«…για μια μαζική σιωπή μιλώ, που δυστυχώς βομβίζει τόσο πολύ… όσο ένα οδυνηρό αντηχείο…»


«…για μια μαζική σιωπή μιλώ, που δυστυχώς βομβίζει τόσο πολύ… όσο ένα οδυνηρό αντηχείο…»

Δεν είμαι σε θέση να καταλάβω τι τελικά μας έχει συμβεί, ως άτομα ή ως λαός, είτε δηλαδή σε ατομικό, είτε σε εθνικό επίπεδο και κοιμόμαστε έναν ύπνο βαθύ και μακάριο. Καμιά φορά σηκώνω το βλέμμα μου και κοιτάζω μέχρι εκεί που απλώνεται ο ανοιχτός ορίζοντας. Αυτό δεν συμβαίνει τώρα. Πάντα συνήθιζα να κοιτάζω τον ανοιχτό ορίζοντα και πάντα διαπίστωνα πως ευτυχώς ακόμα στροβιλίζεται το πράνα στην ατμόσφαιρα, τότε ψιθύριζα πως ευτυχώς ακόμα αναπνέω κι υπάρχω.  Τι είναι το πράνα δεν θα σας πω, ούτε με τι μοιάζει, αφού δεν έχει μεγάλη σημασία τι μπορεί εγώ να βλέπω, αλλά τι μπορείτε εσείς να δείτε μέσα από μένα. Αλλά επειδή δεν είναι δίκαιο και μου αρέσει και η φιλοσοφία και η σοφιστεία , θα σας πω πως το πράνα είναι η ζωτική ενέργεια του αιθέρα και πως για ένα ασκημένο μάτι παραμένει ακόμα ορατό.

Προδόθηκα όμως! Είναι που βιάζομαι να σας τα ψάλλω ένα χεράκι. Σας ανέφερα το ασκημένο μάτι, το ασκημένο βλέμμα δηλαδή. Έτσι σας κάνω εξ’ αρχής κατανοητό πως μιλώ για κάτι που χρειάζεται μια κάποια προσπάθεια, εκτός κι αν ο καλός θεός επιφοιτήσει αυτό το κείμενό μου ώστε να γίνει άμεσα αντιληπτό στα μυαλουδάκια σας.

Μην εγείρετε περιορισμούς αλαζονικής συμπεριφοράς εκ μέρους μου, αφού τελικά δεν θα καταφέρετε παρά να πατήσετε το  close του φυλλομετρητή  σας κι έτσι να πούμε κάπως πρόωρα αντίο.  Σας παρακαλώ όμως, μέσα από την καρδιά μου σας παρακαλώ να προσπαθήστε μήπως και τελικά αντιληφθείτε με τον τρόπο που κι εγώ αντιλαμβάνομαι.  Δεν ξέρω αν είναι αισθητηριακός ή ψυχικός αυτός ο τρόπος αλλά σίγουρα δεν είναι ατομικός ή εθνικός, απλά είναι κατά κάποιο τρόπο μειοψηφικός.

Στο θέμα μας λοιπόν και προσεκτικά μη τύχει και μας μηνύσουν. Τηλεοπτικός σταθμός με μεγάλη ακροαματικότητα συνηγορεί μέσω των προγραμμάτων του στην κατασκευή υπηκόων, σκλαβώνοντας τα μυαλά μας σε μια απονενοημένη σιωπή και συνηγορία. Αυτή τη στιγμή και ενόσω οι περισσότεροι κοιμούνται σα να βρίσκονται κατακλιμένοι στο Νησί των Μακάρων, δηλαδή κοιμούνται και ονειρεύονται, ενόσω άλλοι νυστάζουν και το χάσμημά τους σχίζει το δέρμα στις άκρες των χειλιών τους, ενόσω άλλοι κοιτάζουν την LCD οθόνη τους και ενόσω πολλοί λίγοι ατενίζουν ελεύθεροι τον ανοιχτό ορίζοντα, κάποιοι εντεταλμένοι, κυβερνητικοί, φιλοχρήματοι, φιλόδοξοι, οσφυοκάμπτες και ένα σωρό άλλα επίθετα που χαρακτηρίζουν τα σκουλήκια,  σας παραινούν κάθε είκοσι λεπτά για ό,τι θέλουν εσείς να συνηγορήσετε.

Ασκούν λοιπόν κάποιο είδος οργουελιανικής προπαγάνδας έτσι ώστε όταν συμβαίνει αυτό που μέχρι πρότινος δεν σας έβρισκε σύμφωνους, τώρα σας κάνει να σιωπάτε . αφού την ώρα που συμβαίνει το έχετε ακούσει και δει τόσες φορές, σας έχει περιγραφεί τόσες φορές, ώστε πια όταν συμβαίνει, είναι για όλους σας ό,τι πιο φυσικό έχει συμβεί.

Έτσι ενώ το άσπρο έχει γίνει μαύρο στη χώρα των Θεών, των Ποιητών και των Ηρώων, κανείς δεν αντιδρά, αλλά όλοι σιωπούν μαζικά. Μια μαζική σιωπή που δυστυχώς βομβίζει τόσο πολύ… ένα οδυνηρό αντηχείο. Ούτε φαντασία, ούτε συναίσθημα, ούτε δάκρυα, ούτε γέλια και το κυριότερο ούτε ένα χαμόγελο, αλλά τα πρόσωπα μια παγωμένης και θλιμμένης μάσκας. Ναι η θλίψη κυριαρχεί. Δεν εκφράζεται, αλλά έχει μονίμως αποτυπωθεί πάνω στα πρόσωπα.

Ξέρω πως είμαι τόσο αδύναμος μπροστά τους που μπορούν να με κάνουν να σιωπήσω για πάντα. Αφού δεν είναι πως υπάρχει η φαινομενική ελευθερία του λόγου, αλλά υπογράφω αυτό το κείμενο που προσπαθεί να αντιταχθεί στο κατεστημένο.

Το πιο απτό παράδειγμα αυτής της κατάστασης είναι η περιοδική επανάληψη ενός τρέιλερ που διαφημίζει επερχόμενο σήριαλ και θα έχει ως θέμα του τη νέα μισθολογική πολιτική που θα εφαρμοστεί από τις επιταγές του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου μετά την επέλασή του στη χώρα μας.  Αυτές οι βασικές αποδοχές μας που συνεχώς μειώνονται, περικοπές υπέρ της χώρας, το σωσίβιο της χώρας μας, κάτι κουρασμένοι συνταξιούχοι, οι χήρες, οι άγαμες θυγατέρες (κοινώς οι γεροντοκόρες) και επίσης αυτοί οι άμοιροι δημόσιοι υπάλληλοι, που είναι πια η πιο δυσφημισμένη κατηγορία πολιτών σε παγκόσμιο, για να μην πω, σε συμπαντικό επίπεδο.  Περαιτέρω το σωσίβιο αποτελείται από το 99℅ των Ελλήνων, γιατί το 1℅ είναι αυτοί που συγκεντρώνουν τα χρήματα και τα ακίνητα της χώρας,  αυτοί που ασκούν την εξουσία και εισπράττουν μισθούς τουλάχιστο δεκαπλάσιους του βασικού.

Οι πρωταγωνιστές του νέου σήριαλ, που προβλέπω πως θα έχει τουλάχιστον 40℅ τηλεθέαση, είναι ηθοποιοί παντελώς άγνωστοι, αφού το παιχνίδι δεν παίζεται με ηθοποιούς που έχουν γράψει στα μυαλά ρόλους άλλους. Πρέπει δηλαδή προκειμένου να επιτύχει η προπαγάνδα, το είδωλο να είναι εντελώς νέο, έτσι ώστε να μη δημιουργεί αλυσίδες σκέψεων στο μυαλό την ώρα που πρωταγωνιστεί και προβάλλεται. Τι κρίμα λοιπόν. Είναι τόσο πεφωτισμένοι ώστε να πιστεύουν πως δεν θα τους καταλάβει η μειοψηφία που συνηθίζει να κοιτά ακόμα και σήμερα τον ανοιχτό ορίζοντα; Κρίμα… Προμηθεϊκή φωτιά τους χρειάζεται να τους κατακάψει όλους τους και είμαι σίγουρος πως εντέλει θα την έχουν. Αφού όπως και να είναι ακόμα και οι πιο πιστοί τους υπήκοοι θα σηκώσουν το κεφάλι τους κάποια αδιόρατη στιγμή για να ατενίσουν την αλήθεια στον ανοιχτό ορίζοντα.

Μια όμορφη αλλά άγνωστη ακόμα ηθοποιός  προωθεί τον ρόλο πως μπορεί να είσαι έξυπνη και πονηρή, να κάνεις ένα σωρό πρωτότυπα πράγματα, να ζεις στην αιχμή αλλά βέβαια να αμείβεσαι ελάχιστα.  Πως ακριβώς θα το δούμε αυτό. Μάλλον πρόκειται για ευρηματικό και ευφάνταστο  σεναριογράφο.

Υπάρχει ο βλάκας, ο γλοιώδης, ο όμορφος, ο άσχημος, ο φίλος, ο εραστής, η κολλητή, ο κολλητός, ο μεταπτυχιακός, ο διδακτορικός, ο κολλημένος,  ή ό,τι αποτελεί ακριβές δείγμα της ηλιακής δομής ανθρώπινων χαρακτήρων από 18 μέχρι 30 ετών που κάνουν όλα όσα κάνει κάποιος που λαμβάνει τον μέχρι πρότινος βασικό μισθό, μόνο που τώρα είναι πια υποδιπλασιαμένος.

Που αποσκοπούν; Μα στα μάτια των τριών παιδιών μου, των δικών σας παιδιών, που θα τα πείσουν πως φυσιολογικό είναι να ζεις και να πράττεις ότι αυτοί υποκρίνονται με τα μισά χρήματα. Έτσι όταν τα παιδιά προσέλθουν στην πρώτη τους δουλειά να θεωρήσουν φυσιολογικό πως είναι υπόδουλοι ενός φασιστικού καπιταλιστικού καθεστώτος που αντάλλαξε την ατομική και εθνική ελευθερία με την ατομική και εθνική υποδούλωση.  Αποσκοπούν να δημιουργηθεί μια νέα τάξη στην αστική δομή της χώρας, η νέα τάξη των φτωχών ή όπως τη λένε ήδη: Η Γενιά των ΧΧΧ ευρώ.

Οφείλω ως άνθρωπος που καταλαβαίνει το αυτονόητο, οφείλω στους Χ αναγνώστες του ποιητικού μου έργου,  όμως  πάνω από όλα το οφείλω στα τρία μου παιδιά να φανερώσω  τη μειοψηφική μου αντιληπτική ικανότητα. Φανερώνοντας βέβαια την ταυτότητά μου, ως σκεπτόμενου ανθρώπου που έχει αποφασίσει να μιλήσει μήπως και καταφέρει να σπάσει αυτήν την εκνευριστική μαζική σιωπή.  Μια μιλιά που θα ακουστεί σαν την κοσμοπλάστρα μουσική του Παλαμά από τον Δωδεκάλογο του Γύφτου:

Και κυλάς την πρώτη πλάκα,

μουσικό βιολί μου εσύ,

κι από μέσα από τον τάφο,

νά η Αγάπη! σαν πρωτόπλαστη

ξανανθεί.

Και τη δεύτερη την πλάκα

την κυλάς, βιολί, και νά!

Νά η μητέρα, νά η Πατρίδα!

Κι ανασταίνεται, τρισέβαστη

μες στα σεβαστά.

Και κυλάς την τρίτη πλάκα,

μουσικό βιολί μου εσύ,

κι από μέσα από τον τάφο

νά οι θεοί!

Κι απ’ τον τάφο ξαναβγαίνουν

οι δημιουργοί.

Περιβόλια, ανοίχτε στην Αγάπη,

και βροντήστε, κάστρα, νά η Πατρίδα!

Στυλωθείτε, των θεών βωμοί!

Και τ’ αθάνατα είν’ αυτά και οι κοσμοπλάστες,

κοσμοπλάστρα Μουσική!

Όποιος έφτασε μέχρι το τέλος αυτού του κειμένου ας αναλογιστεί το παράδειγμα που χρησιμοποίησα, όποιος το έκλεισε,  ή δεν πείστηκε ή δεν μπορεί να διαβάσει από τη νύχτα του βλέμματός του.

Γιάννης Αντιόχου

Ας ξυπνήσουμε κάποια στιγμή!!!


Θα χρησιμοποιήσω τα κείμενα δυο άλλων γραφιάδων… καλοί γραφιάδες με επίπονη ματιά και δύναμη στο λόγο. Ο ένας ποιητής ο άλλος συγγραφέας. Και τα δύο κείμενα έχουν δημοσιευθεί στο εκπληκτικό ιστολόγιο http://ekebi.wordpress.com και ανήκει στο Εθνικό Κέντρο Βιβλίου. Διαβάστε και βοηθάτε διαδικτυακοί συνοδοιπόροι μου.

Περί του ρόλου των διανοουμένων (2)

του ΔΗΜΗΤΡΗ ΑΘΗΝΑΚΗ

21/01/2010 σε 16:00 · Κατηγορία Δημήτρης Αθηνάκης

Σκέψεις ατάκτως ερριμμένες

«Δεν θέλουμε τίποτα από ’ναν κόσμο όπου το δικαίωμα να μην πεθάνουμε απ’ την πείνα, ανταλλάσσεται με το ρίσκο να πεθάνουμε από ανία» – Σύνθημα του Μάη του ’68

Στο προηγούμενο άρθρο, έγινε λόγος για τον χρόνο και για τον θυμό, για τη διαχείρισή τους, για τον τρόπο με τον οποίο χάνεται λίγο λίγο ο καιρός, κυλώντας μέσ’ απ’ τα δάχτυλά μας.

Είναι τρομακτικός πια ο τρόπος ζωής μας. Κανείς βέβαια δεν περιμένει να ζήσει τον παράδεισο επί γης, αλλά κανείς επίσης δεν είναι υποχρεωμένος να υφίσταται διαρκώς τη βλακεία των άλλων – ας μην κρυβόμαστε κι ας μην είμαστε καθωσπρέπει ώρες που ’ναι: όταν λέμε «άλλοι» εννοούμε ξεκάθαρα όλα εκείνα, άτομα και γεγονότα, που μας κρατούν πίσω, σ’ έναν βάλτο του έσω εαυτού και του έξω σώματος. Γιατί δεν είμαστε μόνο σώματα που ξημεροβραδιάζονται στη δουλειά ή όπου αλλού, είμαστε και κόσμοι, ο καθένας και η καθεμιά από μας, που έχουν ανάγκες άλλου τύπου: μιαν αγκαλιά, βρε αδερφέ. Τουλάχιστον αυτή δεν μπορείς να την πληρώσεις με πιστωτική κάρτα ούτε καν με «αγκαλοδάνειο»: αυτήν είτε την έχεις είτε όχι.

Αλλά αυτή η αγκαλιά, αυτή η απλούστατη ανθρώπινη επαφή σήμερα μπορεί και να κοστίζει. Μπορεί να χρειάζεται να πάρεις δάνειο χρόνου, ν’ απαιτήσεις λίγη τρυφερότητα απ’ την «τράπεζα» που ’χεις δίπλα σου, αλλά τ’ απαιτούμενα χαρτιά σου να μην τα ’χεις μαζέψει ακόμα. Η γραφειοκρατία της αγκαλιάς, η σκληρή οργάνωση των συναισθημάτων, του ίδιου του έρωτα, σε θέλει παρόντα σε όλα τα γκισέ που θα σου προσφέρουν ληξιαρχικές πράξεις επιβεβαίωσης. Κι αυτό, παρότι αποτελεί ίδιον σταλινοειδών καθεστώτων, ο σύγχρονος καπιταλισμός τείνει να το υιοθετήσει κάνοντάς το βάση και πυρήνα της δικής του οργάνωσης.

Αυτή η ανθρώπινη επαφή που όλοι αναζητούμε με νύχια και με δόντια, με όλη μας την καρδιά, μ’ όση δύναμη της έχει απομείνει, αυτή η ανθρώπινη επαφή λοιπόν απαιτεί και τίθεται εν απαιτήσει. Ποιος είναι έτοιμος σήμερα –στην εποχή που όλα τρέχουν χωρίς σταματημό, στην εποχή που οι καθημερινοί φασισμοί αυξάνονται και πληθύνονται, που ο κόσμος τρέχει δίχως εμάς– να σταθεί όρθιος ενώπιον ενός άλλου ανθρώπου – να βρει, στο κάτω κάτω, έναν άνθρωπο και να τον κοιτάξει κατάματα χωρίς αναστολές. Είναι λίγοι αυτοί που μπορούν και αυτούς μακαρίζω. Τυχαίνει να γνωρίζω μερικούς τέτοιους. Κι είμαι περήφανος γι’ αυτούς.

Γιατί, όπως και να το κάνουμε, μέσα στον περιρρέοντα χαμό τα βλέμματα κι η ανθρώπινη επαφή είναι που επιβιώνει και που αποτελεί την κινητήριο δύναμη του ανθρώπου – είτε μόνου του είτε ως μέλους της κοινωνίας, όποιας κοινωνίας.

Κι εδώ εντάσσω άλλο ένα βασικό μέλημα του σύγχρονου διανοούμενου, του ριζοσπάστη διανοούμενου. Η «ξεχασμένη κοινωνία», όπως αποδόθηκε απ’ τον Αλέξη Τσίπρα, μπορεί να μην έχει ακριβώς τη σημασία που αυτός θέλησε να της δώσει. Η «ξεχασμένη κοινωνία» είναι αυτή που δεν μπορεί να συμβαδίσει με τον χρόνο, έτσι όπως αυτός τρέχει με ταχύτητες φωτός, με σπασμένα φρένα και παρανοϊκά μυαλά. Ο σύγχρονος ριζοσπάστης διανοούμενος πρέπει να φέρει στο φως τον χρόνο και την αξιοποίησή του. Τον ίδιο τον άνθρωπο ως ον χαμένο μέσα σε λεπτά και δευτερόλεπτα που δεν μπορεί να πιάσει – που δεν μπορεί ν’ αγκαλιάσει.

Να δώσει αυτός ο αταξικός, τι να κάνουμε, παράγοντας στην πάλαι ποτέ ολόλαμπρη έννοια του χρόνου και της ανθρώπινης επαφής ξανά το φως τους, να δώσει ό,τι χρειάζεται για να επανέλθουμε στο στάδιο όπου η ανθρώπινη επαφή δεν περιοριζόταν στις ουρές των τραπεζών και στις αδύναμες κουβέντες ένθεν κακείθεν.

Δεν νοσταλγούμε κανένα παρελθόν. Νοσταλγούμε, με ό,τι έχουμε και δεν έχουμε, το μέλλον – που θα κρατήσει τα υπέροχα του παρελθόντος και του παρόντος. Ναι, νοσταλγούμε το μέλλον. Αυτά που είμαστε έτοιμοι να ζήσουμε, αλλά ακόμα δεν έχουμε βρει τον τρόπο να τα κατακτήσουμε. Θα τον βρούμε;

Έχω την αίσθηση πως ναι. Αλλά ποιος θα ’ναι ο ρόλος που θα παίξει ο καθένας και η καθεμιά μας; Σ’ αυτόν τον δύσκολο, έτσι κι αλλιώς, δρόμο ο σημερινός ριζοσπάστης διανοούμενος πρέπει να βάλει το χεράκι του. Να χώσει το χέρι του βαθιά στην τσέπη του εσωεξωτερικού του κόσμου και να βγάλει από ’κεί μέσα τις καλά φιλτραρισμένες γνώσεις του, απ’ την εμπειρία του στη ζωή και την τέχνη. Να θέσει επομένως το όριο όπου σταματά ο ιδρώτας και ξεκινάει το δάκρυ. Αλλά και το όριο όπου αυτά τα δυο ενώνονται και αναδημιουργούν τον κόσμο.

Ας μη λέμε τ’ αυτονόητα. Κι ας πάψουν διάφοροι να πιπιλίζουν την καραμέλα των δημοκρατικών δικαιωμάτων. Το ύψιστο δημοκρατικό δικαίωμα είναι να μπορείς να χειριστείς τον χρόνο σου, να μπορείς να διαθέσεις το σώμα και την ψυχή σου σ’ όλ’ αυτά που γουστάρεις – ναι, τόσο ωμά, «γουστάρεις», πώς αλλιώς. Έστω όμως ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος προσώρας. Αυτό που πρέπει μάλλον να ’χουμε κατά νου είναι το πώς μας προτείνουν διάφοροι ότι θα ’ναι οργανωμένη η ζωή μας την επόμενη μέρα, σ’ αυτή τη χώρα που όλοι –δικαίως– βρίζουν το δημόσιο, αλλά όλοι θέλουν να ενταχθούν σ’ αυτό. Και πάλι δικαίως. Ο αδηφάγος ιδιωτικός και ο ανασφαλής ελεύθερος τομέας στον κακοφτιαγμένο και αντιαισθητικό καπιταλισμό της Ελλάδας μάς οδηγούν εκεί. Θέλοντας και μη.

Ίσως είναι ώρα να πάψουμε να ’μαστε καθωσπρέπει. Κανείς δεν λέει να γίνουμε ασύδοτα όντα που δεν γνωρίζουν κανένα μέτρο. Ίσως είναι ώρα να καταργήσουμε τον ορισμό πως: «Η ελευθερία σου σταματά εκεί όπου αρχίζει του άλλου». Όχι. Αυτό μας απομονώνει, μας κάνει άτομα και όχι ανθρώπους. Μάλλον είναι ώρα να διεκδικήσουμε την κοινή ελευθερία, την ελευθερία που θα έχει ως όριο τον άνθρωπο. Την ελευθερία που θα χτίσουν οι άνθρωποι μαζί.

Μαζί. Αυτή μπορεί να ’ναι πια η πιο ακριβοθώρητη λέξη πια. Μαζί εδώ. Μαζί αλλού. Μαζί παντού. Μαζί στον έρωτα, στη ζωή, στη φιλία, στη δουλειά, στα ταξίδια, ΠΑΝΤΟΥ. Κι αν κάπου κάπου χάνεται ο προσανατολισμός, ας έχουμε καλά χαραγμένο στο μυαλό μας ότι αυτό το «μαζί» θα επανέλθει. Αν φορές φορές χάνεται αυτή η λέξη απ’ τη ζωή μας, πρέπει να παλέψουμε να την επαναφέρουμε. Αλλά όχι στο «μαζί» των κρετίνων που προφανώς εννοούν «στον αγώνα μαζί και στη μάσα χωριστά». Μαζί. Μια απλή λέξη με τέσσερα γράμματα. Μ-α-ζ-ί.

Δεν έχω ιδέα τι θα φέρουν οι επόμενες μέρες. Αλλά ας ζητήσουμε απ’ τους ίδιους μας τους εαυτούς ν’ αναλογιστούν τι μας έφερε ώς εδώ, τι θέλει να μας πάει κι άλλο πίσω.

Κι ας αφήσουμε τους διανοούμενος να λένε – όταν κάπου μπερδεύονται τα πράγματα. Όπως και να ’χει, η ανθρώπινη επαφή είναι η καθημερινότητά τους. Ας τη φέρουμε όσο πιο κοντά μας μπορούμε.

Ας χωρέσουμε τον χρόνο μας στον χρόνο των άλλων. Ή, αλλιώς, πάλι θα τρέχουμε πίσω απ’ τις εξελίξεις.

Χρόνος, θυμός και ανθρώπινη επαφή. Λίγες λέξεις, μεγάλες προσδοκίες.

Καμιά φορά οι άστεγοι…

του ΦΩΤΗ ΘΑΛΑΣΣΙΝΟΥ

10/09/2010 σε 11:49 · Κατηγορία Φώτης Θαλασσινός

Περίπλοκα τα πράγματα. Ναρκωτικά που ταξιδεύουν απ’ άκρη σ’ άκρη της Γης και σε χιλιάδες τόνους παρά την απαγόρευση του εμπορίου τους. Χιλιάδες ανθρώπων που πέθαναν  από επιδημίες που ενέσκηψαν στις εκτάσεις όπου και κατοικούσαν.  Τυφώνες και πλημμύρες που αφήνουν τους ανθρώπους ασκεπείς στον τρόμο ενός θεριστή θανατηφόρου λυμεώνα. Χώρες που οι άνθρωποι τους χάνουν τα δικαιώματα τους ενώ νομίζουνε πως κατακτούνε περισσότερα.  Δεν υπάρχει πια χρόνος για ιδανικά για αξίες για επαφή με την πραγματικότητα για την ισχύ του νόμου. Ο λόγος και το πνεύμα (με την έννοια της λογικής και της υπέρβασης της αντιστοίχως) έδωσε την θέση του στην ύλη και την τυποποίηση της σκέψης. Η δράση συρρικνώθηκε. Το όνειρο χρίστηκε επικίνδυνο κ’ εξόριστο.

Η Ελληνική επικράτεια στις αρχές του εικοστού πρώτου αιώνα σε μία εκδοχή της τόσο δυσοίωνη όσο να εύχεσαι μια άνωθεν κάθαρση που θα μας φωτίσει όλους και θα μας μάθει να χτίζουμε κόσμους από την αρχή. Η αλήθεια είναι η μεγαλύτερη ελευθερία. Το ψεύδος και ο δόλος είναι οι καπετάνιοι της παρακμής μας.  Της βαθιάς παρακμής των Ελλήνων και όσων μας οδήγησαν εδώ. Δεν υπάρχει φως στον κόσμο ετούτο της πτώσης αλλά ποτέ δεν πρέπει να υπήρξε πουθενά στη Γη τόσο πολύ σκοτάδι συγκεντρωμένο όσο στην Ελλάδα. Και δεν γραφώ για οικονομικές στατιστικές. Μιλάω για την αντιστοίχηση κάθε ιδέας με την ερμηνεία της ακριβώς αντίθετης της . Το θετικό ερμηνεύεται και αξιώνεται μονάχα με αρνητικές απαξίες. Ο συσχετισμός είναι μονόδρομος  και πάντα το αγαθό λογίζεται ως παράδοξο και νοσηρό.  Ο έξυπνος είναι ο δόλιος και υστερόβουλος. Η καλοσύνη είναι μουσειακό χαρακτηριστικό   που γεμίζει απελπισία εκείνον που χαρακτηρίζει. Τον καταβαραθρώνει στις εσχατιές της σιωπής. Σ’ ένα κόσμο που αποθεώνει την ύλη καμμιά δουλειά δεν υπάρχει για τα καημένα πνεύματα. Ο πάτος είναι για όλους μας και όλοι μας φτιάξαμε στην ουσία μια απύθμενη κάθοδο που μοναδική απολύτρωσή μας απ’ αυτή θα είναι απλά η παράκαμψη της κίνησης καθόδου.  Με τους νόμους τους θέλουν να αποκλείσουν το όνειρο και την ελπίδα. Την νοσταλγία της ουτοπίας. Τη φυγή. Θέλουν οι μοντέρνοι δηλωσίες ν’ αποκλείσουν οποιαδήποτε διακύμανση ταράσσει τη επιβεβλημένη φασιστική σιγή των συνανθρώπων μας. Μια λύση είναι να αναζητήσεις ζωή στις ποικίλες ετεροτοπίες έξω από τις Ελληνικές κοινωνίες. Να γίνεις άστεγος στα βασίλεια των πεζοδρομίων. Εκεί η νοσηρότητά τους δεν σε «πιάνει».


ΝΑ ΤΟΥΣ ΤΡΕΛΛΑΝΟΥΜΕ ΕΜΕΙΣ ΠΡΩΤΟΙ


«Καπνίζω, μουγκρίζω, βρίζω…»

Του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

Λίγο πριν από την έναρξη της χθεσινής εκδήλωσης, που έγινε στο βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ, του Συντονιστικού Επαγγελματιών Cafe – Bar – Resto ενάντια στην καθολική απαγόρευση του καπνίσματος, οι περισσότεροι επισκέπτες ρώταγαν διστακτικά: «Καπνίζουμε;».

Το δικαίωμα της επιλογής υπερασπίστηκαν καπνιστές και μη. Ανάμεσά τους η Ζυράννα Ζατέλη και ο Θάνος ΜικρούτσικοςΠρος το τέλος, μετά τη διατύπωση απόψεων ανθρώπων του πνεύματος με κοινά σημεία αναφοράς τους τον «φασιστικό» χαρακτήρα του αντικαπνιστικού νόμου, το «δικαίωμα της επιλογής» και αρκετά «αντισταθείτε», δεν υπήρχε τασάκι άδειο.

Τηλεδιάσκεψη

Την εκδήλωση, η οποία μέσω τηλεδιάσκεψης μεταδιδόταν ζωντανά σε Ρόδο, Πάτρα, Χανιά και Ηράκλειο, άνοιξε ο Δημήτρης Αρβανίτης από το Συντονιστικό Επαγγελματιών, επαναλαμβάνοντας την πάγια θέση τους: «Οπου υποχρεωτική η συνάθροιση του κόσμου, απαγόρευση του καπνίσματος. Οπου προαιρετική, το δικαίωμα της επιλογής».

«Κατασταλτικό»

Για το αναφαίρετο δικαίωμα της επιλογής μίλησε ο καθηγητής Εγκληματολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Γιάννης Πανούσης. «Δεν καπνίζω, αλλά δεν είμαι αντικαπνιστής. Το μέτρο εκφράζεται σε έμμεσους περιορισμούς της ελευθερίας. Είναι καθαρά κατασταλτικό. Οποτε στην Ιστορία εμφανίστηκε ο νομοθέτης να θέλει το καλό μας, ήταν αυταρχικό καθεστώς».

«Επιλογή»

Ο Γιώργος Κουτρουλιάς, εκπρόσωπος του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου, αναφέρθηκε στη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων. «Από το 2002 μέχρι σήμερα διαπιστώσαμε πως η κοινωνία δεν είναι έτοιμη για τέτοιου είδους απαγορεύσεις. Αντίθετα, δείχνει αλληλεγγύη προς τους καπνιστές. Θεωρώ πως το μέτρο δεν μπορεί να έχει εφαρμογή. Χρειάζεται περαιτέρω μελέτη. Πρόταση του Επιμελητηρίου είναι να δοθεί η δυνατότητα ο καθένας να μπορεί να κάνει την επιλογή του».

«Είναι απόλαυση»

«Το τσιγάρο είναι απόλαυση. Επιτρέψτε μας να έχουμε κάποιες αδυναμίες διότι το να ζούμε σαν άρρωστοι για να πεθάνουμε υγιείς δεν βρίσκω να έχει κάποιο νόημα», είπε η συγγραφέας Ζυράννα Ζατέλη. «Είναι δυνατό να πάει κάποιος να ακούσει τον Μικρούτσικο, τον Κραουνάκη και να μην μπορεί να καπνίσει; Είναι γάμος χωρίς γαμπρό ή νύφη».

«Ολοι pilates»

Μέχρι και για… κανό μίλησε ο μουσικοσυνθέτης Θάνος Μικρούτσικος. «Δεν επιτρέπω σε κανέναν να με σώσει. Ούτε στην κυβέρνηση ούτε σε κανέναν. Να δοθεί η δυνατότητα της επιλογής, ώστε όλοι να έχουμε τη δυνατότητα να κάνουμε τα λάθη μας. Πρόκειται για μέτρο απολυταρχικό, μέτρο φασιστικό, ένα μέτρο που -τουλάχιστον στην Ελλάδα- πάρθηκε σε κάποια διαδρομή με κανό. Και επειδή γνωρίζω τον πρωθυπουργό μας και είναι τύπος της γυμναστικής, περιμένω το επόμενο νομοσχέδιο να κάνουμε υποχρεωτικά όλοι pilates».

Τραγουδώντας

Με τους στίχους «τόσο καπνό που πίνω μέσα μου άμα τον είχα ταξιδέψει, θα ‘χα γυρίσει όλη τη Γη» ξεκίνησε ο Σταμάτης Κραουνάκης. Εκλεισε τραγουδώντας «καπνίζω, σφυρίζω, μουγκρίζω και βρίζω που ένα τσιγάρο που είχα το κόψαν και αυτό…».

«Δεν θα μας τρελάνουν»

Ο βουλευτής Γρηγόρης Ψαριανός εμφανίστηκε «συγκινημένος» για το ενδιαφέρον του κράτους να προστατεύσει την υγεία μας. Του θύμισε τον «Αδόλφο Χίτλερ που απαγόρευσε το κάπνισμα και κάπνιζε ανθρώπους μέσα στους φούρνους». Αποποινικοποίηση φυσικών ουσιών -«αναφέρομαι στις φούντες και στα μαύρα»- και άρνηση καταβολής διοδίων όπου δεν υπάρχει αυτοκινητόδρομος σηματοδότησαν την τοποθέτησή του. «Δεν θα μας τρελάνουν αυτοί. Θα τους τρελάνουμε εμείς».

«Εξορθολογισμός»

«Προφανώς δεν πρόκειται για το τσιγάρο», είπε ο συγγραφέας Ηρακλής Λογοθέτης. «Πρόκειται για μια επιχείρηση εξορθολογισμού των παθών. Γνωρίζουμε ότι σε όλα τα αυταρχικά προτάγματα επιβάλλονται καθολικοί νόμοι. Η ίδια η καθολίκευση είναι εκ φύσεως άδικη γιατί πλήττεται η ιδιαιτερότητα, η ανορθογραφία, το πάθος, η εξτρεμιστική απόλαυση. Πλήττει τους ακροβολιστές της ύπαρξης».

Patti Smith – Η ποιήτρια


Από την εμφάνισή της στη δισκογραφία καθένας που έχει κοινωνήσει με τις μουσικές συνθέσεις της Πάτι Σμιθ έχει νιώσει πως δεν είναι μια απλή τραγουδοποιός, αλλά κάτι περισσότερο. Η Πάτι Σμιθ είναι ποιήτρια και μάλιστα μια από τις πιο σημαντικές ποιητικές φωνές της γενιάς της. Ένα ποίημα από την τελευταία της ποιητική συλλογή:  Auguries of Innocence (Οιωνοί της Αθωότητας)  αμέσως με έκανε να θελήσω να το  μεταγράψω στη γλώσσα μας και άμεσα να το μοιραστώ μαζί σας.

Ο ΜΑΚΡΥΣ ΔΡΟΜΟΣ

Εδώ θα ήταν καλύτερα να προχωρήσουμε στα νύχια των ποδιών

ενόσω εγώ θα βαδίσω μπροστά για ασφάλεια.

ΡΟΜΠΕΡΤ ΛΟΥΙΣ ΣΤΙΒΕΝΣΟΝ

Βαδίσαμε μέσα στα μαύρα πανωφόριά μας,

σαρώνοντας χρόνο, σαρώνοντας χρόνο,

κοιμώμενοι σε εγκαταλειμμένες καμινάδες,

ξεπροβάλλοντας ν’ αντικρίσουμε τη βροχή.

Βρεγμένοι, ταλαιπωρημένοι, κάπως χαμένοι,

έρποντας στ’ αυλάκια, μασώντας βολβούς,

ήμασταν τόσο πεινασμένοι, τουλίπες

κορωμένες από κουρελιασμένα πέταλα.

Στολιστήκαμε με υδροκότυλους,

μοχθήσαμε μέχρι ωσότου περάσαμε το εκλεγμένο μέτωπο,

ο ψίθυρος ενός μονοπατιού που με κάποιο τρόπο γνωρίζαμε,

βροχή που δεν ήταν βροχή, δάκρυα που δεν ήταν ακόμα δάκρυα.

Και το δισκοπότηρο, ω το δισκοπότηρο ήταν τόσο πολύ κοντά,

φινιρισμένο με λεπτό έλασμα φύλλων, τυλιγμένο μέσα στον ήλιο.

Γλαδιόλες άνθιζαν, σκάζοντας

από κάθε ρωγμή. Ο κόσμος ολόκληρος

ανήσυχος για την αγία μητέρα να εξετάσει

τα πηγούνια μας με αυτό το γνώριμο τραγούδι

Σ’ αρέσει το βούτυρο;

Ω σ’ αρέσει το βούτυρο…

έπειτα κατασκηνώσαμε πάνω σ’ έναν λόφο κιτρινισμένο ολόγυρα.

Ιππεύσαμε άλογα, περιδιαβήκαμε σε δάση

σκανταλιάρες νεράιδες χόρεψαν καταγής.

Κλαδιά έσπασαν στα πρόσωπά μας.

Το βασίλειό μας πίσω από έναν αλυσόπλεκτο φράκτη…

Καταπιαστήκαμε στα λατομεία, λειασμένα μάρμαρα,

γονατίσαμε και σημαδέψαμε σε πύρινους γύρους.

Στήσαμε τις ξέφρενες κατασκηνώσεις μας,

οι σκηνές μας διάτρητες απ’ τους πασσάλους,

σχισμένες με σουγιάδες τσέπης─

αλεπουδίτσες μετρούσαν μ’ ακρίβεια τη σκληρή γη,

αναθεματίζοντας τη γόνιμη όχθη που μας έκανε απαλούς.

Μαζέψαμε σίκαλη, γεμίσαμε σακιά, φτιάξαμε μαξιλάρια

για τους άντρες μας. Στραγγίξαμε το αίμα απ’ τα ποτισμένα κρεβάτια,

καλύψαμε των μαρτύρων τα ποτισμένα κεφάλια, ζυγίσαμε

τους κάδους που είχαν γεμίσει ως απάνω,

και είδαμε τα πάντα και τίποτα.

Καβαλήσαμε στη πλάτη μιας μεγάλης αρκούδας, βυθίζοντας την κουτάλα μας

στον γαλακτώδες ζωμό που απλώθηκε μπροστά μας σαν μια λευκή λίμνη.

Τα πλοία μας σφύριξαν γραμμένες χυδαιότητες

σε ιστία διφθέρας, πλωτοί αναλφάβητοι ποταμοί μετατράπηκαν

σε αιμάτινες πισίνες βρόχινων βόρβορων.

Πνεύσαμε εγκωμιαστικούς ψαλμούς σε κέρατα ιερών ζώων─

γιουχαΐσματα, εξομολογήσεις, εφηβικές προσευχές

υφάνθηκαν μέσα σε ταπισερί μοναστηριακών κήπων.

Ούτε μάνα είχαμε τώρα, και ανακρούοντας απειροελάχιστες απειλές,

όρκοι ιεροί ξέσπασαν με μια νέα βία αποδίδοντας όχι θέληση ασθενική

μ’ εξαίρεση να γεννηθεί─ η πίστη και υποταγή μας στην κίνηση

και τη μετατόπιση των αστέρων.

Ένα γαλάζιο φως προγραμματισμένο από τη σκούφια μιας ύπαρξης

που δεν μπορούσαμε πλέον να ονομάσουμε. Σκαρφαλώσαμε τα σκαλοπάτια

σ’ έναν πιο γαλάζιο παράδεισο σημαδεμένο με γιρλάντες,

ματώνοντας τον άνεμο. Απολαύσαμε το θέαμα.

Μετά χάθηκε, αλλά εμείς είχαμε ήδη φύγει.

Κατακτήσαμε μια καινούργια φωτοβολή. Έσταξε η δροσιά

από τις μύτες μας. Καμαρώσαμε για το αστραφτερό μας δέρμα,

διασκορπίζοντάς το δίχως έναν αναστεναγμό. Κάποιοι υψώσανε τα φανάρια τους.

Κάποιοι φάνηκαν να βαδίζουν μέσα σ’ ένα δικό τους φως.

Πύρινοι τύμβοι που δεν ήταν τύμβοι, στον ορίζοντα μπροστά…

Πλησιάζοντας πέσαμε πάνω σε πλήθος από πανωφόρια

εγκαταλειμμένα απ’ το ναυαρχείο, μαβιά εκθρονισμένου βασιλιά,

μετάλλια τιμής, οι προβλεπόμενες μπότες από δέρμα γλώσσας σκύλου,

μπόμπιρες, ζωοτόμαρα, ερμίνα και προβιά φορεμένη απ’ αυτούς

του υψηλού αξιώματος, πρίγκιπες και πιλότοι, ο μάγος και ο μυστικιστής.

Ακόμα κανένα βαθμό δεν είχαμε ψαρεύοντας ευτυχισμένα κουρέλια υφασμένα απ’ τον τυφλό.

Η δική μας ήταν μια χώρα κοιλωμάτων. Ήταν άδεια.

Κι ακόμα εντός κάποιου μπορούσες να βρεις όλες τις ελπίδες ενός παιδιού─

τη δική μας γλυκιά ιστορία, τη δική μας γλυκιά ζωή,

τεμαχισμένη με το ύφασμα της εκστατικού μας αλληλοσπαραγμού.

Μιας και ξέραμε προς τα που κατευθυνόμασταν, σαλτάραμε

σε καθαγιασμένα πανωφόρια. Θα μπορούσαμε να προχωρούμε διαπαντός

αν όχι γι’ αυτό και για κείνο τραβώντας την κόλλα των χιτωνίων μας.

Ραγίσαμε την καρδιά της μητέρας μας και γίναμε οι εαυτοί μας.

Συνεχίσαμε ν’ αναπνέουμε και γι’ αυτό να επιβιώσουμε,

μεθυσμένοι, εμβρόντητοι, καθένας μας ένας θεός.

Τώρα συ έσβησες το φως.

Πίεσε με τον αντίχειρά σου το φυτίλι.

Αν κοκαλώνει, θα καείς.

Αν κάνει πουφ, θα μεταμορφωθείς

σε μια δέσμη που θα εξαφανιστεί

με τη νύχτα μέσα σ’ ένα όνειρο

πασπαλισμένο με μπιχλιμπίδια.

Είδαμε τα μάτια του Ραβέλ, μπλε δακτυλιωτά, και ανοιγοκλείνοντας

δυο φορές. Τραγουδήσαμε άριες δικής μας επινόησης, βάσανα τραγουδώντας

νεκρικές μελαγχολίες αγιασμένων χωμάτων και θανάσιμων υποδημάτων,

ξεχασμένων πεζικάριων και αποστάσεων ουδέποτε ονειρεμένων─

κι ακόμα τόσα μακριά όσο ένας ανθρώπινος λόφος, στραφήκαμε για μολυβένιους στρατιώτες

τοποθετημένοι στις πτυχές των κλινοσκεπασμάτων, μόνο τόσο μακριά όσο ένα αμφιθαλές χέρι,

τόσο μακριά όσο ο ύπνος, μια πατρική προσταγή─

…το μακρύ δρόμο παιδιά μου

Αποκοπήκαμε από του σκόρου μας το κέλυφος ζωντανοί μέσα στη νύχτα,

ο ουρανός διάστικτος απ’ άστρα που δεν βλέπουμε πια.

Η δοξασία ενός παιδιού κεντημένη πάνω σε μαντίλια τσέπης─

Θεέ μη μας εγκαταλείπεις

είμαστε όλα όσα αυτός γνωρίζει.

Δεν πρέπει εμείς να τον εγκαταλείψουμε

αυτός είναι οι εαυτοί μας

ο αιθέρας των πράξεών μας.

Ο εποχιακός εργάτης σφυρίζοντας αναγγέλλει, σαρώνοντας χρόνο, σαρώνοντας χρόνο.

Κοιμόμαστε. Σκευωρούμε, πιέζοντας την παλλόμενη χορδή.

Μακαρίως ενσυνείδητοι, ξεκινάμε πάλι απ’ την αρχή.