Patti Smith – Η ποιήτρια


Από την εμφάνισή της στη δισκογραφία καθένας που έχει κοινωνήσει με τις μουσικές συνθέσεις της Πάτι Σμιθ έχει νιώσει πως δεν είναι μια απλή τραγουδοποιός, αλλά κάτι περισσότερο. Η Πάτι Σμιθ είναι ποιήτρια και μάλιστα μια από τις πιο σημαντικές ποιητικές φωνές της γενιάς της. Ένα ποίημα από την τελευταία της ποιητική συλλογή:  Auguries of Innocence (Οιωνοί της Αθωότητας)  αμέσως με έκανε να θελήσω να το  μεταγράψω στη γλώσσα μας και άμεσα να το μοιραστώ μαζί σας.

Ο ΜΑΚΡΥΣ ΔΡΟΜΟΣ

Εδώ θα ήταν καλύτερα να προχωρήσουμε στα νύχια των ποδιών

ενόσω εγώ θα βαδίσω μπροστά για ασφάλεια.

ΡΟΜΠΕΡΤ ΛΟΥΙΣ ΣΤΙΒΕΝΣΟΝ

Βαδίσαμε μέσα στα μαύρα πανωφόριά μας,

σαρώνοντας χρόνο, σαρώνοντας χρόνο,

κοιμώμενοι σε εγκαταλειμμένες καμινάδες,

ξεπροβάλλοντας ν’ αντικρίσουμε τη βροχή.

Βρεγμένοι, ταλαιπωρημένοι, κάπως χαμένοι,

έρποντας στ’ αυλάκια, μασώντας βολβούς,

ήμασταν τόσο πεινασμένοι, τουλίπες

κορωμένες από κουρελιασμένα πέταλα.

Στολιστήκαμε με υδροκότυλους,

μοχθήσαμε μέχρι ωσότου περάσαμε το εκλεγμένο μέτωπο,

ο ψίθυρος ενός μονοπατιού που με κάποιο τρόπο γνωρίζαμε,

βροχή που δεν ήταν βροχή, δάκρυα που δεν ήταν ακόμα δάκρυα.

Και το δισκοπότηρο, ω το δισκοπότηρο ήταν τόσο πολύ κοντά,

φινιρισμένο με λεπτό έλασμα φύλλων, τυλιγμένο μέσα στον ήλιο.

Γλαδιόλες άνθιζαν, σκάζοντας

από κάθε ρωγμή. Ο κόσμος ολόκληρος

ανήσυχος για την αγία μητέρα να εξετάσει

τα πηγούνια μας με αυτό το γνώριμο τραγούδι

Σ’ αρέσει το βούτυρο;

Ω σ’ αρέσει το βούτυρο…

έπειτα κατασκηνώσαμε πάνω σ’ έναν λόφο κιτρινισμένο ολόγυρα.

Ιππεύσαμε άλογα, περιδιαβήκαμε σε δάση

σκανταλιάρες νεράιδες χόρεψαν καταγής.

Κλαδιά έσπασαν στα πρόσωπά μας.

Το βασίλειό μας πίσω από έναν αλυσόπλεκτο φράκτη…

Καταπιαστήκαμε στα λατομεία, λειασμένα μάρμαρα,

γονατίσαμε και σημαδέψαμε σε πύρινους γύρους.

Στήσαμε τις ξέφρενες κατασκηνώσεις μας,

οι σκηνές μας διάτρητες απ’ τους πασσάλους,

σχισμένες με σουγιάδες τσέπης─

αλεπουδίτσες μετρούσαν μ’ ακρίβεια τη σκληρή γη,

αναθεματίζοντας τη γόνιμη όχθη που μας έκανε απαλούς.

Μαζέψαμε σίκαλη, γεμίσαμε σακιά, φτιάξαμε μαξιλάρια

για τους άντρες μας. Στραγγίξαμε το αίμα απ’ τα ποτισμένα κρεβάτια,

καλύψαμε των μαρτύρων τα ποτισμένα κεφάλια, ζυγίσαμε

τους κάδους που είχαν γεμίσει ως απάνω,

και είδαμε τα πάντα και τίποτα.

Καβαλήσαμε στη πλάτη μιας μεγάλης αρκούδας, βυθίζοντας την κουτάλα μας

στον γαλακτώδες ζωμό που απλώθηκε μπροστά μας σαν μια λευκή λίμνη.

Τα πλοία μας σφύριξαν γραμμένες χυδαιότητες

σε ιστία διφθέρας, πλωτοί αναλφάβητοι ποταμοί μετατράπηκαν

σε αιμάτινες πισίνες βρόχινων βόρβορων.

Πνεύσαμε εγκωμιαστικούς ψαλμούς σε κέρατα ιερών ζώων─

γιουχαΐσματα, εξομολογήσεις, εφηβικές προσευχές

υφάνθηκαν μέσα σε ταπισερί μοναστηριακών κήπων.

Ούτε μάνα είχαμε τώρα, και ανακρούοντας απειροελάχιστες απειλές,

όρκοι ιεροί ξέσπασαν με μια νέα βία αποδίδοντας όχι θέληση ασθενική

μ’ εξαίρεση να γεννηθεί─ η πίστη και υποταγή μας στην κίνηση

και τη μετατόπιση των αστέρων.

Ένα γαλάζιο φως προγραμματισμένο από τη σκούφια μιας ύπαρξης

που δεν μπορούσαμε πλέον να ονομάσουμε. Σκαρφαλώσαμε τα σκαλοπάτια

σ’ έναν πιο γαλάζιο παράδεισο σημαδεμένο με γιρλάντες,

ματώνοντας τον άνεμο. Απολαύσαμε το θέαμα.

Μετά χάθηκε, αλλά εμείς είχαμε ήδη φύγει.

Κατακτήσαμε μια καινούργια φωτοβολή. Έσταξε η δροσιά

από τις μύτες μας. Καμαρώσαμε για το αστραφτερό μας δέρμα,

διασκορπίζοντάς το δίχως έναν αναστεναγμό. Κάποιοι υψώσανε τα φανάρια τους.

Κάποιοι φάνηκαν να βαδίζουν μέσα σ’ ένα δικό τους φως.

Πύρινοι τύμβοι που δεν ήταν τύμβοι, στον ορίζοντα μπροστά…

Πλησιάζοντας πέσαμε πάνω σε πλήθος από πανωφόρια

εγκαταλειμμένα απ’ το ναυαρχείο, μαβιά εκθρονισμένου βασιλιά,

μετάλλια τιμής, οι προβλεπόμενες μπότες από δέρμα γλώσσας σκύλου,

μπόμπιρες, ζωοτόμαρα, ερμίνα και προβιά φορεμένη απ’ αυτούς

του υψηλού αξιώματος, πρίγκιπες και πιλότοι, ο μάγος και ο μυστικιστής.

Ακόμα κανένα βαθμό δεν είχαμε ψαρεύοντας ευτυχισμένα κουρέλια υφασμένα απ’ τον τυφλό.

Η δική μας ήταν μια χώρα κοιλωμάτων. Ήταν άδεια.

Κι ακόμα εντός κάποιου μπορούσες να βρεις όλες τις ελπίδες ενός παιδιού─

τη δική μας γλυκιά ιστορία, τη δική μας γλυκιά ζωή,

τεμαχισμένη με το ύφασμα της εκστατικού μας αλληλοσπαραγμού.

Μιας και ξέραμε προς τα που κατευθυνόμασταν, σαλτάραμε

σε καθαγιασμένα πανωφόρια. Θα μπορούσαμε να προχωρούμε διαπαντός

αν όχι γι’ αυτό και για κείνο τραβώντας την κόλλα των χιτωνίων μας.

Ραγίσαμε την καρδιά της μητέρας μας και γίναμε οι εαυτοί μας.

Συνεχίσαμε ν’ αναπνέουμε και γι’ αυτό να επιβιώσουμε,

μεθυσμένοι, εμβρόντητοι, καθένας μας ένας θεός.

Τώρα συ έσβησες το φως.

Πίεσε με τον αντίχειρά σου το φυτίλι.

Αν κοκαλώνει, θα καείς.

Αν κάνει πουφ, θα μεταμορφωθείς

σε μια δέσμη που θα εξαφανιστεί

με τη νύχτα μέσα σ’ ένα όνειρο

πασπαλισμένο με μπιχλιμπίδια.

Είδαμε τα μάτια του Ραβέλ, μπλε δακτυλιωτά, και ανοιγοκλείνοντας

δυο φορές. Τραγουδήσαμε άριες δικής μας επινόησης, βάσανα τραγουδώντας

νεκρικές μελαγχολίες αγιασμένων χωμάτων και θανάσιμων υποδημάτων,

ξεχασμένων πεζικάριων και αποστάσεων ουδέποτε ονειρεμένων─

κι ακόμα τόσα μακριά όσο ένας ανθρώπινος λόφος, στραφήκαμε για μολυβένιους στρατιώτες

τοποθετημένοι στις πτυχές των κλινοσκεπασμάτων, μόνο τόσο μακριά όσο ένα αμφιθαλές χέρι,

τόσο μακριά όσο ο ύπνος, μια πατρική προσταγή─

…το μακρύ δρόμο παιδιά μου

Αποκοπήκαμε από του σκόρου μας το κέλυφος ζωντανοί μέσα στη νύχτα,

ο ουρανός διάστικτος απ’ άστρα που δεν βλέπουμε πια.

Η δοξασία ενός παιδιού κεντημένη πάνω σε μαντίλια τσέπης─

Θεέ μη μας εγκαταλείπεις

είμαστε όλα όσα αυτός γνωρίζει.

Δεν πρέπει εμείς να τον εγκαταλείψουμε

αυτός είναι οι εαυτοί μας

ο αιθέρας των πράξεών μας.

Ο εποχιακός εργάτης σφυρίζοντας αναγγέλλει, σαρώνοντας χρόνο, σαρώνοντας χρόνο.

Κοιμόμαστε. Σκευωρούμε, πιέζοντας την παλλόμενη χορδή.

Μακαρίως ενσυνείδητοι, ξεκινάμε πάλι απ’ την αρχή.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s