ΑΝΝ ΣΕΞΤΟΝ – Η ποιητική της αυτοχειρίας (γ)


ΣΥΓΧΡΩΤΙΖΟΜΕΝΗ ΜΕ ΑΓΓΕΛΟΥΣ

Κουράστηκα να’ μαι γυναίκα,
με κούρασαν τα κουτάλια και τα βαζάκια,
με κούρασε το στόμα και τα στήθη μου,
με κούρασαν τα καλλυντικά και τα μεταξωτά.
Ακόμα υπήρξαν άντρες που κάθισαν στο τραπέζι μου,
σε κύκλο γύρω από το μπολ που τους προσέφερα.
Το μπολ ήταν γεμάτο μαύρα σταφύλια
και οι μύγες τριγύριζαν για το άρωμα
μάλιστα ήρθε και ο πατέρας μου με το λευκό του οστό.
Αλλά κουράστηκα απ’ το γένος των πραγμάτων.

Χθες βράδυ είδα ένα όνειρο
και είπα σ’ αυτό…
«Εσύ είσαι η απάντηση.
Θα επιβιώσεις περισσότερο από τον σύζυγο και τον πατέρα μου.»
Σε εκείνο τ’ όνειρο μια πόλη ήταν καμωμένη από αλυσίδες
όπου η Ιωάννα καταδικάστηκε σε θάνατο μ’ ανθρώπινη φορεσιά
και η φύση των αγγέλων χάθηκε ανεξήγητα,
ούτε δυο ανήκανε στο ίδιο είδος,
ένας με μια μύτη, ένας μ’ ένα αυτί στο χέρι του,
ένας μασώντας ένα αστέρι και καταγράφοντας την τροχιά του,
καθένας σαν ένα ποίημα πειθαρχώντας στον εαυτό του,
εκτελώντας τις τελετές του Θεού,
ένας άνθρωπος ξεχωριστά.

«Εσύ είσαι η απάντηση,»
είπα και εισήλθα,
πλαγιάζοντας στις πύλες της πόλης.
Στη συνέχεια οι αλυσίδες σφίχτηκαν γύρω μου
κι έχασα το συνηθισμένο μου φύλο και την τελική μου άποψη.
Ο Αδάμ ήταν εξ αριστερών μου
και η Εύα εκ δεξιών μου,
και οι δυο παντελώς ασταθείς με τον κόσμο της αιτίας.
Πλέξαμε τα χέρια μας μαζί
και στριφογυρίσαμε κάτω απ’ τον ήλιο.
Δεν ήμουν γυναίκα πια,
μήτε το ένα πράγμα μήτε το άλλο.

Ω Κόρες της Ιερουσαλήμ,
ο βασιλιάς μ’ έχει φέρει στο δωμάτιο του.
Είμαι μαύρη κι όμορφη.
Έχω ξεκουμπωθεί και είμαι γυμνή.
Δεν έχω χέρια ή πόδια.
Είμαι ολόκληρη ένα δέρμα σαν ψάρι.
Είμαι τόσο πια γυναίκα
όσο κι ο Χριστός ήταν άνδρας.

Φεβρουάριος, 1963

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΗΣ ΣΥΛΒΙΑ

στη Σύλβια Πλαθ

Ω Σύλβια, Σύλβια
μ’ ένα φέρετρο λίθων και κουταλιών

με δυο παιδιά, δυο μετεωρίτες
περιπλανώμενα σαν τ’ αδέσποτα στο λιλιπούτειο δωμάτιο των παιχνιδιών,

με το στόμα σου μέσα στο σεντόνι,
στης στέγης το δοκάρι, στη βουβή προσευχή,

(Σύλβια, Σύλβια,
πού πήγες
αφότου μου ‘γραψες
από το Ντεβονσάιρ
για την καλλιέργεια των πατατών
και τα μελίσσια;)

τι περίμενες,
πώς ακριβώς ξάπλωσες μέσα;

Κλέφτρα! –
πώς σύρθηκες εντός,

σύρθηκες κάτω ολομόναχη
μέσα στο θάνατο που τόσο απελπισμένα και για τόσον καιρό επιθύμησα

ο θάνατος που είπαμε πώς κι οι δυο ξεπεράσαμε
αυτός που φορέσαμε στα λιπόσαρκα στήθια μας

αυτός που τόσο συχνά συνομιλήσαμε κάθε φορά
που κατεβάσαμε τρία διπλά ντράι μαρτίνι στη Βοστόνη,

ο θάνατος που ειπώθηκε από ψυχαναλυτές και θεραπείες
ο θάνατος που ειπώθηκε σαν νύφες με σκευωρίες,

ο θάνατος που ήπιαμε στην υγειά του,
τα κίνητρα και κατόπιν η κρυφή πράξη;

(Στη Βοστόνη
η θανάσιμη
βόλτα με ταξί,
ναι, θάνατος ξανά,
εκείνη η επιστροφή στο σπίτι
με το αγόρι μας.)

Ω Σύλβια, θυμάμαι τον νυσταγμένο ντράμερ
που πάλλεται πάνω στα μάτια μας με μια παλιά ιστορία,

πόσο θέλαμε να τον προσκαλέσουμε
σαν έναν σαδιστή ή μια αδερφή της Νέας Υόρκης

να κάνει την δουλειά του,
μια αναγκαιότητα, ένα άνοιγμα στον τοίχο ή μια φάτνη,

και από εκείνον τον καιρό περίμενε
κάτω απ’ τις καρδιές μας, το ερμάριο μας,

και τώρα βλέπω πως τον διαφυλάξαμε
χρόνο με τον χρόνο, παλιές αυτοκτονίες

και ξέρω απ’ τις ειδήσεις για το θάνατο σου,
μια φρικτή γεύση αυτό, σαν τ’ αλάτι.

(Και εγώ,
εγώ επίσης.
Και τώρα, Σύλβια,
ξανά εσύ
ξανά με θάνατο,
εκείνη η επιστροφή στο σπίτι
με το αγόρι μας.)

Και λέω μόνο
με τα χέρια μου τεντωμένα μέσα σ’ εκείνο το πέτρινο μέρος,
τι είναι ο θάνατος σου
παρά ένα παλιό βιος,

ένα μόριο που έπεσε
από κάποιό σου ποίημα;

(Ω φιλενάδα,
ενόσω το φεγγάρι είναι κακό
και ο βασιλιάς έχει φύγει
και η βασίλισσα είναι σε πλήρη αδιέξοδο
ο μεθύστακας είναι πρέπον να τραγουδήσει!)

Ω μικροσκοπική μητέρα,
εσύ επίσης!
Ω αστεία δούκισσα!
Ω ξανθό πράγμα!

Φεβρουάριος 17, 1963

ΓΙΑ ΤΗΝ ΧΡΟΝΙΑ ΤΩΝ ΤΡΕΛΩΝ
μια προσευχή

Ω Μαρία, εύθραυστη μητέρα,
άκουσέ με, άκουσέ με τώρα
έστω κι αν δεν γνωρίζω τα λόγια.
Το μαύρο ροζάριο με τον ασημένιο του Χριστό
κείται ανευλόγητο μέσα στο χέρι μου
επειδή είμαι άπιστη.
Κάθε χάντρα σκληρή και στρογγυλή ανάμεσα στα δάχτυλά μου,
ένας μικρός μαύρος άγγελος.
Ω Μαρία, επίτρεψέ μου αυτή την χάρη,
το πέρασμα,
έστω κι αν είμαι άσχημη,
βυθισμένη στον παρελθόν
και την τρέλα μου.
Παρόλο που υπάρχουν καρέκλες
ξαπλώνω στο πάτωμα.
Μόνο τα χέρια μου είναι ζωντανά,
αγγίζοντας χάντρες.
Λέξη τη λέξη, κομπιάζω.
Μια αρχάρια, νιώθω το στόμα σου να αγγίζει το δικό μου.

Μετρώ χάντρες σαν τα κύματα,
να με σφυροκοπούν.
Είμαι ασθενής στους συνδυασμούς τους,
άρρωστη, άρρωστη στην καλοκαιρινή ζέστη
και το παράθυρο από πάνω μου
είναι ο μοναδικός μου ακροατής, η άχαρή μου ύπαρξη.
Και τα θέλει όλα, μια γαληνεύτρα.
Η ζωοδότρα της αναπνοής
μουρμουρίζει,
αδειάζοντας το φαρδύ πνευμόνι της όπως ένα θεόρατο ψάρι.

Όλο και πιο κοντά
φτάνει η ώρα του θανάτου μου
καθώς αναμορφώνω το πρόσωπό μου, γίνομαι νεότερη,
μεγαλώνω ασχημάτιστη και με ίσια μαλλιά.
Όλο αυτό είναι θάνατος.
Μέσα στο νου υπάρχει ένα μικρό δρομάκι που ονομάζεται θάνατος
και κινούμαι μέσα απ’ αυτό όπως
μέσα σε νερό.
Το σώμα μου είναι άχρηστο.
Κείται, κουλουριασμένο σαν ένα σκυλί στο χαλάκι.
Έχει παραδοθεί.
Δεν υπάρχουν λόγια εδώ εκτός απ’ όσα μαθεύτηκαν μισά,
το Χαίρε Μαρία και το Μέγα έλεος σου.
Τώρα έχω μπει στην χρονιά χωρίς λέξεις.
Πρόσεξα την περίεργη είσοδο και την ακριβή ηλεκτρική τάση.
Υπάρχουν δίχως λέξεις.
Δίχως λέξεις κάποιος μπορεί ν’ αγγίξει ψωμί
και να’ ναι ψωμί ζυμωμένο από χέρια
και να μη κάνει θόρυβο.

Ω Μαρία, τρυφερή γιάτρισσα,
έλα με σκόνες και βοτάνια
επειδή είμαι στο επίκεντρο.
Είναι πολύ μικρό και ο αέρας γκρίζος
όπως σε λεβητοστάσιο.
Είμαι χειροποίητο κρασί όπως ένα παιδί είναι χειροποίητο γάλα.
Παρουσιάστηκε σ’ εύθραυστο ποτήρι
με κοίλη βάση και λεπτό χείλος.
Το κρασί το ίδιο είναι σκουρόχρωμο, ξινισμένο και μυστικό.
Το ποτήρι ανεβαίνει από μόνο του ως το στόμα μου
και αυτό το παρατηρώ και το κατανοώ
μόνο επειδή έχει συμβεί.
Έχω αυτό το φόβο του βηξίματος
αλλά δεν μιλώ,
ένα φόβο βροχής, ένα φόβο για τον καβαλάρη
που πλησιάζει καλπάζοντας στο στόμα μου.
Το ποτήρι γέρνει από μόνο του
και φλέγομαι.
Βλέπω δυο λεπτές δέσμες να μου καίνε το σαγόνι.
Βλέπω τον εαυτό μου σαν κάποιος να έβλεπε έναν άλλο.
Έχω κοπεί στα δυο.

Ω Μαρία, άνοιξε τις βλεφαρίδες σου.
Είμαι στο χώρο της σιωπής,
το βασίλειο του τρελού και του κοιμώμενου.
Υπάρχει αίμα εδώ
και το έχω φάει.
Ω μητέρα της γαστέρας,
ήρθα για αίμα μοναχή μου;
Ω μικρή μητέρα,
είμαι μέσα στο δικό μου μυαλό
είμαι κλειδωμένη σε λάθος σπίτι.

Αύγουστος 1963

ΘΕΛΟΝΤΑΣ ΝΑ ΠΕΘΑΝΩ

Αφού ρωτάς, τις περισσότερες μέρες δεν μπορώ να θυμηθώ.
Περπατώ ντυμένη, ασημάδευτη απ’ αυτό το ταξίδι.
Έπειτα μια σχεδόν ακατονόμαστη λαγνεία επιστρέφει.

Ακόμα και τότε δεν είχα τίποτα ενάντια στη ζωή.
Ξέρω καλά τις λεπίδες του γρασιδιού που αναφέρεις,
τα έπιπλα που είχες τοποθετήσει κάτω απ’ τον ήλιο.

Αλλά οι αυτοκτονίες έχουν μια ειδική γλώσσα.
Σαν τους ξυλουργούς θέλουν να ξέρουν ποια εργαλεία.
Ποτέ δεν ρωτούν γιατί χτίζουν.

Δυο φορές πολύ απλά έχω αρνηθεί τον εαυτό μου,
έχω πιάσει τον εχθρό, έφαγα τον εχθρό,
έχω καταλάβει την τέχνη του, την μαγεία του.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, βαριά και σκεπτική,
θερμότερη απ’ το λάδι ή το νερό,
έχω ξαποστάσει, βρομοσαλιάζοντας στο στόμα-τρύπα.

Δεν σκέφτηκα το κορμί μου στην άκρη της βελόνας.
Ακόμα και ο κερατοειδής και το περίσσευμα των ούρων μου έχουν φύγει.
Οι αυτοκτονίες έχουν ήδη προδώσει το σώμα.

Θνησιγενείς, δεν πεθαίνουν πάντα,
αλλά ζαλισμένες, δεν μπορούν να ξεχάσουν ένα τόσο γλυκό φάρμακο
που ακόμα κι ένα παιδί θα το κοιτούσε και θα χαμογελούσε.

Να χώνεις όλη αυτή τη ζωή κάτω απ’ τη γλώσσα σου! —
αυτό, από μόνο του, γίνεται ένα πάθος.
Ο θάνατος είναι ένα θλιμμένο οστό∙ με κακώσεις, θα έλεγες,

κι ακόμα αυτή με περιμένει, χρονιά με τη χρονιά,
με τόση αβρότητα να αποκαταστήσει μια παλιά πληγή,
να αδειάσει την ανάσα μου απ’ την σκληρή του φυλακή.

Ισορροπώντας εκεί, οι αυτοκτονίες καμιά φορά συναντούν,
περιγελώντας τον παλαβιάρη, ένα φουσκωμένο φεγγάρι,
αφήνοντας το ψωμί που παρεξήγησαν για ένα φιλί,

αφήνοντας την σελίδα του βιβλίου απρόσεκτα ανοικτή,
κάτι ανείπωτο, το τηλέφωνο βγαλμένο απ’ την πρίζα
και τον έρωτα, ότι κι ήταν, μια μόλυνση

3 Φεβρουαρίου 1964

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑΣ

Μου λέτε για τον ναρκισσισμό μα σας απαντώ ότι είναι θέμα της ζωής μου…
Αρτώ

Αυτή τη στιγμή αφήστε με κατά κάποιο τρόπο να κληροδοτήσω όλα τ’ απομεινάρια στις κόρες μου και στις κόρες τους…
Ανώνυμος

Καλύτερα
από τα σκουλήκια που μιλούν
στην οπλή της φοράδας στο λιβάδι∙
καλύτερα
από την εποχή των νεαρών κοριτσιών
που χύνουν το αίμα τους˙
καλύτερα κάπως
να ρίξω γρήγορα τον εαυτό μου
μέσα σ’ ένα παλιό δωμάτιο.
Καλύτερα (είπε κάποιος)
να μη γεννηθεί
κι ακόμα καλύτερα
να μη γεννηθεί δυο φορές
στα δεκατρία
όπου στο οικοτροφείο,
κάθε χρονιά η κρεβατοκάμαρα,
έπιανε φωτιά.

Αγαπητέ φίλε,
Θα έχω να βυθιστώ με εκατοντάδες άλλων
με έναν ανελκυστήρα σερβίτσιων προς την κόλαση.
Θα είμαι ένα ελαφρύ πράγμα.
Θα εισέλθω στον θάνατο
σαν τον χαμένο φακό επαφής κάποιου.
Η ζωή κατά το ήμισυ διευρύνεται.
Τα ψάρια και οι κουκουβάγιες είναι αγριεμένες σήμερα.
Η ζωή γέρνει μπρος πίσω.
Ακόμα και οι σφήκες δεν μπορούν να βρουν τα μάτια μου.

Ναι,
μάτια που κάποτε ήταν άμεσα.
Μάτια που έχουν υπάρξει πράγματι άγρυπνα,
μάτια που είπαν ολόκληρη την ιστορία –
φτωχά άλαλα ζώα.
Μάτια που διαπεράστηκαν,
μικρά κεφάλια καρφιών,
ανοικτοί γαλάζιοι πυροβολισμοί.

Και κάποτε
με στόμα σαν φλιτζάνι,
πηλός χρωματιστός ή αίμα βαμμένο,
ανοικτό σαν κυματοθραύστης
για τον χαμένο ωκεανό
και ανοικτό σαν την θηλιά
για το πρώτο κεφάλι.

Μια φορά κι έναν καιρό
λαχταρούσα τον Ιησού.
Ω λαχτάρα μου! Λαχτάρα μου!
Πριν γεράσει
εισήλθε ήρεμα εποχούμενος στην Ιερουσαλήμ
γυρεύοντας το θάνατο.

Αυτή τη φορά
Σίγουρα
δε ζητώ κατανόηση
κι ακόμα ελπίζω πως όλοι οι άλλοι
θα στρέψουν τα κεφάλια τους όταν ένα κοπάδι ψάρια που δεν έκανε πρόβα θα πηδήξει
στην επιφάνεια της λίμνης Έκο˙
όταν το σεληνόφως,
που η χαμηλότερή του νότα δυνάμωσε,
πληγώνει κάποιο κτίριο στη Βοστόνη,
όταν το αληθινά όμορφο κείται μαζί.
Σίγουρα, το σκέφτομαι αυτό,
και θα το σκεφτόμουν περισσότερο
εάν δεν ήμουν… εάν δεν ήμουν
σ’ εκείνη την παλιά πυρκαγιά.

Μπορώ να παραδεχτώ
πως ήμουνα μοναχά μια δειλή
φωνάζοντας εμένα εμένα εμένα
και δεν παρατήρησα τις μικρές σκνίπες, τους σκόρους,
εξαναγκασμένοι απ’ την κατάσταση
να ρουφήξουν τον ηλεκτρικό βολβό.
Αλλά σίγουρα εσύ γνωρίζεις πως καθένας έχει έναν θάνατο,
τον δικό του θάνατο,
περιμένοντάς τον.
Έτσι θα φύγω τώρα
χωρίς τα γηρατειά ή την αρρώστια,
παράφορα μα με ακρίβεια,
γνωρίζοντας τον καλύτερο δρόμο μου,
πάνω σ’ αυτό το γάιδαρο παιχνίδι που καβάλησα όλα αυτά τα χρόνια,
χωρίς ποτέ να ρωτώ, «Που πηγαίνουμε;»
Οδεύαμε (που να’ ξερα)
σ’ αυτό.

Αγαπητέ φίλε,
σε παρακαλώ μη σκέφτεσαι
πως σχηματίζω στο μυαλό μου κιθάρες που παίζουν
ή τον πατέρα μου να λυγίζει τ’ οστό του.
Ούτε καν περιμένω το στόμα της μάνας μου.
Ξέρω πως έχω πεθάνει πιο πριν –
μια το Νοέμβριο, μια τον Ιούνιο.
Τι περίεργο να διαλέξω τον Ιούνιο και πάλι,
τόσο συμπαγής με τα πράσινα στήθη του και τις κοιλιές του.
Φυσικά οι κιθάρες δεν θα παίξουν!
Τα φίδια σίγουρα δεν θα προσέξουν.
Η πόλη της Νέας Υόρκης δεν θα νοιαστεί.
Το βράδυ οι νυχτερίδες θα χτυπήσουν στα δέντρα,
γνωρίζοντάς τα όλα,
βλέποντας ότι αισθάνθηκαν όλη τη μέρα

Ιούνιος 1965

Η ΕΘΙΣΜΕΝΗ

Υπνέμπορος,
Θανατέμπορος,
με κάψουλες στις παλάμες μου κάθε νύχτα
οχτώ την φορά απ’ τα γλυκά μου φαρμακευτικά μπουκαλάκια
κάνω τους διακανονισμούς για ένα τόσο δα μικρό ταξίδι.
Είμαι η βασίλισσα αυτής της κατάστασης.
Είμαι μια ειδικός στο να κάνω το ταξίδι
και τώρα λένε πως είμαι εθισμένη.
Τώρα ρωτούν γιατί.
Γιατί!

Δεν ξέρουν
πως ορκίστηκα να πεθάνω!
Εξασκούμαι.
Απλά κρατιέμαι σε φόρμα.
Τα χάπια είναι μια μητέρα, αλλά καλύτερα,
κάθε χρώματος και τόσο νόστιμα όσο οι καραμέλες.
Είμαι σε δίαιτα απ’ τον θάνατο.

Ναι το παραδέχομαι
έχει γίνει κάτι σαν συνήθεια —
καταπίνω οχτώ την φορά, χτυπημένα μάτια,
μακριά αποσυρμένη από τις ροζ, τις πορτοκαλί,
τις πράσινες και τις λευκές καληνύχτες.
Γίνομαι κάποιο είδος ενός χημικού
μίγματος.
Αυτό είναι!

Ο ανεφοδιασμός μου
σε ταμπλέτες
θα κρατήσει χρόνια και χρόνια.
Μου αρέσουν καλύτερα απ’ ότι εγώ.
Πεισματάρικα σαν κόλαση, δεν θα μ’ αφήσουν να εγκαταλείψω.
Είναι ένα είδος παντρειάς.
Είναι ένα είδος πολέμου
όπου φυτεύω βόμβες μέσα
στον εαυτό μου.

Ναι
προσπαθώ
να σκοτωθώ με μικρές δόσεις,
μια ακίνδυνη ασχολία.
Στην πραγματικότητα εξαρτώμαι απ’ αυτό.
Αλλά θυμήσου δεν κάνω δα και τόσο θόρυβο.
Και ειλικρινά κανείς δεν έχει υποχρέωση να με τραβήξει έξω
και δεν θα σταθώ εκεί με το σάβανο μου.
Είμαι μια μικρή νεραγκούλα με το κίτρινο νυχτικό μου
τρώγοντας τα οχτώ μου καρβέλια σαν αρμαθιά
και με σίγουρη σειρά σαν
την αράδα των χεριών
ή την μαύρη μετάληψη.

Είναι μια τελετή
αλλά όπως και κάθε άλλο άθλημα
βρίθει κανόνων.
Είναι σαν ένας μιούζικαλ αγώνας τένις όπου
το στόμα μου συνηθίζει να πιάνει την μπάλα.
Μετά ξαπλώνω στο βωμό μου
υπερυψωμένη από τα οχτώ χημικά φιλιά.

Ότι με ρίχνει αυτό είναι
με δυο ροζ, δυο πορτοκαλί,
δυο πράσινες και δυο λευκές καληνύχτες.
Φι-Φάι-Φο-Φουμ—
Τώρα είμαι δανεισμένη.
Τώρα είμαι μουδιασμένη.

1η Φλεβάρη, 1966

ΖΗΣΕ

Ζήσε ή πέθανε, μα μη δηλητηριάζεις τα πάντα…

Λοιπόν, ο θάνατος έχει υπάρξει εδώ
για μεγάλο διάστημα –
έχει να κάνει διαβολεμένα πολύ
με την κόλαση
και την καχυποψία του ματιού
και τα θρησκευτικά αντικείμενα
και πως τα θρήνησα
όταν έγιναν ντροπιαστικά
από
το σκαρίφημα της ημιτελούς καρδιάς μου.
Το κύριο συστατικό
είναι ο ακρωτηριασμός.
Και η λάσπη, μέρα με τη μέρα,
η λάσπη σαν μία τελετή,
και το μωρό στην πιατέλα,
μαγειρεμένο αλλά ακόμη άνθρωπος,
μαγειρεμένο επίσης με μικρά σκουλίκια,
ραμμένα πάνω του πιθανόν από την μητέρα κάποιου
την καταραμένη σκύλα!

Ακόμη κι έτσι,
εγώ συνέχισα ακριβώς,
ένα είδος ανθρώπινης ανακοίνωσης,
να έλκω τον εαυτό μου σαν
να ήμουν ένα ξεριζωμένο σώμα
στο μπαούλο, στο χώρο αποσκευών.
Αυτό απέγινε ψευδορκία της ψυχής.
Έγινε ένα κραυγαλέο ψέμα
και μολονότι έντυσα το σώμα
αυτό ήταν ακόμη γυμνό,
ακόμη σκοτωμένο.
Πιάστηκε
για πρώτη φορά στη γέννα,
σαν ένα ψάρι.
Όμως έπαιξα μαζί του, το έντυσα,
το έντυσα σαν κάποιου την κούκλα.
Η ζωή είναι κάτι που παίζεις;
Και είναι κάτι που θες να το ξεφορτωθείς συνεχώς;
Και επιπλέον, όλοι σου φωνάζουν
να το βουλώσεις.
Και δεν είναι έκπληξη!
Οι άνθρωποι δεν αρέσκονται να τους λένε
ότι είσαι άρρωστος
και μετά να εξαναγκάζονται
να παρακολουθούν
εσένα
να κατρακυλάς
με το σφυρί.

Σήμερα η ζωή έσκασε μέσα μου σαν ένα αυγό
και μέσα εκεί
ύστερα από αξιοπρόσεκτο σκάψιμο
βρήκα την απάντηση.
Τι ευκαιρία!
Ήταν ο ήλιος,
Ο κρόκος της κινούταν πυρετωδώς
παίρνοντας αβασάνιστα το τρόπαιό της —
και συνειδητοποιείς πως αυτό το κάνει κάθε μέρα!
Γνώριζα πώς ήτανε αγνή,
αλλά δεν είχα σκεφτεί
πώς ήταν συμπαγής,
δεν είχα καταλάβει πως ήταν η απάντηση.
Θεέ μου! Όνειρο είναι,
εραστές να βλασταίνουν στον κήπο
σαν βλαστοί σέλινου
και ακόμα καλύτερα,
ένας σύζυγος ακριβώς σαν σεκόγια,
δύο κόρες, δυο θαλασσινά όστρακα
μαζεύοντας τριαντάφυλλα από το λειρί μου.
Αν είμαι σ’ έξαψη χορεύουν γύρω του
και φτιάχνουν γλυκάκια.
Κι όταν χρειάζομαι περισσότερη προσοχή
απλά πατινάρουν πάνω μου
με μικροσκοπικά κοστούμια μπαλέτου.

Εδώ,
συνεχώς,
σκεπτόμενη πώς ήμουν δολοφόνος,
τρίβοντας καθημερινά τον εαυτό μου
με τα μικρά μου δηλητήρια.
Αλλ’ όχι.
Είμαι μια αυτοκράτειρα.
Φορώ μια μπροστέλα.
Η γραφομηχανή μου γράφει.
Δεν έσπασε όπως προειδοποιήθηκε.
Ακόμα και τρελή είμαι τόσο ωραία
όσο μια πλάκα σοκολάτας.
Ακόμη και με τις γυμναστικές των μαγισσών,
εμπιστεύομαι την αμέτρητη πόλη μου,
το διεφθαρμένο μου κρεβάτι.

Έρχομαι με φιλιά μέσα στην κουκούλα μου
και ο ήλιος, αυτός ο έξυπνος,
κατρακυλά στην αγκαλιά μου.
Έτσι λέω ΖΗΣΕ
και στρέφω τη σκιά μου
τρεις φορές γύρω τριγύρω
για να ταΐσω τα κουτάβια μας όπως έρχονται
τα οκτώ Δαλματίας που δεν πνίξαμε,
παρά τις προειδοποιήσεις:
Το απορριγμένο!
Το κατεστραμμένο!
Παρά τους κουβάδες του νερού που περίμεναν
να τα πνίξουν, να τα τραβήξουν κάτω σαν πέτρες,
ήρθαν το καθένα με το κεφάλι προτεταμένο,
βγάζοντας φυσαλίδες στο χρώμα του μπλε καταρράκτη
και ψάχνοντας αδέξια για τις μικρές ρώγες.
Μόλις την προηγούμενη εβδομάδα, οκτώ Δαλματίας,
¾ της λίβρας, μπήκαν στη σειρά σαν καυσόξυλο
το καθένα
σαν
σημύδα.
Υπόσχομαι να αγαπώ περισσότερο αν έρθουν,
γιατί παρά την σκληρότητα
και τα παραγεμισμένα αυτοκίνητα αυτοκινητόδρομου για τους κλιβάνους,
δεν είμαι αυτό που περίμενα.
Όχι ένας Eichmann.
Το δηλητήριο απλά δεν κράτησε.
Οπότε δεν θα παραμείνω στην νοσοκομειακή μου βάρδια,
επαναλαμβάνοντας την Μαύρη Λειτουργία
και όλα αυτό.
Λέω ΖΗΣΕ, ΖΗΣΕ, λόγω του ήλιου
του ονείρου, του εκπληκτικού δώρου.

Τελευταία μέρα του Φλεβάρη, 1966

Advertisements

One thought on “ΑΝΝ ΣΕΞΤΟΝ – Η ποιητική της αυτοχειρίας (γ)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s