Ο ΕΡΩΤΑΣ ΩΣ ΠΡΩΤΗ ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ (2)


Ωριμάζοντας ηλικιακά, κάπου μετά τα τριάντα πέντε ένιωσα πως το πάθος μου, το πάθος ενός ποιητή είχε αρχίσει να γίνεται πάθος έμφρον, που ήξερε πώς να εισβάλλει στο χωροχρονικό παρόν χωρίς να διαλύει το υποκείμενο και το αντικείμενο στο οποίο αναφέρετο. Θα μπορούσα να πω πως πλέον καταλάβαινα ότι ήμουν ασφαλώς ερωτευμένος, πως ένιωθα με την καρδιά και την ψυχή μου την ομορφιά του άλλου ανθρώπου, όμως όταν αποφάσιζε το σώμα μου να κάνει έρωτα, αυτό ήτανε κυριολεκτικά και μόνον βιολογική ανάγκη που το πάθος την μετέτρεπε σε κάβλα και έτσι μεταδιδότανε και στο άλλο σώμα. Το αποτέλεσμα ήτανε πάντα ένα οδυνηρό ναυάγιο, αφού ό,τι ένιωθα δεν μπορούσα να το κάνω ισότιμο στην καρδιά, την ψυχή και το σώμα μου. Έτσι τα ποιήματά μου έγιναν προοίμια των επομένων ποιημάτων που θα έγραφα και σπατάλησα τις δυο δεκαετίες μου στη γραφή και μαζί και τις δυο δεκαετίες μου στη ζωή και τον έρωτα.

Και όλα αυτά σας τα λέω γιατί νοιάζομαι τόσο για την ποίηση όσο κανείς δεν φαντάζεται. Έχω μια ανάγκη να αποκατασταθώ πριν τελειώσει η ποίηση μου ή πριν τελειώσει ο ανθρώπινος χρόνος μου. Γιατί είναι δυνατόν να τελειώσει ένα από αυτά. Αν μεν τελειώσει ο ανθρώπινος χρόνος μου,  θα έχετε στην κατοχή σας το έργο μου, αν συμβεί δε το αναπάντεχο και μου τελειώσει η ποίηση, τότε θα πρέπει να υποστηρίξω εγώ ένα μεγάλο βασανιστήριο. Να ζω ως άνθρωπος την στιγμή που όλα αυτά τα χρόνια είχα απαρνηθεί τη θέαση της ανθρώπινης ζωής έξω από το οπτικό πεδίο της ποίησης.

Από έφηβος, από τις πρώτες ώρες που ένιωσα την ποίηση, βίωσα με μεταφυσικό τρόπο την προμηθεϊκή αποστολή του ποιητή και έθεσα ως προμηθεϊκή και τη δική μου ζωή έκτοτε.  Γιατί είναι που συναρμόζοντας τις λέξεις μέσα στο ποιητικό σώμα εγώ λυνόμουν από τα δεσμά αυτού του κόσμου,  που παρόλη την διανοητική του πρόοδο ακόμα επιμένει να δολοφονεί με τον πιο άγριο και σκληρό τρόπο. Κι αν ήμασταν οι άνθρωποι άλογα όντα, να έλεγα ή να δικαιολογούσα ακόμη πως ό,τι κάνουμε, το κάνουμε για την επιβίωσή μας κι έτσι θα ήμουνα ήσυχος για ό,τι θα επακολουθήσει.

Βλέποντας όμως να φτάνουνε λαοί ολόκληροι στην εξαθλίωση και στον εθνικό εξευτελισμό, αφού έχει προηγηθεί ο εξευτελισμός και η εξαθλίωση σε ατομικό επίπεδο, καταλαβαίνω πως καλά έγινε και μας αρνήθηκε από τον Θεό ο παράδεισος, αφού είναι που κρίνει κανείς με συγκατάβαση, παραδεχόμενος πως ο άνθρωπος κουβαλά ελαττώματα που υποδουλώνουν το σώμα, την ψυχή και το πνεύμα, μιας και ο άνθρωπος δεν έπαψε να είναι λεγεώνα ελαττωμάτων.

Και μέσα από τις απλές διαπιστώσεις έγινα και καλός χριστιανός. Έφτασα στο συμπέρασμα να αποδεχθώ πως το ευαγγέλιο της αγάπης είναι ότι πιο σημαντικό έχει εγκαθιδρυθεί τα τελευταία δύο χιλιάδες χρόνια ως πίστη για την ανθρωπότητα κι όσο κι αν παρερμηνεύτηκε στο πέρασμα των εποχών βαστά ακόμα μια ισχυρή δυναμική σε ό,τι αφορά το κραταιό παράδειγμα.  Κι έτσι άρχισα πολλές φορές να βγάζω την οργή μου στον Θεό των ανθρώπων. Ο καλός Θεός, ο κακός Θεός. Μέσα στην ποίησή μου ο Θεός έχει λάβει σημαντικό μέρος. Δεν είναι λίγες οι φορές που διαλέγομαι με τον Θεό… αν και τις περισσότερες είμαι σκωπτικός και αμείλικτος απέναντι στην αδικία. Χαρακτηριστικά φτάνω ακόμα και το επίπεδο ενός πραγματικού υβριστή.

«Σε προσκαλώ Θεέ σε δείπνο

Ήδη έχω προβεί σ’ όλες τις απαραίτητες ετοιμασίες

Κεριά αναμμένα

Σερβίτσια απλωμένα

Πρώτο πιάτο η ίδια η ζωή

Κύριο πιάτο το ανυπόφορο όνομά Σου

Και για επιδόρπιο η φοβερή μου επιθυμία

Κάτσε Θεέ στο θρόνο Σου

Στην κεφαλή της τράπεζας

Ως προφήτης Σου θα σου σερβίρω

Τον μαύρο εγκέφαλο της ανθρωπότητας

Περασμένο στο μπλέντερ

Αραιωμένο μ’ αίμα και αιώνιο πόλεμο

Πόλεμο παγκόσμιο, εμφύλιο, ατομικό, πυρηνικό

Θεέ μου με καλαμάκι θα απολαύσεις το απεριτίφ του κόσμου Σου

Να τον χαίρεσαι τον κόσμο Σου

Η ψυχή διαφεύγει Θεέ μου μέσα από τούτη την τρύπα του ποιήματος

Η μαύρη τρύπα μιας οργής

Το μαύρο γεγονός ενός διαρκούς θανάτου

Το μαύρο σαγόνι μου που βγάζει γένι

Το μαύρο πέπλο του χιονιού που σκέπασε το καλοκαίρι

Η μαύρη γάτα που’ σκισε τη μοίρα

Το κοινό μαύρο της κατάστασης

Γεμίζει το κελί της ύπαρξής μου με το τίποτα

Εντέλει το μαύρο τίποτα!»

Αν και κατά βάθος φοβάμαι την οργή που θα επισύρουν οι στίχοι μου, νιώθω πως πολλές φορές οι τολμηροί αμείβονται. Αν πρόκειται να δεχθώ την ύπαρξη ενός υπερανθρώπου για να μπορέσω να φθάσω την πολυπόθητη πατροκτονία είναι σαν η ίδια η πηγή του καλού και αγαθού να με ανταμείβει. Η αμοιβή μου είναι ακόμα και σήμερα ο έρωτας. Δεν θα μπορούσα να υπάρχω δίχως τον έρωτα. Πως αλλιώς θα μπορούσα να πολλαπλασιάσω την εκκωφαντική νυχτερινή σιωπή αν δεν είχα ένα σώμα που να χρησιμεύει ως το αντηχείο μου;

Μέχρι τα τριάντα πέντε ο έρωτας μου ήταν πανταχού παρών και τα πάντα πληρών… έτσι νόμιζα τουλάχιστον. Ύστερα αποδείχθηκε έρωτας ολέθριος και σαρκοβόρος. Πήρε τη μορφή του θανάτου και κόντεψε να κόψει την ασημένια χορδή της ύπαρξης μου. Αναρρώνοντας από μια βαριά κατάθλιψη και έχοντας ποιητικά σωπάσει για τουλάχιστον τρία χρόνια, έφτασε ο καιρός που απελευθερώθηκε ένας άγγελος να λάβει τη θέση του πλάι στον υβριστή ποιητή.

Έτσι έσφιξα στην αγκαλιά μου ένα πλάσμα, δημιούργημα θείο, που το ονόμασα έργο τέχνης μέσα στην ποίησή μου.

…«Λευκό μου έργο τέχνης

Με πόση προσήλωση ακουμπώ τους μαστούς σου

Με πόση κατάνυξη βαδίζουν τα ακροδάχτυλα μου

Ν’ ανοίξουν την πηγή σου

Είμαι η αλήθεια αγάπη μου

Ή μήπως απλά

Ένας αληθινός άνθρωπος;»…

Επρόκειτο για μια ολόξανθη γυναίκα την οποία ερωτεύτηκα και αγάπησα κι όπως αποδεικνύεται αυτό συνέβη άπαξ μέχρι σήμερα. Εδώ λαμβάνει ο άνθρωπος-ποιητής την πρώτη υπαρξιακή του ανατροπή. Έκτοτε η γυναίκα αυτή του υπενθυμίζει πως εκείνος αντιστέκεται στην αγάπη, πως φοβάται να αφεθεί να αγαπήσει και να αγαπηθεί.

Αυτό που θα ομολογήσω πρώτα είναι πως η ζωή ενός ποιητή είναι μια απογυμνωμένη ζωή. Όχι μια στερημένη ζωή, αλλά μια ζωή που τα ψιμύθια της περισσεύουν και δεν τα χρειάζεται για να υπάρχει. Εντάξει, όλοι ξέρουν πως μπορεί να ζήσει ο ποιητής. Του φτάνει ένα βλέμμα και μια αγκαλιά για να κατακτήσει στη συνέχεια έναν ολόκληρο κόσμο, αφού ο ποιητής δεν ανακαλύπτει κανέναν κόσμο, πολύ περισσότερο πλάθει εκείνος τον κόσμο.

Ανθίσταμαι λοιπόν στην αγάπη της. Ίσως και να το κάνω επίτηδες. Μπορεί να μην ξέρω να αγαπώ αλλά τολμώ να πω πως ξέρω, όντας τουλάχιστον ερωτευμένος να πονάω. Πώς να βρίσκω το πιο σκοτεινό μέρος εντός μου κι εκεί να εγκλωβίζομαι αναζητώντας να έρθω σε αντιπαράθεση με την πιο μεγάλη δημιουργημένη μου σκιά. Από ένστικτο έμαθα πως θα πρέπει να φοβηθώ για να οπλιστώ και να δημιουργήσω έναν στίχο, να γεννήσω ένα ποίημα. Και τότε ξέρω αν είναι αυτό το ποίημα αλήθεια ή ψέμα. Εγώ που το γέννησα, ακόμα και κάτω από την κατάσταση ενός υπαρξιακού πανικού και μιας αγωνίας ξέρω αν ισχύει ή δεν ισχύει.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ….

από τις αναρτήσεις/δημοσιεύσεις στο blog του ΕΚΕΒΙ (http://ekebi.wordpress.com)

Advertisements

2 thoughts on “Ο ΕΡΩΤΑΣ ΩΣ ΠΡΩΤΗ ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ (2)

  1. Το Δείπνο σου μου άρεσε και συνἐχισέ το διότι μέσα απ’αυτό θα βγούν τα αρνητικά και τα θετικά της ανθρώπινης Ψυχής!Χρυσοστομος

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s