Ο ΕΡΩΤΑΣ ΩΣ ΠΡΩΤΗ ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ (1)


Δίνοντας τη σκυτάλη στους συγγραφείς…

Το ΕΚΕΒΙ προτείνει σε συγγραφείς εγνωσμένης αξίας και αποδοχής από το αναγνωστικό κοινό να συμμετέχει στις δημοσιεύσεις του ιστολογίου του.

Η προσδοκία είναι να αποτελέσει ένα γόνιμο «βήμα» για νέους, ανερχόμενους αλλά και καταξιωμένους λογοτέχνες (πεζογράφους και ποιητές) αφού ο χώρος του ιστολογίου μπορεί να αξιοποιηθεί ως σημειωματάριο ιδεών, προτάσεις προς το αναγνωστικό κοινό, δοκιμή προβολής επεξεργασμένων αλλ’ όχι ακόμη δημοσιευμένων δειγμάτων από το έργο τους.
Η πρόσκληση προς τους συγγραφείς είναι διευρυμένη, καθώς ο κατάλογος των συμμετεχόντων βρίσκεται σε εξέλιξη. Στη συνέχεια, τη σκυτάλη παίρνει ο ποιητής Γιάννης Αντιόχου (για το διάστημα μεταξύ 7 έως 14 Ιουνίου).

 

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΟΝΤΑΣ ΛΟΙΠΟΝ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ:

Ξεκινώντας, σε τούτο το ηλεκτρονικό ημερολόγιο που μου παραχώρησε τιμητικά το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου, μια ιδιότυπη έκθεση του έργου και της προσωπικότητάς μου, θέλω από την αρχή να ξεκαθαρίσω πως ούτε δοκιμιογράφος είμαι, ούτε κριτικός. Πολύ δε απέχω από το να επιθυμώ να γίνω κάτι από τα παραπάνω. Περαιτέρω δεν θέλω να δηλώσω ποιητής, γιατί ως τέτοιος δεν μπορεί να δηλωθεί κανείς από όσους έχει μια ευχέρεια στο να συναρμόζει λέξεις κάνοντας στίχους, στροφές και εντέλει ποιήματα. Θα πω μόνο πως είναι αρκετό το ότι έχω επιφορτιστεί αφ’ εαυτού με τον ποιητικό λόγο από τη νεότητά μου και έκτοτε δεν κατάφερα να κρατήσω έστω και πέντε λεπτά ισορροπίας στη ζωή μου.

Πόσο αλήθεια έχω μετατοπιστεί από αυτό που όλοι οι άνθρωποι προσπαθούν να πετύχουν στη ζωή τους; Πολλοί από τους ομήλικους ποιητές − κάποιοι τυχαίνει να είναι και φίλοι μου − έχω παρατηρήσει πως θαυμάζουν την τύχη και την τόλμη να έχω γίνει πατέρας τριών παιδιών, να διατηρώ παντρεμένος όντας ένα σπίτι με όλα εκείνα τα τυπικά και οριζόντια που κάνουν στη ζωή τους οι άνθρωποι, μα κατά βάθος δεν ζουν αληθινά αυτό που θα ήθελαν να ζουν.

Γεννημένος στις 9.9.1969 και μεγαλωμένος τη δεκαετία του χίλια εννιακόσια εβδομήντα και του χίλια εννιακόσια ογδόντα, έζησα τις κοσμοϊστορικές αλλαγές που συνέβησαν στη σύγχρονη ιστορική πραγματικότητα κατανοώντας την ταχύτητα και τη σχετικότητα του χρόνου και παρατηρώντας συγχρόνως το θαύμα της ανταλλαγής των πληροφοριών και την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού.

Η ταχύτητα μετάδοσης της πληροφορίας ίσως και να θεωρηθεί ως η σπουδαιότερη επανάσταση της πληροφορικής εποχής. Αρκεί να φανταστείτε πως κάποτε για να φτάσει ο ερωτικός λόγος ενός εραστή προς την αγαπημένη του, για παράδειγμα από την Ελλάδα στην Αγγλία, μπορεί να χρειαζότανε ένας ολόκληρος μήνας ή και ακόμα παραπάνω, ενώ σήμερα είναι αρκετό το πάτημα ενός πλήκτρου για να οδηγήσει το «σ’ αγαπώ» άμεσα στο αντικείμενο του πόθου μας. Επιπλέον σήμερα μπορεί κάποιος να παρακολουθήσει τον άλλο σε πραγματικό χρόνο εκεί που βρίσκεται, χωρίς να μπορεί ο άλλος να σε ξεγελάσει. Με άλλα λόγια όλα βρίσκονται ένα κλικ μακριά.

Αυτό σκλήρυνε πολύ τον έρωτα, σχεδόν τον αποκτήνωσε, αφαιρώντας το σημάδι του κοκκινίσματος από τις παρειές του εραστή και της ερωμένης, σηματοδοτώντας το τέλος της συστολής και παραχωρώντας τη θέση της σε απλές καταφάσεις και απονενοημένα θέλω ή δεν θέλω. Σήμερα δεν μπορείς πια να ζήσεις έναν ολοκληρωμένο ερωτικό μύθο, γιατί ο χρόνος δεν είναι πια σύμμαχός σου, αλλά εχθρός και γιατί επίσης πια δεν σου επιτρέπεται καμιά λήθη, τα πάντα είναι και συμβαίνουν ακαριαία. Να λοιπόν που σήμερα καταλαβαίνω τι εννοούσε ο Έζρα Πάουντ όταν έγραφε:

«Ο Χρόνος δεν είναι αυτό που αγαπιέται.
Ο Χρόνος είναι το κακό.
Ο Χρόνος είναι το κακό που αγαπιέται.
Ο Χρόνος δεν είναι ο Χρόνος που αγαπιέται.»

Σε σχέση με τη δική μου διαδρομή στην ποίηση θα μπορούσα να πω πως όλα ξεκίνησαν κάπως έτσι:

«…Είναι την νύκτα ελεύθεροι οι δρόμοι. Των Αθηνών ο ουρανός, ο πάντα σχεδόν ανέφελος, ολοένα φαίνεται να μεγαλώνει, να ψηλώνει. Θαρρείς και πληθαίνουν τ’ άστρα και οι μακρινοί αστερισμοί μοιάζουν με τηλαυγή διαμάντια σε μαυροκύανο βελούδο καρφωμένα. Είναι η σιγή παράξενη –σαν μια βαθειά σκηνή, ή σαν γιγάντειον ηχείον, απ’ όπου εκπορεύεται ο ήχος και όλες της νύκτας οι φωνές γίνονται πιο δυνατές, πιο καθαρές μέσα απ’ αυτό το βάθος, και μοιάζουνε με αστραπές, που στο γοργό το διάβα των φωτίζουν τόσο πολύ και τόσο συνταρακτικά, που όσο μικρή διάρκεια κι αν έχουν, αποτυπώνονται ανεξίτηλα μεσ’ στις ψυχές και όταν ακόμη, μόλις ξεσπάσουν, σβήνουν…» και τούτο συνέβη το 1985, που μόλις ξυπνούσα από τους χυμούς ορμητικός, τη ζωή να κατακτήσω, με τη ζωή να μετρηθώ και ο φιλόλογος μου στο Κλασικό Λύκειο των Αναβρύτων προσπαθούσε να μας μυήσει σε μια αδήριτη πραγματικότητα, απαγγέλλοντας την «Οκτάνα» του Ανδρέα Εμπειρίκου.

Αναρωτήθηκα εκείνη την στιγμή πως είναι δυνατόν να υπάρχει τέτοιος λόγος, που περιέγραφε ό,τι το εφηβικό μου βλέμμα απολάμβανε την άνοιξη του 1985. Κι όλο ρωτούσα πώς; Πώς; Πώς γίνεται και κάποιος χαρακτηρίζει το φως των αστεριών ως συνταρακτικό και να παρομοιάζει τη σιγή ως γιγάντειον ηχείον απ’ όπου εκπορεύεται ο ήχος; Ήταν η άνοιξη που φυλλομέτρησα την «Οκτάνα» του Ανδρέα Εμπειρίκου διαβάζοντας στο εξώφυλλο: «Ικαρος Εκδοτική Εταιρία» και μονολόγησα βουβά πως τούτο μου ταίριαζε ή μάλλον τούτο μου έπρεπε. Να γίνω δηλαδή ποιητής και να εκδώσω κάποτε κι εγώ το βιβλίο μου στον «Ικαρο». Δεν ήταν η μίμηση, αλλά κάτι παραπάνω. Ήταν ένα αίσθημα σαν αποστολή που ένιωσα μέσα μου.

Είχα καταλάβει από νωρίς αυτό που είχε παραδώσει ο Αρθούρος Ρεμπώ στις επιστολές του, τις επονομαζόμενες του Ορατικού, και ειδικά σε αυτή με τίτλο «Οι μικρές μου αγαπημένες». Εκεί υποστηρίζει πως ο ποιητής είναι κλέφτης φωτιάς. Είναι με άλλα λόγια ο Προμηθέας. Γράφει:

«…Σηκώνει το βάρος της ανθρωπότητας, ακόμα και των ζώων. Οφείλει να κάνει να ακουστούν, να ψαυτούν, να γίνουν αισθητά, τα ευρήματά του˙
Εάν αυτό που κομίζει από κει κάτω έχει μορφή, δίνει μορφή˙ εάν είναι άμορφο, δίνει άμορφο. Να βρει μια γλώσσα.
-Κατά τα λοιπά, αφού κάθε λόγος είναι ιδέα, θα έρθει ο καιρός μιας παγκόσμιας γλώσσας!
…Αυτή η γλώσσα θα είναι ψυχή για την ψυχή, συνοψίζοντας τα πάντα, αρώματα, ήχους, χρώματα, με σκέψη αγκιστρώνοντας τη σκέψη και έλκοντας. Ο ποιητής θα καθορίσει την ποσότητα του αγνώστου που αφυπνίζεται στον καιρό του μέσα στην οικουμενική ψυχή: θα δώσει περισσότερα – από την εκφορά του στοχασμού του, από τη σημειογραφία της πορείας του προς την Πρόοδο. Κάτι κολοσσιαίο που μετατρεπόμενο σε γενική αρχή, αφομοιωμένη από όλους θα ήταν πραγματικά ένας πολλαπλασιαστής προόδου!»
Από το 1985 έως το 2010,ψάχνοντας το αλφάβητο αυτής της γλώσσας, αυτής της παγκόσμιας γλώσσας, χρόνια περάσανε πολλά και μέτρησα είκοσι έξι φορές τον ερχομό και τον πηγαιμό της άνοιξης, ώσπου είτε οι μυρωδιές είτε τα άγρια άνθη της έγραψαν κάτι βαθιές περιχείλιες χαράδρες στο πρόσωπό μου, προσδίδοντας μου την εξωτερική πλευρά της εμπειρίας – αλλιώς, αυτό που όλοι ονομάζουν γνώση. Δε λέω, το πέρασμα των χρόνων με αντάμειψε, κι ας μην είχα ποτέ υπομονή, κι ας μη βαστούσα σιωπή και ησυχία. Το 2009 κατάφερα να εκδοθεί το τέταρτο βιβλίο μου, έτσι τυπώθηκαν οι «Εισπνοές» στις εκδόσεις «Ικαρος», επαληθεύοντας το νεανικό, εφηβικό μου όνειρο.
Όταν συνέβη αυτό θυμάμαι πως κάθησα κι αναλογίστηκα την υπερβολή και την αλαζονεία. Επέτυχα, θα έλεγε κανείς, αυτό που επιθυμούσα, και δε λέω: για πρώτη φορά στη ζωή μου είχα καταφέρει σχεδόν ανεμπόδιστα, εντελώς φυσικά να γίνει πραγματικότητα μια υπόσχεση που είχα δώσει στον εαυτό μου.

Αυτό που όλοι οι άνθρωποι το θεωρούν κατόρθωμα τεράστιο, εγώ το ένιωσα ως πλήρωση. Γέμισε η ζωή μου, γέμισε η ψυχή μου. Είχα πετύχει αυτό που είχα θέσει στόχο – και τώρα τι; Τι απέμενε; Κατόρθωσα τα πάντα ή θα έπρεπε για να συνεχίζω να ζω και για να μη με βουλιάξει η ματαιότητα έμελλε να στοχοθετήσω ξανά; Και να θέσω ποιον στόχο; Τι θα μπορούσε να επιθυμήσει ο άνθρωπος ξανά στη ζωή του; Να βάλω τον εαυτό μου να αναμένει ένα ποιητικό βραβείο, ένα έπαθλο; Να συνεχίσω να ζω έτσι; Αυτό που στ’ αλήθεια επιθυμούσα ήταν να συναντήσω το άλλο μου μισό και με αυτό να συνοδοιπορήσω σε ό,τι μου απέμενε στη ζωή. Να βάλω μπροστά, να σχηματίσω το καθ’ αυτό ποίημά μου, που δεν ήταν τίποτα άλλο παρά η σιωπή. Ένα ποίημα που θα σιωπούσε στο παρελθόν, στο παρόν και στο μέλλον. Αφού πολύ θόρυβο είχε κάνει η ζωή μου μέχρι τότε. Και πολύ εξενύχτησα, και πολύ έρωτα δοκίμασα, και άλλαξα δεκάδες κρεβάτια, και σώματα επλήγωσα, και τα γόνατα μου μάτωσα προσπαθώντας να δοκιμάσω να βρω την ψυχή μου στις ψυχές των άλλων. Μα δεν κατάφερα τίποτα ουσιαστικό, παρά παρατεταμένες μανιέρες στη γραφή μου, ανάλογες του ερωτικού συντρόφου που υιοθετούσα κάθε εποχή.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

ΜΠΟΡΕΙΤΑΙ ΝΑ ΕΠΙΣΚΕΦΘΕΙΤΕ ΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΕΚΕΒΙ http://ekebi.wordpress.com

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s