Ο ΕΡΩΤΑΣ ΩΣ Η ΠΡΩΤΗ ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ (3)


Παραθέτω το 3ο και τελευταίο μέρος του δοκιμίου μου » Ο Έρωτας ως η πρώτη αλήθεια της ποίησης», έτσι όπως δημοσιεύθηκε στο ιστολόγιο του ΕΚΕΒΙ:

…Παρατηρώ όμως ταυτόχρονα πως στα σαράντα δύο μου έγινα ένας άνθρωπος που πρέπει να ρωτήσει τον διπλανό του αν αυτό που ακούει και διαβάζει στα ΜΜΕ είναι αλήθεια ή ψέμα. Ομολογώ πως δεν ξέρω ποια είναι η αλήθεια και ποιο το ψέμα, αφού μάλλον μας διαφεύγει εντελώς το περιβάλλον που γέννησε την κατάσταση που οφείλουμε όλοι εμείς σαν πολίτες μιας ευνομούμενης κοινωνίας να υπακούσουμε.
Γεγονότα χαμηλής έντασης αρχίζουν να συντηρούνται από τα ΜΜΕ σιγά και μεθοδικά κατασκευάζοντας υπηκόους. Μας πείθουν με την εικόνα. Η εικόνα δεν είναι πια μια προοπτική αντιληπτική ικανότητα, δεν είναι το αισθητηριακό αποτέλεσμα. Βρισκόμαστε πια εγκλωβισμένοι μέσα στην εικόνα. Πολλές εικόνες μαζί συνθέτουν ένα έργο και οφείλω να παραδεχτώ πως σε αυτό το έργο εμπεριέχεται όλη η ανθρώπινη ενδιαίτηση. Εκεί, κάπου σε ένα μέρος του κάδρου βρίσκομαι και εγώ και εσείς.
Ζούμε σε συντελική εποχή ή βιώνουμε τέτοιες κοσμοϊστορικές αλλαγές που στο ανθρώπινο μυαλό οι χρόνοι που συντελούνται μοιάζουν συντελικοί; Τότε είναι που με καταλαμβάνει η ματαιότητα, τότε είναι που η αγαπημένη μου υποστηρίζει πως φοβάμαι ν’ ανοιχτώ για να νιώσω την αγάπη της και προσέξτε τούτο το λέει σ’ έναν ποιητή. Όχι δεν διαφέρω από όλους εσάς που ζείτε δίπλα μου, αντιλαμβάνομαι όμως την αλήθεια κάπως διαφορετικά απ’ ότι την αντιλαμβάνεστε όλοι εσείς. Ίσως παίρνω ορισμένα γεγονότα κατάκαρδα. Ίσως και να στεναχωριέμαι πιο πολύ. Άλλες φορές θέλω να βιώσω το γεγονός για να έχω ιδία αντίληψη, δεν μου φτάνει η αντίληψη από την παραθετική γνωριμία με αυτό. Κι έτσι πονάω και ματώνω και κλείνω τα μάτια μου να μην αντικρίζω πως όλα γινήκαν γιατί ο άνθρωπος έμαθε να στερείται του γνωρίσματος να ξεχωρίζει την αλήθεια από το ψέμα.
Πριν από χρόνια εμείς οι μεσήλικες σήμερα Έλληνες ζούσαμε στα οικογενειακά μας σπίτια με τη συντροφιά των παππούδων μας και των γιαγιάδων μας. Έτσι μάθαμε την ιστορία μας. Εκείνοι μας διηγήθηκαν τις δακρύβρεχτες ιστορίες των πολέμων που είχαν την ατυχία να ζήσουν. Κι όμως διηγούμενοι τα πιο άσχημα και βασανιστικά πράγματα που είχαν βιώσει ζούσαν μέσα από την παράθεση αυτών των γεγονότων. Ζούσαν και τα χρησιμοποιούσαν ως παραδείγματα για συνετιστούμε εμείς τα παιδιά τους. Και κάθομαι και λέω πόσο πια ο άνθρωπος θα ζει με αυτό το εσφαλμένο αίσθημα του εγώ. Αλίμονο να υποστηρίζουμε την πείνα και τις κακουχίες επειδή μας έχει περισσέψει το ψωμί στο καθημερινό μας τραπέζι.
Σήμερα μετά την επέλαση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στη χώρα μας κάποιοι ισχυρές φωνές των ΜΜΕ φωνασκούν πως επιτέλους τέλειωσε η εποχή του life style και τώρα θα δούμε όλοι την αλήθεια κατάματα. Πίσω από τα λόγια τους νιώθει κανείς πως χαίρονται που θα υποφέρουμε για όσα χρόνια θα συμβαίνει αυτή η ανάσχεση στη χώρα μας. Δηλαδή έφταιξε το life style για την κακή μας οικονομική κατάσταση; Αυτά τα γουρούνια θέλουν να μας κάνουν να πιστέψουμε πως πρέπει να είμαστε ένοχοι που ακολουθήσαμε την εικόνα που είχε αρχίσει επικίνδυνα να ξεφεύγει από τα όρια του κάδρου και τελικά επικάλυψε την ίδια την πραγματικότητα;
Ορισμένοι από εμάς είχαμε σαφώς καταλάβει πως αυτή η κοινωνία της εικόνας είχε πια καλύψει την πραγματικότητα και το μόνο που μας σώζει είναι να αλλάξουμε τη θέση μας, έτσι ώστε να δούμε αυτήν την εικόνα από μια διαφορετική οπτική γωνία, να μάθουμε να παρατηρούμε ακόμα και τους ίδιους μας τους εαυτούς μέσα στην εικόνα.
Έχει όμως πια αποδεχθεί ο άνθρωπος πως είναι εντελώς φυσιολογικό η γάτα να μοιάζει πίσω από τη διάθλασή της με πάνθηρα, ο πλανητάρχης να έχει κηρύξει τον πόλεμο σε όποια χώρα αντινομεί στα συμφέροντα της υπερδύναμης και όλοι μαζί να υποτασσόμαστε στη συλλογική υστερία μιας κακής στιγμής, αφού αυτή η δύσκολη, κακή στιγμή μας δίνει περισσότερη αίσθηση ζωής από την ησυχία, τη γαλήνη, την πραότητα και την ευχαρίστηση.
Τέτοια είναι η εποχή μας, ειδικά μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο κατάντησε ως εποχή με μαζικές απόπειρες υποβιβασμού της αλήθειας, εποχή που τις τελευταίες δεκαετίες η πληροφορία διαδίδεται όπως η φωτοκόπια ενός φωτοτυπικού μηχανήματος. Στο τέλος φτάνει να μεταδίδεται μια πληροφορία, μια γνώση που ουδεμία σχέση έχει με την αρχική, με αυτή την πρώτη ιδέα, μια γνώση που έχει ξεθωριάσει πλήρως από το πρωτότυπο.
Και βλέπεις τους κάπως υποψιασμένους αυτής της χώρας να θέλουν να μετοικήσουν για να υποστηριχτούν από πολιτειακά συστήματα που δεν έχουν υποστεί τέτοια καταστροφή. Ποια είναι η δική μας καταστροφή; Πως δεν ξέρουμε πλέον ποια είναι η αντικειμενική πραγματικότητα. Έτσι και αναιρέσουμε την εικόνα, έχουμε αναιρέσει και τις ζωές μας. Δεν μπορούμε να κατανοήσουμε πως έρχεται η στιγμή που μέσα μας τίθεται η ερώτηση μήπως πρέπει να σπάσουμε αυτόν τον καθρέφτη που αντικρίζουμε;
Τα μικρά παιδιά όταν κοιτάζουν το είδωλό τους στον καθρέφτη, τείνουν να γυρίζουν τον καθρέφτη από πίσω, μήπως και αυτό που αντικρίζουν δεν είναι αντανάκλαση παρά κάτι που βρίσκεται στο επέκεινα. Κι ύστερα μεγαλώνουν… εγκαθίστανται οι φόβοι, τα πάθη, τα μίση, η ζήλια, το θέλω, το μπορώ, το δεν μπορώ, το εγώ, προστίθενται οι σχέσεις επιτυχείς ή ατυχείς με τους άλλους ανθρώπους και φθάνει και η περίοδος που ίσως ο έρωτας τους κάνει να δουν με άλλα μάτια την εικόνα τους και την εικόνα της κοινωνίας. Οι ερωτευμένοι είναι η πιο τολμηρή κοινωνική ομάδα, ένας ερωτευμένος άνθρωπος μπορεί να καταφέρει τα πάντα και για τούτο συνήθως οι ήρωες είναι νέοι και ερωτευμένοι.
Ο ποιητής έχει αποδεχθεί τη δύναμη του έρωτα, είτε βιώνει, είτε όχι τον έρωτα, ενσωματώνει πάντα μέσα στο ποιητικό του σύμπαν το τρίπτυχο: ζωή, έρωτας, θάνατος. Αλλιώς δεν θα μπορέσει να δημιουργήσει ποιητικό σώμα ολοκληρωμένο, το οποίο θα μπορεί να ταξιδέψει στο χωροχρόνο της ανθρώπινης πραγματικότητας. Γιατί ευτυχώς δεν είναι ο Ποιητής που θα πλαστεί μέσα στον κόσμο, αλλά ο κόσμος που πλάθει ο ίδιος ο ποιητής για να τον κατανοήσει και έτσι να τον καταγράψει.
Να λοιπόν γιατί πιστεύω πως το μοναδικό μας καταφύγιο που έχει απομείνει είναι η Ποίηση. Γιατί η Ποίηση είναι ικανή να μην αποδεχθεί την εικόνα που έχει πια επικαλύψει την πραγματικότητα, αλλά να πλάσει η τέχνη καθαυτή μια εικόνα που θα διαλέξει και θα την εννοήσει ως πραγματική.
Και λέω ευτυχώς που είμαι ποιητής, που νιώθω και πράττω ως ποιητής, γιατί έτσι δεν θα τους κάνω τη χάρη να γονατίσω και να υποταχτώ στο ξετύλιγμα της συντελικής ταπισερί που θέλουν να την πουν πραγματικότητα. Θα αντισταθώ και θα σας παρακαλούσα να μην μιμηθείτε αυτό το αλληθωριστικό φαινόμενο που θέλει να σας οδηγήσει σε μια θολή αντίληψη της εικόνας.
Και αν σας μίλησα για την αγαπημένη μου, είναι που ο έρωτας με έχει κάνει ατρόμητο και νεαρό ξανά, να μπορώ να αμφιβάλλω αν ό,τι έχω σφίξει όλη την ημέρα μέσα στην αγκαλιά μου μού ανήκει καθ’ ολοκληρία. Είναι που ο έρωτας ξύνει το μολύβι μέσα στην καρδιά και με το αίμα μου γράφει τους στίχους μιας ύπαρξης που πάει να γεννηθεί για να γίνει η πρώτη αλήθεια. Και η πρώτη αλήθεια μέχρι σήμερα δεν είναι άλλη για μένα παρά: ο έρωτας.
Κι ούτε βέβαια είμαι αλαζών, αλλά ένας άνθρωπος που είναι τόσο ένοχος, όσο και αθώος για να μπορεί να ομολογήσει πως είναι ο έρωτας και η ποίηση, που κινεί τα χέρια του και κάνει την καρδιά του να χτυπά συντονισμένα μέσα στο κέντρο του ηλιακού γαλαξία.
Ένας άνθρωπος τόσο ένοχος που ανέχεται να εκτελούνται με ήπιες θανατηφόρες ενέσεις οι βαρυποινίτες των ΗΠΑ, που ανέχεται τα ρεσάλτο του Ισραήλ στις νηοπομπές ανθρωπιστικής βοήθειας.
Έχετε κάνει μια βόλτα στην Ομόνοια να δείτε την εξαθλίωση των ανθρώπων που τρυπιούνται για να σταματήσουν το καταραμένο τους μυαλό; Έχετε ποτέ ζήσει σε ένα δωμάτιο με ανθρώπους αδύναμους, εξαρτημένους από το δουλεμπόριο των φαρμακοβιομηχανιών; Ίσως ναι. Οι περισσότεροι θυσιάζετε την απόγνωσή σας ή τα πικρά χαμόγελά σας μέσα στα ασφαλή σπιτάκια σας. Μέχρι εκεί μπορείτε, δεν σας κατηγορώ. Όχι, εγώ ποτέ δεν θα κατηγορήσω κανέναν.
Είμαι ο χειρότερος άνθρωπος έτσι κι αλλιώς. Ποτέ δεν κατάφερα να έχω ένα μόνιμο κέντρο βαρύτητας. Είμαι ένα σιχαμένο και καταραμένο εκκρεμές που χορεύει τα βαλς του Σοστακόβιτς, που ακούει Μάνο Χατζιδάκι και ηδονίζεται, που ακούει Radiohead και τον παίρνουν τα κλάματα. Είμαι αυτός που διαβάζει το σούρουπο για παρηγοριά τους στίχους του Ρίλκε, του Ελύτη, του Καβάφη ή του Celan:
«Μαύρο γάλα της αυγής το πίνουμε βράδυ
το πίνουμε μεσημέρι και πρωί το πίνουμε τη νύχτα
πίνουμε και πίνουμε
Σκάβουμε τάφο στους αιθέρες εκεί δεν θα’ ναι στριμωχτά
ένας άνδρας κατοικεί το σπίτι παίζει με τα φίδια γράφει
γράφει όταν πέφτει το σκοτάδι στη Γερμανία τα χρυσά σου μαλλιά Μαργαρίτα
τα σταχτιά σου μαλλιά Σουλαμίτις σκάβουμε τάφο
στους αιθέρες εκεί δεν θα’ ναι στριμωχτά…»

Αυτός ο άνδρας επιτρέψτε μου να είμαι εγώ, για τούτο και σας λέω καληνύχτα σας… αυτός ο κόσμος προχωρά ολοκληρωτικά προς τον αφανισμό του. Μην τον εμποδίσετε… θα μου κάνετε μεγάλη χάρη. Μόνο τότε θα έχουμε χώρο, μόνο τότε δεν θα’ ναι στριμωχτά, έτσι και εγώ θα έχω ως ύστατη δικαιολογία για τον αφανισμό μου, τη δειλία που επέδειξα μέχρι σήμερα, να ανεβώ και να κλέψω τη φωτιά του Δία για να σας τη φέρω, ξανά και ξανά… για όσες φορές χρειαστεί τελικά. Αλίμονο, κουράστηκα. Και σας παρακαλώ πιστέψτε με. Δεν θα πω σταμάτησα να αγαπώ, είναι πως εξαντλήθηκα… είναι πως με νίκησε η αιώνια τιμωρία του πατέρα Δία και δεν αντέχω άλλο να μου τρώγουν τα συκώτια… και πως τούτο είναι πολύ ανθρώπινο. Συγχωρέστε με.

Ο ΕΡΩΤΑΣ ΩΣ ΠΡΩΤΗ ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ (2)


Ωριμάζοντας ηλικιακά, κάπου μετά τα τριάντα πέντε ένιωσα πως το πάθος μου, το πάθος ενός ποιητή είχε αρχίσει να γίνεται πάθος έμφρον, που ήξερε πώς να εισβάλλει στο χωροχρονικό παρόν χωρίς να διαλύει το υποκείμενο και το αντικείμενο στο οποίο αναφέρετο. Θα μπορούσα να πω πως πλέον καταλάβαινα ότι ήμουν ασφαλώς ερωτευμένος, πως ένιωθα με την καρδιά και την ψυχή μου την ομορφιά του άλλου ανθρώπου, όμως όταν αποφάσιζε το σώμα μου να κάνει έρωτα, αυτό ήτανε κυριολεκτικά και μόνον βιολογική ανάγκη που το πάθος την μετέτρεπε σε κάβλα και έτσι μεταδιδότανε και στο άλλο σώμα. Το αποτέλεσμα ήτανε πάντα ένα οδυνηρό ναυάγιο, αφού ό,τι ένιωθα δεν μπορούσα να το κάνω ισότιμο στην καρδιά, την ψυχή και το σώμα μου. Έτσι τα ποιήματά μου έγιναν προοίμια των επομένων ποιημάτων που θα έγραφα και σπατάλησα τις δυο δεκαετίες μου στη γραφή και μαζί και τις δυο δεκαετίες μου στη ζωή και τον έρωτα.

Και όλα αυτά σας τα λέω γιατί νοιάζομαι τόσο για την ποίηση όσο κανείς δεν φαντάζεται. Έχω μια ανάγκη να αποκατασταθώ πριν τελειώσει η ποίηση μου ή πριν τελειώσει ο ανθρώπινος χρόνος μου. Γιατί είναι δυνατόν να τελειώσει ένα από αυτά. Αν μεν τελειώσει ο ανθρώπινος χρόνος μου,  θα έχετε στην κατοχή σας το έργο μου, αν συμβεί δε το αναπάντεχο και μου τελειώσει η ποίηση, τότε θα πρέπει να υποστηρίξω εγώ ένα μεγάλο βασανιστήριο. Να ζω ως άνθρωπος την στιγμή που όλα αυτά τα χρόνια είχα απαρνηθεί τη θέαση της ανθρώπινης ζωής έξω από το οπτικό πεδίο της ποίησης.

Από έφηβος, από τις πρώτες ώρες που ένιωσα την ποίηση, βίωσα με μεταφυσικό τρόπο την προμηθεϊκή αποστολή του ποιητή και έθεσα ως προμηθεϊκή και τη δική μου ζωή έκτοτε.  Γιατί είναι που συναρμόζοντας τις λέξεις μέσα στο ποιητικό σώμα εγώ λυνόμουν από τα δεσμά αυτού του κόσμου,  που παρόλη την διανοητική του πρόοδο ακόμα επιμένει να δολοφονεί με τον πιο άγριο και σκληρό τρόπο. Κι αν ήμασταν οι άνθρωποι άλογα όντα, να έλεγα ή να δικαιολογούσα ακόμη πως ό,τι κάνουμε, το κάνουμε για την επιβίωσή μας κι έτσι θα ήμουνα ήσυχος για ό,τι θα επακολουθήσει.

Βλέποντας όμως να φτάνουνε λαοί ολόκληροι στην εξαθλίωση και στον εθνικό εξευτελισμό, αφού έχει προηγηθεί ο εξευτελισμός και η εξαθλίωση σε ατομικό επίπεδο, καταλαβαίνω πως καλά έγινε και μας αρνήθηκε από τον Θεό ο παράδεισος, αφού είναι που κρίνει κανείς με συγκατάβαση, παραδεχόμενος πως ο άνθρωπος κουβαλά ελαττώματα που υποδουλώνουν το σώμα, την ψυχή και το πνεύμα, μιας και ο άνθρωπος δεν έπαψε να είναι λεγεώνα ελαττωμάτων.

Και μέσα από τις απλές διαπιστώσεις έγινα και καλός χριστιανός. Έφτασα στο συμπέρασμα να αποδεχθώ πως το ευαγγέλιο της αγάπης είναι ότι πιο σημαντικό έχει εγκαθιδρυθεί τα τελευταία δύο χιλιάδες χρόνια ως πίστη για την ανθρωπότητα κι όσο κι αν παρερμηνεύτηκε στο πέρασμα των εποχών βαστά ακόμα μια ισχυρή δυναμική σε ό,τι αφορά το κραταιό παράδειγμα.  Κι έτσι άρχισα πολλές φορές να βγάζω την οργή μου στον Θεό των ανθρώπων. Ο καλός Θεός, ο κακός Θεός. Μέσα στην ποίησή μου ο Θεός έχει λάβει σημαντικό μέρος. Δεν είναι λίγες οι φορές που διαλέγομαι με τον Θεό… αν και τις περισσότερες είμαι σκωπτικός και αμείλικτος απέναντι στην αδικία. Χαρακτηριστικά φτάνω ακόμα και το επίπεδο ενός πραγματικού υβριστή.

«Σε προσκαλώ Θεέ σε δείπνο

Ήδη έχω προβεί σ’ όλες τις απαραίτητες ετοιμασίες

Κεριά αναμμένα

Σερβίτσια απλωμένα

Πρώτο πιάτο η ίδια η ζωή

Κύριο πιάτο το ανυπόφορο όνομά Σου

Και για επιδόρπιο η φοβερή μου επιθυμία

Κάτσε Θεέ στο θρόνο Σου

Στην κεφαλή της τράπεζας

Ως προφήτης Σου θα σου σερβίρω

Τον μαύρο εγκέφαλο της ανθρωπότητας

Περασμένο στο μπλέντερ

Αραιωμένο μ’ αίμα και αιώνιο πόλεμο

Πόλεμο παγκόσμιο, εμφύλιο, ατομικό, πυρηνικό

Θεέ μου με καλαμάκι θα απολαύσεις το απεριτίφ του κόσμου Σου

Να τον χαίρεσαι τον κόσμο Σου

Η ψυχή διαφεύγει Θεέ μου μέσα από τούτη την τρύπα του ποιήματος

Η μαύρη τρύπα μιας οργής

Το μαύρο γεγονός ενός διαρκούς θανάτου

Το μαύρο σαγόνι μου που βγάζει γένι

Το μαύρο πέπλο του χιονιού που σκέπασε το καλοκαίρι

Η μαύρη γάτα που’ σκισε τη μοίρα

Το κοινό μαύρο της κατάστασης

Γεμίζει το κελί της ύπαρξής μου με το τίποτα

Εντέλει το μαύρο τίποτα!»

Αν και κατά βάθος φοβάμαι την οργή που θα επισύρουν οι στίχοι μου, νιώθω πως πολλές φορές οι τολμηροί αμείβονται. Αν πρόκειται να δεχθώ την ύπαρξη ενός υπερανθρώπου για να μπορέσω να φθάσω την πολυπόθητη πατροκτονία είναι σαν η ίδια η πηγή του καλού και αγαθού να με ανταμείβει. Η αμοιβή μου είναι ακόμα και σήμερα ο έρωτας. Δεν θα μπορούσα να υπάρχω δίχως τον έρωτα. Πως αλλιώς θα μπορούσα να πολλαπλασιάσω την εκκωφαντική νυχτερινή σιωπή αν δεν είχα ένα σώμα που να χρησιμεύει ως το αντηχείο μου;

Μέχρι τα τριάντα πέντε ο έρωτας μου ήταν πανταχού παρών και τα πάντα πληρών… έτσι νόμιζα τουλάχιστον. Ύστερα αποδείχθηκε έρωτας ολέθριος και σαρκοβόρος. Πήρε τη μορφή του θανάτου και κόντεψε να κόψει την ασημένια χορδή της ύπαρξης μου. Αναρρώνοντας από μια βαριά κατάθλιψη και έχοντας ποιητικά σωπάσει για τουλάχιστον τρία χρόνια, έφτασε ο καιρός που απελευθερώθηκε ένας άγγελος να λάβει τη θέση του πλάι στον υβριστή ποιητή.

Έτσι έσφιξα στην αγκαλιά μου ένα πλάσμα, δημιούργημα θείο, που το ονόμασα έργο τέχνης μέσα στην ποίησή μου.

…«Λευκό μου έργο τέχνης

Με πόση προσήλωση ακουμπώ τους μαστούς σου

Με πόση κατάνυξη βαδίζουν τα ακροδάχτυλα μου

Ν’ ανοίξουν την πηγή σου

Είμαι η αλήθεια αγάπη μου

Ή μήπως απλά

Ένας αληθινός άνθρωπος;»…

Επρόκειτο για μια ολόξανθη γυναίκα την οποία ερωτεύτηκα και αγάπησα κι όπως αποδεικνύεται αυτό συνέβη άπαξ μέχρι σήμερα. Εδώ λαμβάνει ο άνθρωπος-ποιητής την πρώτη υπαρξιακή του ανατροπή. Έκτοτε η γυναίκα αυτή του υπενθυμίζει πως εκείνος αντιστέκεται στην αγάπη, πως φοβάται να αφεθεί να αγαπήσει και να αγαπηθεί.

Αυτό που θα ομολογήσω πρώτα είναι πως η ζωή ενός ποιητή είναι μια απογυμνωμένη ζωή. Όχι μια στερημένη ζωή, αλλά μια ζωή που τα ψιμύθια της περισσεύουν και δεν τα χρειάζεται για να υπάρχει. Εντάξει, όλοι ξέρουν πως μπορεί να ζήσει ο ποιητής. Του φτάνει ένα βλέμμα και μια αγκαλιά για να κατακτήσει στη συνέχεια έναν ολόκληρο κόσμο, αφού ο ποιητής δεν ανακαλύπτει κανέναν κόσμο, πολύ περισσότερο πλάθει εκείνος τον κόσμο.

Ανθίσταμαι λοιπόν στην αγάπη της. Ίσως και να το κάνω επίτηδες. Μπορεί να μην ξέρω να αγαπώ αλλά τολμώ να πω πως ξέρω, όντας τουλάχιστον ερωτευμένος να πονάω. Πώς να βρίσκω το πιο σκοτεινό μέρος εντός μου κι εκεί να εγκλωβίζομαι αναζητώντας να έρθω σε αντιπαράθεση με την πιο μεγάλη δημιουργημένη μου σκιά. Από ένστικτο έμαθα πως θα πρέπει να φοβηθώ για να οπλιστώ και να δημιουργήσω έναν στίχο, να γεννήσω ένα ποίημα. Και τότε ξέρω αν είναι αυτό το ποίημα αλήθεια ή ψέμα. Εγώ που το γέννησα, ακόμα και κάτω από την κατάσταση ενός υπαρξιακού πανικού και μιας αγωνίας ξέρω αν ισχύει ή δεν ισχύει.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ….

από τις αναρτήσεις/δημοσιεύσεις στο blog του ΕΚΕΒΙ (http://ekebi.wordpress.com)

Ο ΕΡΩΤΑΣ ΩΣ ΠΡΩΤΗ ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ (1)


Δίνοντας τη σκυτάλη στους συγγραφείς…

Το ΕΚΕΒΙ προτείνει σε συγγραφείς εγνωσμένης αξίας και αποδοχής από το αναγνωστικό κοινό να συμμετέχει στις δημοσιεύσεις του ιστολογίου του.

Η προσδοκία είναι να αποτελέσει ένα γόνιμο «βήμα» για νέους, ανερχόμενους αλλά και καταξιωμένους λογοτέχνες (πεζογράφους και ποιητές) αφού ο χώρος του ιστολογίου μπορεί να αξιοποιηθεί ως σημειωματάριο ιδεών, προτάσεις προς το αναγνωστικό κοινό, δοκιμή προβολής επεξεργασμένων αλλ’ όχι ακόμη δημοσιευμένων δειγμάτων από το έργο τους.
Η πρόσκληση προς τους συγγραφείς είναι διευρυμένη, καθώς ο κατάλογος των συμμετεχόντων βρίσκεται σε εξέλιξη. Στη συνέχεια, τη σκυτάλη παίρνει ο ποιητής Γιάννης Αντιόχου (για το διάστημα μεταξύ 7 έως 14 Ιουνίου).

 

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΟΝΤΑΣ ΛΟΙΠΟΝ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ:

Ξεκινώντας, σε τούτο το ηλεκτρονικό ημερολόγιο που μου παραχώρησε τιμητικά το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου, μια ιδιότυπη έκθεση του έργου και της προσωπικότητάς μου, θέλω από την αρχή να ξεκαθαρίσω πως ούτε δοκιμιογράφος είμαι, ούτε κριτικός. Πολύ δε απέχω από το να επιθυμώ να γίνω κάτι από τα παραπάνω. Περαιτέρω δεν θέλω να δηλώσω ποιητής, γιατί ως τέτοιος δεν μπορεί να δηλωθεί κανείς από όσους έχει μια ευχέρεια στο να συναρμόζει λέξεις κάνοντας στίχους, στροφές και εντέλει ποιήματα. Θα πω μόνο πως είναι αρκετό το ότι έχω επιφορτιστεί αφ’ εαυτού με τον ποιητικό λόγο από τη νεότητά μου και έκτοτε δεν κατάφερα να κρατήσω έστω και πέντε λεπτά ισορροπίας στη ζωή μου.

Πόσο αλήθεια έχω μετατοπιστεί από αυτό που όλοι οι άνθρωποι προσπαθούν να πετύχουν στη ζωή τους; Πολλοί από τους ομήλικους ποιητές − κάποιοι τυχαίνει να είναι και φίλοι μου − έχω παρατηρήσει πως θαυμάζουν την τύχη και την τόλμη να έχω γίνει πατέρας τριών παιδιών, να διατηρώ παντρεμένος όντας ένα σπίτι με όλα εκείνα τα τυπικά και οριζόντια που κάνουν στη ζωή τους οι άνθρωποι, μα κατά βάθος δεν ζουν αληθινά αυτό που θα ήθελαν να ζουν.

Γεννημένος στις 9.9.1969 και μεγαλωμένος τη δεκαετία του χίλια εννιακόσια εβδομήντα και του χίλια εννιακόσια ογδόντα, έζησα τις κοσμοϊστορικές αλλαγές που συνέβησαν στη σύγχρονη ιστορική πραγματικότητα κατανοώντας την ταχύτητα και τη σχετικότητα του χρόνου και παρατηρώντας συγχρόνως το θαύμα της ανταλλαγής των πληροφοριών και την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού.

Η ταχύτητα μετάδοσης της πληροφορίας ίσως και να θεωρηθεί ως η σπουδαιότερη επανάσταση της πληροφορικής εποχής. Αρκεί να φανταστείτε πως κάποτε για να φτάσει ο ερωτικός λόγος ενός εραστή προς την αγαπημένη του, για παράδειγμα από την Ελλάδα στην Αγγλία, μπορεί να χρειαζότανε ένας ολόκληρος μήνας ή και ακόμα παραπάνω, ενώ σήμερα είναι αρκετό το πάτημα ενός πλήκτρου για να οδηγήσει το «σ’ αγαπώ» άμεσα στο αντικείμενο του πόθου μας. Επιπλέον σήμερα μπορεί κάποιος να παρακολουθήσει τον άλλο σε πραγματικό χρόνο εκεί που βρίσκεται, χωρίς να μπορεί ο άλλος να σε ξεγελάσει. Με άλλα λόγια όλα βρίσκονται ένα κλικ μακριά.

Αυτό σκλήρυνε πολύ τον έρωτα, σχεδόν τον αποκτήνωσε, αφαιρώντας το σημάδι του κοκκινίσματος από τις παρειές του εραστή και της ερωμένης, σηματοδοτώντας το τέλος της συστολής και παραχωρώντας τη θέση της σε απλές καταφάσεις και απονενοημένα θέλω ή δεν θέλω. Σήμερα δεν μπορείς πια να ζήσεις έναν ολοκληρωμένο ερωτικό μύθο, γιατί ο χρόνος δεν είναι πια σύμμαχός σου, αλλά εχθρός και γιατί επίσης πια δεν σου επιτρέπεται καμιά λήθη, τα πάντα είναι και συμβαίνουν ακαριαία. Να λοιπόν που σήμερα καταλαβαίνω τι εννοούσε ο Έζρα Πάουντ όταν έγραφε:

«Ο Χρόνος δεν είναι αυτό που αγαπιέται.
Ο Χρόνος είναι το κακό.
Ο Χρόνος είναι το κακό που αγαπιέται.
Ο Χρόνος δεν είναι ο Χρόνος που αγαπιέται.»

Σε σχέση με τη δική μου διαδρομή στην ποίηση θα μπορούσα να πω πως όλα ξεκίνησαν κάπως έτσι:

«…Είναι την νύκτα ελεύθεροι οι δρόμοι. Των Αθηνών ο ουρανός, ο πάντα σχεδόν ανέφελος, ολοένα φαίνεται να μεγαλώνει, να ψηλώνει. Θαρρείς και πληθαίνουν τ’ άστρα και οι μακρινοί αστερισμοί μοιάζουν με τηλαυγή διαμάντια σε μαυροκύανο βελούδο καρφωμένα. Είναι η σιγή παράξενη –σαν μια βαθειά σκηνή, ή σαν γιγάντειον ηχείον, απ’ όπου εκπορεύεται ο ήχος και όλες της νύκτας οι φωνές γίνονται πιο δυνατές, πιο καθαρές μέσα απ’ αυτό το βάθος, και μοιάζουνε με αστραπές, που στο γοργό το διάβα των φωτίζουν τόσο πολύ και τόσο συνταρακτικά, που όσο μικρή διάρκεια κι αν έχουν, αποτυπώνονται ανεξίτηλα μεσ’ στις ψυχές και όταν ακόμη, μόλις ξεσπάσουν, σβήνουν…» και τούτο συνέβη το 1985, που μόλις ξυπνούσα από τους χυμούς ορμητικός, τη ζωή να κατακτήσω, με τη ζωή να μετρηθώ και ο φιλόλογος μου στο Κλασικό Λύκειο των Αναβρύτων προσπαθούσε να μας μυήσει σε μια αδήριτη πραγματικότητα, απαγγέλλοντας την «Οκτάνα» του Ανδρέα Εμπειρίκου.

Αναρωτήθηκα εκείνη την στιγμή πως είναι δυνατόν να υπάρχει τέτοιος λόγος, που περιέγραφε ό,τι το εφηβικό μου βλέμμα απολάμβανε την άνοιξη του 1985. Κι όλο ρωτούσα πώς; Πώς; Πώς γίνεται και κάποιος χαρακτηρίζει το φως των αστεριών ως συνταρακτικό και να παρομοιάζει τη σιγή ως γιγάντειον ηχείον απ’ όπου εκπορεύεται ο ήχος; Ήταν η άνοιξη που φυλλομέτρησα την «Οκτάνα» του Ανδρέα Εμπειρίκου διαβάζοντας στο εξώφυλλο: «Ικαρος Εκδοτική Εταιρία» και μονολόγησα βουβά πως τούτο μου ταίριαζε ή μάλλον τούτο μου έπρεπε. Να γίνω δηλαδή ποιητής και να εκδώσω κάποτε κι εγώ το βιβλίο μου στον «Ικαρο». Δεν ήταν η μίμηση, αλλά κάτι παραπάνω. Ήταν ένα αίσθημα σαν αποστολή που ένιωσα μέσα μου.

Είχα καταλάβει από νωρίς αυτό που είχε παραδώσει ο Αρθούρος Ρεμπώ στις επιστολές του, τις επονομαζόμενες του Ορατικού, και ειδικά σε αυτή με τίτλο «Οι μικρές μου αγαπημένες». Εκεί υποστηρίζει πως ο ποιητής είναι κλέφτης φωτιάς. Είναι με άλλα λόγια ο Προμηθέας. Γράφει:

«…Σηκώνει το βάρος της ανθρωπότητας, ακόμα και των ζώων. Οφείλει να κάνει να ακουστούν, να ψαυτούν, να γίνουν αισθητά, τα ευρήματά του˙
Εάν αυτό που κομίζει από κει κάτω έχει μορφή, δίνει μορφή˙ εάν είναι άμορφο, δίνει άμορφο. Να βρει μια γλώσσα.
-Κατά τα λοιπά, αφού κάθε λόγος είναι ιδέα, θα έρθει ο καιρός μιας παγκόσμιας γλώσσας!
…Αυτή η γλώσσα θα είναι ψυχή για την ψυχή, συνοψίζοντας τα πάντα, αρώματα, ήχους, χρώματα, με σκέψη αγκιστρώνοντας τη σκέψη και έλκοντας. Ο ποιητής θα καθορίσει την ποσότητα του αγνώστου που αφυπνίζεται στον καιρό του μέσα στην οικουμενική ψυχή: θα δώσει περισσότερα – από την εκφορά του στοχασμού του, από τη σημειογραφία της πορείας του προς την Πρόοδο. Κάτι κολοσσιαίο που μετατρεπόμενο σε γενική αρχή, αφομοιωμένη από όλους θα ήταν πραγματικά ένας πολλαπλασιαστής προόδου!»
Από το 1985 έως το 2010,ψάχνοντας το αλφάβητο αυτής της γλώσσας, αυτής της παγκόσμιας γλώσσας, χρόνια περάσανε πολλά και μέτρησα είκοσι έξι φορές τον ερχομό και τον πηγαιμό της άνοιξης, ώσπου είτε οι μυρωδιές είτε τα άγρια άνθη της έγραψαν κάτι βαθιές περιχείλιες χαράδρες στο πρόσωπό μου, προσδίδοντας μου την εξωτερική πλευρά της εμπειρίας – αλλιώς, αυτό που όλοι ονομάζουν γνώση. Δε λέω, το πέρασμα των χρόνων με αντάμειψε, κι ας μην είχα ποτέ υπομονή, κι ας μη βαστούσα σιωπή και ησυχία. Το 2009 κατάφερα να εκδοθεί το τέταρτο βιβλίο μου, έτσι τυπώθηκαν οι «Εισπνοές» στις εκδόσεις «Ικαρος», επαληθεύοντας το νεανικό, εφηβικό μου όνειρο.
Όταν συνέβη αυτό θυμάμαι πως κάθησα κι αναλογίστηκα την υπερβολή και την αλαζονεία. Επέτυχα, θα έλεγε κανείς, αυτό που επιθυμούσα, και δε λέω: για πρώτη φορά στη ζωή μου είχα καταφέρει σχεδόν ανεμπόδιστα, εντελώς φυσικά να γίνει πραγματικότητα μια υπόσχεση που είχα δώσει στον εαυτό μου.

Αυτό που όλοι οι άνθρωποι το θεωρούν κατόρθωμα τεράστιο, εγώ το ένιωσα ως πλήρωση. Γέμισε η ζωή μου, γέμισε η ψυχή μου. Είχα πετύχει αυτό που είχα θέσει στόχο – και τώρα τι; Τι απέμενε; Κατόρθωσα τα πάντα ή θα έπρεπε για να συνεχίζω να ζω και για να μη με βουλιάξει η ματαιότητα έμελλε να στοχοθετήσω ξανά; Και να θέσω ποιον στόχο; Τι θα μπορούσε να επιθυμήσει ο άνθρωπος ξανά στη ζωή του; Να βάλω τον εαυτό μου να αναμένει ένα ποιητικό βραβείο, ένα έπαθλο; Να συνεχίσω να ζω έτσι; Αυτό που στ’ αλήθεια επιθυμούσα ήταν να συναντήσω το άλλο μου μισό και με αυτό να συνοδοιπορήσω σε ό,τι μου απέμενε στη ζωή. Να βάλω μπροστά, να σχηματίσω το καθ’ αυτό ποίημά μου, που δεν ήταν τίποτα άλλο παρά η σιωπή. Ένα ποίημα που θα σιωπούσε στο παρελθόν, στο παρόν και στο μέλλον. Αφού πολύ θόρυβο είχε κάνει η ζωή μου μέχρι τότε. Και πολύ εξενύχτησα, και πολύ έρωτα δοκίμασα, και άλλαξα δεκάδες κρεβάτια, και σώματα επλήγωσα, και τα γόνατα μου μάτωσα προσπαθώντας να δοκιμάσω να βρω την ψυχή μου στις ψυχές των άλλων. Μα δεν κατάφερα τίποτα ουσιαστικό, παρά παρατεταμένες μανιέρες στη γραφή μου, ανάλογες του ερωτικού συντρόφου που υιοθετούσα κάθε εποχή.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

ΜΠΟΡΕΙΤΑΙ ΝΑ ΕΠΙΣΚΕΦΘΕΙΤΕ ΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΕΚΕΒΙ http://ekebi.wordpress.com

 

ΙΔΑΝΙΚΟΙ ΑΥΤΟΧΕΙΡΕΣ από τη Βιβλιοθήκη, Ελευθεροτυπία (11.9.2009)


Από την Ελενα Χουζούρη

Η Θηριώδης Μούσα

Επιλογή από το έργο Επτά Αυτόχειρων Αμερικανών Ποιητών

απόδοση: Γιάννης Αντιόχου, εκδ. Μικρή Αρκτος, σ. 223, 17 ευρώ

Είναι άραγε η Ποίηση μια τόσο σκοτεινή δύναμη, ικανή να συμπαρασύρει τον γεννήτορά της στα άδυτα της καταστροφής και του θανάτου; Λειτουργεί με τέτοιους άρρητους και ανείπωτους νόμους, ώστε να μετατρέπεται σε Μούσα Θηριώδη για όσους τολμούν να τους διαρρήξουν και να τους οικειοποιηθούν ως να διαπράττουν ύβρη; Τι ωθεί ποιητές του διαμετρήματος του Τσέλαν, του Παβέζε, του Μαγιακόφσκι, της Τσβετάγιεβα, του Γιεσένιν, της Πλαθ, του Τρακλ, του Καρυωτάκη να χαρίσουν στον θάνατο τον εαυτό τους; Αυτά τα, εντέλει, αναπάντητα ερωτήματα θέτει ο ποιητής της νεότατης ποιητικής μας γενιάς Γιάννης Αντιόχου, καθώς τολμά να αναμετρηθεί τόσο με το μέγεθος του συχνά εμφανιζόμενου αυτοχειριασμού στον ποιητικό κόσμο μέσα από τη ζωή και το έργο εφτά αμερικανών ποιητών όσο και με την απόδοση και την ανθολόγησή ποιημάτων τους.

Ως ποιητής ο Αντιόχου φαίνεται ότι έχει εμβαθύνει τόσο στην ποίηση των εφτά αυτόχειρων ποιητών, ώστε να ομολογεί την προσωπική ψυχική διατάραξη που του προκάλεσαν οι σκοτεινιές και τα βάθη μέσα στα οποία βυθίζονται οι ποιητές που επιλέγει να αποδώσει, σκοτεινιές που ευωδιάζουν από τη λατρεία της εκούσιας αναχώρησης. Φεγγάρι, εξαντλήθηκες σε μέγεθος φτερού/ Μες στην αυγή, σύννεφα πετούν,/ Τι καλό να προχωράς, φως εντός φωτός,/ Και, φως ακόμη δίνοντας, να ξεψυχάς, γράφει η Σάρα Τίσντειλ στο τελευταίο της βιβλίο, λίγο πριν αυτοκτονήσει με υπερδοσολογία υπνωτικών χαπιών.

Ο Αντιόχου στην εκτεταμένη Εισαγωγή του -σύνθεση προσωπικών σχολίων και παράθεσης απόψεων φιλοσόφων, ψυχιάτρων, άλλων συγγραφέων- προσπαθεί από τη μια να παρουσιάσει το συχνό φαινόμενο του αυτοχειριασμού των ποιητών ως μια ψυχικής τάξεως διατάραξη κι από την άλλη, ως μια υπερβατική, μυστικιστική, ποιητική, εντέλει, πράξη. Αποψη που μάλλον είναι και η προσωπική του. Κι εδώ θα παρατηρήσω ότι Θηριώδης δεν είναι μόνον η Μούσα της Ποίησης αλλά και η εξ αγχιστείας αδελφή της Πεζογραφία, διότι δεν είναι λίγοι και οι αυτόχειρες πεζογράφοι. Την πρωτοκαθεδρία βεβαίως την έχουν οι ποιητές, σταθερά προσηλωμένοι στο γκετικό -σχεδόν αρχετυπικό για τη λογοτεχνία- πρότυπο του Βέρθερου.

Οι εφτά πάντως αμερικανοί ποιητές τους οποίους ανθολογεί ο δικός μας Γιάννης Αντιόχου, είναι οι: Βάτσελ Λίντσει (1879-1931), Χάρολντ Κρέιν (1899-1932), Σάρα Τίσντειλ (1884-1933), Σύλβια Πλαθ (1932-1963), Ράνταλ Τζάρελ (1914-1965), Τζον Μπέριμαν (1914-1972) και Αν Σέξτον (1928-1974). Η μόνη γνωστή στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό είναι η Σύλβια Πλαθ, η οποία, ύστερα από τόσες εκδόσεις, είτε έργων της είτε δοκιμίων γι’ αυτήν, έχει αναχθεί περίπου σε Μούσα της αυτοχειρίας.

Το όχι εύκολο εγχείρημα του Γιάννη Αντιόχου να μας κάνει κοινωνούς με το έργο και τη ζωή και άλλων, επίσης σημαντικών, αμερικανών αυτόχειρων ποιητών είναι λίαν ευπρόσδεκτο. Αλλά και ο προσωπικός του μόχθος στο να αποδώσει τους λεπτούς σε αποχρώσεις εσωτερικούς και υπαινικτικούς -στις περισσότερες περιπτώσεις- στίχους των ποιητών, να αποφύγει να υπερτονίσει τη δραματικότητά τους, να αναδείξει την υπαρξιακή τους αγωνία, να παρακολουθήσει και να ακολουθήσει χωρίς προδοσίες την ποιητική τους, έτσι καθώς αλλάζει στον καθένα και στην καθεμιά ανάλογα με τα καλλιτεχνικά και ποιητικά κελεύσματα των εποχών. Και είναι κι αυτό ένα συν αυτής της ωραίας ανθολογίας, διότι ο Ελληνας αναγνώστης παρακολουθεί και τις διαδρομές που ακολούθησε η αμερικανική ποίηση, αφού οι ποιητές αυτοί, παρά τη μικρή διάρκεια της ζωής τους, ήταν ήδη καταξιωμένοι με διακρίσεις και βραβεία. Για την ίδια τη ζωή τους εξάλλου φροντίζει ιδιαίτερα να μας ενημερώσει ο ανθολόγος-μεταφραστής έχοντας -θεωρώ- την πεποίθηση ότι έτσι μπορεί να φωτιστεί με έναν πιο οικείο τρόπο η ποίηση τους που ακολουθεί. Εντύπωση λοιπόν προκαλούν οι κοινές συνισταμένες της ζωής όλων των ποιητών που σταδιακά τούς οδηγούν στην αυτοχειρία. Συνισταμένες που τις διαβάζει κανείς και πίσω από τις γραμμές της ποίησής τους – όταν δεν τη μονοπωλούν. Οπως και να έχει όμως, εκείνο που σε τελευταία ανάλυση μετράει πάντα είναι η ποιότητα της ποίησης είτε προέρχεται από αυτόχειρες ή μη αυτόχειρες ποιητές. Και στις περιπτώσεις των επτά αμερικανών ποιητών έχουμε υψηλής ποιότητας ποίηση, προσφορά στους απαιτητικούς και όχι μόνον έλληνες αναγνώστες.

Αξίζει επίσης να σταθούμε στην ιδιαίτερα προσεγμένη και καλαίσθητη έκδοση, η οποία εντάσσεται στη νεοσύστατη μικρή ποιητική σειρά τής «Μικρής Αρκτου».

 

Μαρία Πολυδούρη – Κώστας Καρυωτάκης

Ερωτας και θάνατος στη σκιά της ποίησης

επιμέλεια-ανθολόγηση: Γιάννης Παππάς

εκδόσεις Μεταίχμιο, σ. 144, 13 ευρώ

 Οταν ο Κώστας Καρυωτάκης γράφει το ποίημα Ιδανικοί αυτόχειρες, το οποίο δημοσιεύεται τον Σεπτέμβριο του 1927, δέκα μόλις μήνες πριν ταυτίσει την τελική πράξη της ζωής του με το ποίημά του, θα έλεγε κανείς πως την είχε ήδη σκηνοθετήσει με τον τρόπο της ποίησης. Στην περίπτωση της αυτοχειρίας του Καρυωτάκη δεν είμαι καθόλου σίγουρη ότι Θηριώδης είναι η Μούσα ή η ίδια η ζωή. Διότι αν προσεκτικά ποίημα το ποίημα ακολουθήσει κανείς και την παράλληλη ζωή του ποιητή, έτσι καθώς προχωρεί μέσα στα χρόνια, θα διαπιστώσει πόσο η αίσθηση της αναχώρησης η συνομιλία με τον θάνατο, κορυφώνεται σταδιακά για να φτάσει στο μέγιστο ύψος της στα Ελεγεία και Σάτιρες έως τη θεοσκότεινη Πρέβεζα.

 Οπως όμως και να διαβαστεί η αυτοχειρία του, ένα είναι το σίγουρο: Η Θηριώδης Ποίησή του. Οσο για τον έρωτά του με τη Μαρία Πολυδούρη, έχω τη βάσιμη επιφύλαξη αν τον βίωσε με τον ίδιο μ’ εκείνη τρόπο. Δεν είμαι επίσης καθόλου σίγουρη αν τον ενδιέφερε ουσιαστικά η βίωση ενός τέτοιου ρομαντικού και μελοδραματικού έρωτα. Το ερωτικό μελόδραμα δεν ταιριάζει στον Καρυωτάκη, έναν ποιητή και άνθρωπο με βαθύτατη, κυτταρική θα τη χαρακτήριζα, αίσθηση της ματαιότητας των εγκοσμίων.

Δεν είναι τυχαίο ότι ελάχιστα τον απασχολεί ποιητικά αυτός ο έρωτας και η ίδια η Πολυδούρη. Το εντελώς αντίθετο συμβαίνει με την Πολυδούρη. Πραγματικά, τόσο οι ζωές τους όσο και η ποίησή τους λειτουργούν σαν αντικριστοί καθρέφτες. Η ποίηση της Πολυδούρη εμβαπτίζεται κυριολεκτικά σ’ αυτόν τον έρωτα. Η ζωή της καθορίζεται απ’ αυτόν τον έρωτα. Και ο θάνατός της περίπου τρία χρόνια μετά την αυτοχειρία εκείνου, του μοναδικού αγαπημένου; Θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε αυτοχειρία; Κατά έναν τρόπο ίσως, αν σκεφτούμε ότι άρρωστη από φυματίωση, νοσηλευόμενη σε κλινική, πεθαίνει τα ξημερώματα της 29ης Απριλίου του 1930 με ενέσεις μορφίνης που ζητάει να της περάσει ένας θαυμαστής της.

Η «αντικριστή» ανθολογία των δύο ποιητών που με περισσή επιμέλεια ετοίμασε ο πατρινός ποιητής Γιάννης Παππάς, σε μία ιδιαίτερα φροντισμένη έκδοση δίνει την ευκαιρία στον αναγνώστη να συμπορευτεί τόσο με τη ζωή όσο και με τις σπουδαίες ποιητικές φωνές του Καρυωτάκη και της Πολυδούρη.

ΚΡΙΤΙΚΗ ΓΙΑ ΤΗ ΘΗΡΙΩΔΗ ΜΟΥΣΑ, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (21.3.2010)


Από τη μεγαλοφυΐα στην αυτοκαταστροφή

Επτά Αμερικανοί ποιητές, με το έργο και τη ζωή τους, τείνουν το χέρι στο θάνατοΤης Τιτικας Δημητρουλια

Η Θηριωδης Mουσα

Επιλογή από το έργο επτά αυτόχειρων Αμερικανών ποιητών

Ανθολόγηση-Εισαγωγή-Σχόλια-Μετάφραση: Γιάννης Αντιόχου

εκδ. Μικρή Αρκτος

«Κάθε πόνος είναι καλός? κάθε πόνος είναι χρήσιμος?
κάθε πόνος φέρνει καρπούς? κάθε πόνος είναι ένας κόσμος».
Μισέλ Ουελμπέκ

Σαν σε μεσαιωνικό μακάβριο χορό, στην ανθολογία του ποιητή Γιάννη Αντιόχου επτά Αμερικανοί ποιητές, άντρες και γυναίκες, αντιστρέφουν τους ρόλους και τείνουν αυτοί το χέρι στον θάνατο. Ο Αντιόχου εστιάζει στη σαρκοβόρα πλευρά της δημιουργίας, στη σχέση της ψυχικής διαταραχής με την έμπνευση, την ενόραση, τη μεγαλοφυΐα, την αυτοκαταστροφή. Πολύπλοκο το ζήτημα, όσο και το πλέγμα του πόνου για τον κάθε άνθρωπο και η ίδια αυτή στιγμή, που βάζει τέλος στον πόνο – ανοίγοντας συχνά μια μυθολογία.

Οι οικείοι εξομολογητικοί

Κάποιους από τους Αμερικανούς αυτοκτόνους τους γνωρίζουμε, όπως τη Σύλβια Πλαθ (1932-1963), τη «Λαίδη Λάζαρο» με τις εννιά ζωές στα τριάντα της χρόνια, που δεν έπαυε να ονειρεύεται το απόλυτο και να καταλήγει στα Τάρταρα. Στις αρχές του 1963, η Πλαθ ήταν ήδη σημαντική δημιουργός, είχε πίσω της μια ολόκληρη ζωή χωρίς τον πατέρα της και μια ολόκληρη ζωή μαζί με τον Τεντ Χιουζ, με τον οποίο έχει πια χωρίσει. Είναι μόνη της με δύο μωρά σε ένα παγωμένο σπίτι στο Λονδίνο, απένταρη, θλιμμένη, μανιασμένη, ανήμπορη: «Το να πεθαίνεις / Είναι ένα είδος τέχνης, όπως κι οτιδήποτε άλλο. / Το κάνω εξαιρετικά καλά.». Η ζωή και το έργο της ως ένα μοντέρνο ars moriendi.

H Αν Σέξτον (1928-1974) επέζησε έντεκα χρόνια μετά τον θάνατο της αγαπημένης της Σύλβιας. με την οποία τόσα την ένωναν και τόσα τη χώριζαν. Εγκεφαλική και μαζί ορμητική, πολυστρωματική και διάφανη, συμβολική και μυθική η ποίηση της Πλαθ, περισσότερο προσωπική, κουβεντιαστή, χαμηλόφωνη η ποίηση της Σέξτον, όλο και πιο πολύπλοκη προς το τέλος. Αγκιστρωμένη στη θλίψη για μια χαμένη και ανέφικτη ενότητα που όλο της γλιστράει μέσα από τα δάχτυλα, μιλάει για τον θάνατο της φίλης της, αλλά και το δικό της: «Σύρθηκες κάτω ολομόναχη /μέσα στο θάνατο που τόσο απελπισμένα και για τόσο καιρό επιθύμησα / […] ο θάνατος που ήπιαμε στην υγειά του, / τα κίνητρα και κατόπιν η κρυφή πράξη;».

Ο Τζον Μπέρρυμαν (1914-1972) είδε παιδί τον πατέρα του να πηδάει από το παράθυρο του δωματίου του, πάλευε το δεσποτισμό της υψοφοβικής μητέρας του σκαρφαλώνοντας, και είχε ήδη μαθητεύσει στην απιστία. Ακαδημαϊκός, αλκοολικός, καταθλιπτικός, ο Μπέρρυμαν γνώρισε νωρίς την αποδοχή για την ποίησή του, ριζωμένη στους αγαπημένους του συγγραφείς, στην ψυχανάλυση, στα βιώματά και στις αντιφάσεις του, στην πίστη και στην ενοχή που τον σπαράσσουν, αλλά όπως και της Σέξτον και της Πλαθ επίσης ριζωμένη στην εποχή, στους φόβους και τις διαψεύσεις του μεταπολέμου σε μια Αμερική του καταναλωτισμού και της απώλειας του προσώπου: «Κάπου το εγχείρημα συνεχίζει, όχι – / κίτρινος ο ήλιος ξαπλώνει στη σαλιάρα του βρέφους – / στου Χένρι την πληγωμένη σκέψη./ Υποθέτω πως ο κόσμος θα ήταν, πρέπει να υποκύψουμε. / Αργότερα. / Θα κρεμαστώ, και δεν θα είμαι μέρος του.

O τροβαδούρος… και η πικραγαπημένη του

Υπάρχουν όμως και άλλοι, άγνωστοί μας, όπως ο Νίκολας Βάτσελ Λίντσεϊ (1879-1931), που γεννιέται στο Σπρίνγκφιλντ του Ιλινόις και θα γίνει στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα ο βάρδος ενός εναλλακτικού μοντερνισμού σε σχέση με αυτήν του Πάουντ και του Ελιοτ και μιας αμερικανικότητας στα βήματα του Ουίτμαν και του Εμερσον. Γιος γιατρού που ξεκινά σπουδές ιατρικής, θέλει να γίνει ζωγράφος και καταλήγει ποιητής, και μάλιστα περιπλανώμενος τροβαδούρος. Φιλοδοξεί να κρατήσει ζωντανή την παράδοση της προφορικής ποίησης συνοδεία μουσικής, λατρεύει τη φύση και την ύπαιθρο την ώρα που μαίνεται ο αστικός εκσυγχρονισμός, προσπαθεί να εντάξει τον λόγο του Αλλου, του νέγρου και του Ινδιάνου, στην ποίησή του και στην αμερικανικότητα, την οποία θεωρεί ότι θεμελιώνουν. Αλαφροΐσκιωτος που βλέπει στα λιβάδια του Σπρίνγκφιλντ περισσότερους αγγέλους από όσους στην «Αποκάλυψη», πειραματίζεται στην ποίησή του με τις τεχνικές της κινούμενης εικόνας την οποία υμνεί. Συνειδητοποιεί σιγά-σιγά ότι ο κόσμος γοητεύεται από την περφόρμανς και όχι από την ουτοπία του, τα χρόνια περνούν, είναι φτωχός, στερεύει, δεν θέλει να γίνει «παπαγάλος του εαυτού του», αποχωρεί. Το μεγαλόπνοο, ρυθμικό, μουσικό στίχο του, των μεγάλων ιδεών και των μεγάλων αποστάσεων, τον ανακαλύπτουν και πάλι οι μπητ της κραυγής και του δρόμου. Θα έπρεπε να τον αναζητήσουν και οι σλάμερς:

Μαύροι χοντροί και νεαροί σ’ ένα κελάρι, / Βασιλιάδες των κελαριών, με πόδια ασταθή,/ Χαλαρωμένοι και κουβαριασμένοι και πάνω στο τραπέζι αυτοί θρυμματισμένοι./ Ενα υπόκωφο κρουστό μπάσο./ Επάνω στο τραπέζι αυτοί θρυμματισμένοι/ Με τη λαβή ενός σκουπόξυλου χτυπούν ένα αδειανό βαρέλι,/ Με όση δύναμη μπορούν,/ Μπουμ, Μπουμ, ΜΠΟΥΜ,/ Με μια ομπρέλα μεταξωτή κι ενός σκουπόξυλου τη λαβή,/ Μπουμ και κάτω, Μπουμ και κάτω, Μπουμ και κάτω, ΜΠΟΥΜ./ ΤΟΤΕ ήμουν θρησκευόμενος, ΤΟΤΕ είχα ένα όραμα./ Δεν μπορούσα να στραφώ απ’ το ξεφάντωμά τους στο χλευασμό./ ΤΟΤΕ ΕΙΔΑ ΤΟΝ ΠΟΤΑΜΟ ΚΟΝΓΚΟ ΝΑ ΣΕΡΝΕΤΑΙ ΣΤΗ ΜΑΥΡΙΛΑ,/ Περισσότερο συνειδητός. Επίσημα τραγουδισμένος.

ΔΙΑΣΧΙΖΟΝΤΑΣ ΑΠ’ ΤΟ ΔΑΣΟΣ ΜΕ ΜΙΑ ΧΡΥΣΗ ΠΟΡΕΙΑ.
(«Ποταμός Κογκό»)

Ο Βάτσελ Λίντσεϊ ήταν ερωτευμένος με την ποιήτρια Σάρα Τίσντεϊλ (1884-1933), αλλά ήταν φτωχός και τον άφησε για έναν μεγαλέμπορο. Θα μείνουν για πάντα φίλοι και η Σάρα, που κάποια στιγμή θα χωρίσει, δεν θα ξεπεράσει ποτέ μια απόφαση την οποία έλαβε ως γυναίκα της εποχής της, ενάντια στον ίδιο της τον εαυτό: «Οταν είχα πει, «Αυτή η τραγική φάρσα που εμπλέκομαι / Δεν έχει μήτε αξιοπρέπεια, μήτε ευχαρίστηση μήτε τέλος», / Η άγια νύχτα όλα της τ’ άστρα τοποθέτησε γύρω μου, / Ντροπιάστηκα, έχω προδώσει το Φίλο μου». Εύθραυστη, μεγαλωμένη μέσα σε ένα αυστηρό, βικτωριανό περιβάλλον, επηρεασμένη από τη Σαπφώ, την Εμιλι Ντίκινσον και κυρίως από την Κριστίνα Ροσέτι, την οποία λάτρευε, η Τίσντεϊλ γράφει για τη φύση και τον έρωτα και καθώς βυθίζεται στην κατάθλιψη όλο και περισσότερο για το θάνατο. Πρωτογενής ο λυρισμός της, λιτό κι αυθεντικό το συγκρατημένο αίσθημα στους στίχους της: μια ελάσσων φωνή που συγκινεί.

Αμερικανός Ρεμπώ

Ο Χάρολντ Μπλουμ αγάπησε την ποίηση διαβάζοντας Χαρτ Κρέιν (1899-1932), τον Αμερικανό ορφικό, που ελιοτικός και μαζί ουιτμανικός καθρεφτίζει στην ποίησή του την πολυπρόσωπη Αμερική. Μποέμ, ποιητής της Νέας Υόρκης και της «Γέφυρας» του Μπρούκλυν (που αξίζει τον κόπο να τη διαβάσει κανείς μαζί με εκείνη του Μαγιακόφσκι), υμνεί στο «μεγάλο αυτό αμερικανικό ποίημα» τους νέους καιρούς, ενσωματώνοντας όμως κάθε στιγμή, κάθε κείμενο και λέξη του παρελθόντος και συνδηλώνοντας τους ομοφυλοφιλικούς του έρωτες. Επηρεασμένος από τον Ελιοτ, θέλει με τον μοντερνισμό του να εκφράσει όχι μια έρημη χώρα, αλλά μια χώρα που σφύζει από ζωή, κι ας έλκεται ο ίδιος αναπόδραστα από τον θάνατο, τον διαμελισμό, τη θραύση. Θα τον κερδίσει η θάλασσα του Μεξικού, την ώρα που σχεδιάζει να αλλάξει ζωή: «Κι έπειτα, η καυστική σταγόνα τη σταγόνα, μια τέλεια οιμωγή / Που θα κουρδίσει κάποια σταθερή αρμονία ? / Απηνές τέχνασμα για όλους αυτούς που προσπερνούν / Το μύθο της νιότης τους μες στο καταμεσήμερο».

Αναπολήσεις ενός «Χαμένου κόσμου» από έναν σπουδαίο και δίκαιο κριτικό

Τέλος, ο Ράνταλ Τζάρελ (1914-1965), τον οποίο γνωρίζουν όλοι οι αμερικανιστές ως σπουδαίο κριτικό, βιτριολικό και μαζί δίκαιο, που στήριξε και ανέδειξε την Ελίζαμπεθ Μπίσοπ, τον Ρόμπερτ Λόουελ, τον Ουίλλιαμ Κάρλος Ουίλλιαμς και άλλους πολλούς.

Η κλίση του είναι εμφανής ακόμα και στα πρώτα του ποιήματα, περισσότερο ακαδημαϊκά, ειρωνικά, άψογα μορφικά? και σ’ αυτά κάτι ξεφεύγει, προς το όνειρο ή τον εφιάλτη. Στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τον παραλογισμό του βρίσκει το θέμα του: εικόνες φόβου, θανάτου, κατακερματισμού, υπερρεαλιστικές, που αποτυπώνουν το καθημερινό με χρώματα του ασυνείδητου, φωνές θεατρικές, δραματικές, που φέρνουν στο φως τον ζόφο της ανθρώπινης ψυχής, με μια καθολικότητα που διαφοροποιείται σε ένα βαθμό από την προσωπική, εξομολογητική ποίηση των συγκαιρινών, ομοτέχνων και φίλων του. Νοσταλγικά είδωλα σε παραμορφωτικούς καθρέφτες, εφιάλτες με μυθικές και συμβολικές επενδύσεις, αναπολήσεις ενός «Χαμένου κόσμου» και ξανακερδισμένη ποίηση: «[…] Τεντώνομαι σ’ αυτό / με αδειανά τα χέρια, το χέρι μου επιστρέφει αδειανό,/ κι ακόμα η κενότητά μου αντιπραγματεύεται για την κενότητά της,/ είχα ανακαλύψει πως ο Χαμένος Κόσμος στο γραφείο απολεσθέντων αντικειμένων / στις κολώνες του οποίου τις γκρίζες δυσανάγνωστες διαφημίσεις / είχε απομνημονεύσει η ψυχή μου κόσμο τον κόσμο: / ΧΑΜΕΝΟ – ΤΙΠΟΤΑ. ΞΕΣΤΡΑΤΙΣΜΕΝΟ ΑΠΟ ΠΟΥΘΕΝΑ./ ΔΙΧΩΣ ΑΜΟΙΒΗ. / Κρατώ μέσα στα δικά μου χέρια, με μακαριότητα, ένα / Τίποτα: το τίποτα για το οποίο δεν υπάρχει καμία ανταμοιβή». / Επτά φωνές που γυρνάνε τα μέσα έξω στην Αμερική – εικόνα, στην Αμερική όπου «όλα γίνονται εικόνες: μόνο εικόνες υπάρχουν, δημιουργούνται, καταναλώνονται» (Ρολάν Μπαρτ), μαζί και στην ανθρώπινη ψυχή.

Hμερομηνία : 21-03-2010   
Copyright:  http://www.kathimerini.gr


   

ΜΑΥΡΟ ΒΑΘΥ, ΣΧΕΔΟΝ ΓΚΡΙΖΟ ΣΥΝΝΕΦΙΑΣ


Παρουσίαση του ποιητικού βιβλίου «Εισπνοές» από τον Κωνσταντίνο Μπούρα, στο ένθετο «Βιβλιοθήκη» της Ελευθεροτυπίας (11.3.2010)

 

 

Μαύρο βαθύ, σχεδόν γκρίζο συννεφιάς

Από τον Κωνσταντίνο Μπούρα

Γιάννης Αντιόχου

Εισπνοές εκδόσεις Ικαρος, σ. 52, 10 ευρώ

…Ιχνη ίχνη ίχνη / Σημάδια θανάτου / Μαύρες γραβάτες και περιβραχιόνια / Μαύρα μαντήλια και μάλλινες κάλτσες / Μαύρες ντάμες / Μαύροι βαλέδες και βασιλιάδες / Μαύρα αραβικά ψηφία / Σκέπτεσαι… (σ. 21-22). Σκέφτομαι συχνά διαβάζοντας πεισιθάνατους στίχους ότι -όπως με τα παλιά φωτογραφικά φιλμ- θα μπορούσα να διαβάσω το «αρνητικό» του ποιήματος, αντικαθιστώντας το μαύρο με το άσπρο και τη θλίψη με τη χαρά. Μόνο που για να γίνει αυτό δεν πρέπει το φιλμ να είναι «υποφωτισμένο» ή «υπερφωτισμένο». Η «θανατολαγνεία» και η αλγολαγνεία περισσεύουν σε αυτή την ποιητική συλλογή, διανθισμένη με leit motiv του είδους «να (μην) πονά / να (μην) πονά / να (μην) πονά» ή «σνιφ…σνιφ…σνιφ» (ασθματική αναπνοή, ίσως) ή «γουρ γουρ γουρ» (η ομιλία ενός μαύρου περιστεριού -«αλλιώς το Αγιο Πνεύμα», σ. 16). Καταλαβαίνετε, λοιπόν, γιατί μιλάω για το «αρνητικό» ενός «υποφωτισμένου» φωτογραφικού φιλμ, όταν το γνωστό άσπρο περιστέρι από την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος μετατρέπεται -ποιητική αδεία- σε μαύρο; Τότε αρρώστησες βαριά / Λευκάνθηκε το δέρμα σου / Οι φλέβες γράφτηκαν στο σώμα αράχνες της μούχλας / Κι όπως γίνεται στα όνειρα / Μέσα από τα μαλλιά σου τινάχτηκε μια μαύρη φτερούγα / Το κρανίο σου σκίστηκε στα δυο σαν τ’ αυγό της κλώσσας / Κι έσκασε μαυροπούλι του μυαλού / Πετάρισε μια δυο μέσα στην κάμαρα / Και κράζοντας / Τη σκοτείνιασε καλά… (σ. 13). Ο Γιάννης Αντιόχου, σύμφωνα πάντα με το Δελτίο Τύπου, «είναι ποιητής, μεταφραστής. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1969. Μεγάλωσε και ζει στον Πειραιά. Είναι κάτοχος ΜΒΑ και MSc της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, με εξειδίκευση στις Μονάδες Εντατικής Θεραπείας». «Εθισμένο σώμα» (σ. 30), δύσκολη εισπνοή ή άπνοια (σσ. 16, 28, 31, 34, 35, 39, 41, 43, 50 και στον τίτλο του βιβλίου: «εισπνοές»), μαύροι άγγελοι (σ. 32) και μαύρο περιστέρι του Αγίου Πνεύματος (σ. 16), ο πόνος, ο σωματικός, ο αναπόδραστος (σσ. 16, 20, 29, 30 κ.ά.), η ηρωίνη («μισάνοιξε της ηρωίνης το βλέμμα», σ. 20), αράχνες, ποντίκια, φίδια και το «Μέγα Τρωκτικό», δράκοι «τ’ ονείρου με πολύχρωμα φτερά / κι άλλα νηκτά κι εξωτικά / πτηνά / ή βάφοντας μαύρα σαν / νεκρά / θνησιγενή τα ποιήματα / κι άλλα / πολλά / του ανθρώπου / συναισθήματα» (σ. 41). Και όλ’ αυτά διανθισμένα με εκτεταμένες παραπομπές στον Λαπαθιώτη, στον Καζαντζάκη, στον Καρούζο, στον Τ. S. Eliot, στον Καβάφη, στον Arthur Rimbaud, στον Thomas Ligotti, στον Ezra Pound, στον Thelonious Monk κ.ά. Είναι τόσο εκτεταμένα αυτά τα παραθέματα, που συνθέτουν ένα άλλο «σώμα», παρένθετο στο κυρίως «ποιητικό σώμα» του βιβλίου. Ο Γιάννης Αντιόχου είναι πιστός και συνεπής στο ποιητικό του όραμα. Και μόνο προς το τέλος αφήνει να φανεί αχνά το στοιχείο της ειρωνείας και ο μακάβριος (αυτο)σαρκασμός: «…Ο ένας να πεθάνει / Του έχει γράψει / Το σπίτι με το φάντασμά του / Ο άλλος έψαξε ώρα πολλή τι να χαρίσει·/ Συνθέτοντας την ωδή του / Του χάρισε το copyright / All rights reserved λοιπόν / Αλλά… νεκρός; / Ναι νεκρός […] Προφίλ αυτός κι η μύτη του εισπνέει […] Και πέθανες; / Πώς; / Και φάντασμα; / Ποιος; / Ποιος; / Αυτός κι αυτός» (σσ. 49-52). Η ασθματική, απελπισμένη, θα έλεγα, μονολογικότητα των δύο τελευταίων ποιημάτων είναι μάλλον έκδηλη.

 

http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=11/03/2010&id=140303

Ανθρωποκεντρικοί αφορισμοί και κρυσταλλώσεις


Στις 2.5.2010 ο ποιητής και κριτικός Γιώργος Βέης μου έκανε την τιμή να παραθέσει μια σύντομη και περιεκτική κριτική παρουσίαση για το τελευταίο μου βιβλίο «Εισπνοές» (Εκδόσεις Ίκαρος). Η παρουσίαση έφερε τον τίτλο: «Ανθρωποκεντρικοί αφορισμοί και κρυσταλλώσεις» και δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα » Η Αυγή» (http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=539598)

Του Γιώργου Βέη*
Γιάννης Αντιόχου, Εισπνοές, ποιήματα, εκδόσεις Ίκαρος, σελ. 55

Το ρήμα παρακολουθεί ασθμαίνοντας τα τεκταινόμενα. Ο εξομολογούμενος, εμπύρετος «γράφων», έχει παραδοθεί προ πολλού στα παιχνίδια του σκοτεινού του εαυτού. Η ετερότητα, το υπογραμμίζω, είναι συχνότατα αδυσώπητη. Οι ανθρωποφαγικές νύξεις και αποκλίσεις υπερβαίνουν τα όρια του στοιχείου της μεταφοράς. Δεν καταλήγουν (ευτυχώς) σε κιτς. Παραθέτω ενδεικτικά το εξάστιχο: «Σε τύλιξε σαν τρικυμία/ Σ’ απίθωσε πατώντας σε στο στήθος/ Σ’ έσκισε μ’ αγκίστρια/ Ακουμπώντας πάνω στη γλώσσα σου την πανσέληνο/ Αλλιώς μεταλαβαίνοντας την όστια της λατρείας του/ Και μια μεγάλη αγάπη.» Εξομολογητικό, βασανιστικά αυτοαναλυόμενο, βεβαίως αυτοσαρκαζόμενο, ενίοτε μάλιστα ως τα άκρα, πεισματικά εγωτικό και εξόφθαλμα επαιρόμενο, το καθ’ υπερβολήν λάλον ποιητικό υποκείμενο και της τρέχουσας συλλογής του Γιάννη Αντιόχου επιχειρεί να ανιχνεύσει κάποιο, αμυδρό έστω σχέδιο ισορροπίας του κόσμου εκεί που επικυριαρχεί αταξία και ολική ρήξη. Η παρρησία είναι δεδομένη, οι δε ιερατικές αποστροφές επιτείνουν τις δόσεις του παραλόγου: «Και κατεβαίνοντας χαμηλότερα/ Βαθιά στον εφιάλτη/ Βαριά μουσική πια ακούγεται/ Και της νεότητας αδόνητη χορδή/ Και συρματόσχοινα της άρπας/ Που τα γιγάντια δάχτυλα του Θεού ματώνουν/ Και σκοτεινιά στις λεωφόρους τ’ ουρανού/ Μην αντικρίζοντας το φως/ Κι ο δαγκωμένος λαιμός μιας ζωής ελάχιστης/ Κουκουλωμένος με το κασκόλ της ομίχλης/ Τ’ άδεια γάντια του τροχονόμου χειροκροτούν/ Μια ξεβράκωτη Αθανασία/ Που χτυπώντας το ξύλινο πόδι της μονότονα/ Παρελαύνει στην ερημιά της πόλης». Η λεκτική διαστρωμάτωση, οι αφηγηματικές ανελίξεις και η όλη εικονοφιλική τακτική παραπέμπουν ευθέως στην προηγούμενη συλλογή του ποιητή, με τίτλο Στη γλώσσα του (εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2005). Παραθέτω ενδεικτικά από εκεί το εξής χαρακτηριστικό, προκειμένου να γίνουν οι απαραίτητες συγκρίσεις: «Σε διατάζω Δικαστή ‘Εκτέλεσε τη διαθήκη, εκποιώντας την κληρονομιά της εγγλέζικης τρούφας/ Αυτής που φύλαξα για το πιο σημαντικό βράδυ της ζωής μου/ Τρούφα σαμπάνια σοκολάτα από την πλατεία Piccadilly/ Δαγκωμένη απ’ τα χείλια του image rose’ […] Σε διατάζω Θεέ ‘Κατέβασέ με από τη ράχη του κτήνους που καβάλησα/ Σήμερα το πρωί, στα δόντια του σφηνωμένη, η παιδική μου / ηλικία / Τα’ απόγευμα της νιότης μου η μνήμη / Κι η νύχτα τρώγει την καμπούρα της ύπαρξης μου’.»

*Ο Γιώργος Βέης είναι ποιητής