμμούδα του ξεχειλισμένου ποταμού

Τυφλοί, εκτός κι αν

Τα μάτια επανέλθουν

Όπως το αιώνιο άστρο

Ρόδο εκατόφυλλο

Της λυκόφωτης του θανάτου βασιλείας

Η ελπίδα μόνο

Των κενών ανθρώπων.

V

Γύρω-γύρω όλοι

Φραγκόσυκο στη μέση

Γύρω-γύρω όλοι

Στις πέντε ξημερώνει

Μεταξύ της ιδέας

Και της πραγματικότητας

Μεταξύ της κίνησης

Και της πράξης

Ενσκήπτει η Σκιά

Ότι Σου εστίν η Βασιλεία

Μεταξύ της επινόησης

Και της δημιουργίας

Μεταξύ του αισθήματος

Και της ανταπόκρισης

Ενσκήπτει η Σκιά

Η ζωή είναι μακριά πολύ

Μεταξύ της επιθυμίας

Και του σπασμού

Μεταξύ της ισχύος

Και της ύπαρξης

Μεταξύ της ουσίας

Και της πτώσης

Ενσκήπτει η Σκιά

Ότι Σου εστίν η Βασιλεία

Ότι Σου εστίν

Είναι η ζωή

Ότι Σου εστίν

Έτσι τελειώνει ο κόσμος

Έτσι τελειώνει ο κόσμος

Έτσι τελειώνει ο κόσμος

Όχι με έναν κρότο αλλά με ένα κλαψούρισμα

T. S. Eliot

Μετάφραση: Γιάννης Αντιόχου

Advertisements

Η Έρημη Χώρα


The Waste Land

Τον τελευταίο μήνα ξεσκόνισα για άλλη μια φορά την ποίηση του Τ.Σ. Έλιοτ. Διάβαζα και κρατούσα σημειώσεις, απομόνωνα στίχους και καθόμουν με τις ώρες καρφωμένος στην πολυθρόνα του γραφείου μου διαλογιζόμενος. Και ενίοτε σοβαρά, ενίοτε με μια ελαφράδα και μια χάρη που θυμίζει τον ανοιξιάτικο αέρα του Απρίλη (κι ας είναι ο σκληρότερος μήνας για τον Έλιοτ), έτσι όπως φυσά νότιος άνεμος από τη θάλασσα και γεμίζει το σπίτι, ένιωθα σα να ξεπλήρωνα μια οφειλή και ταυτόχρονα σα να χρεωνόμουν μια γλυκιά κούραση που παρέλυε το σώμα μου κι ύστερα το έλυνε μέσα στο όνειρο, σώμα να λάμνει στην ανυπαρξία των αντιθέτων έχοντας κατακτήσει κάτι σαν μυστική γνώση.

Κι η αλήθεια είναι πως μεταφράζοντας σαν άσκηση την » Έρημη Χώρα» ένιωσα μια υπερβατική εσωτερική χαρά, μια ηρεμία και γαλήνη στο μυαλό, στη ψυχή και το σώμα μου.

Η μετάφραση δεν προορίζεται να εκδωθεί ή να δημοσιευθεί πουθενά, ούτε διεκδικεί δάφνες πρωτοτυπίας και παρόμοια, αφού το ίδιο ποίημα έχει πολλαπλές μεταφράσεις από πολλούς σημαντικούς έλληνες ποιητές και ποιήτριες (Γ. Σεφέρης, Α. Αλεξάνδρου, Π. Παμπούδη, κ.ά.) και ίσως η παρούσα μετάφραση να θεωρηθεί  ως μωρεία του μεταφραστή… έτσι όμως έμαθα εγώ να κάνω ένα ξενόγλωσσο ποίημα δικό μου, μεταφράζοντάς το.

Για τούτο σας παραδίδω τη μετάφρασή του, αφήνοντας ηθελημένα το ποίημα δίχως τις σημειώσεις του ποιητή, παρά μόνο με το ίδιο, το κειμενικό ή καλύτερα διακειμενικό σώμα του ποιήματος.

Χαλαρώστε και διαβάστέ το στην αρχή ψιθυριστά, εσωτερικά κι όταν αρχίσουν να ξεπροβάλλουν κάπου στη μέση της 1ης ενότητας οι κάρτες της Μεγάλης Αρκάνας του Ταρώ, τότε διαβάστε με δύναμη απαγγέλοντας Έλιοτ στον εαυτό σας, γινόμενοι κοινωνοί στην κρυφή αλήθεια που εκφράζει αυτό το αριστουργηματικό ποίημα του 20ου αιώνα.

Η ΕΡΗΜΗ ΧΩΡΑ

Nam Sibyllam quidem Cumis ego ipse oculis meis vidi in ampulla
pendere, et cum Illi pueri dicerent: Σίβυλλα, τι θέλεις;
respondebat illa: αποθανείν θέλω!

Στον Έζρα Πάουντ
Il miglior fabbro

I
Η ΤΑΦΗ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ

Ο Απρίλης, είναι ο μήνας ο σκληρότερος, βλασταίνοντας
πασχαλιές μέσα από τη νεκρή γη, ανακατεύοντας
θύμηση μ’ επιθυμία, αναδεύοντας
στομωμένες ρίζες μ’ ανοιξιάτικη βροχή.
Ο χειμώνας μας κράτησε ζεστούς, σκεπάζοντας
τη γη με το χιόνι της λήθης, ταΐζοντάς μας
μια ελάχιστη ζωή με ξερούς βολβούς.
Το καλοκαίρι μας κατέπληξε, ερχόμενο πάνω από το
Σταρνμπέγκερσι
με μια καταιγίδα˙ σταθήκαμε στις κιονοστοιχίες,
και συνεχίσαμε με τη λιακάδα, μέσα στο Χόφγκαρτεν,
κι ήπιαμε καφέ, και μιλήσαμε σχεδόν μια ώρα.
Bin gar keine Russin, stamm’ aus Litauen, echt deutsch.
Κι όταν ήμασταν παιδιά, μένοντας στου αρχιδούκα,
ο εξάδελφος μου, μ’ έβγαλε έξω μ’ ένα έλκηθρο,
και φοβήθηκα. Κι αυτός έλεγε, Μαρία,
Μαρία, κρατήσου σφιχτά. Και κατηφορήσαμε.
Εκεί στα βουνά νιώθεις ελεύθερος.
Την πιο πολύ ώρα της νύχτας διαβάζω, και το χειμώνα πηγαίνω στο νότο.

Ποιες είναι αυτές οι ρίζες που αρπάζονται, ποια τα κλαδιά που μεγαλώνουν
μέσα απ’ αυτούς τους κοπρόλιθους; Γιε του ανθρώπου,
δεν μπορείς να μιλήσεις, ή να μαντέψεις, γιατί μόνο εσύ ξέρεις
μια στοίβα από θρυμματισμένες εικόνες, που ο ήλιος τις κτυπά,
και το νεκρό δέντρο δεν κάνει για στέγαστρο, μήτε το τριζόνι ξαλάφρωμα,
και η ξερή πέτρα ήχο νερού κανέναν. Μόνο
εκεί κάτω απ’ αυτόν τον κόκκινο βράχο είναι η σκιά,
(Έλα κάτω από αυτού του κόκκινου βράχου τη σκιά),
και θα σου δείξω κάτι διαφορετικό κι από τις δυο
τη σκιά σου το πρωί που πίσω σου δρασκελίζει
ή τη σκιά σου το δειλινό που ανασηκώνεται για να σε απαντήσει˙
Θα σου δείξω φόβο σε μια χούφτα σκόνης.
Frisch weht der Wind
Der Heimat zu
Mein Irisch Kind
Wo weilest du?

«Αρχικά, πριν ένα χρόνο μου χάρισες υάκινθους ˙
«Υακίνθη με φώναξαν.»
—Έπειτα όταν επιστρέψαμε, τελευταία, από τους κήπους με τους υάκινθους,
με την αγκαλιά σου γεμάτη, και τα μαλλιά σου νοτισμένα, δεν μπορούσα
να μιλήσω, και τα μάτια μου έκλεισαν, δεν ήμουν ούτε
νεκρός ούτε ζωντανός και τίποτα δε γνώριζα,
κοιτώντας στην καρδιά του φωτός, η σιωπή.
Oed’ und leer das Meer.

Η μαντάμ Ζοζόστρις, φημισμένη διάμεσος,
είχε ένα γερό κρυολόγημα, παρόλα αυτά
είναι γνωστό πως είναι η σοφότερη γυναίκα της Ευρώπης,
μ’ ένα περίεργο πάκο τραπουλόχαρτων. Εδώ, είπε,
είναι η κάρτα σου, ο πνιγμένος Ναύτης της Φοινίκης
(Εκείνα είναι μαργαριτάρια που ήταν τα μάτια του. Κοίτα!)
Εδώ είναι η Μπελαντόνα, η Δέσποινα των Βράχων,
η κυρά των καταστάσεων.
Εδώ είναι ο άντρας με τα τρία σκήπτρα, και εδώ ο Τροχός,
και εδώ είναι ο μονόφθαλμος έμπορος, κι αυτή η κάρτα,
που είναι κενή, είναι ό,τι κουβαλά στην πλάτη του,
το οποίο δεν μου επιτρέπεται να το δω. Δεν βρίσκω
τον Κρεμασμένο. Να φοβάσαι το θάνατο από νερό.
Βλέπω μιλιούνια ανθρώπων, να βαδίζουν ολόγυρα σ’ έναν δακτύλιο.
Ευχαριστώ. Αν δεις την αγαπητή κυρία Εκουίτον,
πες της πως θα φέρω αυτοπροσώπως το ωροσκόπιο:
Πρέπει να προσέχει κανένας τέτοιες μέρες.

Πολιτεία ανύπαρχτη,
κάτω από την καστανή ομίχλη μιας χειμωνιάτικης αυγής,
ένα πλήθος έτρεξε πάνω από τη Γέφυρα του Λονδίνου, τόσοι πολλοί,
δεν είχα σκεφτεί πως ο θάνατος είχε ξεκάνει τόσους πολλούς.
Στεναγμοί, κοφτοί και άταχτοι, ξέφευγαν,
και καθένας κάρφωνε τα μάτια στα βήματά του.
Το πλήθος γέμισε ως το λόφο απάνω και κάτω στην οδό Κινγκ Ουίλιαμ,
εκεί που η Οσία Μαρία του Γούλνοθ μέτρησε τις ώρες
μ’ έναν νεκρό ήχο στο τελευταίο χτύπημα που σήμαινε εννιά.
Εκεί είδα κάποιον που γνώριζα, και τον σταμάτησα κλαίγοντας:
«Στέτσον!
Συ που ήσουν μαζί μου στα πλοία στις Μύλες!
«Εκείνο το κουφάρι που πέρσι έθαψες στον κήπο σου,
«έχει αρχίσει να φυτρώνει; Θ’ ανθίσει φέτος;
«ή μήπως η ξαφνική παγωνιά τάραξε τη σπορά του;
«Ω, κράτα το Σκυλί μακριά από δω, αυτό είναι φίλος του ανθρώπου
«ή με τα νύχια του πάλι θα το ξεθάψει!
«Εσύ! hypocrite lecteur! —mon semblable, —mon frère ! »

ΙΙ
ΜΙΑ ΠΑΡΤΙΔΑ ΣΚΑΚΙ

Ο Θώκος που κάθισε, σαν στιλβωμένος θρόνος
έλαμπε στο μάρμαρο, εκεί που ο καθρέφτης
στερεωμένος σε σφυρήλατα λάβαρα με τσαμπιά σταφυλιών
κι απ’ όπου ένα χρυσός φτερωτός έρωτας κρυφοκοίταζε
(Κι ένας έκρυβε τα μάτια του πίσω από τη φτερούγα του)
διπλασίαζε τις φλόγες από τις επτάφωτες λυχνίες
αντανακλώντας φως πάνω στο τραπέζι που σαν
το αστραποβόλημα των χρυσαφικών της ανέβαινε να τον συναντήσει,
από σατέν κασετίνες πλημμυρισμένες με άφθονη πλησμονή.
Σε φιαλίδια ιβουάρ και κρύσταλλα χρωματιστά
δίχως πώμα, ενέδρευαν τα περίεργα συνθετικά της αρώματα,
αλοιφές, πούδρες ή υγρά —σε φασαρία, σύγχυζαν,
και έπνιγαν την αίσθηση μέσα στις οσμές˙ ανακατεύθηκαν με τον αέρα που δρόσισε από το παράθυρο, αυτές ανοδικές
πλαταίνοντας τις επιμήκεις κέρινες φλόγες,
εκσφενδονίζοντας τον καπνό τους προς τα laquearia
σείοντας τα σχέδια του φατνώματος στην οροφή.
Τεράστια σανίδια από θαλασσινά σκαριά επενδυμένα με χαλκό
γυάλιζαν πράσινα και πορτοκαλί, πλαισιωμένα με μια ζωγραφισμένη πέτρα,
που στο θλιβερό φως, ένα λαξεμένο δελφίνι κολυμπούσε.
Πάνω απ’ την πεπαλαιωμένη λυχνία πυράκτωσης εμφανίστηκε
σάμπως κι ένα παράθυρο έβλεπε σε σκηνή από δάσος
η μεταμόρφωση της Φιλομήλας, από τον βάρβαρο βασιλιά
που τόσο σκαιά βασάνισε˙ κι ακόμα ήτανε εκεί το αηδόνι
που γέμιζε όλη την έρημο με το απαράβατο κελάηδημά του
κι ακόμα έκλαιγε εκείνη, κι ακόμα ο κόσμος καταδιώκει,
«Γιαγκ Γιαγκ» σ’ αυτιά βρομισμένα.
Κι άλλα του χρόνου μαραμένα θραύσματα
είχαν αποτυπωθεί στους τοίχους πάνω˙ μορφές που ατένιζαν
έτειναν προς τα έξω, γέρνοντας, καθησυχάζοντας το δωμάτιο που τις περίκλειε.
Βήματα σέρνονταν στα σκαλιά.
Κάτω από το φως της φωτιάς, κάτω από τη βούρτσα, τα μαλλιά της
άπλωναν σαν πυρρές απολήξεις.
Μέσα στα λόγια φεγγοβόλησε, έπειτα θα έπρεπε να μείνει θηριωδώς ακίνητη.

«Τα νεύρα μου είναι σε κακή κατάσταση απόψε. Ναι, σε κακή. Μείνε μαζί μου, μίλα μου. Γιατί δεν μιλάς ποτέ. Μίλα.
Τι είναι αυτό που σ’ απασχολεί; Τι σκέφτεσαι; Τι;
Ποτέ δεν ξέρω τι σκέφτεσαι. Σκέψου.»

Σκέπτομαι πως είμαστε στων ποντικών την αλέα
εκεί που οι νεκροί απώλεσαν τα οστά τους.

«Τι είναι τώρα αυτός ο θόρυβος;»
Ο άνεμος κάτω από την πόρτα.
«Τι είναι αυτός ο θόρυβος τώρα; Τι κάνει ο αέρας;»
Τίποτε και πάλι τίποτε.
«Τίποτα
δεν ξέρεις; Τίποτα δεν βλέπεις; Τίποτα δεν θυμάσαι;»

Θυμάμαι
εκείνα τα μαργαριτάρια ότι ήταν τα μάτια του.
«Είσαι ζωντανός, ή όχι; Υπάρχει τίποτα μες στο κεφάλι σου;»
Αλλά
Ω Ω Ω Ω εκείνη η Σεξπηρική Φάρσα
Είναι τόσο κομψή
Τόσο έξυπνη
«Τι θα κάνω τώρα; Τι θα κάνω τώρα;
Θα χιμήξω έξω έτσι όπως είμαι, και θα περπατήσω στο δρόμο
Με τα μαλλιά μου ριγμένα, έτσι. Τι θα κάνουμε αύριο;
Τι θα κάνουμε πάντα;»
Το ζεστό νερό στις δέκα
κι αν βρέχει, μια σκεπαστή άμαξα στις τέσσερις.
Και θα παίξουμε μια παρτίδα σκάκι,
πιέζοντας μάτια άγρυπνα και προσμένοντας ένα χτύπημα στην πόρτα.

Όταν ο άντρας της Λιλ αποστρατεύθηκε, είπα—
Δε μάσησα τα λόγια μου, της είπα η ίδια,
ΒΙΑΣΟΥ ΠΑΡΑΚΑΛΩ, ΕΙΝΑΙ Η ΩΡΑ
Τώρα ο γυρισμός του Άλμπερτ, σ’ έκανε κατιτί εξυπνότερη.
Θα θελήσει να μάθει τι έκανες με εκείνα τα χρήματα που σου έδωσε
για να βάλεις μερικά από τα δόντια σου. Το έκανε, ήμουν μπροστά.
Πρέπει όλα να τα βγάλεις, Λιλ, και να βάλεις μια ωραία μασέλα,
είπε αυτός, ορκίζομαι, δεν αντέχω να σε κοιτάζω.
Και δεν μπορώ άλλο πια εγώ, είπα και σκέφτηκα τον καημένο τον Άλμπερτ,
ήταν στο στρατό για τέσσερα χρόνια, θέλει ευχάριστες στιγμές,
κι αν δεν του τις δώσεις, υπάρχουν άλλες που θα θέλουν, είπα.
Α! έτσι , είπε εκείνη, Ναι κάπως έτσι, είπα.
Τότε θα μάθω ποιον να ευχαριστήσω, είπε αυτή και μου έριξε μια ίσια ματιά.
ΒΙΑΣΟΥ ΠΑΡΑΚΑΛΩ, ΕΙΝΑΙ Η ΩΡΑ.
Αν δεν σ’ αρέσει αυτό μπορείς να συνεχίσεις, είπα.
Άλλες μπορούν να πάρουν και να διαλέξουν αν εσύ δεν μπορείς.
Αν όμως ο Άλμπερτ διακόψει, δεν θα είναι από έλλειψη συζήτησης.
Θα έπρεπε να ντρέπεσαι, είπα, που φαίνεσαι τόσο μεγάλη.
(Και αυτή, μονάχα τριάντα ένα.)
Δεν μπορώ να το σπρώξω το θέμα, είπε, κατεβάζοντας τη μούρη,
είναι αυτά τα χάπια που πήρα, για να το ρίξω, είπε αυτή.
(Είχε ήδη πέντε, και κόντεψε να πεθάνει στο μικρό Τζωρτζ.)
Ο φαρμακοποιός είπε πως θα γινόμουν καλά, όμως ποτέ δεν ξανάγινα η ίδια που ήμουν.
Είσαι τρελή εντελώς, είπα.
Λοιπόν, αν ο Άλμπερτ δεν σε εγκαταλείψει, αυτό είναι, είπα,
πώς και παντρεύτηκες αν δεν θέλεις παιδιά;
ΒΙΑΣΟΥ ΠΑΡΑΚΑΛΩ, ΕΙΝΑΙ Η ΩΡΑ.
Λοιπόν, εκείνη την Κυριακή ο Άλμπερτ ήταν σπίτι, είχαν πικάντικο χοιρινό,
και εκείνοι με προσκάλεσαν σε δείπνο, για να το δοκιμάσω ζεστό—
ΒΙΑΣΟΥ ΠΑΡΑΚΑΛΩ, ΕΙΝΑΙ Η ΩΡΑ.
ΒΙΑΣΟΥ ΠΑΡΑΚΑΛΩ, ΕΙΝΑΙ Η ΩΡΑ.
Καληνύχτα Μπιλ. Καληνύχτα Λου. Καληνύχτα Μέι. Καληνύχτα.
Τα τα. Καληνύχτα. Καληνύχτα.
Καλή νύχτα, κυρίες, καλή νύχτα, γλυκές κυρίες, καλή νύχτα,
καλή νύχτα.

ΙΙΙ
ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ

Το αντίσκηνο του ποταμού είναι κατεστραμμένο˙ τα τελευταία δάχτυλα των φύλλων
αρπάζονται και βουλιάζουν μέσα στην υγρή κοίτη. Ο άνεμος
διασχίζει την καστανή γη δίχως ν’ ακούγεται. Οι νύμφες έφυγαν.
Γλυκέ Τάμεση, κύλα απαλά, ωσότου τελειώσω το τραγούδι μου.
Ο ποταμός δεν μεταφέρει αδειανά μπουκάλια, χαρτοσακούλες από σάντουιτς,
μεταξωτά μαντίλια, κουτιά από χαρτόνι, αποτσίγαρα
ή κάποια άλλα πειστήρια από τις νύχτες του καλοκαιριού. Οι νύμφες έφυγαν.
Και οι σύντροφοί τους, οι ρέμπελοι κληρονόμοι
στελέχη διευθυντικά του Σίτυ˙
έφυγαν, δεν αφήσαν καμιά διεύθυνση.
Δίπλα στα νερά του Λεμάν κάθισα χάμω κι έκλαψα…
Γλυκέ Τάμεση, κύλα απαλά ωσότου τελειώσω το τραγούδι μου,
Γλυκέ Τάμεση, κύλα απαλά, γιατί εγώ δε φωνάζω ούτε μακρηγορώ.
Αλλά στην πλάτη μου μέσα σε μια ψυχρή ριπή ακούω
το κροτάλισμα των οστών, και γελάκια απλώνονται απ’ αυτί σ’ αυτί.

Ένας ποντικός γλίστρησε αθόρυβα μέσα από τα χορτάρια
σούρνοντας τη γλοιώδη κοιλιά του στην όχθη
την ώρα που ψάρευα στο θολό κανάλι
σε μια χειμωνιάτικη βόλτα πίσω απ’ το γκαζάδικο
συλλογιζόμενος σχετικά με του βασιλιά αδελφού μου το ναυάγιο
και στου πατέρα μου του βασιλιά το θάνατο, πριν από αυτόν.
Λευκά κορμιά γυμνά στο χθαμαλό νοτισμένο έδαφος
κι οστά πεταμένα στη μικρή χαμηλή αδειανή σοφίτα,
κροτάλιζαν μόνο από τα πόδια του ποντικού, από χρονιά σε χρονιά.
Αλλά πίσω μου κάπου κάπου ακούω
τον ήχο από τα κλάξον και τις μηχανές, που θα φέρει
ο Σουίνι στην κυρία Πόρτερ την άνοιξη.
Ω το φεγγάρι άστραφτε τόσο λαμπερό πάνω στην κυρία Πόρτερ
και στην κόρη της
Πλένουν τα πόδια τους μέσα σε soda-water.
Et, O ces voix d’enfants, chantant dans la coupole!

Τουίτ τουίτ τουίτ
Γιαγκ γιαγκ γιαγκ γιαγκ γιαγκ γιαγκ
Τόσο βίαια εξαναγκασμένη.
Τερέ

Πολιτεία ανύπαρχτη,
κάτω από την καστανή ομίχλη μιας χειμωνιάτικης αυγής
ο κύριος Ευγενίδης, ο Σμυρνιός έμπορος
αξύριστος, με μια τσέπη γεμάτη σταφίδες
Κόστος, ασφάλεια, φορτίο προς Λονδίνο: πληρωτέα στην παράδοση,
μου ζήτησε σε δημώδη γαλλική
γεύμα στο ξενοδοχείο της οδού Κάνον
που θα το ακολουθούσε ένα Σαββατοκύριακο στο Μετροπόλ.

Στην ώρα την μενεξεδένια, όταν τα μάτια και η μέση
αναποδογυρίζουν από το γραφείο, όταν η ανθρώπινη μηχανή περιμένει
όπως ένα ταξί περιμένοντας δονείται στο ρελαντί,
εγώ ο Τειρεσίας, μολονότι τυφλός, δονούμαι ανάμεσα σε δυο ζωές,
γέρος με ρυτιδιασμένα στήθη γυναίκας, μπορώ να δω
στην ώρα την μενεξεδένια, την ώρα του δειλινού που πασχίζει
την επιστροφή στο σπίτι, και φέρνει το ναύτη σπίτι από τη ξενιτιά,
τη δακτυλογράφο σπίτι την ώρα του τσαγιού, αυτή εξαφανίζοντας το πρωινό της γεύμα, ανάβοντας
τη σόμπα της, και μοιράζοντας το φαγητό σε κονσερβοκούτια.
Έξω από το παράθυρο απλώνει επικίνδυνα
τα εσώρουχά της να στεγνώνουν από του ήλιου τις τελευταίες αχτίδες,
στον καναπέ απάνω είναι στοιβαγμένα (το βράδυ το κρεβάτι της)
κάλτσες, παντόφλες, κασκορσέ και κορσέ.
Εγώ ο Τειρεσίας, γέρος με ρυτιδιασμένα στήθη
παρατήρησα τη σκηνή, και μάντεψα τα υπόλοιπα—
Εγώ επίσης περίμενα τον αναμενόμενο επισκέπτη.
Εκείνος, ο σπυριάρης νεαρός, καταφθάνει,
υπάλληλος μιας μικρής αντιπροσωπείας, με έντονο βλέμμα,
ένας από τους κατώτερους υπαλλήλους που του πάει η εμπιστοσύνη
όπως ένα κλακ σ’ ένα εκατομμυριούχο του Μπράντφορντ.
Είναι η κατάλληλη στιγμή τώρα, καθώς αυτός υποθέτει,
το γεύμα έχει τελειώσει, αυτή βαριέται και κουράστηκε,
πασχίζει να την μπλέξει με χάδια
που αυτή δεν τα απορρίπτει, αν και δεν τα επιθυμεί.
Ξαναμμένος και αποφασισμένος, της ορμάει μεμιάς˙
τα χέρια του ερευνητικά δεν βρίσκουν άμυνα καμιά˙
Η αλαζονεία του δεν χρειάζεται απάντηση καμιά
και την απάθεια τη θεωρεί ως σημείο αποδοχής.
(Κι εγώ ο Τειρεσίας είχα για όλα από πριν υποφέρει
που έγιναν στον ίδιο καναπέ ή κρεβάτι˙
Εγώ που είχα σταθεί στις Θήβες κάτω από το τείχος
και προχώρησα ανάμεσα στους ταπεινότερους από τους νεκρούς.)
Αυτός, δίνοντας ένα τελευταίο πατρικό φιλί,
απομακρύνεται ψηλαφώντας, βρίσκοντας την σκάλα σκοτεινή…

Αυτή γυρίζει και κοιτάζει για μια στιγμή στον καθρέφτη,
μόλις και μετά βίας αντιλαμβανόμενη τον εραστή της που έφυγε˙
Ο νους της τής επιτρέπει μια ανολοκλήρωτη σκέψη να περάσει:
«Λοιπόν τώρα ετούτο είναι γεγονός: κι είμαι ευτυχής που τέλειωσε.»
Η αξιαγάπητη γυναίκα υποπέφτει λοιπόν σε απερισκεψίες και
βηματίζει ένα γύρω στην κάμαρά της πάλι, μοναχή,
ισιώνει τα μαλλιά της με κινήσεις μηχανικές,
και βάζει έναν δίσκο στο γραμμόφωνο.

«Αυτή η μουσική σύρθηκε ως εμένα απάνω στα νερά»

Και κατά μήκος του Στραντ ως την οδό Κουίν Βικτορία.
Ω Πολιτεία πολιτεία, μερικές φορές μπορώ να ακούσω
πίσω από ένα λαϊκό μπαρ στην Λόουερ Τέιμς Στρητ,
το ευχάριστο κλαψούρισμα ενός μαντολίνου
και τα κουτσομπολιά και τα ψιθυρίσματα από μέσα εκεί
όπου ψαράδες τεμπελιάζουν το μεσημέρι: που οι τοίχοι
του Οσιομάρτυρα Μάγκνους κρατούν
ανεξήγητη λαμπρότητα Ιωνικού λευκού και χρυσαφί.

Ιδρώνει το ποτάμι
Πετρέλαιο και κατράμι
Οι μαούνες παρασύρονται
στην παλίρροια που γυρίζει
Κόκκινα πανιά
πλατιά
προς το υπήνεμο, στρέφονται τον βαρύ ιστό
Των φορτηγίδων τα νερά
σέρνουν αράδες μαδεριών
Στου Γκρήνουιτς την απλωσιά
Πέρα από τη Νήσο των Κυνών

Βεϊαλαλα λεϊά
Βαλαλαλα λείαλαλά

Η Ελίζαμπεθ και ο Λέστερ
τραβούσαν κουπί
Η πρώρα ήταν φτιαγμένη
Ένα όστρακο επίχρυσο
κόκκινο και χρυσό
Φουσκωμένο κύμα αφρισμένο
κυμάτιζε και στις δύο όχθες
Νοτιοδυτικός άνεμος
μετέφερε στο ρεύμα προς τα κάτω
Κωδωνοκρουσίες
Λευκοί πύργοι

Βεϊαλαλα λεϊά
Βαλαλαλα λείαλαλά

«Τραμ και δέντρα σκονισμένα.
Το Χάιμπουρι με γέννησε. Το Ρίτσμοντ και το Κιου
με ξέκαναν. Κοντά στο Ρίτσμοντ σήκωσα τα πόδια μου
ανάσκελα στον πάτο ενός στενού κανό.»

«Τα πόδια μου είναι στο Μούργκεϊτ, και η καρδιά μου
κάτω από τα πόδια μου. Ύστερα από το γεγονός
αυτός έκλαψε. Υποσχέθηκε «μια καινούργια αρχή».
Δεν το σχολίασα. Γιατί θα έπρεπε να του το κρατήσω;»

«Στις αμμούδες του Μάργκεϊτ.
Μπορώ να συνδέσω
τίποτα με τίποτα.
Τα σπασμένα νύχια βρόμικων χεριών.
Λαέ μου ταπεινέ λαέ που προσδοκάς
τίποτα.»

λα λα

Τότε έφθασα στην Καρχηδόνα

Φλεγόμενος φλεγόμενος φλεγόμενος φλεγόμενος
Ω Συ Κύριε ο απεσπάσας με
Ω Συ κύριε ο απεσπάσας με

φλεγόμενο

IV
ΘΑΝΑΤΟΣ ΑΠΟ ΝΕΡΟ

Ο Φλήβας από τη Φοινίκη, εδώ και δεκαπέντε μέρες νεκρός,
ξέχασε την κραυγή των γλάρων, και της βαθιάς θάλασσας το μπότζι
και το όφελος και τη χασούρα.
Ένα υποθαλάσσιο ρεύμα
καθάρισε ξύνοντας με ψιθύρους τα κόκαλά του. Ανεβοκατεβαίνοντας
πέρασε τα στάδια της ενηλικίωσης και της νιότης
εισερχόμενος στη δίνη.

Εθνικέ ή Εβραίε
Ω συ που γυρνάς την τιμονιέρα και έχεις το νου σου στο ορτσάρισμα,
σκέψου το Φλήβα, που κάποτε ήταν όμορφος και ψηλός σαν και σένα.

V
ΤΙ ΕΙΠΕ Ο ΚΕΡΑΥΝΟΣ

Μετά το φως του δαυλού κόκκινο σε κάθιδρα πρόσωπα
Μετά την παγερή σιωπή στους κήπους
Μετά την αγωνία σε μέρη βραχώδη
Τις κραυγές και τους αλαλαγμούς
Φυλακή και παλάτι και η αντήχηση
ανοιξιάτικου κεραυνού πάνω από τα μακρινά βουνά
Αυτός που κάποτε ζούσε τώρα είναι νεκρός
Εμείς που κάποτε ζούσαμε τώρα ξεψυχούμε
με λίγη υπομονή.

Εδώ δεν υπάρχει νερό αλλά μόνο βράχος
Βράχος και καθόλου νερό και ο αμμώδης δρόμος
Ο δρόμος με τις στροφές πάνω και μέσα στα βουνά
που είναι βουνά βραχώδη δίχως νερό
Αν υπήρχε νερό θα σταματούσαμε να πιούμε
ανάμεσα στο βράχο αυτό κανείς δεν μπορεί να σταματήσει ή να σκεφτεί
Ο ιδρώτας είναι στεγνός και τα πόδια μέσα στην άμμο
Αν υπήρχε όμως νερό ανάμεσα στα βράχια
Στόμα του νεκρού βουνού με δόντια χαλασμένα που δεν μπορεί να φτύσει
Εδώ κάποιος ούτε να σταθεί, ούτε να ξαπλώσει, ούτε να καθίσει μπορεί
Ούτε καν σιωπή υπάρχει στα βουνά
αλλά ο ξερός στείρος κεραυνός δίχως βροχή
Ούτε καν μοναξιά υπάρχει στα βουνά
αλλά αναψοκοκκινισμένα βλοσυρά πρόσωπα σαρκάζουν και βρυχώνται
από τις πόρτες των πλινθόκτιστων ραγισμένων σπιτιών
Αν υπήρχε νερό εδώ
και όχι βράχος
Αν εδώ υπήρχε βράχος
και νερό παράλληλα
και νερό
Μια πηγή
Μια κολυμπήθρα μέσα στο βράχο
Αν εδώ υπήρχε μόνο ο ήχος του νερού
όχι του τζίτζικα
και το τραγούδι απ’ το ξερό χορτάρι
αλλά ήχος νερού πάνω σ’ έναν βράχο
όπου η ερημίτης-κίχλη κελαηδά στα πεύκα
Ντριπ ντροπ ντριπ ντροπ ντροπ ντροπ ντροπ
αλλά εδώ δεν υπάρχει νερό

Ποιος είναι ο τρίτος που βαδίζει πάντα στο πλάι σου;
Όταν μετρώ, είμαστε μόνο εσύ και εγώ μαζί
αλλά όταν κοιτώ ίσια μπροστά το λευκό δρόμο
υπάρχει πάντα ένας άλλος που βαδίζει στο πλάι σου
γλιστρώντας τυλιγμένος με μια καφετιά μαντίλα, κουκουλωμένος
δεν ξέρω αν είναι άντρας ή γυναίκα
—Αλλά ποιος είναι αυτός στο άλλο σου πλευρό;

Τι είναι αυτός ο ήχος ψηλά στον αέρα
μουρμουρητό θρήνου μητρικού
ποιες είναι εκείνες οι κουκουλωμένες ορδές που συγκεντρώνονται
πάνω στις απέραντες πεδιάδες, σκοντάφτοντας στην ανοιγμένη γη
περιτριγυρισμένες μόνο απ’ αυτόν τον χαμηλό ορίζοντα
Ποια είναι η πολιτεία πέρα από τα βουνά
που ραγίζει κι αναδιαμορφώνεται κι εκρήγνυται στο μενεξεδένιο αέρα
Πύργοι που πέφτουν
Ιερουσαλήμ Αθήνα Αλεξάνδρεια
Βιέννη Λονδίνο
Ανύπαρχτα

Μια γυναίκα τράβηξε τα μακριά της μαύρα μαλιά τεντώνοντάς τα
και έπαιξε με τα δάχτυλα της πάνω σ’ αυτές τις χορδές μουσική που μόλις κι ακουγότανε
και νυχτερίδες με μωρουδίστικα πρόσωπα μες στο μενεξεδένιο φως
σφύριξαν, και χτύπησαν τα φτερά τους
και σύρθηκαν με το κεφάλι προς τα κάτω σ’ έναν μαυρισμένο τοίχο
και στον αέρα αναποδογυρισμένοι ήταν οι πύργοι
πένθιμα σημαίνοντας καμπάνες της θύμησης, που μετρούσαν τις ώρες
και φωνές τραγουδιστές έβγαιναν μέσα από στέρνες αδειανές και ξερά πηγάδια.

Σ’ αυτή την σάπια τρύπια μεταξύ των βουνών
στο ελάχιστο φως της σελήνης, το γρασίδι τραγουδά
πάνω από τα αναποδογυρισμένα μνήματα, γύρω από το παρεκκλήσι
Εκεί είναι το άδειο παρεκκλήσι, του ανέμου σπίτι.
Δεν έχει παράθυρα, και οι πόρτες ταλαντεύονται,
Τα ξερά οστά κανέναν δεν μπορούν να βλάψουν.
Μόνο ένας πετεινός κάθισε στο δέντρο της σκεπής
Κο κο ρίκο κο κο ρίκο
Σε μια λάμψη αστραπής. Ύστερα ένας νοτισμένος αέρας
φέρνοντας βροχή

Ο Γάγγης βυθίστηκε, και τα μαλακά φύλλα
περίμεναν τη βροχή, ενόσω τα μαύρα σύννεφα
μαζεύτηκαν πολύ μακριά, πάνω από το Χιμαβάντ.
Η ζούγκλα συσπειρώθηκε, ζαλώθηκε μες στη σιωπή.
Έπειτα μίλησε ο κεραυνός
ΝΤΑ
Ντάττα: τι έχουμε δώσει;
Φίλε μου, το αίμα ταράζει την καρδιά μου
Το τρομερό τόλμημα μιας στιγμής παράδοσης
που μια εποχή σύνεσης ποτέ δεν μπορεί να αναιρέσει
σ’ αυτή, και μόνο σε αυτή, εμείς έχουμε υπάρξει
που δεν θα βρεθεί στ’ αγγελτήρια θανάτου μας
ή μέσα σε αναμνήσεις τυλιγμένες από την ευεργετική μας αράχνη
ή κάτω από τις σπασμένες σφραγίδες του ισχνού μας αστικολόγου
μέσα στις αδειανές μας κάμαρες.
Ντα
Νταγιάτβαμ: Έχω ακούσει το κλειδί
να γυρίζει στην πόρτα μια φορά και μόνο μια φορά να γυρίζει
Σκεφτόμαστε για το κλειδί, καθένας μέσα στη φυλακή του
σκεπτόμενος το κλειδί, καθένα επικυρώνει μια φυλακή
Μοναχά το σούρουπο, αιθερικές φήμες
ζωντανεύουν ξανά για μια στιγμή ένα σπασμένο Κοριολάνο
ΝΤΑ
Νταμιάτα: Το πλοίο αντιφώνησε
με χάρη, στο έμπειρο χέρι στο πανί και στο κουπί
Η θάλασσα ήταν γαλήνια, η καρδιά σου έπρεπε να είχε ανταποκριθεί
με χάρη, όταν κλήθηκε, χτυπώντας υπάκουα
στα σίγουρα χέρια

Κάθισα στην ακτή
ψαρεύοντας, με την άνυδρη πεδιάδα πίσω μου
Θα βάλω εντέλει τις στεριές μου σε μια σειρά;
Η Γέφυρα του Λονδίνου γκρεμίζεται γκρεμίζεται γκρεμίζεται γκρεμίζεται
Poi s’ ascose nle foco che gli affina
Quando fiam uti chelidon — Ω χελιδόνι χελιδόνι
Le Prince d’ Aquitaine a la tour abolie
Με αυτά τα σπαράγματα αντιστύλωσα τα ερείπια μου
γιατί έπειτα θα σας συνταιριάξω. Ο Ιερώνυμος ξανά τρελός.
Ντάττα, Νταγιάτβαμ. Ντάμυατα.
Σάντι σάντι σάντι

Μετάφραση: Γιάννης Αντιόχου

Αξιοπιστία


Τεντ Χιουζ (Ted Hughes)

Βλέποντας σήμερα το βράδυ την εικόνα που διάλεξα και έβαλα στην παράθεση του Καρυωτάκη, σκέφτηκα πως έκανα κατά κάποιο τρόπο φρικιαστικό το χώρο και μου ήρθε στο μυαλό ο Γιώργος Καραβασίλης, ο ποιητής που είδα τρία περίπου χρόνια νεκρό στο Β Νεκροταφείο Αθηνών, ύστερα από την μάχη που έδωσε με τον καρκίνο (σας υπόσχομαι να γράψω στο μέλλον ένα εκτενές άρθρο για εκείνον και το έργο του) και εικόνα την εικόνα, αυτό το μυαλό, που καλά το λένε πολλοί «τρελό πίθηκο», έφθασε να μου θυμίσει πως εκείνη την ημέρα της κηδείας, αφήνοντας το αυτοκίνητο μου έξω, κλειδώνοντας και τοποθετώντας την τσάντα με τον υπολογιστή μου στο πορτ-μπαγκάζ , μετά το έθιμο του καφέ της παρηγοριάς και τα λόγια της συγχώρεσης στην οικογένεια του θανόντος, είχε παραβιαστεί το αυτοκίνητό μου, είχε κλαπεί ο υπολογιστής μου, όπως επίσης και το πορτοφόλι με τις πιστωτικές μου κάρτες. Και για να μην μακρυγορώ, επειδή δεν είμαι αριθμομνήμων είχα γράψει τους κωδικούς των πιστωτικών καρτών σε ένα χαρτάκι μέσα στο πορτοφόλι διευκολύνοντας έτσι τους κλέφτες να εισπράξουν πάνω από είκοσι χιλιάδες ευρώ. Και ενώ συνέβαινε΄αυτό, δηλαδή οι κλέφτες τραβούσαν χρήματα, εγώ σκεφτόμουν πως τι κρίμα, γιατί μέσα στην τσάντα μου είχα το βιβλίο «Birthday Letters» του Ted Hughes το οποίο και είχα αρχίσει να μεταφράζω.

Την συγκεκριμένη μέρα είχα μεταφράσει το ποίημα «Αξιοπιστία», ενώ είχα αισθανθεί μια πρωτόγνωρη αίσθηση και είχα νιώσει πια πλήρως την εκλεκτική συγγένεια στη γραφή του Hughes και σε ότι έγραφα εγώ εκείνη την περίοδο.

Τελικά αφού απασχολήθηκα για περισσότερο από μισή ώρα σχετικά με το ότι είχα χάσει όλα τα περιεχόμενα του σκληρού μου δίσκου και ιδιαίτερα την μεταφραστική μου απόπειρα στο έργο του Χιουζ, έχασα επιπλέον πολύτιμο χρόνο και χρήματα, αφού ακύρωσα αργά πια και μάλιστα στο αστυνομικό τμήμα τις πιστωτικές μου κάρτες (τις οποίες ακόμα ξεχρεώνω), όμως ξαναπήρα την ίδια νύχτα μέσω του διαδικτύου (από την Amazon) τα «ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΓΕΝΕΘΛΙΩΝ», και σήμερα είμαι περήφανος που κατάφερα να μεταφράσω  έναν τόσο μεγάλο ποιητή, ίσως τον σημαντικοτέρο άγγλο ποιητή, μετά τον Έλιοτ.

Αξιοπιστία λοιπόν από τον Τεντ Χιουζ, από τα 88 «Γράμματα Γενεθλίων», εκδόσεις ΜΕΛΑΝΙ

ΑΞΙΟΠΙΣΤΙΑ

Κάπου έπρεπε να μείνω. Τριγυρνούσα
Απλά, δελεάζοντας σε,
Επιπλέοντας στην παλίρροια του πρωινού και μισομεθυσμένος
Από το εικοστό πέμπτο έτος μου. Εκ των έσω, ανακαινισμένο
Σύμφωνα με τη μόδα, το Alexandra’s House
Έγινε ίδρυμα σίτισης απόρων. Εκείνες ήταν οι μέρες
Πριν την avant-garde των καφέ-μπαρ.
Το καφενείο του Βρετανικού Εστιατορίου,
Του πολέμου απομεινάρι,
Ήταν ακόμα το μέρος να ισορροπήσεις το ξενύχτι τρώγοντας πρωινό.
Αλλά το Alexandra’s House ήταν το μέρος που θα σ’ έβλεπα.
Τα κορίτσια που το δούλευαν έμεναν από πάνω
Με μια ακολουθία χαμένων, τεμπέληδων
Αποκαμωμένων από τα ξενύχτια. Με κάποιο τρόπο
Απέκτησα ένα στρώμα εκεί, σ’ ένα δωμάτιο ψηλά,
Έχοντας θέα το Petty Cury. Ένα στρώμα
Γυμνό, σε γυμνά σανίδια, σ’ ένα γυμνό δωμάτιο.
Όλα όσα είχα, το σημειωματάριο μου κι αυτό το στρώμα.
Κάτω απ’ το φεγγίτη, σκαιά βλαστάρια καρυδιάς,
Κατά τον Ιούνη, η δουλειά μου χαλάρωσε. Απασχολήθηκα
Μόνο με σένα, σκορπίζοντας όλες τις οικονομίες που είχα.
Αποδεσμευμένος απ’ το Πανεπιστήμιο αιωρήθηκα
Στις ελευθερίες του. Κάθε βράδυ
Κοιμήθηκα σ’ αυτό το στρώμα, σκεπασμένος με μια κουβέρτα,
Μ’ ένα αξιαγάπητο κορίτσι, μόλις ελευθερωμένο
Από τον σύζυγο της από την πρώτη γραμμή
Εργασίας στο ίδρυμα σίτισης των απόρων. Τι
Ιπποτισμός με κατέλαβε τότε; Το σκέφτομαι
Σαν κάποιο χρονικό διάστημα που δεν μπορεί να παρέλθει,
Και που ποτέ ωστόσο δεν ήταν του χαρακτήρα μου τέτοια παράδοση.
Αυτή και εγώ κοιμηθήκαμε αγκαλιασμένοι,
Γυμνοί και απλοί σαν εραστές, κάθε νύχτα για έναν μήνα,
Ούτε μια φορά δεν κάναμε έρωτα. Ένας ιερός νόμος
Είχε προκύψει αφ’ εαυτού, με κάποιο τρόπο, για μένα.
Αλλά κι αυτή επίσης τον ακολουθούσε, σαν ιέρεια,
Με ευαισθησία, ευγένεια και παντελή γύμνια επιπρόσθετα.
Αποκρυπτογράφησε τα φρέσκα σημάδια που είχες χαράξει
Κατά μήκος της πλάτης μου, δείχνοντας να συμμετέχει
Στο πάθος μου, στην επικέντρωση μου,
Ώστε να κρατήσει την πρότερη μου απασχόληση ανέγγιχτη.
Ούτε μια φορά δεν με προκάλεσε, ποτέ δεν μ’ έβαλε σε πειρασμό.
Και ποτέ δεν άπλωσα ούτε το δαχτυλάκι μου εκτός
Της αδελφικής αγκαλιάς. Ήταν σα να ‘μουν αδελφή της.
Ποτέ δεν φάνηκε αφύσικο. Προσηλωμένος,
Τόσο κλειδωμένος πάνω σου, και συ τόσο λαμπερή,
Που όλα όσα δεν ήσουν εσύ έμοιαζαν με τυφλό σημείο.
Ακόμα προσπαθώ να το αποκρυπτογραφήσω όλο αυτό- αμφίβολος, τώρα,
Αν πρέπει να ζηλέψω τον εαυτό μου, ή να τον λυπηθώ. Η φίλη της,
Που είχε ένα μεγαλύτερο δωμάτιο, ήταν πιο άγρια.
Μετακομίσαμε μαζί της. Αυτή η σοφίτα
Έγινε υπνοδωμάτιο και αρχηγείο
Εναλλακτικό του St. Botolph. Παχουλή και νόστιμη,
Μ’ ένα ξεδιάντροπο γέλιο π’ άφηνε τ’ αραιά της δόντια να φαίνονται, η φίλη της
Έκανε ότι ήταν δυνατόν για να με πάρει μέσα της.
Και ποτέ δεν θα μάθεις τι είδους μάχη
Αναγκάστηκα να δώσω ώστε να κρατήσω το νόημα των λόγων μου
Ακλόνητο με τον κόσμο που είχαμε σχεδιάσει.
Φοβόμουν, εάν έχανα εκείνη τη μάχη
Ίσως κάτι μας εγκατέλειπε. Αίροντας
Καθένα από εκείνα τα γυμνά κορίτσια, καθώς μου χαμογέλασαν
Στα άγουρα είκοσι χρόνια τους, τ’ ακούμπησα
Στο κατώφλι του απίθανου μέλλοντος μας
Σαν αυτούς που ζητούν προστασία για τη θεμελίωση ενός νέου σπιτιού
Και συνηθίζουν να θάβουν, στα θεμέλια,
Ένα αναμάρτητο παιδί.

Μετάφραση: Γιάννης Αντιόχου

ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΓΕΝΕΘΛΙΩΝ

ΤΕΝΤ ΧΙΟΥΖ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΕΛΑΝΙ

WILLIAM BLAKE: «Οι Γάμοι του Ουρανού και της Κόλασης»


Οι Γάμοι του Ουρανού και της Κόλασης

 

William Blake: «Οι Γάμοι του Ουρανού και της Κόλασης»

Μετάφραση-Εισαγωγή-Σημειώσεις: Χάρης Βλαβιανός

7η Έκδοση,

Εκδόσεις Νεφέλη

Καταλήγει ιδιαίτερα ενδιαφέρον για ένα παραδεδεγμένα τόσο δύσκολο και απροσπέλαστο ποιητικό έργο, όπως είναι το ποιητικό έργο του Μπλέηκ, η ποιητική σύνθεσή του «Οι Γάμοι του Ουρανού και της Κόλασης» να φθάνει στην έβδομη έκδοση μέσα σε δέκα έτη παρουσίας του, σε μετάφραση του ποιητή Χάρη Βλαβιανού, στην ελληνική λογοτεχνική αγορά. Και κάτι τέτοιο καταλήγει εντυπωσιακό δεδομένης της ανάσχεσης που παρουσιάζει η αγοραστική κίνηση της ποίησης στη χώρα μας, πόσο μάλλον για ένα ποιητικό έργο που αναφέρεται σε διαφορετική παράδοση.
Ο Μπλέηκ ένας από τους μείζονες ποιητές της Αγγλίας, αφού κρίθηκε μέσα από το κατατεθειμένο έργο του, πρώτα από το αμείλικτο βάρος και τη σημαντικότητα που επιφέρει ο χρόνος στη διαδρομή του, και ύστερα από την κριτική και τους εκάστοτε μελετητές παγκόσμια, κατάφερε να περάσει το κατώφλι του 21ου αιώνα ολοζώντανος, μεταφέροντας μια υπερβατική, μεταφυσική ποιητική παρακαταθήκη που στον αιώνα της πληροφορίας, των υπερκειμενικών διασυνδέσεων και ιεραρχιών και του διαδικτύου, όπου το «μετα», αποδίδει εννοιολογικά τη μετατόπιση, την ολοκλήρωση και τη νεωτερικότητα.
Έτσι αν και ο ελληνικός όρος της απόδοσης ενός ποιητικού κειμένου μπορεί να συμπίπτει με τον όρο μετάφραση, θα τολμούσα να πω πως η ποιητική σύνθεση του Μπλέηκ «Οι Γάμοι του Ουρανού και της Κόλασης», όπως αποδόθηκε ή καλύτερα μεταφράστηκε από τον Χάρη Βλαβιανό είναι μια μετα-μετάφραση (meta-translation) υπό την εποπτεία ότι το πρόθεμα «μετα» ολοκληρώνει και μεταγράφει το ποιητικό κείμενο προσδίδοντας όπως γράφει και ο ίδιος ο μεταφραστής την ετερότητα του έργου και την απόδοση στα ελληνικά της «ξενότητας» του.
Δεν θα σχολιάσω την πρώτη ελληνική μετάφραση του Λορεντζάτου που έγινε το 1953, αφού πολύ απέχω της ιδέας μιας σύγκρισης και αφού προσωπικά το μεταφρασμένο ποίημα από τον Βλαβιανό αποδίδει προσωπικά, πλήρως την κοσμολογία του Μπλέηκ. Όμως δεν μπορώ να μην επαινεθεί ο Βλαβιανός αφού καθιστά τον Μπλέηκ στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό έναν «ισχυρό ποιητή» και βέβαια αυτό συσχετίζεται άμεσα με τον «ισχυρό ποιητή» του Μπλουμ, όπως τον περιγράφει στο έργο του «Η Αγωνία της Επίδρασης». Θα σας παραθέσω αυτό που γράφει ακριβώς: «Με ενδιαφέρουν μόνο οι μείζονες μορφές, ισχυροί ποιητές, επίμονοι στην πάλη τους με τους δυνατούς προδρόμους, ακόμη και μέχρι θανάτου. Λιγότερο δυνατά ταλέντα εξιδανικεύουν˙ μορφές με ισχυρή φαντασία οικειοποιούνται για τον εαυτό τους. Τίποτα ωστόσο δεν αποκτάται χωρίς αντίτιμο και η οικειοποίηση προς ίδιον όφελος συνεπάγεται την ανείπωτη αγωνία της οφειλής, γιατί ποιος δυνατός δημιουργός επιζητεί την επίγνωση ότι απέτυχε να δημιουργήσει τον εαυτό του;». Ο Μπλέηκ είναι αυτή η περίπτωση του ποιητή που περιγράφει ο Μπλουμ και εκεί βασίζεται όλη του η αισθητική.
Όχι μόνο το έργο του είναι μια συνομιλία μεταξύ φωτός και σκιάς, αλλά και μέσα από τα έργα του, τις 27 χαλκογραφίες που συνοδεύουν το πρωτότυπο βλέπουμε αυτή ακριβώς τη συνομιλία.
Ο Βλαβιανός δεν μετέφρασε παρερμηνεύοντας αυτή τη συνομιλία, αλλά φαίνεται μέσα από τη μετάφρασή του πως κατανοεί και όχι απλώς αναγνωρίζει το νόμο των Αντιθέτων στον οποίο ο Μπλέικ βασίζει όλη του την κοσμολογία και τη φιλοσοφία: «…Χωρίς Αντίθετα δεν υπάρχει εξέλιξη. Έλξη και Απώθηση. Λογική και Ενέργεια. Αγάπη και Μίσος, είναι αναγκαία στην Ανθρώπινη ύπαρξη. Από αυτά τα αντίθετα πηγάζει ό,τι οι πιστοί ονομάζουν Καλό και Κακό…» γράφει ο ποιητής.
Ο προσεκτικός αναγνώστης του πρωτότυπου κειμένου του Μπλέηκ θα παρατηρήσει πως δεν χρησιμοποιεί τυχαία διαφορετικό χρώμα χάραξης στην χαλκογραφία, όταν αναφέρεται στα «Αντίθετα» (Contraries στο πρωτότυπο) και βέβαια αυτό δημιουργεί ειδοποιό διαφορά στη μεταφραστική προσέγγιση του Βλαβιανού, η οποία πέρα από αισθητική είναι και επιστημονικά πραγματολογική, μεταφράζοντας το progression ως εξέλιξη, και έχοντας έτσι παραλάβει το κλειδί μιας μυστικής, μυητικής και κάθετης ανάγνωσης του έργου του Μπλέικ.
Οι στίχοι του Μπλέηκ, ότι: «Ο Θεός μονάχα Ενεργεί και Είναι, σε υπαρκτά όντα ή Ανθρώπους» και το ότι: «…στο βιβλίο του Ιώβ, ο Μεσσίας του Μίλτον ονομάζεται Σατανάς» ταιριάζει απόλυτα με την εποπτεία του Μπλουμ που χρησιμοποιεί τον Σατανά του Μίλτον, τον ίδιο δηλαδή που περιγράφει και ο Μπλέηκ ως αρχέτυπο του μοντέρνου ποιητή στην πιο ισχυρή του μορφή, ενώ αντίθετα γίνεται αδύναμος, όταν σκέφτεται και συγκρίνει, πάνω στο όρος Νιφατής, κι έτσι αρχίζει εκείνη τη διαδικασία της πτώσης που κορυφώνεται στον Ξανακερδισμένο Παράδεισο, τελειώνοντας σαν το αρχέτυπο του μοντέρνου κριτικού στην πιο ασθενή του μορφή…
Ίσως αυτή ακριβώς η αντίληψη του Μπλέηκ, η οποία ήρθε σε αντίθεση με το ντετερμινισμό και τη λογική της αιτίας και του αποτελέσματος, αυτή δηλαδή την οριζόντια ανάγνωση του προβλήματος της ύπαρξης, κάνει σήμερα τόσο επίκαιρο, ένα έργο που δίνει τη δυνατότητα στον εκπεπτωκότα και διωγμένο από τον παράδεισο άνθρωπο να ενωθεί και πάλι με τον Θεό, να κοινωνήσει με Αυτόν.
Όπως σημειώνει ο Βλαβιανός στο εισαγωγικό σημείωμα: «ο διάβολος του Μπλέηκ συμβολίζει την ενέργεια—το καλό˙ ο Άγγελος του Σβέντενμποργκ τη συμβατική ηθική και τα επίσημα δόγματα—κάτι κακό».
Έτσι ο Βλαβιανός παραδίδει το έργο με τη γραμμικότητα που αυτό διατηρεί περισσότερο από δύο αιώνες, σαν ποίημα και έργο τέχνης δίχως να προσαρμόζει ή να θυσιάζει το κείμενο στο δικό του πιστεύω, ισχυροποιώντας τον αφορισμό του Μπλουμ πως: ο ποιητής είναι ο εκλεκτός μας και η συνείδηση του εκλεκτού προορισμού του εμφανίζεται σαν κατάρα˙ επαναλαμβάνω, όχι «Είμαι εκπεσών άνθρωπος», αλλά «Είμαι άνθρωπος και εκπίπτω» – ή μάλλον «Ήμουν Θεός, ήμουν Άνθρωπος (για έναν ποιητή είναι το ίδιο) και εκπίπτω από τον εαυτό μου». Όταν αυτή η συνείδηση του εγώ φτάνει στο απόλυτο κορύφωμά της, τότε ο ποιητής χτυπά στον πυθμένα της αβύσσου και με την πρόσκρουσή του αυτή δημιουργεί την Κόλαση. Λέει: «Φαίνεται ότι σταμάτησα να πέφτω˙ τώρα είμαι εκπεπτωκώς και, συνεπώς, βρίσκομαι εδώ, στην Κόλαση.».
Ο ποιητής ως Σατανάς (έχει αντίληψη της πλάνης και κατοικεί στην περιοχή της κατώτερης ψυχής) αποκτά την εμπειρία του πεπερασμένου, την έκφραση της γραμμικής διαστολής του χωροχρόνου που απομακρύνει την πηγή της εκδήλωσης από την ίδια την εκδηλωμένη δημιουργία. Το σύμπαν έτσι κι αλλιώς επιστημονικά μετά την Μεγάλη Έκρηξη και την πληθωριστική του κατάσταση, βρίσκεται σε μια αέναη διαστολή. (Κινδυνεύει άραγε να χυθεί στο τίποτα ή στο πουθενά από όπου ξεπετάχτηκε ως κβαντική διακύμανση με μάζα μηδαμινή και απέραντη απλότητα;)
Ο Σατανάς οικειοποιείται τον ποιητή και ο ποιητής τον Σατανά. Για τον Σατανά ο ποιητής είναι η επιβεβαίωση της ύπαρξής του μέσω της εγκαθίδρυσης της απολυταρχίας του Θεού, ενώ για τον ποιητή ο Σατανάς είναι περισσότερο ο εσωτερικός του προπονητής που ακούραστα τον γυμνάζει. Τον κατοικεί και τον πειράζει με σκοπό να τον κάμει ικανό στον οραματισμό, για να τον διαστείλει και για να τον διαχωρίσει. Η έννοια του διαχωρισμού του είναι απλή. Ο ποιητής φλέγεται διακαώς από επιθυμία να καθρεφτιστεί στο πρωταρχικό ύδωρ της δημιουργίας, έτσι ώστε να γνωρίσει τον εαυτό του. Αλίμονο η αντανάκλαση ως εικόνα στα νερά της πλάνης παράγει πάντα αρνητικό είδωλο και η επιθυμία του τον οδηγεί στον εγκλεισμό του στον κόσμο της μορφής ή συντελεί σε μια αδιαμφισβήτητη πτώση. Ως εκπεπτωκώς όμως αντιλαμβάνεται το εξωτερικό και το εσωτερικό και αναλαμβάνει την υποχρέωση να το υποκαταστήσει ως ολότητα με την εμπειρία της πτώσης του. Στην πραγματικότητα δεν συγκεντρώνει ότι απέμεινε, αλλά επαναδημιουργεί πάνω σε μια νέα βάση, προσπαθώντας να κατακτήσει τη γνώση.
Η διαστολή του ποιητή λοιπόν μοιάζει να είναι πολύ περισσότερο από μια απλή κατάρρευση των τειχών της φαντασίας. Είναι η θεία χάρη που κατείχε ως Εωσφόρος και που τον πριμοδοτεί με το χάρισμα να συνειδητοποιείται μέσα στο συλλογικό όνειρο της ανθρωπότητας επικυρώνοντας το όνειρο, κάνοντάς το υπαρκτό. Η υπερρεαλιστική εικόνα που ο ποιητής ονειρεύεται και καταγράφει είναι προϊόν συνειδητής εποπτείας σε κάποιο από τα στάδια της πλατωνικής ψυχής προς τον διανοητικό κόσμο.
Εν κατακλείδι δεν είναι περίεργη η έλξη και η γοητεία που ασκεί ένα τέτοιο ποιητικό κείμενο σήμερα, αφού η εποχή μας τα τελευταία είκοσι χρόνια εγκατέλειψε την ντετερμινιστική αντίληψη του κόσμου, την οριζόντια ανάγνωση της αιτίας και του αποτελέσματος και βρίσκεται πλέον σε μια μη γραμμική, χαοτική ανάγνωση της πραγματικότητας, αντιλαμβανόμενη κάθε φορά ότι προκειμένου να μετακινηθεί από την χαοτική δίνη θα πρέπει να μάθει να παρατηρεί τον ελκυστή και βέβαια σε τέτοιες προσεγγίσεις υπάρχει πάντοτε χώρος για την πιο παρακινδυνευμένη και ακραία μεταφυσική υπόθεση.

 Γιάννης Αντιόχου

T. S. ELIOT: O ΑΝΑΜΟΡΦΩΤΗΣ ΤΟΥ ΔΥΤΙΚΟΥ ΚΑΝΟΝΑ


Τ.Σ Έλιοτ

Αυτές οι τελευταίες ημέρες του Σεπτέμβρη είναι πάντα για μένα μέρες μελαγχολικές, έστω κι αν ο αίθριος καιρός της Αθήνας, δε θυμίζει φθινόπωρο, εντούτοις αυτή η τελευταία εβδομάδα του Σεπτέμβρη, επιβεβαιώνει το φθινόπωρο και το χειμώνα που ακολουθεί. Ακόμα πάντα θα είναι βαλμένη στη μνήμη μου η 26η του Σεπτέμβρη, αφενός σαν γενέθλια ημέρα της κόρης μου Σοφίας, αφετέρου σαν γενέθλια ημέρα του ποιητή που προσωπικά θαυμάζω περισσότερο από όλους όσους έχω διαβάσει.
Ασφαλώς, δεν κάνετε λάθος, αφού η φωτογραφία στην παράθεση, η αμείλικτη εικόνα, δείχνει τον Τόμας Στερν Έλιοτ. Ο Έλιοτ γεννήθηκε στον Σεντ Λούις του Μισούρι, στις ΗΠΑ, την 26η Σεπτεμβρίου του 1888.
Καταγόμενος από τον Χένρυ Γουέρ Έλιοτ και με παππού τον Ουίλιαμ Γκρίνλιφ Έλιοτ, γνωστό προτεστάντη αιρετικό, ο οποίος ίδρυσε τον Ουνιταρισμό, αίρεση που αρνιότανε την Ενσάρκωση και τη Θεία Δίκη και ιδρυτή εκκλησίας, πανεπιστημίου και σχολείων, ο Έλιοτ ανατράφηκε μέσα στον πουριτανικό κώδικα και τα πιστεύω της οικογένειας. Η μητέρα του Σαρλότ Σαμπ Στερνς ήτανε δασκάλα και ο ποιητής κράτησε το γένος της μητέρας του ως δεύτερό του όνομα. Η μητέρα του ήτανε ποιήτρια, όμως δεν μπόρεσε να δημοσιεύσει κάποιο έργο της και ανέθρεψε τον γιο της σύμφωνα με τους βιογράφους του Έλιοτ, εμπνέοντάς του όλη της την αγάπη για την ποίηση στο. Ο σύνδεσμος του ποιητή με τη μητέρα του είναι βαθύς, αφού ο Έλιοτ ακόμα και όταν κατοίκησε μόνιμα στην Αγγλία, οι επιστολές του προς εκείνη ήταν πάντα μακροσκελείς και περιείχαν λεπτομέρειες σχετικά με το έργο που ο ποιητής παρήγαγε.
Η ακαδημαϊκή μόρφωση του Έλιοτ περιλαμβάνει σπουδές στο Χάρβαρντ, τη Σορβόνη και την Οξφόρδη. Στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης γνωρίζει την πρώτη του γυναίκα, την Βιβιέν Χέιγκγουντ, η οποία ανήκε στους αριστοκρατικούς αγγλικούς κύκλους αλλά είχε ασταθή ψυχική υγεία. Το 1927 ο Έλιοτ λαμβάνει τη βρετανική υπηκοότητα και δέχεται το χρίσμα της Αγγλοκαθολικής Εκκλησίας, όμως μέσα στην ποίησή του παρατηρούμε ένα συγκριτικό πνεύμα σε ότι αφορά θρησκείες, δόγματα και πιστεύω. Ο Έλιοτ παντρεύτηκε το 1915 και ενώ από την αρχή εμφανίζονται αρκετά προβλήματα ο γάμος κρατάει και διατηρείται μέχρι και το 1932, έτος που ο Έλιοτ πηγαίνει στο Χάρβαρντ για να διδάξει και έτσι απομακρύνεται από τη Βίβιεν, η οποία και πεθαίνει σε ψυχιατρικό άσυλο το 1947. Το 1957 και σε ηλικία εξήντα οκτώ ο Έλιοτ παντρεύεται τη νεαρή του γραμματέα Βάλερι Φλέτσερ. Η Βάλερι είναι κατά τριάντα χρόνια νεότερη του Έλιοτ, όμως ο Έλιοτ δηλώνει πανευτυχής.
Παρόλη την ακαδημαϊκή μόρφωση και τα καθηγητικά του προσόντα, ο Έλιοτ προτίμησε να παραμείνει σε όλη του τη ζωή πιστός υπηρέτης της ποίησης. Έτσι εκτός από λίγα χρόνια που εργάζεται ως καθηγητής, κύρια ασχολείται με την επιμέλεια βιβλίων, τη γραφή κριτικών σημειωμάτων και δοκιμίων, καθώς και θεατρικών έργων. Ως επιμελητής εκδόσεων εργάζεται στον διάσημο οίκο της Αγγλίας Faber and Faber ως το τέλος της ζωής του.
«Η Έρημη Χώρα», ένα από τα διασημότερα ποιήματα του Έλιοτ, δημοσιεύθηκε το 1922 στη Νέα Υόρκη με αφιέρωση στον Έζρα Πάουντ, ο οποίος και όταν διάβασε το χειρόγραφο των χιλίων στίχων που του είχε δώσει ο Έλιοτ, το περιέκοψε αφήνοντας μόνο 433 στίχους. Στην Αγγλία, η «Έρημη Χώρα» γίνεται σιωπηλά έως ψυχρά αποδεκτή από το λογοτεχνικό κατεστημένο της εποχής.
Η ποίηση του Έλιοτ στηρίχτηκε στην παράδοση του δυτικού κανόνα, όμως εξελίχθηκε και έγινε ο ίδιος διαμορφωτής της ποίησης επηρεάζοντας ακόμη και μέχρι σήμερα τους ποιητές. Το 1948 τιμήθηκε με το Νόμπελ. Έκτοτε απολαμβάνει της φήμης του Νομπελίστα ποιητή και λαμβάνει μια πλειάδα τιμητικών τίτλων και διακρίσεων μέχρι και την 4η Ιανουαρίου του 1965, ημέρα θανάτου του ποιητή στο Λονδίνο.Δεδομένης της γενέθλιας ημέρας του, που είναι η 26η Σεπτεμβρίου και του ποιήματός του «Μαρίνα», το οποίο δημοσιεύθηκε την 25η του Σεπτέμβρη του 1930 και το παραθέτω παρακάτω μεταφρασμένο, θέλω μέσα σ’ αυτό το προσωπικό είδος ημερολογίου να τιμήσω έναν ποιητή που ομολογώ πως με έχει επηρεάσει σαφώς στη διαμόρφωση και της δικής μου ποιητικής, υποστηρίζοντας το μεγαλείο του ως ποιητή, διαμορφωτή του δυτικού κανόνα.

Οι μεταφράσεις των έργων του στα ελληνικά είναι πολλές. Έχει μεταφραστεί ακόμα και από τον Γιώργο Σεφέρη, όμως η μετάφραση που ξεχωρίζω για να διαβάζω είναι αυτή της Παυλίνας Παμπούδη, από τις εκδόσεις PRINTA, στη σειρά «Ποίηση για Πάντα» και την οποία σας συστήνω ανεπιφύλακτα. Η έκδοση είναι δίγλωσση, οπότε μπορεί κάποιος να διαβάσει από το πρωτότυπο τα:
1. Το Ερωτικό Τραγούδι του J. A. Prufork
2. Γερόντιον
3. Η Έρημη Χώρα
4. Τετάρτη της Σποδού
5. Τέσσερα Κουαρτέτα
και βέβαια σημειώσεις του Τ.Σ. Έλιοτ για την Έρημη Χώρα, μία συνέντευξη του ποιητή και την εργοβιογραφία του.

Βέβαια το να ακούς τη φωνή του ίδιου του ποιητή, να διαβάζει την Έρημη Χώρα είναι πραγματικά συγκινητικό. Έτσι ψάχνοντας στη βάση του YouTube βρήκα:

1. Η Έρημη Χώρα (διαβάζει ο ίδιος ο ποιητής)

2. Το ερωτικό τραγούδι του J.A. Prufork

3. Τα Τέσσερα Κουαρτέτα (διαβάζει ο Willem Dafoe)

Και για να γίνει πλήρης η αναφορά αυτή στον Έλιοτ στα ράφια των ελληνικών βιβλιοπωλείων θα βρείτε:

1. Τ.Σ. Έλιοτ, Άπαντα τα ποιήματα, Μετάφραση: Αριστοτέλης Νικολαΐδης, Εκδόσεις Κέδρος (1997)

2. Τ.Σ. Έλιοτ: Τέσσερα Κουαρτέτα, Μετάφραση: Αθανασίου Έφη, Εκδόσεις Ίκαρος (2002)

3. Τ.Σ. Έλιοτ: Η Τετάρτη των Τεφρών, Τα τραγούδια του Άριελ, Τέσσερα Κουαρτέτα, Μετάφραση: Κλείτος Κύρου, Εκδόσεις Ύψιλον (1994)

4. Τ. Σ. Έλιοτ: Το εγχειρίδιο πρακτικής γατικής του Γερο-Πόσουμ, Μετάφραση: Παυλίνα Παμπούδη, Εκδόσεις Άγρα (2000)

5. Τ.Σ. Έλιοτ: Δεν είναι η ποίηση που προέχει (Δοκίμια για την ποίηση και τους ποιητές), Μετάφραση: Στέφανος Μπεκατώρος, Εκδόσεις Πατάκη (2003)

6. Τ.Σ. Έλιοτ: Ποιήματα, Μετάφραση: Παυλίνα Παμπούδη, Εκδόσεις PRINTA (2002)

MARINA
By T.S. Eliot

Quis hic locus, quae regio, quae mundi plaga?

What seas what shores what grey rocks and what islands
What water lapping the bow
And scent of pine and the woodthrush singing through the fog
What images return
O my daughter.

Those who sharpen the tooth of the dog, meaning
Death
Those who glitter with the glory of the hummingbird, meaning
Death
Those who sit in the sty of contentment, meaning
Death
Those who suffer the ecstasy of the animals, meaning
Death

Are become insubstantial, reduced by a wind,
A breath of pine, and the woodsong fog
By this grace dissolved in place

What is this face, less clear and clearer
The pulse in the arm, less strong and stronger—
Given or lent? more distant than stars and nearer than the eye
Whispers and small laughter between leaves and hurrying feet
Under sleep, where all the waters meet.

Bowsprit cracked with ice and paint cracked with heat.
I made this, I have forgotten
And remember.
The rigging weak and the canvas rotten
Between one June and another September.
Made this unknowing, half conscious, unknown, my own.
The garboard strake leaks, the seams need caulking.
This form, this face, this life
Living to live in a world of time beyond me; let me
Resign my life for this life, my speech for that unspoken,
The awakened, lips parted, the hope, the new ships.

What seas what shores what granite islands towards my timbers
And woodthrush calling through the fog
My daughter.

ΜΑΡΙΝΑ
του Τ.Σ. Έλιοτ

Quis hic locus, quae regio, quae mundi plaga?

Ποιες θάλασσες ποιες ακτές ποια γκρίζα βράχια και ποια νησιά
Ποιο νερό γλείφοντας την πρώρα
Και ποιο άρωμα πεύκου κι η κίχλη τραγουδώντας μέσα απ’ την ομίχλη
Ποιες εικόνες επιστρέφουν
Ω κόρη μου εσύ.

Αυτοί που ακονίζουν το δόντι του σκύλου, εννοώντας
Θάνατο
Αυτοί που απαστράπτουν με τη δόξα του κολιμπριού, εννοώντας
Θάνατο
Αυτοί που κάθονται στο αχούρι της ικανοποίησης, εννοώντας
Θάνατο
Αυτοί που υποφέρουν την έκσταση των ζώων, εννοώντας
Θάνατο

Αυτοί εξαϋλώνονται, ελαττωμένοι από έναν άνεμο,
Μία του πεύκου αναπνοή, και την ομίχλη του δασώδους τραγουδιού
Από τη χάρη τούτη ξεθώριασαν επί τόπου

Ποιο είναι αυτό το πρόσωπο, ολοένα λιγότερο και λιγότερο καθαρό
Ο σφυγμός στο χέρι, ολοένα λιγότερο και λιγότερο δυνατός—
Δοσμένο ή δανεισμένο; περισσότερο μακρινό απ’ ότι τα αστέρια και πιο κοντά από ένα βλέμμα
Ψίθυροι και κρυφά γελάκια ανάμεσα στα φύλλα και επιταχύνοντας το βήμα
Στον ύπνο μέσα, εκεί που όλα τα νερά ενώνονται.

Πρόβολος σπασμένος με πάγο και μπογιά σκασμένη από τη ζέστα,
Εγώ το έκανα αυτό, το είχα ξεχάσει
Και το θυμάμαι.
Τα άρμενα αδύναμα και το καραβόπανο σάπιο
Ανάμεσα σε ένα Ιούνη και σ’ άλλο Σεπτέμβρη.
Αυτό το έκανα χωρίς να το ξέρω, μισοσυνείδητος, άγνωστος, εγώ ο ίδιος.
Των πιστρόφιων η σειρά μπάζει νερά, οι αρμοί χρειάζονται καλαφάτισμα.
Αυτό το σχήμα, αυτό το πρόσωπο, αυτή η ζωή
Ζώντας για να ζει σ’ ένα κόσμο του καιρού πέρα από μένα˙ ας
Παραιτηθώ απ’ τη ζωή μου γι’ αυτή τη ζωή, η λαλιά μου γι’ αυτό που δεν ειπώθηκε,
Αυτό που αφυπνίστηκε, χείλη μισανοιγμένα, την ελπίδα, τα νέα πλοία.

Ποιες θάλασσες ποιες ακτές ποια γρανιτένια νησιά μπροστά στα μαδέρια μου
Και η κίχλη καλώντας μέσα απ’ την ομίχλη
Κόρη μου.

First published September 25, 1930.
Numbered 29 in the series.
Drawings by E. McKnight Kauffer.
Numbered A17 in Gallup’s bibliography of Eliot’s works

Μετάφραση: Γιάννης Αντιόχου

SYLVIA PLATH: Η σύντομη ζωή μιας μεγάλης ποιήτριας


Ted Hughes and Sylvia Plath 

Τρίτη Πρωί, 16 Δεκεμβρίου 1958
…Έγραψα και ξανάγραψα το Τζώνυ Πάνικ και τη Βίβλο των Ονείρων και θα αρχίσω να το αποστέλλω. Σκέφτομαι ότι είμαι ικανή να υποφέρω τις απορρίψεις: ελπίζω μόνο ότι θα λαμβάνω επιστολές με σχόλια. Θέλω να το προωθήσω. Είναι τόσο περίεργο και κατά κάποιο τρόπο ιδιόρρυθμο και έτσι σκέφτομαι ότι ίσως έχει κάποια ελπίδα. Θα το στείλω δέκα φορές πριν μετανιώσω: ως τότε θα έχω γράψει δυο ή τρεις ιστορίες ακόμα…

Σάββατο, 10 Ιανουαρίου 1959
…Απόρριψη του Τζώνυ Πάνικ , χωρίς ούτε ένα σημείωμα από το Yale Review: όλα μου τα όνειρα για να εκδώσω κάτι εκεί εξαφανίστηκαν: έτσι το γράψιμο συνεχίζω να το χρησιμοποιώ ως απόδειξη της ταυτότητας μου. Πίκρα για τα κατορθώματα των άλλων…

Τετάρτη, 4 Νοεμβρίου 1959
Πάλι παραλυμένη. Πώς σπαταλώ τις μέρες μου; Αισθάνομαι μπλοκαρισμένη και η ψυχρότητα με διαπερνά σαν την αναισθησία. Αναρωτιέμαι, θα ξεφορτωθώ το Τζώνυ Πάνικ ποτέ; Δέκα χρόνια από τα επιτυχημένα μου δεκαεφτά, και μια ψυχρή φωνή λέει: Τι έχεις κάνει, τι έχεις κάνει; Κοιτώντας ψυχρά, βλέπω ότι έχω σπουδάσει, έχω σκεφτεί, και δεν έχω κάνει τίποτα περισσότερο από το να διδάξω για περίπου έναν χρόνο: ο νους μου παραμένει σ’ αγρανάπαυση. Δεν επιθυμώ διακαώς μια ζωή γεμάτη μελέτη, και ξανά μελέτη, χωρίς κανέναν μέντορα ή μαθητή εκτός του εαυτού μου. Έχω γράψει μια – δυο δυσάρεστες ψυχολογικές ιστορίες…

Δεν υπάρχει τερματικός σταθμός, μόνο αποσκευές/ Έξω απ’ τις οποίες ο ίδιος ο εαυτός ξεδιπλώνεται σα ρούχο / Αστόλιστος και λαμπερός, με τσέπες επιθυμιών,/ Ιδέες και εισιτήρια, σύντομες τροχιές και καθρέφτες διπλωμένους.

Φαινόμενο, σύμβολο, ιδιοφυΐα, μύθος. Γυναίκα ποιήτρια με έργο οξύαιχμο, σπαραχτικό κι ονειρικό. Γυναίκα στοιχειωμένη από την ίδια της την δημιουργικότητα, κατοικημένη από την ερμητική της αποστολή, αυτή του να μολύνει με αίσθηση τον κόσμο. Κι η «Βίβλος των Ονείρων» της μετά θάνατον εκδοθείσα, να ζωοποιεί τ’ άψυχο σώμα που ανασταίνει το ίδιο τ’ όνειρο. Τραγικό αλήθεια να μεταγράφει ο θάνατος τη ζωή, αποκρυπτογραφώντας τον αναχωρητικό δρόμο του ποιητή. Έναν δρόμο που με πλήρη συνειδητότητα, ο ποιητής καλείται να επιλέξει, προκειμένου να γνωρίσει τον ίδιο του τον εαυτό.
Η ποίηση είναι μεταμορφωτική και χαρακτηρίζει τη συνέχιση του πυθικού λόγου, αυτού του αμφίσημου και πολλές φορές πολύσημου λόγου που αναβλύζει απ’ τα σωθικά του δημιουργού. Πόσο αινιγματικός φαντάζει στους αναγνώστες ο κόσμος του ποιητή; Πόσο μελάνι έχει ξοδευτεί για ν’ αναλυθεί ο ποιητικός λόγος και κατ’ επέκταση ο ίδιος ποιητής μέσα από το ποιητικό έργο που έχει καταθέσει;
Η Sylvia Plath ως ιδανική αυτόχειρ έπλευσε στο πέλαγο της απελευθέρωσης – τελείωσης, μιας ζωής που ιστορήθηκε με τολμηρές λέξεις και υπερρεαλιστικές εικόνες. Μοιάζει πως κατανόησε ήδη από την εποχή της νεότητα της, αυτό που γι’ άλλους της τέχνης υπηρετούντες, γίνεται αντιληπτό την εποχή της βιολογικής τους αποχύμωσης. Κι αν οφείλω να καταδείξω πως ο πεζός μου λόγος δεν είναι ασαφής, τότε θα μιλήσω για την εποχή που το σώμα αρέσκεται να ξαπλώνει μόνο του στο στρώμα, για την εποχή που το κεφάλι παραχώνεται στο πούπουλου του μαξιλαριού, για να ξυπνήσει μετά από μερικές ώρες μεταμφιεσμένο. Κι η μάσκα χρειάζεται, δε λέω, ειδικά όταν πρόκειται να παίξεις κρυφτό στα σαλόνια του θανάτου. Γιατί αν είναι πρώτα-πρώτα η ποίηση, τότε συνοδοιπορεί με αυτό που ο Ελύτης ορίζει ως πρώτη αλήθεια, το θάνατο.
Το να πεθαίνει κανείς, είναι κάτι που η Sylvia Plath ήξερε να κάνει πολύ καλά. Το να πεθαίνει κανείς όμως σε ηλικία τριάντα ετών, αφήνοντας πίσω του δύο μικρά παιδιά και ένα τόσο σημαντικό ποιητικό έργο, είναι κάτι που ελάχιστοι τολμούν. Και σ’ αυτό το σημείο ας μη κατηγορηθώ ως επαινετής των απανταχού αυτοχείρων, ως θιασώτης του θανάτου και της μαύρης θλίψης, ως ο οποιοσδήποτε τέλος πάντων λιγοστεμένος από τη γλύκα της ζωής. Γιατί η Sylvia γνώριζε πολύ καλά τη γλύκα τόσο της ζωής, όσο και του θανάτου.
Τον Οκτώβριο του 1962, η ποιήτρια έρχεται σε διάσταση με τον σύζυγο της Ted Hughes ενώ έχει ήδη δύο παιδιά, την Frieda Rebecca και τον Nicholas. Καταφεύγει στη σιωπή, γράφοντας διαρκώς, και τότε οι λέξεις που κατατίθενται στα χειρόγραφα της, αρχίζουν να περιγράφουν, αυτό που για πολλούς που έρχονται σε επαφή με την ποίηση της, είναι μη μεταδόσιμο. Μέσα από ένα θαύμα καταφέρνει να συναρμόσει την εμπειρία της νεότητας της, γυρίζοντας σ’ εκείνο το χρονικό σημείο που της αποκαλύφθηκε για πρώτη φορά η μυστική φωνή. -Έτσι κι αλλιώς κάθε ποιητής άκουσε ή επαναληπτικά ακούει μια μυστική φωνή.- Η παραγωγή ποιημάτων κατά τα έτη 1962 και τους δύο πρώτους μήνες του 1963, (αυτοκτόνησε στις 11 Φεβρουαρίου), είναι κατακλυσμιαία.
Σαρώνει τον υπαρκτό κόσμο, τον μεταποιεί, τον μετατρέπει, τον μεταγράφει, αλλά παρόλα αυτά ο κόσμος της Plath είναι ολωσδιόλου αληθινός. Η Sylvia είναι λέαινα, είναι η βασίλισσα μέλισσα, είναι η Λαίδη Godiva που καλπάζει γυμνή στ’ άλογο της, γυμνή κι αόρατη για τους άλλους. Ταυτόχρονα μπορεί να γίνει το οποιοδήποτε αντικείμενο, όπως ευτελές ρούχο, βέλος, νεκρό αυγό, λευκή σοκολάτα Godiva, διατηρώντας όμως γέφυρες επικοινωνίας με την κοινωνική δομή και καταλαμβάνοντας τη θέση είτε του αρμοστή, είτε του εξυπηρετητή στον κόσμο των ανθρώπων. Είναι ο ίδιος ο Τζώνυ Πάνικ, είναι το πνεύμα, είναι η Αμερική που επαναστατεί στ’ αδιέξοδα, είναι η Αγγλία που μοιάζει κάπως σαν νεκροτομείο, κάπως σαν γηροκομείο, όπως αναφέρει ο Ted Hughes στα «Γράμματα Γενεθλίων». Ο κόσμος της ποίησης της, ο κόσμος της πρόζας της, των πεζών κειμένων της, δεν είναι ένας κόσμος ψευδαισθήσεων, αλλά ένας κόσμος που δεν καταμαρτυρείται ούτε από τους πιο θαρραλέους. Γι’ αυτό, όταν κανείς πλησιάζει το έργο της Plath, οφείλει να το διαβάσει δυνατά ακολουθώντας το ρυθμό της ίδιας του της αναπνοής. Να συγκεντρωθεί στον αέρα που εισέρχεται και εξέρχεται από τα ρουθούνια της μύτης του και ν’ αδειάσει. Ν’ αδειάσει παντελώς το είδωλο του κόσμου που κουβαλά. Μόνο τότε θ’ ανακαλύψει, έναν κόσμο που εμπεριέχει και ο ίδιος και είναι ταυτόσημος με τον κόσμο της ποιήτριας.

Σε μια συνέντευξη της το 1962 στον Peter Orr, ρωτήθηκε αν σχεδιάζει τα ποιήματα της με τρόπο τέτοιο, ώστε όταν απαγγέλλονται να αποκαλύπτουν έναν σαφή και δραστικό χαρακτήρα. Η Sylvia Plath απάντησε: «Αυτό είναι κάτι που δεν έκανα στα πρώτα μου ποιήματα. Για παράδειγμα, το πρώτο μου βιβλίο, Ο Κολοσσός, από το οποίο δεν μπορώ να διαβάσω κανένα ποίημα απαγγέλλοντας το. Δεν τα έγραψα για να τ’ απαγγείλω. Στην πραγματικότητα είναι κάπως ιδιωτικά, με πλήττουν. Ενώ αυτά που διάβασα, είναι νέα ποιήματα, μερικά πολύ πρόσφατα και πρέπει να πω ότι σ’ αυτά διαλέγομαι με τον εαυτό μου. Πιστεύω πως αυτή η εξέλιξη μου στο τρόπο γραφής, είναι κάτι καινούργιο για μένα, και οποιαδήποτε αντίληψη της αλήθειας, βγαίνει από το γεγονός ότι συνδιαλέγομαι με τον εαυτό μου, τα απαγγέλλω στον εαυτό μου». Ο Peter Orr συνεχίζοντας ρώτησε την Plath σχετικά με την συγγραφή των πεζών κειμένων της, των σύντομων ιστοριών της και εκείνη απάντησε: «Λοιπόν, ανέκαθεν ενδιαφερόμουν για τον πεζό λόγο. Σαν έφηβη, δημοσίευσα μικρές ιστορίες και πάντα ήθελα να γράψω ένα μυθιστόρημα. Τώρα που έφθασα σε μια ικανοποιητική ηλικία, και είχα εμπειρίες, αισθάνομαι ακόμα περισσότερο ενδιαφέρον για τον πεζό λόγο, για το μυθιστόρημα. Αισθάνομαι ότι σ’ ένα μυθιστόρημα για παράδειγμα μπορείς να χωρέσεις όλα τα παρελκυόμενα της καθημερινής ζωής, ενώ αυτό είναι δυσκολότερο στην ποίηση. Η ποίηση, αισθάνομαι, είναι μια τέχνη τυραννική, πρέπει να προχωρήσεις τόσο μακριά, τόσο γρήγορα, σ’ έναν τόσο περιορισμένο χώρο, που πρέπει να απομακρύνεις οτιδήποτε μη ουσιαστικό. Κι αυτό μου λείπει! Είμαι γυναίκα, μ’ αρέσει η οικογενειακή εστία, τα ευτελή πράγματα, και βρίσκω ότι στο μυθιστόρημα μπορώ να αδράξω περισσότερη ζωή, ίσως όχι τόσο έντονη ζωή, αλλά σίγουρα περισσότερη, κι έτσι έχω στρέψει το ενδιαφέρον μου ως αποτέλεσμα στο να γράψω μυθιστόρημα.»
Εντούτοις η Plath γράφει και για βιοποριστικούς σκοπούς. Ο πεζός λόγος της, της αποφέρει μερικές λίρες. Μικρές οικονομικές ανάσες σε μια ζωή που εκτιμάται, μετά τον χωρισμό της με τον Ted, από τα εισαγόμενα από την μητέρα της βοηθητικά τσεκ των 50 δολαρίων και τα χειροποίητα πλεχτά παιδικά ρουχαλάκια. Και ο λόγος της ακόμα κι αν εκτίθεται απ’ άκρη σ’ άκρη των χειρόγραφων σημειωματάριων της, εντούτοις έχει ρυθμό, και φόρμα, κι ανάσα, και μέτρο. Ο πεζός της λόγος δεν είναι επαρκώς πεζός, αλλά λόγος στικτός, ποιητικός. Ανοίγει την σκοτεινή κρύπτη τ’ ασυνείδητου κι ορμά να εξορύξει πολύεδρα κοσμήματα που ανακλούν το φως, την έκφανση της ανθρώπινης ύπαρξης μέσα στα οποιαδήποτε πεπερασμένα της όρια.

Η Plath παρόλο που υμνήθηκε από το φεμινιστικό κίνημα της εποχής, ως γυναίκα χειραφετημένη, εντούτοις η γραφή της δεν είναι καθόλου θηλυκή, αλλά γραφή έντονα αρσενική και καλυμμένη κάτω από ένα πλέγμα απόκρυφων συμβόλων που δύσκολα απομονώνονται. Ποιήματα όπως ο Κρεμασμένος, το Μυστικιστικό, τα ποιήματα για τις Μέλισσες, πεζά κείμενα όπως ο Τζώνυ Πάνικ και η Βίβλος των Ονείρων, καταδεικνύουν έναν ιδιαίτερο μυστικισμό, ο οποίος όμως είναι δυσανάγνωστος, όχι από έλλειψη κατανόησης της ποιήτριας, αλλά πιστεύω από την ανάγκη της να περιπλέξει τα σύμβολα και τις έννοιες για να αναδημιουργήσει τον προσωπικό της αποκρυφισμό. Η ίδια της η μοναξιά, είναι σημείο αποκάλυψης.
Η Plath αποκαλύπτει στο έργο της, πως έχασε τον ουσιαστικό της δρόμο, πως έχασε τον Κόσμο. Η προσωπική αντωνυμία «Εγώ» που τίθεται απέναντι στους «άλλους» και απαντά σε μια πληθώρα ποιημάτων, θέτει το διαχωριστικό όριο μεταξύ της ποιήτριας και του υπαρκτού κόσμου. Νιώθει τους άλλους ως εχθρούς, νιώθει ότι πολύ συχνά απειλείται και με αυτό τον τρόπο ίσως κατανοεί το νόμο των αντιθέτων. Έτσι αντιλαμβάνεται ότι ο κόσμος είναι δομημένος πάνω σ’ αντιθετικά ζεύγη˙ καλός-κακός, όμορφος-άσχημος, ψηλός-κοντός, κι αν το επίθετο χαρακτηρίζει το ουσιαστικό, τότε η Plath βρίσκεται πέρα από αυτή την αντιληπτική ικανότητα.
Ο δικός της κόσμος είναι αυτός στον οποίο όλα εν δυνάμει μπορούν να συμβούν. Είναι ένας κόσμος που δε βασίζεται σε δίπολα, αλλά είναι πολυσχιδής και γι’ αυτό το λόγο αναπάντεχος. Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει την επόμενη εικόνα της κι αυτό γιατί η Plath, παρόλο που βασίζει την ποίηση της στην εικονοποιεία, εντούτοις δεν οδηγεί σ’ αυτή την κατεύθυνση την πέννα της, αλλά οι εικόνες αναδύονται μέσα από μία βιωμένη υπαρξιακή εμπειρία. Η ποιήτρια ζει στην εικόνα. Είναι το εκάστοτε υποκείμενο που ενεργεί. Έτσι η Plath μπορεί να βαφτιστεί ως μία μετακειμενική ποιήτρια, μία μετακειμενική δημιουργός, αφού θέτει το προς ανάγνωση κείμενο της, ένα βήμα μετά. Οι αναγνώσεις του έργου της έχουν κάθε φορά διαφορετικό μήνυμα, σημασία, νόημα, εικόνα. Μπορεί λοιπόν κι αλλάζει πόλους, χτυπώντας τον αναγνώστη απευθείας στο σωματικο-ψυχο-νοητικό του άξονα. Ποτέ δεν τον απελευθερώνει, αλλά και για ποιο λόγο θα πρέπει να το προσπαθήσει αυτό; Είναι παγιδευμένη με τον ίδιο τρόπο που είναι και ο αναγνώστης της. Παγιδευμένη σαν πουλί σ’ ένα κλουβί που φτεροκοπά αδιάκοπα πιτσιλώντας μ’ αίμα τα μάτια αυτών που παρακολουθούν το φτεροκόπημα του.

Τον Φεβρουάριο του 1965, η Poetry Book Society, ονόμασε Ariel την «Ανοιξιάτικη Επιλογή» της για το έτος. Για το περιοδικό της εταιρείας ο Ted Hughes έγραψε ένα δίστηλο σχόλιο για το ποιητικό βιβλίο της Plath, «Ariel», το οποίο απλά τιτλοφορούνταν «Sylvia Plath». Μέσα σ’ άλλα έγραφε:
«Πίσω από αυτά τα ποιήματα, βρίσκεται μια μανιώδης και ασυμβίβαστη φύση. Υπάρχει επίσης ένα παιδί απελπιστικά ξετρελαμένο με τον κόσμο. Και επίσης υπάρχει μια παράξενη μούσα, γυμνή, λευκή και άγρια…η οποία υπερίπταται πάνω από ένα καιόμενο φωτεινό όραμα του Παραδείσου. Ενός Παράδεισου που την ίδια στιγμή φοβίζει παράξενα ένα αναλλοίωτο αποκαλυμμένο όραμα θανάτου… Άλλα το πραγματικά θαυμαστό πράγμα σχετικά με την Plath θα παραμείνει το γεγονός πως μέσα σε δύο χρόνια, ενώ ήταν σχεδόν πλήρως απασχολημένη με τα παιδιά και τις οικιακές δουλειές, υποβλήθηκε σε μία ποιητική ανάπτυξη, ξαφνική και ολοκληρωμένη. Η γέννηση του πρώτου της παιδιού φαίνεται ότι ενεργοποίησε τη διαδικασία. Εντελώς ξαφνικά μπορούσε να συνθέτει στο μάξιμουμ των ορίων της και με όλο της το είναι. Το δεύτερο παιδί ώθησε τα πράγματα, όσο μια γιγάντια δρασκελιά. Όλες οι διαφορετικές φωνές του χαρίσματος της συνενώθηκαν… Το βιβλίο της Ariel δεν είναι εύκολη ποίηση για κριτική. Δεν είναι σχεδόν σαν καμία άλλη ποίηση. Είναι εκείνη. Όλα όσα έκανε ήταν σαν κι αυτό, και αυτό είναι ακριβώς σαν κι εκείνη- άλλα μόνιμο».
Το έργο της, μοιάζει να έρχεται από το μέλλον. Είναι σαν την Ευγενική Κυρία, που με γλυκύτητα σε καθίζει στο σαλόνι της να σου προσφέρει ένα αχνιστό φλιτζάνι τσάι. Κι αφού κι οι δυο έχετε πάρει τις θέσεις σας, σου αποκαλύπτεται πως το τραπεζάκι του σαλονιού σου αιωρείται, πως το φθαρμένο δάπεδο χάσκει ορθάνοιχτο, φανερώνοντας το θάνατο που σε παραμονεύει και τα νεκρά χέρια, τα κυανά παιδιά, τους σκεπασμένους καθρέφτες, τα χρώματα, τη γλυκύτητα, την ποίηση την ίδια εντέλει, η οποία κατά την Plath είναι πίδακας αίματος.
Δυστυχώς το να προσπαθείς ν’ αναλύσεις την πραγματικότητα που η ίδια η Plath περιγράφει, είναι σα να στέκεις στην ακαδημαϊκή έδρα ζητώντας από τους φοιτητές σου να σου αναλύσουν τους στίχους από το ποίημα της Ariel:

κάτι διαφορετικό

αλλάζει την πορεία μου στον αέρα —
μηροί, μαλλιά˙
νιφάδες απ’ τις φτέρνες μου.

Οφείλεις αυτό το είδος της ποίησης να το πραγματώσεις, κι αν είναι δυνατό να αιωρηθείς, να πετάξεις μέσα στο ίδιο σου το σπίτι, γύρω από το μεγάλο τραπέζι της τραπεζαρίας. Κι ύστερα να βγάλεις τα σκληρά σου υποδήματα, να ελευθερώσεις τα πόδια σου, να βγάλεις το παντελόνι σου και να καθίσεις ανακούρκουδα στον υπναγωγό καναπέ σου. Να βάλεις τα χέρια σου να αιωρηθούν στους μηρούς, στα μαλλιά, να τρίψεις τις φτέρνες σου, που στην πραγματικότητα απολεπίζονται, στην ποίηση όμως της Sylvia Plath τα λέπια τους γίνονται νιφάδες. Και ευθύς, συμπτώματα ναυτίας σε καταλαμβάνουν για το ποίημα που ανέγνωσες χωρίς να στήσεις τις λέξεις μέσα στον δικό σου κόσμο, ο οποίος δεν είναι καθόλου διαφορετικός από αυτόν που καταγράφηκε ως προϊόν αισθητηριακής αντίληψης από την ποιήτρια.

Πρόλογοι, επίμετρα, κριτικές αναλύσεις μιλούν για μία αυτοκαταστροφική, μανιοκαταθλιπτική και ταλαντούχα προσωπικότητα. Δυστυχώς οι έρημοι συγγραφείς των παραπάνω αγνοούν την ίδια τη φύση της ποίησης, η οποία υπήρξε ανέκαθεν μεταφυσική και τρομακτική. Κι όταν είμαστε νέοι συνομολογούμε με τους ομηλίκους μας για το θαύμα της υπέρβασης που και θαυμάσιο και τρομακτικό είναι. Κι ύστερα έρχεται, το οφείλω, το πρέπει, το χρηστό, το δίκαιο, το φυσιολογικό και ξεχνούμε πως προσγειωνόμασταν με γδούπο στα κρεβάτια μας κοιμώμενοι, απορώντας αν αιωρούμαστε στ’ αλήθεια ή αν έχουμε προικιστεί μ’ αυτό το τάλαντο.
Η Sylvia Plath στην ποίηση της ίπταται, στραφταλίζει, είναι η δροσιά που αιωρείται, είναι το σώμα τριαντάφυλλο που κλείνει τα πέταλα του στους κήπους που πετρώνουν, είναι το μπλε, είναι το κόκκινο, είναι το πρόσωπο του μικρού της γιου που κοιτάζει τον κόσμο πίσω από ένα φουσκωμένο ροζ μπαλόνι, είναι ο γιος της που προσπαθεί να δαγκώσει αυτόν τον κόσμο, είναι η λίμνη που τα είδωλα καθρεφτίζονται θαυμάσια και κλασικά. Και ξέρετε, αυτή η λίμνη υπάρχει σ’ όλα τα σπίτια, γιατί η Plath στο μικροαστικό της διαμέρισμα μουλιάζει τα χέρια της στο νεροχύτη πλένοντας τα πιάτα της ημέρας κι ασφυκτιώντας σηκώνει το κεφάλι της αντικρίζοντας μια οροφή χωρίς ένα αστέρι και τούτο μεταγράφεται σε στίχους.
Η ανακάλυψη της ποιητικής της και του συγγραφικού της έργου, από κριτικούς και μελετητές, δυστυχώς με καθιστά ίσως το μοναδικό αναγνώστη της, ο οποίος δεν βλέπει πουθενά σημεία που καταδεικνύουν την Plath ως μία διαταραγμένη προσωπικότητα ή ακόμα καλύτερα ως ψυχασθενή. Σίγουρα συνυπάρχουν στοιχεία τα οποία θα μπορούσαν να σκιαγραφήσουν το πορτραίτο της, ως αυτό ενός τρελού, αλλά κατά βάση η φύση της αληθινής ποίησης, της πραγματικής τέχνης, αναδύεται μέσα από καταστάσεις παραληρηματικής μανίας. Ο ισχυρισμός πως μια γυναίκα ποιήτρια, σύζυγος ενός γοητευτικού και διάσημου ποιητή και μητέρα δύο παιδιών, είναι εν δυνάμει μια βόμβα έτοιμη να εκραγεί δεν μπορεί να στηριχθεί, κάτω από το επιχείρημα, ότι η τέχνη και δη η ποίηση κατατρώγει τον ίδιο της το δημιουργό, αφού τον τοποθετεί σ’ έναν επάλληλο κόσμο με αυτό της καθημερινότητας, όπου οι ήχοι έχουν μεγαλύτερη ένταση, τα χρώματα είναι ζωηρότερα, τα αισθήματα βιώνονται εντονότερα και γενικά υπάρχει ένα μέγεθος υπερβολής.

Ο Βύρων Λεοντάρης στο δοκίμιο του «Η ποίηση της προσωπικής ενοχής» γράφει: «Ο ποιητής συμπεριφέρεται σαν τον εγκληματία που επιστρέφει στον τόπο του εγκλήματος. Αναζητά ξανά το ρίγος της παλιάς συγκίνησης και τον παλιό του τρόμο. Ξαναζεί το έγκλημα. Ψηλαφεί και σβήνει τα ίχνη αφήνοντας νέα. Αλλάζει τον διάκοσμο των εικόνων, σκηνοθετεί νέες εκδόσεις του δράματος. Δημιουργεί την ιδιότυπη, αυστηρά προσωπική, ιδιωτική συμβολιστική του. Ή τρέμει με την ελπίδα πώς «τίποτε δεν έγινε», πώς θα προλάβει να αποτρέψει την τετελεσμένη πια πράξη… Συμμετέχει προπαντός στο σ τ ό λ ι σ μ α τ ο υ ν ε κ ρ ο ύ – όλη η αισθητική της προσωπικής ποίησης δεν είναι παρά στόλισμα και μοιρολόι του αγαπημένου νεκρού – μιας ζωής που αγαπήσαμε και σκοτώσαμε… Ανακατεύεται με το πλήθος των περίεργων, γίνεται κι αυτός θεατής, φυλάγεται και συγχρόνως εκθέτει τον εαυτό του στον κίνδυνο της αναγνώρισης του…» Και με αυτό τον τρόπο είναι έτοιμος να φορέσει την πιο απίθανη μάσκα, να μεταμφιεστεί, να μετακινηθεί στον ποιητικό ρυθμό και στη φόρμα, να δοκιμαστεί φτιάχνοντας τα ετερώνυμα του και γράφοντας επωδούς για τη ζωή που δεν ζει.
Ο Ted Hughes κατηγορήθηκε ότι δολοφόνησε την Sylvia, όπως και την επόμενη σύζυγο του, την Assia Welville που αυτοκτόνησε έξι χρόνια αργότερα. Κατηγορήθηκε γιατί εξαφάνισε τις σημειώσεις του τελευταίου ημερολογίου της ποιήτριας, όπου περιέγραφε αναλυτικά τα τρία τελευταία χρόνια της ζωής της. Πώς όμως κάποιος μπορεί να ισχυριστεί κάτι τέτοιο; Βασισμένος σε ποια στοιχεία μέσα από το ποιητικό της έργο μπορεί να συμπεράνει κανείς την ψυχολογική επιρροή-βία, την ισοπέδωση, που ασκήθηκε από τον σύζυγο της; Στο ποίημα της Ερωτική Επιστολή, γράφει:

Δεν είναι εύκολο να περιγράψω την αλλαγή που έκανες.
Αν τώρα είμαι ζωντανή, τότε ήμουν νεκρή,
Ωστόσο, σαν πέτρα, ανενόχλητη
Σταθερά προσκολλημένη στη συνήθεια.

Η Sylvia Plath γνώριζε πολύ καλά ποιόν είχε διαλέξει να ερωτευτεί, ν’ αγαπήσει και να παντρευτεί. Ποτέ δεν ανέχτηκε το μέτριο, το κοινό, το συμβατικό, πόσο μάλλον διαλέγοντας να ζήσει στο πλευρό ενός ποιητή, ο οποίος ήταν ο εμπνευστής, ο κριτικός και ο ιμπρεσάριος της. Ήξερε πως ο ποιητής δεν ανήκει ολοκληρωτικά σε κανέναν και τούτο το γνώριζε κι από τον ίδιο της τον εαυτό. Έτσι κι αλλιώς σ’ αυτό το σημείο μπορεί να επιβεβαιωθεί η διαφορά που υπάρχει μεταξύ του ερωτικού και του ερωτεύσιμου. Ο ποιητής από τη στιγμή που αποφασίζει να εκτεθεί, αυτομάτως μετατρέπεται σε ερωτικό σώμα. Ανήκει σε όλους. Καθένας θέλει να συνευρεθεί μαζί του κι αυτός οφείλει να υπομείνει αυτό το επαναληπτικό ξεγύμνωμα, το σκύλεμα. Δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Για τούτο τον λόγο και υποστηρίζω, πως η Plath, δεν μπορεί μέσα από ένα τέτοιου μεγέθους ποιητικό έργο που κατέθεσε, να μην κατανόησε αυτό. Ούτε πάλι μπορώ να πιστέψω, πως η Plath αποδύονταν το ρόλο της ποιήτριας και αναλάμβανε το ρόλο της συζύγου. Κι αν τούτο γίνονταν είχε τόση διάρκεια, όση ώρα χρειάζονται να κατευναστεί η μανία της καίγοντας τα χειρόγραφα του συζύγου της και τα δικά της.
Η Plath είναι ολόκληρη ένα σώμα. Αλλιώς αν η ποίηση της δεν ήταν σωματική, δεν θα ήταν μεγαλοφυής και όσο κι αν η ίδια η ποιήτρια έπλασε τον προσωπικό της μύθο με την αυτοχειρία της, το έργο της δεν θα επιβίωνε. Με αυτόν τον τρόπο ανακαλύπτουμε μια ποιήτρια, η οποία συνδυάζει αυτό που ελάχιστοι ποιητές καταφέρνουν μέσα στην παραγωγική τους διαδρομή, την ισόρροπη σύνδεση και ανάπτυξη της φύσης, της ιδιοφυΐας και του ενεργητικού τους εαυτού. Αυτό άλλωστε συμμερίζεται και ο Ted Hughes το 1966 στο δοκίμιο του «Σημειώσεις σε χρονολογική σειρά των ποιημάτων της Sylvia Plath».
Η Plath δοκιμάζει τις λέξεις της, χτυπά η μια πάνω στην άλλη, συνθέτοντας μια ιδιόρρυθμη προσωπική ποίηση. Η ηθική της διαστέλλεται μέσα σε μια καθημερινή εικονοποιεία. Έτσι, αναλαμβάνει το πρόσωπο του γιου της, της κόρης της˙ Καθρεφτίζεται προσπαθώντας να αναγνωρίσει τον ίδιο της τον εαυτό και λαμποκοπά, αστράφτει, στραφταλίζει σχεδόν σε κάθε ποίημα που μας παρέδωσε τους δύο τελευταίους μήνες της ζωής της.
Την ίδια ώρα, η Plath, ως θείο ερπετό, περιελίσσεται στον άξονα του τρίπτυχου που ο Ελύτης ορίζει ως Τέχνη – Τύχη – Τόλμη. Γράφει ο Ελύτης: «…ε ναι λοιπόν! Τέχνη, αφού, καλά ή κακά, θέλουμε να δώσουμε μια διέξοδο στην πυθική σπίθα, που δεν κοιτάει την ώρα να γίνει Λόγος και να μπει επικεφαλής μιας καινούργιας αποτίμησης του κόσμου˙ και Τύχη, αφού είναι αυτή που θα σμίξει τα χρώματα και τα σχήματα, τις ευωδιές και τους ήχους, την καρδιά μας και την καρδιά του Σύμπαντος σ’ ένα σημείο, το λυρικό σημείο που ονειρευόμαστε˙ και Τόλμη, αφού κάθε βήμα σωστό μέσα στην κοινωνία αυτή γραφτό είναι ν’ αφήνει πίσω του αίματα, καπνούς και δάκρυα…»

Η Sylvia Plath τολμάει και με αυτόν τον τρόπο συμπυκνώνει την ποίηση της. Εκτίθεται σ’ ένα αιχμηρό περιβάλλον γεμάτο αγκίστρια και θάνατο. Κι ο θάνατος που περιγράφει στήνει τα δόκανα του. Στο ποίημα της Words (Λέξεις,) προσομοιάζει αυτές, με τσεκούρια, εργαλεία της βίας και του βίαιου θανάτου και συνεχίζει γράφοντας στον τρίτο στίχο του ποιήματος: Κι αντίλαλοι!/ Αντίλαλοι π’ απλώνουν/ Φυγόκεντρα σαν άλογα… πλέκοντας μ’ αυτό τον τρόπο το θάνατο με τη ζωή. Τα τσεκούρια κτυπούν στους κορμούς, ενώ ο ήχος, ο αντίλαλος απλώνεται φυγόκεντρα, κληροδοτώντας αντίδραση στη δράση, μεταστοιχειώνοντας το θάνατο σε ζωή. Κι η ποιήτρια είναι ικανή ν’ αντιληφθεί αυτό, γιατί έμαθε, ή καλύτερα καλλιέργησε τη δυνατότητα να κρατά τη σιωπή και ν’ αφουγκράζεται εκ των έσω. Ο Steiner, στο περίφημο δοκίμιο του Η σιωπή και ο ποιητής γράφει: «Σε ποιο βαθμό του θορύβου, που τώρα μας κατακλύζει, οι λέξεις μεταμορφώνονται πράγματι σε λόγο – και που μας χρειάζεται η σιωπή αν είναι ν’ ακούσουμε αυτήν την μεταμόρφωση; Το δεύτερο ζήτημα είναι ένα ζήτημα πολιτικής με τη θεμελιώδη της σημασία. Είναι καλύτερο για τον ποιητή να κόψει τη γλώσσα του παρά να δώσει αξία στο απάνθρωπο είτε με το ταλέντο του είτε από αμέλειά του.»

Στο ποίημα της Edge (Άκρο) φανερώνει πλέον ότι είναι αποφασισμένη να συναντήσει το θάνατο.

Η γυναίκα έχει τελειοποιηθεί.
Το νεκρό
Κορμί της ντυμένο με το χαμόγελο της εκπλήρωσης,
Η ψευδαίσθηση μιας Ελληνικής αναγκαιότητας
Ρέει στις ταινίες της τηβέννου της,
Τα εκτεθειμένα της
Πόδια φαίνεται να λένε:
Ως εδώ φτάσαμε, αρκεί […]

Γραμμένο στις 5 Φεβρουαρίου του 1963, μόλις έξι ημέρες πριν το θάνατο της, αποκαλύπτει το σχέδιο της. «Ως εδώ φτάσαμε, αρκεί», γράφει η Plath και αναρωτιέται κανείς γιατί να συμβαίνει αυτό στη ζωή μιας τριαντάχρονης γυναίκας. Η Plath όμως, στάθηκε πέρα από τα όρια της ηλικίας, έμεινε έξω από τη συμβατικότητα, αποπροσωποποίησε την ύπαρξη της κι έκλεισε τα μάτια στο κοινωνικό περιεχόμενο του κόσμου της, επειδή η ίδια η ποίηση, την εγκατέλειψε. Επιστρέφοντας στο ποίημα Words, γραμμένο την 1η Φεβρουαρίου, η Plath γράφει:
Χρόνια αργότερα
Τυχαία τις συναντώ στο δρόμο—

Λέξεις ξερές και φευγαλέες,
Το αδιάκοπο ποδοβολητό των αλόγων.
Ενόσω
Από το βυθό της λίμνης, απλανή αστέρια
Κυβερνούν μια ζωή.

Οι λέξεις της οι ίδιες, οι λέξεις της ποιήσεως της, την έχουν εγκαταλείψει. Είναι πια λέξεις ξερές και φευγαλέες, λέξεις δίχως νόημα. Η εξομολογητική της ποίηση έχει φθάσει στο τέλος της. Μοιάζει να λειτουργεί ως τον πνευματικό που εξομολογεί το ποίμνιο του και στο τέλος του δίδει άφεση των αμαρτιών του. Έτσι απελευθερώνεται, έχοντας αμαρτήσει επαναληπτικά, είτε αμφισβητώντας, είτε ερευνώντας αυτό που βρίσκεται πέρα από την θέα του φυσικού κόσμου και αποφασίζει να κρατήσει τη σιωπή, ως μοναδική εναλλακτική λύση. O Steiner, ίσως περιγράφει αυτή ακριβώς την επιλογή της Sylvia Plath, γράφοντας: «¨Όταν οι λέξεις στην πολιτεία είναι φορτωμένες βαρβαρότητα και ψέμα, τίποτα δεν μιλάει δυνατότερα από ένα άγραφο ποίημα». Η σιωπή για την ποιήτρια ισοδυναμεί με το μοναδικό πραγματικό φιλοσοφικό πρόβλημα, αυτό που ο Καμύ αναλύει στο Μύθο του Σίσυφου, την αυτοκτονία.

Στο τελευταίο γράμμα στην μητέρα της, που ταχυδρομήθηκε στις 4 Φεβρουαρίου του 1963. Η Sylvia γράφει:

Αγαπητή Μητέρα,
  Σ’ ευχαριστώ τόσο πολύ για τα γράμματα σου… Δεν έγραψα σε κανέναν μέχρι τώρα γιατί δεν αισθανόμουν πολύ καλά… Δεν έχω καμία απολύτως διάθεση να επιστρέψω στην Αμερική. Τουλάχιστον όχι τώρα. Έχω το όμορφο εξοχικό σπιτάκι μου, αυτοκίνητο, και το Λονδίνο είναι η πόλη που πάντα ήθελα να ζήσω, με τους καλούς της γιατρούς, τους ευγενικούς γείτονες, τα πάρκα, τα θέατρα και το BBC. Δεν υπάρχει κάτι αντίστοιχο με το BBC στην Αμερική – εκεί δεν εκδίδουν την δουλειά μου, όπως γίνεται εδώ με τα ποιήματα και το μυθιστόρημα μου… Εκτιμώ πολύ την επιθυμία σου να δεις την Frieda, αλλά αν μπορείς να φανταστείς την συναισθηματική αναστάτωση που πέρασε χάνοντας τον πατέρα της και μετακομίζοντας, θα καταλάβεις ότι η ιδέα να την πάρεις με αεροπλάνο στην Αμερική δεν είναι πιθανή. Είμαι η μοναδική της ασφάλεια και το να την ξεριζώσεις είναι απερίσκεπτο και εγκληματικό….Δεν θα μπορούσα ν’ αντέξω τη ζωή στην Αμερική – Εδώ έχω τους καλύτερους γιατρούς, φροντίδα απολύτως δωρεάν, και με τα παιδιά αυτό είναι πραγματική ευλογία. Επίσης ο Ted βλέπει τα παιδιά μια φορά την εβδομάδα και αυτό τον κάνει πιο υπεύθυνο σχετικά με την διατροφή….Απλά θα πρέπει να πολεμήσω μόνη μου εδώ πέρα… Θα αρχίσω να επισκέπτομαι μια γυναίκα γιατρό, δωρεάν, στο Εθνικό Σύστημα Υγείας, στην οποία με παρέπεμψε ο πολύ καλός οικογενειακός γιατρός μου, και η οποία θα με βοηθήσει ν’ αντεπεξέλθω σ’ αυτή τη δύσκολη στιγμή. Δώσε τους χαιρετισμούς μου σ’ όλους.

Sivvy

Η 11η Φεβρουαρίου του 1963, ήταν απλά μια μέρα λίγο πιο σκοτεινή, λίγο πιο καταθλιπτική, λίγο πιο βαριά απ’ τις συνηθισμένες. Η Sylvia Plath δεν μπόρεσε να την αντέξει. Αυτοκτόνησε. Όσον αφορά τον σύζυγο της, Ted Hughes, γι’ αυτόν η Sivvy, ήταν δυνητικά ζωντανή μέχρι το τέλος της ζωής του. O Hughes ένα χρόνο πριν πεθάνει έλυσε τη σιωπή του και δημοσίευσε 88 ποιήματα κάτω από τον τίτλο «Γράμματα Γενεθλίων». Τα ποιήματα αυτά μεταφράστηκαν στη χώρα μας από τον Γιάννη Αντιόχου και κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Μελάνι.

Τα Γράμματα Γενεθλίων, ποιήματα, τα περισσότερα μακροσκελή, αποτελούν τα κεφάλαια μιας ποιητικής ιστορίας, την οποία θα πρέπει ο αναγνώστης να διαβάσει την πρώτη φορά με σειρά. Κανείς δεν γνωρίζει αν τα ποιήματα έχουν γραφεί με τη σειρά που εκδόθηκαν και μέσα από μία πραγματολογική τους ανάλυση σίγουρα αυτό δεν μπορεί να ισχύει. Το πλέον ασφαλές είναι ότι ακολουθούν τη χρονική σειρά της σχέσης του ζευγαριού.
Τα Γράμματα Γενεθλίων είναι ένα καθημερινό βιβλίο ποίησης που το κουβαλάς μαζί σου, που το έλκεις μέσα από την ίδια σου την ψυχή και το αναγιγνώσκεις για να κατανοήσεις το θάνατο. Είναι ένα κατακόκκινο, αιματοβαφές βιβλίο ποίησης, είναι ένα σωματικό βιβλίο ποίησης, είναι ένα εγχειρίδιο θανάτου, πολύ επικίνδυνο για τον αναγνώστη που βρίσκεται σε προχωρημένη νεύρωση, ή στα όρια της νεύρωσης για να μεταπηδήσει στην ψύχωση. Και το πιο επικίνδυνο είναι ότι αναφέρεται σε όλους. Δεν αναφέρεται σ’ ένα κοινό που αγαπά να διαβάζει ποίηση, αλλά σ’ ένα κοινό που έχει ερωτευτεί βαθιά και έχει ζήσει έναν έρωτα éternel et banal. Αυτό δικαιολογείται και από τα νούμερα των πωλήσεων που έχει κάνει στην Αγγλία και στην Αμερική. Περισσότερα από 700.000 αντίτυπα πουλήθηκαν, ανατρέποντας τον ισχυρισμό πως η ποίηση δεν κατατάσσεται στις λίστες των National Bestsellers.

Λαίδη Λάζαρος

Το έχω ξανακάνει.
Μια φορά κάθε δέκα χρόνια
Το καταφέρνω —

Κάποιος είδος κινούμενου θαύματος, το δέρμα μου
Φωτεινό σαν ναζιστικό πορτατίφ
Το δεξί μου πόδι

Ένα πρες-παπιέ,
Το πρόσωπο μου ένα άχρωμο, φίνο
Εβραϊκό λινό.

Ξετύλιξε το ύφασμα
Ω εχθρέ μου
Σε τρομάζω; —

Η μύτη, οι κόγχες των ματιών, η πλήρης οδοντοστοιχία;
Η όξινη αναπνοή
Θα εξαφανιστεί σε μια μέρα.

Σύντομα, σύντομα η σάρκα
Που η ταφική σπηλιά κατάπιε θα’ ναι
απάνω μου ταιριαστή

Κι εγώ μια χαμογελαστή γυναίκα
Είμαι μόνο τριάντα.
Και σαν τη γάτα, εννιά φορές έχω να πεθάνω.

Αυτή είναι η Τρίτη φορά.
Τι ανοησία
Να εκμηδενίζεις κάθε δεκαετία.

Πόσα εκατομμύρια ίνες.
Το πλήθος που μασουλά φιστίκια
Σπρώχνεται για να δει

αυτούς να με ξετυλίγουν χέρια και πόδια—
Το μεγάλο ξεγύμνωμα.
Κυρίες και κύριοι

Αυτά είναι τα χέρια μου
Τα γόνατα μου.
Ίσως έμεινα πετσί και κόκαλο,

Όπως και να’ χει, είμαι η ίδια κι απαράλλαχτη γυναίκα.
Την πρώτη φορά που συνέβη, ήμουν δέκα.
Ήταν ατύχημα.

Τη δεύτερη φορά σκόπευα
Να το πετύχω και να μην επανέλθω.
Λικνιζόμουν κλειστή

Σαν το στρείδι.
Έπρεπε να με φωνάξουν και να με ξαναφωνάξουν
Κι απόσπασαν τα σκουλήκια από πάνω μου σαν κολλώδη μαργαριτάρια.

Το να πεθαίνεις
Είναι ένα είδος τέχνης, όπως κι οτιδήποτε άλλο.
Το κάνω εξαιρετικά καλά.

Το κάνω έτσι που να μοιάζει με κόλαση.
Το κάνω έτσι που να μοιάζει αληθινό.
Στοιχηματίζω πως θα μπορούσατε να πείτε ότι έχω χάρισμα.

Είναι αρκετά εύκολο να το κάνεις σ’ ένα κελί.
Είναι αρκετά εύκολο να το κάνεις και να μην κάνεις ρούπι.
Είναι θεατρικό

Να επανέρχεσαι μέρα μεσημέρι
Στο ίδιο μέρος, το ίδιο πρόσωπο, η ίδια κτηνώδης
Κραυγή έκπληξης:

«Θαύμα!»
Τούτο μ’ εξαντλεί.
Υπάρχει κάποιο κόστος

Για την θέαση των πληγών μου, υπάρχει κάποιο κόστος
Για τ’ άκουσμα της καρδιάς μου—
Αληθινά χτυπάει.

Κι υπάρχει κάποιο κόστος, κάποιο αρκετά μεγάλο κόστος
Για μια λέξη ή ένα άγγιγμα
ή για μια σταγόνα αίμα

ή μια τούφα απ’ τα μαλλιά μου ή ένα κομμάτι απ’ τα ρούχα μου.
Λοιπόν, λοιπόν, Herr Doktor
Λοιπόν, Herr Εχθρέ.

Είμαι το έργο σου,
Είμαι το πολύτιμο σου
Το βρέφος από καθαρό χρυσάφι

που συνθλίβεται σε μια τσιρίδα.
Στριφογυρνώ και καίγομαι.
Μη νομίσεις ότι υποτιμώ το μεγάλο σου ενδιαφέρον.

Στάχτη, στάχτη —
Χώνεις τη μασιά κι ανασκαλεύεις.
Σάρκα, οστά, τίποτα δεν υπάρχει εδώ —

Μια κρούστα σαπουνιού,
Μια γαμήλια βέρα,
Ένα χρυσό σφράγισμα.

Herr Θεέ, Herr Εωσφόρε
Πρόσεχε
Πρόσεχε.

Μέσα απ’ τη στάχτη
Αναδύομαι με τα κόκκινα μαλλιά μου
Και τους άντρες σαν αέρα τους κάνω μια χαψιά.

 -*-*-*-*-

Πατερούλη

Δε μου κάνεις, δε μου κάνεις
πια, μαύρο παπούτσι
που μέσα σου έζησα σαν πόδι
για τριάντα χρόνια, φτωχό κι αγνό,
μόλις τολμώντας ν’ αναπνεύσω ή να φταρνιστώ.

Πατερούλη, έπρεπε να σ’ είχα σκοτώσει.
Πέθανες πριν προλάβω —
βαρύ μάρμαρο, τσουβάλι γεμάτο από Θεό,
τρομακτικό άγαλμα μ’ ένα γκρίζο δάχτυλο ποδιού
τεράστιο σαν φώκια του Frisco

κι ένα κεφάλι στον φρικτό Ατλαντικό
όπου βρέχει πράσινα μυαλά απάνω στο γαλάζιο.
Πέρα απ’ τα νερά του ωραίου Νουαζέτ.
Συνήθιζα να προσεύχομαι για να σε ξαναβρώ.
Ach, du.

Στη Γερμανική γλώσσα, στην Πολωνική πόλη
ισοπεδωμένος από τις ερπύστριες
των πολέμων, πολέμων, πολέμων.
Αλλά τ’ όνομα της πόλης συνηθισμένο.
Ο Πολωνός φίλος μου

Λέει πως υπάρχουν μια ντουζίνα ή δυο.
Έτσι ποτέ δεν θα μπορούσα να πω που
πάτησες το πόδι σου, που άπλωσες τη ρίζα σου,
ποτέ δεν θα μπορούσα να σου μιλήσω.
Η γλώσσα μου κολλάει στον ουρανίσκο.

Κολλάει σε μια αγκαθωτή συρμάτινη θηλιά.
Ich, ich, ich, ich
Δυσκολευόμουν να μιλήσω.
Πίστευα πως κάθε Γερμανός ήσουν εσύ.
Και η γλώσσα αισχρή

μια ατμομηχανή, μια ατμομηχανή,
με ρυμουλκούσε σαν Εβραία.
Μία Εβραία στο Νταχάου, στο Άουσβιτς, στο Μπέλσεν.
Άρχισα να μιλώ σαν Εβραία.
Σκέφτομαι ότι κάλλιστα θα μπορούσα να είμαι Εβραία.

Τα χιόνια του Τιρόλου, η ξανθιά μπύρα της Βιέννης
δεν είναι δα και τόσο αγνά ή αληθινά.
Με τη γύφτισσα πρόγονο μου και την παράξενη τύχη μου
την τράπουλα των Ταρώ μου, και την τράπουλα των Ταρώ μου
ίσως και να μοιάζω λίγο για Εβραία.

Πάντα σού ήμουν αφοσιωμένη,
με τη Luftwaffe σου, τα παράσημά σου
και το χαριτωμένο μουστάκι σου,
το Άρειό σου βλέμμα, λαμπερό γαλάζιο.
Μηχανοκίνητε άνθρωπε, μηχανοκίνητε άνθρωπε, ω Εσύ —

Που δεν είσαι Θεός αλλά μια σβάστικα
τόσο σκοτεινή που κανείς ουρανός δεν μπορεί να διαπεράσει.
Κάθε γυναίκα λατρεύει έναν Φασίστα,
την μπότα στο πρόσωπο, την κτηνώδη
την κτηνώδη καρδιά ενός κτήνους σαν κι εσένα.

Στέκεσαι στον μαυροπίνακα, πατερούλη,
στη φωτογραφία που κρατώ από σένα,
μια ουλή στο πηγούνι αντί στο πόδι σου
αλλά δεν είσαι λιγότερο από διάβολος για δαύτο, όχι,
τίποτα λιγότερο από τον μαυροντυμένο άνδρα που

έσκισε την όμορφη κόκκινη καρδιά μου στα δυο.
Δέκα χρονών ήμουν όταν σε θάψανε.
Στα είκοσι αποπειράθηκα να σκοτωθώ
και να γυρίσω πίσω, πίσω, πίσω σε σένα.
Σκέφτηκα πως ακόμα και τα κόκαλα μου φτάνανε.

Αλλά με τράβηξαν έξω από το σάκο,
με συναρμολόγησαν με κόλλα.
Και τότε ήξερα τι να κάνω.
Κατασκεύασα ένα αντίγραφο σου,
έναν άνδρα μαυροντυμένο με ύφος Meinkampf

κι αγάπη για τη φάλαγγα και τον κοχλία.
Κι είπα δέχομαι, δέχομαι.
Έτσι, πατερούλη, σε ξεπέρασα.
Τα μαύρα τηλέφωνα χαλασμένα από τη βάση τους,
Οι φωνές απλά δεν μπορούν να βγουν απ’ τα σύρματα.

Εάν σκότωσα έναν άνδρα, σκότωσα δύο—
Ο βρικόλακας που είπες ήσουν εσύ
και μου ρούφηξες το αίμα ένα χρόνο,
επτά χρόνια, αν θες να ξέρεις στ’ αλήθεια.
Πατερούλη, μπορείς να ησυχάσεις τώρα.

Υπάρχει ένα παλούκι στην χοντρή μαύρη σου καρδιά
και οι χωρικοί ποτέ δε σε συμπάθησαν.
Χορεύουν και σε τσαλαπατάνε.
Πάντα ήξερα ότι ήσουν εσύ.
Πατερούλη, Πατερούλη, κάθαρμα. Σε ξεπέρασα.

Σύλβια Πλαθ
ΑΡΙΕΛ
Μετάφραση: Γιάννης Αντιόχου
(υπό έκδοση, εκδόσεις Μελάνι)

 

Μέρος του κειμένου έχει δημοσιευθεί ως επίμετρο στο βιβλίο: «Ο Κυρ-Πανικός και η Βίβλιος των Ονείρων και άλλες ιστορίες», μετάφραση: Μυρσίνη Γκανά, εκδόσεις Μελάνι.

Από τις εκδόσεις Μελάνι ακόμα κυκλοφορούν:

1. Τεντ Χιουζ, «Γράμματα Γενεθλίων», Εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια: Γιάννης Αντιόχου

2. Ρόναλντ Χάιμαν, «Ο Θάνατος και η Ζωή της Σύλβια Πλαθ», μετάφραση: Έφυ Φρυδά

3. Σύλβια Πλαθ, «Ο Κυρ-Πανικός και η Βίβλος των Ονείρων και άλλες Ιστορίες», μετάφραση: Μυρσίνη Γκανά,   επίμετρο: Γιάννης Αντιόχου

4. Σύλβια Πλαθ, «Άριελ», Μετάφραση: Γιάννης Αντιόχου, (υπό έκδοση)

Ακόμα ψάχνοντας την τεράστια βάση με βίντεο του YouTube ανακάλυψα δύο βίντεο που η Πλαθ διαβάζει τα ποιήματα Ariel και Daddy, δεν έχετε παρά να κάνετε ένα κλικ για να τα παρακολουθήσετε.

Τ.Σ. Έλιοτ: Οι κούφιοι άνθρωποι


eliot2.jpg 

Στις 9.9 είχα τα γενέθλιά μου. Δυστυχής η μέρα. Μελαγχολικό το κυριακάτικο πρωϊνό. Είχα ξενυχτήσει διαβάζοντας και χαζολογώντας στον υπολογιστή, εγκαθιστώντας και δοκιμάζοντας νέα προγράμματα, προσφορές πάντα από τα περιοδικά για υπολογιστές. Παρόλα αυτά η αμηχανία δεν γιατρευότανε, η γενέθλια μου ημέρα είχε φτάσει και εγώ έπρεπε να υποδυθώ ακόμα και στον ίδιο μου τον εαυτό πως ήμουν καλά, ενώ στην πραγματικότητα δεν ήμουν.

Καθισμένος απέναντι από την βιβλιοθήκη μου σκέφτηκα πόσο ωραίο θα ήταν να μου κάνει κανείς δώρο ένα βιβλίο ποίησης. Ένα βιβλίο όμως συναρπαστικό, να το διαβάζω και να το ξαναδιαβάζω, να το σέρνω μαζί μου δεξιά κι αριστερά, να το τοποθετώ στο κομοδίνο της κρεβατοκάμαρας, εκεί, δίπλα, να κοιμάται μαζί μου κι αν γινότανε να παράγει κι όνειρα. Όνειρα… πολύ μου έχουν λείψει τα όνειρα.

Έτσι αποφάσισα να δωρίσω ο ίδιος ένα ποίημα στον εαυτό μου με τη λογική της μετάφρασης. Από τους σιωπηλούς συντρόφους που εδρεύουν στη βιβλιοθήκη μου, ο τόμος με τα ποιήματα του Έλιοτ στάθηκε δελεαστικότερος. Άνοιξα τυχαία και βρέθηκα αντιμέτωπος με το ποίημα «The Hollow Men», το οποίο και μεταφράζοντάς το έγινε: «Οι Κούφιοι Άνθρωποι». Κάτω από τον τίτλο υπήρχε σαν motto: «Mistah Kurtz – he dead» και «A penny for the Old-Guy».

Τη μελαγχολία του κυριακάτικου πρωινού διαδέχθηκε η λαχτάρα να μάθω όλα τα πραγματολογικά στοιχεία προκειμένου να μεταφράσω το ποίημα σωστά.

«THE HOLLOW MEN»
«ΟΙ ΚΟΥΦΙΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ»
by
T.S.ELIOT
NOVEMBER 1925

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΝΤΙΟΧΟΥ

Οι δυο επιγραφές που χρησιμοποιεί ως motto ο Έλιοτ προέρχονται η μεν που μεταφράζεται: «Κύριο Κουρτς-πέθανε» από το κλασικό μυθιστόρημα του Τζόζεφ Κόνραντ «Η καρδιά του σκότους», όπου ο Κουρτς είναι μυθιστορηματικός ήρωας, η δε «μια δεκάρα για τον Γέρο-Γκάι» είναι λαϊκή αγγλική έκφραση την οποία λένε τα παιδιά στην Αγγλία την 5η Νοεμβρίου.
Ο Γέρο-Γκάι είναι ο Γκάι Φοκς (Guy Fawkes) που μαζί με άλλους συνωμότησε στο να ανατιναχθεί η Βουλή των Λόρδων ως διαμαρτυρία απέναντι στους αντικαθολικούς νόμους. O Γκάι Φοκς συνελήφθηκε στις 5 Νοεμβρίου του 1605 σε ένα υπόγειο της βουλής και μετά από βασανιστήρια ομολόγησε και κατέδωσε και τους συνεργάτες του. Η 5η Νοεμβρίου γιορτάζεται στην Αγγλία με πυροτεχνήματα και φωτιές αχυρένιων ομοιωμάτων. Η συσχέτιση «οι κούφιοι άνθρωποι», «οι παραγεμισμένοι άνθρωποι» είναι φανερή με τα ομοιώματα από άχυρο που καίγονται.
Το ποίημα έχει ακόμα αναφορές από τον «Ιούλιο Καίσαρα» του Σαίξπηρ και την «Κόλαση» του Δάντη, ιδιαίτερα στη στροφή όπου είναι συγκεντρωμένοι όλοι μαζί στην αμμούδα του ξεχειλισμένου ποταμού.
Στο ποίημα παρακολουθούμε τη διαδρομή της ψυχής μέσα: (1) στου ονείρου του θανάτου τη Βασιλεία, (2) στου θανάτου τη λυκόφωτη Βασιλεία και (3) στου θανάτου την άλλη Βασιλεία
Ο Έλιοτ περιγράφει πως εμείς οι ζωντανοί γινόμαστε αντιληπτοί από εκείνους που «διέσχισαν με το βλέμμα ευθύ, στου θανάτου την άλλη Βασιλεία» και γράφτηκε στις 25 Νοεμβρίου του 1925. Η έκδοση του έγινε για πρώτη φορά στο βιβλίο του Έλιοτ “Collected Poems 1920-1925”.

H τελευταία στροφή του ποιήματος:
[…]
Έτσι τελειώνει ο κόσμος
Έτσι τελειώνει ο κόσμος
Έτσι τελειώνει ο κόσμος
Όχι με έναν κρότο αλλά με ένα κλαψούρισμα

αποτελεί ίσως την γνωστότερη αναφορά από όλα τα ποιήματα του Έλιοτ.

ΟΙ ΚΟΥΦΙΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

Κύριο Κουρτς –πέθανε.
                            Μια δεκάρα για τον Γέρο-Γκάι

I

Είμαστε οι κούφιοι άνθρωποι
Είμαστε οι παραφουσκωμένοι άνθρωποι
Γέρνοντας μαζί
Με την περικεφαλαία γεμάτη με άχυρο. Αλίμονο!
Οι εξαντλημένες μας φωνές όταν
Μαζί ψιθυρίζουμε
Είναι βουβές και άσκοπες
Όπως ο αέρας στο ξερό χορτάρι
Ή τα πόδια των ποντικών πάνω σε σπασμένα γυαλιά
στο ξηρό μας κελάρι

Μορφή δίχως φόρμα, σκιά δίχως χρώμα,
Δύναμη παραλυμένη, χειρονομία δίχως κίνηση˙

Εκείνοι που διέσχισαν
Με το βλέμμα ευθύ, στου θανάτου την άλλη Βασιλεία
Μας θυμούνται —όπως ήμασταν— όχι σαν χαμένες
λυσσαλέες ψυχές, αλλά μοναχά
Σαν τους κούφιους ανθρώπους
Του παραφουσκωμένους ανθρώπους.

ΙΙ

Βλέμματα που δεν τολμώ στο όνειρο να αντικρίσω
Στου θανάτου το ονειρικό βασίλειο
Αυτά δεν εμφανίζονται:
Εκεί, τα βλέμματα είναι
Ηλιόφως σε έναν σπασμένο κίονα
Εκεί, είναι ένα δέντρο που ταλαντεύεται
Και υπάρχουν φωνές
Στου ανέμου το τραγούδι
Πιότερο μακρινές και ακόμα πιο ιερές
Απ’ ότι ένα αστέρι που σβήνει.

Ας μη βρεθώ πιο κοντά
Στου θανάτου το ονειρικό βασίλειο
Κι ακόμα ας ντυθώ
Με μια τέτοια προμελετημένη μεταμφίεση
Τη δορά του ποντικού, το πετσί του κορακιού, σανίδια σταυρωτά
Σε ένα λιβάδι
Και όπως φυσάει ο άνεμος τα πάει
Όχι πιο κοντά—

Όχι αυτή η τελική συνάντηση
Στο βασίλειο του λυκόφωτος.

ΙΙΙ

Αυτή είναι η νεκρή χώρα
Αυτή είναι του κάκτου η χώρα
Εδώ τα λίθινα ειδώλια
Υψώνονται, εδώ δέχονται
Την ικεσία από το χέρι ενός νεκρού ανθρώπου
Κάτω από την μαρμαρυγή ενός αστεριού που σβήνει.

Κάπως έτσι είναι
Στου θανάτου την άλλη βασιλεία
Ξυπνάς μοναχός
Εκείνη την ώρα που εμείς
τρέμουμε με τρυφερότητα
Χείλη που θα φιλούσαν
Πλάθουν προσευχές για τη σπασμένη πέτρα.

IV

Τα βλέμματα δεν είναι εδώ
Εδώ δεν υπάρχουν βλέμματα
Σ’ αυτή την κοιλάδα των άστρων που πεθαίνουν
Σ’ αυτή την κούφια κοιλάδα
Το σπασμένο αυτό σαγόνι των χαμένων βασιλείων μας

Σε αυτόν τον ύστατο τόπο συνάντησης
Μαζί ψαχουλεύουμε
Και αποφεύγουμε τα λόγια
Συγκεντρωμένοι στην αμμούδα του ξεχειλισμένου ποταμού

Τυφλοί, εκτός κι αν
Τα μάτια επανέλθουν
Όπως το αιώνιο άστρο
Ρόδο εκατόφυλλο
Της λυκόφωτης του θανάτου βασιλείας
Η ελπίδα μόνο
Των κενών ανθρώπων.

V

Γύρω-γύρω όλοι
Φραγκόσυκο στη μέση
Γύρω-γύρω όλοι
Στις πέντε ξημερώνει

Μεταξύ της ιδέας
Και της πραγματικότητας
Μεταξύ της κίνησης
Και της πράξης
Ενσκήπτει η Σκιά

Ότι Σου εστίν η Βασιλεία

Μεταξύ της επινόησης
Και της δημιουργίας
Μεταξύ του αισθήματος
Και της ανταπόκρισης
Ενσκήπτει η Σκιά

Η ζωή είναι μακριά πολύ

Μεταξύ της επιθυμίας
Και του σπασμού
Μεταξύ της ισχύος
Και της ύπαρξης
Μεταξύ της ουσίας
Και της πτώσης
Ενσκήπτει η Σκιά

Ότι Σου εστίν η Βασιλεία

Ότι Σου εστίν
Είναι η ζωή
Ότι Σου εστίν

Έτσι τελειώνει ο κόσμος
Έτσι τελειώνει ο κόσμος
Έτσι τελειώνει ο κόσμος
Όχι με έναν κρότο αλλά με ένα κλαψούρισμα

THE HOLLOW MEN

Mistah Kurtz-he dead.
                         A penny for the Old Guy
I

We are the hollow men
We are the stuffed men
Leaning together
Headpiece filled with straw. Alas!
Our dried voices, when
We whisper together
Are quiet and meaningless
As wind in dry grass
Or rats’ feet over broken glass
In our dry cellar

Shape without form, shade without colour,
Paralysed force, gesture without motion;

Those who have crossed
With direct eyes, to death’s other Kingdom
Remember us — if at all — not as lost
Violent souls, but only
As the hollow men
The stuffed men.

II

Eyes I dare not meet in dreams
In death’s dream kingdom
These do not appear:
There, the eyes are
Sunlight on a broken column
There, is a tree swinging
And voices are
In the wind’s singing
More distant and more solemn
Than a fading star.

Let me be no nearer
In death’s dream kingdom
Let me also wear
Such deliberate disguises
Rat’s coat, crowskin, crossed staves
In a field
Behaving as the wind behaves
No nearer –

Not that final meeting
In the twilight kingdom

III

This is the dead land
This is cactus land
Here the stone images
Are raised, here they receive
The supplication of a dead man’s hand
Under the twinkle of a fading star.

Is it like this
In death’s other kingdom
Waking alone
At the hour when we are
Trembling with tenderness
Lips that would kiss
Form prayers to broken stone.

IV

The eyes are not here
There are no eyes here
In this valley of dying stars
In this hollow valley
This broken jaw of our lost kingdoms

In this last of meeting places
We grope together
And avoid speech
Gathered on this beach of the tumid river

Sightless, unless
The eyes reappear
As the perpetual star
Multifoliate rose
Of death’s twilight kingdom
The hope only
Of empty men.

V

Here we go round the prickly pear
Prickly pear prickly pear
Here we go round the prickly pear
At five o’clock in the morning.

Between the idea
And the reality
Between the motion
And the act
Falls the Shadow

For Thine is the Kingdom

Between the conception
And the creation
Between the emotion
And the response
Falls the Shadow

Life is very long

Between the desire
And the spasm
Between the potency
And the existence
Between the essence
And the descent
Falls the Shadow
For Thine is the Kingdom

For Thine is
Life is
For Thine is the

This is the way the world ends
This is the way the world ends
This is the way the world ends
Not with a bang but a whimper

Έτσι… είχα δωρήσει στον εαυτό μου το ωραιότερο δώρο γενεθλίων, ένα ποίημα του T.S.Eliot.

NICK LAIRD: «To a Fault»


laird.jpg

Ο Νικ Λερντ είναι δικηγόρος, συγγραφέας, κριτικός μα πάνω απ’ όλα ποιητής. Γεννήθηκε το 1975 στο Tyrone της Βόρειας Ιρλανδίας, και έζησε στη Βαρσοβία και τη Βοστόνη. Σήμερα ζει και εργάζεται στο Λονδίνο. Στην αγγλική λογοτεχνία ποιήματα και κριτικές του έχουν δημοσιευθεί στα σημαντικότερα αγγλικά περιοδικά λόγου και τέχνης.

Η πρώτη του ποιητική του συλλογή “To a Fault” εκδόθηκε το 2005, από τον σημαντικότερο εκδοτικό οίκο της Αγγλίας που εκδίδει ποίηση, τους: Faber & Faber http://www.faber.co.uk/ και εντυπωσίασε κοινό και κριτικούς. Κύρια θεωρείται εσωτερική και κλειστή η γραφή του, ενώ παρακολουθούμε την πορεία του από τη Βόρεια Ιρλανδία μέχρι το μητροπολιτικό Λονδίνο. Η συλλογή μπήκε στη βραχεία λίστα των βραβείων Forward και τιμήθηκε με τα βραβεία: «the Ireland Chair of Poetry prize», «the Betty Trask Prize», και το «Rooney Prize for Irish Literature» .

Η δεύτερη ποιητική του συλλογή με τίτλο “On Purpose”, εκδόθηκε το 2007. Μπορείτε να προμηθευτείτε το εξαίσιο βιβλίο του από τα ηλεκτρονικά βιβλιοπωλεία του διαδικτύου, όπως αυτό της Amazon στην ηλεκτρονική διεύθυνση: (www.amazon.com).

Δείγμα Γραφής:

POETRY

It’s a bit like looking through the big window

on the top deck of the number 47.

I’m watching you and her, and all of them,

but through my own reflection.

Or opening my eyes when everyones’s praying.

The wave machine of my father’s breathing,

my mother’s limestone-fingered steeple,

my sister’s tiny fidgets, and me, moon-eyed, unforgetting.

And then the oak doors flapping slowly open to let us out,

like some great injured bird trying to take flight.