ΜΑΥΡΟ ΒΑΘΥ, ΣΧΕΔΟΝ ΓΚΡΙΖΟ ΣΥΝΝΕΦΙΑΣ


Παρουσίαση του ποιητικού βιβλίου «Εισπνοές» από τον Κωνσταντίνο Μπούρα, στο ένθετο «Βιβλιοθήκη» της Ελευθεροτυπίας (11.3.2010)

 

 

Μαύρο βαθύ, σχεδόν γκρίζο συννεφιάς

Από τον Κωνσταντίνο Μπούρα

Γιάννης Αντιόχου

Εισπνοές εκδόσεις Ικαρος, σ. 52, 10 ευρώ

…Ιχνη ίχνη ίχνη / Σημάδια θανάτου / Μαύρες γραβάτες και περιβραχιόνια / Μαύρα μαντήλια και μάλλινες κάλτσες / Μαύρες ντάμες / Μαύροι βαλέδες και βασιλιάδες / Μαύρα αραβικά ψηφία / Σκέπτεσαι… (σ. 21-22). Σκέφτομαι συχνά διαβάζοντας πεισιθάνατους στίχους ότι -όπως με τα παλιά φωτογραφικά φιλμ- θα μπορούσα να διαβάσω το «αρνητικό» του ποιήματος, αντικαθιστώντας το μαύρο με το άσπρο και τη θλίψη με τη χαρά. Μόνο που για να γίνει αυτό δεν πρέπει το φιλμ να είναι «υποφωτισμένο» ή «υπερφωτισμένο». Η «θανατολαγνεία» και η αλγολαγνεία περισσεύουν σε αυτή την ποιητική συλλογή, διανθισμένη με leit motiv του είδους «να (μην) πονά / να (μην) πονά / να (μην) πονά» ή «σνιφ…σνιφ…σνιφ» (ασθματική αναπνοή, ίσως) ή «γουρ γουρ γουρ» (η ομιλία ενός μαύρου περιστεριού -«αλλιώς το Αγιο Πνεύμα», σ. 16). Καταλαβαίνετε, λοιπόν, γιατί μιλάω για το «αρνητικό» ενός «υποφωτισμένου» φωτογραφικού φιλμ, όταν το γνωστό άσπρο περιστέρι από την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος μετατρέπεται -ποιητική αδεία- σε μαύρο; Τότε αρρώστησες βαριά / Λευκάνθηκε το δέρμα σου / Οι φλέβες γράφτηκαν στο σώμα αράχνες της μούχλας / Κι όπως γίνεται στα όνειρα / Μέσα από τα μαλλιά σου τινάχτηκε μια μαύρη φτερούγα / Το κρανίο σου σκίστηκε στα δυο σαν τ’ αυγό της κλώσσας / Κι έσκασε μαυροπούλι του μυαλού / Πετάρισε μια δυο μέσα στην κάμαρα / Και κράζοντας / Τη σκοτείνιασε καλά… (σ. 13). Ο Γιάννης Αντιόχου, σύμφωνα πάντα με το Δελτίο Τύπου, «είναι ποιητής, μεταφραστής. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1969. Μεγάλωσε και ζει στον Πειραιά. Είναι κάτοχος ΜΒΑ και MSc της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, με εξειδίκευση στις Μονάδες Εντατικής Θεραπείας». «Εθισμένο σώμα» (σ. 30), δύσκολη εισπνοή ή άπνοια (σσ. 16, 28, 31, 34, 35, 39, 41, 43, 50 και στον τίτλο του βιβλίου: «εισπνοές»), μαύροι άγγελοι (σ. 32) και μαύρο περιστέρι του Αγίου Πνεύματος (σ. 16), ο πόνος, ο σωματικός, ο αναπόδραστος (σσ. 16, 20, 29, 30 κ.ά.), η ηρωίνη («μισάνοιξε της ηρωίνης το βλέμμα», σ. 20), αράχνες, ποντίκια, φίδια και το «Μέγα Τρωκτικό», δράκοι «τ’ ονείρου με πολύχρωμα φτερά / κι άλλα νηκτά κι εξωτικά / πτηνά / ή βάφοντας μαύρα σαν / νεκρά / θνησιγενή τα ποιήματα / κι άλλα / πολλά / του ανθρώπου / συναισθήματα» (σ. 41). Και όλ’ αυτά διανθισμένα με εκτεταμένες παραπομπές στον Λαπαθιώτη, στον Καζαντζάκη, στον Καρούζο, στον Τ. S. Eliot, στον Καβάφη, στον Arthur Rimbaud, στον Thomas Ligotti, στον Ezra Pound, στον Thelonious Monk κ.ά. Είναι τόσο εκτεταμένα αυτά τα παραθέματα, που συνθέτουν ένα άλλο «σώμα», παρένθετο στο κυρίως «ποιητικό σώμα» του βιβλίου. Ο Γιάννης Αντιόχου είναι πιστός και συνεπής στο ποιητικό του όραμα. Και μόνο προς το τέλος αφήνει να φανεί αχνά το στοιχείο της ειρωνείας και ο μακάβριος (αυτο)σαρκασμός: «…Ο ένας να πεθάνει / Του έχει γράψει / Το σπίτι με το φάντασμά του / Ο άλλος έψαξε ώρα πολλή τι να χαρίσει·/ Συνθέτοντας την ωδή του / Του χάρισε το copyright / All rights reserved λοιπόν / Αλλά… νεκρός; / Ναι νεκρός […] Προφίλ αυτός κι η μύτη του εισπνέει […] Και πέθανες; / Πώς; / Και φάντασμα; / Ποιος; / Ποιος; / Αυτός κι αυτός» (σσ. 49-52). Η ασθματική, απελπισμένη, θα έλεγα, μονολογικότητα των δύο τελευταίων ποιημάτων είναι μάλλον έκδηλη.

 

http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=11/03/2010&id=140303

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s