Το «μεγάλο ψέμα» και η αλήθεια της ποίησης


ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΡΟΥΒΑΛΗ*

(αναδημοσίευση από την Αυγή της Κυριακής, 20.9.2009)

ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΠΟΛΕΝΑΚΗΣ, Νοτρ Νταμ, εκδόσεις Οδός Πανός, σελ. 56

Η ποιητική φωνή του Σταμάτη Πολενάκη είναι εύθραυστη στο περίβλημά της, αλλ’ απόλυτα ακέραιη, περισσότερο απ’ όσο φαντάζει στα προηγούμενα βιβλία του. Εύλογα, στη συλλογή Νοτρ Νταμ, ο ποιητής δοκιμάζει τις διακυμάνσεις της έκφρασης και της εκφοράς του νοήματος, την εικονοποιία, την υπονόηση και ακολούθως την κατάδειξη της αρχιτεκτονικής του. Ασφαλώς, τα ειδοποιά στοιχεία της ποιητικής του παραμένουν, αφού πλέον αποτελούν εμπεριστατωμένες δομές κι αποτυπώσεις στίχο προς στίχο.

Στην περίσταση αυτή, τα πεζόμορφα ποιήματα της συλλογής διατηρούν μια συνεκτική σχέση μεταξύ τους, ή αλλιώς, αλληλοδιαδέχονται και αλληλοσυμπληρώνονται: ο στόχος παραμένει ένας˙ η διατύπωση της αλήθειας του ποιητή -αναφανδόν- η οποία αντιπαραβάλλεται με το επιθυμείν της πραγματικότητας, ενίοτε την αποστασιοποίηση, όσο και τη στοχαστική περιγραφή της, σε σχέση με τον ίδιο τον δημιουργό ως μία ύπαρξη αλλά ταυτόχρονα ως παρουσία σ’ έναν συνολικότερο κόσμο.

Ετούτο γίνεται εμφανές άμεσα, ξεκινώντας με τη φράση: «Και τελικά βρίσκονταν όλοι μπροστά μου περιμένοντάς με», ενώ κάπου στη συνέχεια δηλώνει: «Άλλη παρηγοριά ας μην υπάρξει ποτέ για τα κουρασμένα, άυπνα μάτια», και για να σταθεί απολογιστικά απέναντι στη ζωή, να ορθώσει λόγον ορθό, καταλήγει: «Αύριο δε θα ξημερώσει άλλο φως, αύριο θα σκοτεινιάσει για πάντα».

Ο ποιητής φροντίζει να περιέλθει το ένδυμα της τέχνης, όπως ήδη πράττει στην προηγούμενη συλλογή του, Τα γαλάζια άλογα του Φραντς Μαρκ(2006), για να προστατευτεί στην «παγωνιά» των ψυχών του παρόντος χωροχρόνου, στο χιόνι που καταρρίπτει την «ψευδαίσθηση της νεότητας», στην αγωνία του Γουσταύου Άσσενμπαχ που καταλήγει συνειδητά «μέσα σ’ έναν κόσμο τυφλών», στην πικρή απόκριση του δικού του Μπαλζάκ προς τον υποτιθέμενο Ντοστογιέφσκι: «Μια fosse des morts ολόκληρη η ζωή»… Κι ο χωροχρόνος αυτός είναι μετακινούμενος μεταξύ 19ου και 20ού αιώνα, προσώπων ιστορικών ή προσώπων που έζησαν σε εποχές οι οποίες ερεθίζουν το αισθητήριό του και συνηγορούν στη δημιουργία του σκηνικού περιβάλλοντος για την ποιητική του.

Σημειωτέον, οι προσλαμβάνουσες του Πολενάκη περιέχουν λυρικά στοιχεία («Υπάρχει ένας άλλος κόσμος: αυτός που τον κατοικούν αποκλειστικά οι κύκνοι του Saint-Saens», «Αδύνατο να κοιμηθεί πια κανείς στη Βιέννη/ με τόσα και τόσα σπασμένα κρύσταλλα», «Ω, ας γινόταν να βρούμε κάποτε ένα δρόμο εμείς/ που πορευόμαστε αβοήθητοι στα βαθιά σκοτάδια/ της αιωνιότητας»), τόσο γνώριμα στο corpus της ελληνικής ποίησης της κατατεθειμένης στην προ «γενιάς του ’70» περίοδο, όπως άλλωστε πράττουν συνειδητά ή και εξ αντικειμένου, οι πλείστοι ομήλικοι ποιητές του υπογράφοντος και του Πολενάκη˙ οι οποίοι, δε, συνθέτουν παράλληλα το περίγραμμα του παρόντος χωρίς την αναζήτηση κάποιας σανίδας σωτηρίας ή εφαλτηρίου, παρά με ισορροπημένες ερωταποκρίσεις για το πραγματικό και το μη πραγματικό, με την απαιτούμενη τόλμη και τη φενάκη, την ύφανση όποιων διαφυγών, την κατασταλαγμένη είτε ταπεινόφρονη χρήση «παλαιών ποιητικών εργαλείων» μέσα από μια ευρεία προγονική παλέτα, φέρνοντας στον νου τα ονόματα ποιητών όπως, για παράδειγμα, του Νίκου Σταυρόπουλου, του Γιάννη Ευθυμιάδη, του Γιώργου Λίλλη, του Γιάννη Αντιόχου, του Δημήτρη Αγγελή, του Μιχάλη Παπαντωνόπουλου, του Δημήτρη Ελευθεράκη.

Εάν όντως οι «ποιητές του 2000» (εν προκειμένω, γραμματολογικά, ας επιτραπεί η αυθαίρετη, προσωρινή χρήση του όρου…) έχουν επιδιώξει -σε μικρό ή μεγάλο βαθμό, σε κάθε περίπτωση- τη φυσική απομάκρυνση από τα κυρίαρχα ποιητικά στερεότυπα, ήτοι το προφίλ της ποίησης όπως συνήθως το παρουσιάζει, άνευρα, μιντιακά-αποπροσανατολιστικά, σχεδόν παραληρηματικά, ή διόλου πειθήνια, η «επίσημη κριτική», ο Πολενάκης στέκεται μεταξύ των σημαντικότερων και πιο χαρακτηριστικών εκφραστών τους. Με προοπτικές στη νοηματοδότηση, με διαμόρφωση κλίματος και αισθαντικότητα.

Ο ποιητής χρησιμοποιεί τα ίδια χέρια για να βάψει τον τοίχο της μοίρας του με λέξεις που του αρμόζουν, που αποτελούν ποιήματα. Εξακολουθητικά, από το πρώτο, μουδιασμένο βιβλίο του, Το χέρι του χρόνου (2002) έως το τωρινό Νοτρ Νταμ και τα θεατρικά του έργα επί σκηνής ή επί χάρτου. Χρησιμοποιεί επίσης την ειλικρινή εκείνη πίστη στον ποιητικό λόγο που κάποτε γίνεται απροσδόκητη, από ανάγνωση σε ανάγνωση της συλλογής, ενώ, από την άλλη, επιδεικνύει μια ζηλευτή νηφαλιότητα, η οποία εκρέει πια από την ωρίμανση του βλέμματός του, έναν συγκρατημένο ψυχισμό κι έναν ελεγχόμενο αφηγηματικό τρόπο, ώστε να καθίσταται ετούτο το έργο ενδιαφέρον, κομβικό για τον ίδιο, τους ομοτέχνους, τους τωρινούς και τους μελλοντικούς αναγνώστες του. Το σημειώνει στο τέλος αδρά ο ίδιος, τριτοπρόσωπα, χωρίς αυταπάτες: «αλλά όχι, με πείσμα εκείνος συνέχιζε να υπερασπίζεται μέχρι την τελευταία στιγμή το μεγάλο ψέμα της ποιήσεως».

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s