«ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΛΕΣΧΗ POEMA» (δελτίο τύπου)


Διαδραστική λειτουργία της Λέσχης Ανάγνωσης Ποίησης

– Πρόσκληση προς τους αναγνώστες του (.poema..) –

Η Λέσχη Ανάγνωσης Ποίησης που οργανώνει το ηλεκτρονικό περιοδικό για την ποίηση (.poema..) λειτουργεί ήδη, από τις 24 Σεπτεμβρίου 2009, στον καλαίσθητο χώρο του βιβλιοπωλείου «Λεμόνι» (στην οδό Ηρακλειδών 22, Θησείο).

Τα μέλη της λέσχης, ποιητές, μεταφραστές, φιλόλολοι, αναγνώστες, συζητούν για τις προοπτικές του σύγχρονου ποιητικού λόγου βάσει των προγραμματισμένων θεματικών ενοτήτων, αναλύουν δημιουργικά τις ποικίλες απόψεις γύρω από την έκφραση και τις τάσεις που ανακύπτουν εντός κι εκτός ημεδαπών ορίων, ανταλλάσσουν γνώμες με προσκαλεσμένους ποιητές, εστιάζουν σε δείγματα γραφής των συμμετεχόντων αλλά και απαγγέλλουν ποιήματα.

Σ’ αυτό το πλαίσιο, το περιοδικό καλεί τους αναγνώστες να συμμετέχουν διαδραστικά στις συναντήσεις, καταθέτοντας τη δική τους άποψη, παρέμβαση ή και πρόταση επί της συζήτησης, γράφοντας και στέλλοντας κείμενά τους στο forum που δημιουργείται ειδικά για την περίσταση στην κεντρική σελίδα του περιοδικού – συγκεκριμένα στην ενότητα «Λέσχη Ανάγνωσης».

Η δυνατότητα αυτή προσφέρεται για δύο 24ωρα (από τα μεσάνυχτα της Παρασκευής έως τα μεσάνυχτα της Κυριακής, μετά την κάθε δεκαπενθήμερη συνάντηση). Τα κείμενα των αναγνωστών θα αναρτώνται κατόπιν στη στήλη με τα κατατεθειμένα κείμενα-παρεμβάσεις των μελών της λέσχης.

Η Λέσχη Ανάγνωσης Ποίησης του (.poema..) εντάσσεται στο Δίκτυο Λεσχών Ανάγνωσης του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου (ΕΚΕΒΙ)

http://www.lemoni.gr

http://www.e-poema.eu

Χορηγοί εκδηλώσεων:

Οινοφόρος – Αγγελος Ρούβαλης Α.Ε.

http://www.oenoforos.gr

Ο Δρόμος του Τσαγιού

http://www.tearoute.gr

Ευτυχία Παναγιώτου – Το κεφάλι μου σύμπαν ολόκληρο


ΕΥΤΥΧΙΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

ΕΥΤΥΧΙΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

Πόσο πολύ μου αρέσει να επανέρχομαι σε βιβλία ποίησης που φροντίζω να τα κουβαλώ μαζί μου γιατί:

1ον: μου έχουν γίνει απαραίτητα από την πρώτη ανάγνωση

2ον: με ερεθίζουν

3ον: με κάνουν να ζηλεύω μορφές κατάθλιψης που δεν έζησα ακόμα

4ον: τα έχουν γράψει γυναίκες ποιήτριες που εκτός από λίγες αμερικανίδες, ελληνίδες δεν έχω γνωρίσει ή διαβάσει εκτός από δυο τρεις… (ποιες είναι αυτές… αυτό δεν θα το σχολιάσω, αλλά οι δυο που ζουν είναι φίλες μου: Η Χριστίνα Οικονομίδου και η Ευτυχία Παναγιώτου φυσικά.)

5ον: έχουν γραφεί από ονόματα που ενώ σημαίνουν κάτι ευτυχές και ελπιδοφόρο, όπως στην περίπτωσή μας η Ευτυχία Παναγιώτου, στο τέλος καταφέρνουν τον ίδιο τους τον αποκεφαλισμό, κάνοντάς με να διατηρώ αυτό το αιματοβαφές στο λευκό των ματιών μου…

Άντε λοιπόν!!! διαβάστε κάτι πραγματικά καλό!!!

Α! Το διάλεξε και ο Βασίλης Ρούβαλης ως ποίημα της εβδομάδας κάποιες εβδομάδες πριν… στο newsletter του ηλεκτρονικού περιοδικού e-poema.eu

ΕΥΤΥΧΙΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

Το κεφάλι μου σύμπαν ολόκληρο

μου αρέσει να κοιτώ τις σκέψεις μου σαν χάνονται

στο διάστημα ορφανές και

ξαναβρίσκονται στο στόμα άλλων,

τις κινήσεις σαν μιμούνται αγριανθρώπων και

επιστρέφουν σε μένα ξένες.

ωραίες σαν το κεφάλι μου – εκσφενδονίζεται

συνένοχο.

Ποίημα από τη συλλογή «μέγας κηπουρός»,

Εκδόσεις Κοινωνία των (Δε)κάτων, 2007

Λέσχη Ανάγνωσης Ποίησης από το poema


ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

________________________________

Λέσχη Ανάγνωσης Ποίησης
Εναρξη λειτουργίας τον Σεπτέμβριο από το (.poema..)

1η συνάντηση: 24 Σεπτεμβρίου 2009, ώρα 19:00 στο βιβλιοπωλείο ΛΕΜΟΝΙ, Ηρακλειδών 22 στο Θησείο

Η Λέσχη Ανάγνωσης Ποίησης που προτίθεται να οργανώσει το ηλεκτρονικό περιοδικό για την ποίηση (.poema..) αποσκοπεί στην προαγωγή και την παρακολούθηση του σύγχρονου ποιητικού λόγου μέσα από τον δημιουργικό διάλογο, την ανταλλαγή όσο και την εμβάθυνση απόψεων μεταξύ των τακτικών μελών της.

Οι συμμετέχοντες θα έχουν τη δυνατότητα να συμβάλουν σε αυτό το πλαίσιο μέσω παρεμβάσεων και προτάσεων επί της συζήτησης, γύρω από την ορισμένη θεματική κάθε φορά, επίσης μέσω παράθεσης σχετικών κειμένων τους, απαγγελίας ποιημάτων αλλά και διατύπωσης ερωτημάτων σε προσκαλεσμένους -ανά συνάντηση- ποιητές, κριτικούς, φιλολόγους, δοκιμιογράφους.

Οι συναντήσεις θα λαμβάνουν χώρα στην Αθήνα, σε 15νθήμερη βάση, αρχής γενομένης από τις24 Σεπτεμβρίου 2009. Ο καλαίσθητος χώρος της αυλής του βιβλιοπωλείου «Λεμόνι» (στην οδό Ηρακλειδών 22, Θησείο) προσφέρει τις ιδανικές συνθήκες για τη λειτουργία της λέσχης.

– Οι αναγνώστες του περιοδικού μπορούν να δηλώνουν «παρόντες» στις συναντήσεις της λέσχης με τρόπο διαδικτυακό, ήτοι να παρεμβαίνουν στη συζήτηση των μελών γράφοντας στο forum που δημιουργείται ειδικά για την περίσταση στην κεντρική σελίδα του περιοδικού: κατ’ αρχάς, θα μπορούν να διαβάσουν τα κείμενα-πεπραγμένα της κάθε συνάντησης στις ηλεκτρονικές σελίδες του (.poema..). Και κατά δεύτερον, θα μπορούν να σχολιάζουν είτε να δηλώνουν την άποψή τους συνεχίζοντας πλέον τη συνάντηση, δημόσια και διαδραστικά, στο περιβάλλον του περιοδικού.

Η Λέσχη Ανάγνωσης Ποίησης του (.poema..) εντάσσεται στο Δίκτυο Λεσχών Ανάγνωσης του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου (ΕΚΕΒΙ)

www.lemoni.gr
www.e-poema.eu

Η Θηριώδης Μούσα στο www.diavasame.gr


Αναδημοσίευση από την ηλεκτρονική επιθεώρηση του βιβλίου «Diavasame.gr»

(http://www.diavasame.gr)

Κριτική παρουσίαση της ανθολογίας «Η Θηριώδης Μούσα»

Ανθολόγηση- Εισαγωγή-Σχόλια – Μετάφραση: Γιάννης Αντιόχου

Εκδόσεις «Μικρή Άρκτος»

Σαν τη γάτα, μπορώ να χάσω τη ζωή

μου

επτά φορές

Σίλβια Πλαθ

Η μικρή το δέμας αλλά ιδιαίτερα καλαίσθητη αυτή ποιητική συλλογή, που κυκλοφόρησε από τη »Μικρή Άρκτο», περικλείει εν συντομία το βίο και επιλεγμένα ποιήματα επτά Αμερικανών αυτόχειρων ποιητών, σε επιλογή και απόδοση του επίσης ποιητή Γιάννη Αντιόχου. Η πιο γνωστή στο ελληνικό κοινό από τους δημιουργούς που ανθολογούνται είναι η Σίλβια Πλαθ (και λιγότερο η Ανν Σέξτον), ενώ οι Βάτσελ Λίντσεϊ, Χάρολντ Κρέιν, Σάρα Τίσντεϊλ, Ράνταλ Τζάρελ και Τζον Μπέριμαν παραμένουν άγνωστοι και αμετάφραστοι στη χώρα μας.

Κοινό χαρακτηριστικό των επτά ποιητών, εκτός από την αμερικανική τους υπηκοότητα, είναι η επιλογή της αυτοκτονίας ως φινάλε της ζωής τους. Σ’ αυτό το καθοριστικό στοιχείο της βιογραφίας τους επικεντρώνεται η εισαγωγή του Γιάννη Αντιόχου, όπου επιχειρεί μέσα από το πρίσμα της ψυχολογίας αλλά και της καλλιτεχνικής δημιουργίας να προσεγγίσει τα αίτια αυτής της επιλογής: κυρίως θέτει το ερώτημα αν η αυτοκτονία τους ήταν αποτέλεσμα ψυχικής διαταραχής ή συνέπεια της απόλυτης κυριαρχίας στην ψυχοσύνθεσή τους της Θηριώδους Μούσας – αν δηλαδή το φιλί της ποίησης είναι τελικά θανατηφόρο. Γεγονός πάντως είναι ότι μεγάλος αριθμός ποιητών μπορεί να μην αυτοκτόνησαν τυπικά, αλλά έζησαν τόσο αυτοκαταστροφικά ωσάν να αυτοκτονούσαν σε αργή κίνηση, ενώ απ’ όλες τις κατηγορίες των καλλιτεχνών οι ποιητές πάσχουν περισσότερο από ψυχικές διαταραχές (μάλιστα, όπως διαβάζουμε στην εισαγωγή, πρόσφατα κατηγοριοποιήθηκε στην ψυχιατρική αυτή η τάση ως το »Sylvia Plath Effect»).

Το παραπάνω ερώτημα στοιχειώνει τόσο το βίο όσο και το έργο των επτά δημιουργών που παρουσιάζονται στη συλλογή, της οποίας η οπτική αναδεικνύει την ολέθρια σχέση Μούσας και ποιητή: όταν δηλαδή η τέχνη της ποίησης καταλήγει σε ars moriendi – τέχνη του θνήσκειν. Πέρα όμως απ’ αυτό, το βιβλίο δίνει τη δυνατότητα προσέγγισης ποιητικών φωνών άγνωστων ώς τώρα στο ευρύ κοινό – προσωπικά ανακάλυψα τη λυρική ευαισθησία της Σάρα Τίσντεϊλ κι είμαι ευγνώμων στον Γιάννη Αντιόχου γι’ αυτό. Γι’ αυτό και το συνιστώ θερμά, παρά το »βαρύ ίσκιο» του, σε όσους γράφουν ή αγαπούν την ποίηση, σαν μια σαγηνευτική ερωμένη που κρύβει ένα στιλέτο κάτω απ’ το μαξιλάρι της…

Αγγέλα Γαβρίλη

Ποιητικά Τοπία (παρουσίαση της ανθολογίας για την Άννα Αχμάτοβα)


Αναδημοσίευση από τη «Βιβλιοθήκη» της Ελευθεροτυπίας, 29.5.2009

Από τον Γιώργο Χαντζή

Αννα Αχμάτοβα

Ποιήματα

απόδ. Γιάννης Αντιόχου,

Μικρή Αρκτος, σ. 192, τιμή με ΦΠΑ 17,20 ευρώ

Η καλαίσθητη, νέα έκδοση ποιημάτων της Αννας Αχμάτοβα, σε απόδοση Γιάννη Αντιόχου, ομολογημένα στηριγμένη σε αγγλικές και γερμανικές μεταφράσεις, έρχεται να αναμετρηθεί με άλλες μεταφράσεις της στα ελληνικά (Αρης Αλεξάνδρου «Ρέκβιεμ», τόμ. Διάλεξα, εκδ. Κείμενα, 1984), να ανθολογήσει τα εμβληματικότερα ποιήματά της και να επικαιροποιήσει την ποιητική καταγγελία σε «χαλεπούς» καιρούς.

Ποιήτρια με ταραγμένο προσωπικό και οικογενειακό βίο (εξορίες, εκτοπίσεις, φυλακές) και ιδιαίτερη φωνή του κύκλου των «Ακμεϊστών» ποιητών, αντιδιέστειλε την καθημερινή ομιλία και την εικόνα στον εσωτερικισμό και στις εξιδανικεύσεις των Ρώσων Συμβολιστών, οι οποίοι κυριαρχούσαν μέχρι τότε στην ποιητική σκηνή της χώρας. Η Αχμάτοβα άφησε μία από τις πιο ευαίσθητες ποιητικές παρακαταθήκες του 20ού αι.

Εντός. Από το πλούσιο έργο της επιλέγονται το εμβληματικό Ρέκβιεμ, που καθρεφτίζει τον σταλινικό τρόμο, το Ποίημα δίχως Ηρωα (εμπνευσμένο από τον Ευγένιο Ονιέγκιν του Πούσκιν) και Οι Ελεγείες του Βορρά. Το βιβλίο πλαισιώνεται από μεστή εισαγωγή, χρονολόγιο της ποιήτριας και σημειώσεις του μεταφραστή.

Η ποίηση της Αχμάτοβα θεματοποιεί με αξιοπρέπεια, αλλά κυρίως απαράμιλλη τεχνική και μουσικότητα, τις κακουχίες της μητέρας και διανοούμενης, τον ολοκληρωτισμό κάθε λογής, τη διερεύνηση της διεξόδου από τη ζωή μέσω της τέχνης: «Τίποτα δεν μου ‘ναι καθαρό / Ποιος είναι ο άνθρωπος και ποιος είναι το θεριό».

Επί του αυτού. Οπως έχει σημειώσει χαρακτηριστικά ο Μπόρις Πάστερνακ, «οι στίχοι της Αχμάτοβα μεταμορφώνουν τα γεγονότα σε βιώματα», σηματοδοτώντας την ατομική περιπέτεια ως παραδειγματική, παράπλευρη απώλεια των συλλογικών προταγμάτων. Κι αν πολλά ποιητικά κείμενα προσέγγισαν τον ίδιο στόχο, ελάχιστα -της «Βασίλισσας του Νέβα», ναι- ανήχθησαν σε έργα αναφοράς.

Το «μεγάλο ψέμα» και η αλήθεια της ποίησης


ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΡΟΥΒΑΛΗ*

(αναδημοσίευση από την Αυγή της Κυριακής, 20.9.2009)

ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΠΟΛΕΝΑΚΗΣ, Νοτρ Νταμ, εκδόσεις Οδός Πανός, σελ. 56

Η ποιητική φωνή του Σταμάτη Πολενάκη είναι εύθραυστη στο περίβλημά της, αλλ’ απόλυτα ακέραιη, περισσότερο απ’ όσο φαντάζει στα προηγούμενα βιβλία του. Εύλογα, στη συλλογή Νοτρ Νταμ, ο ποιητής δοκιμάζει τις διακυμάνσεις της έκφρασης και της εκφοράς του νοήματος, την εικονοποιία, την υπονόηση και ακολούθως την κατάδειξη της αρχιτεκτονικής του. Ασφαλώς, τα ειδοποιά στοιχεία της ποιητικής του παραμένουν, αφού πλέον αποτελούν εμπεριστατωμένες δομές κι αποτυπώσεις στίχο προς στίχο.

Στην περίσταση αυτή, τα πεζόμορφα ποιήματα της συλλογής διατηρούν μια συνεκτική σχέση μεταξύ τους, ή αλλιώς, αλληλοδιαδέχονται και αλληλοσυμπληρώνονται: ο στόχος παραμένει ένας˙ η διατύπωση της αλήθειας του ποιητή -αναφανδόν- η οποία αντιπαραβάλλεται με το επιθυμείν της πραγματικότητας, ενίοτε την αποστασιοποίηση, όσο και τη στοχαστική περιγραφή της, σε σχέση με τον ίδιο τον δημιουργό ως μία ύπαρξη αλλά ταυτόχρονα ως παρουσία σ’ έναν συνολικότερο κόσμο.

Ετούτο γίνεται εμφανές άμεσα, ξεκινώντας με τη φράση: «Και τελικά βρίσκονταν όλοι μπροστά μου περιμένοντάς με», ενώ κάπου στη συνέχεια δηλώνει: «Άλλη παρηγοριά ας μην υπάρξει ποτέ για τα κουρασμένα, άυπνα μάτια», και για να σταθεί απολογιστικά απέναντι στη ζωή, να ορθώσει λόγον ορθό, καταλήγει: «Αύριο δε θα ξημερώσει άλλο φως, αύριο θα σκοτεινιάσει για πάντα».

Ο ποιητής φροντίζει να περιέλθει το ένδυμα της τέχνης, όπως ήδη πράττει στην προηγούμενη συλλογή του, Τα γαλάζια άλογα του Φραντς Μαρκ(2006), για να προστατευτεί στην «παγωνιά» των ψυχών του παρόντος χωροχρόνου, στο χιόνι που καταρρίπτει την «ψευδαίσθηση της νεότητας», στην αγωνία του Γουσταύου Άσσενμπαχ που καταλήγει συνειδητά «μέσα σ’ έναν κόσμο τυφλών», στην πικρή απόκριση του δικού του Μπαλζάκ προς τον υποτιθέμενο Ντοστογιέφσκι: «Μια fosse des morts ολόκληρη η ζωή»… Κι ο χωροχρόνος αυτός είναι μετακινούμενος μεταξύ 19ου και 20ού αιώνα, προσώπων ιστορικών ή προσώπων που έζησαν σε εποχές οι οποίες ερεθίζουν το αισθητήριό του και συνηγορούν στη δημιουργία του σκηνικού περιβάλλοντος για την ποιητική του.

Σημειωτέον, οι προσλαμβάνουσες του Πολενάκη περιέχουν λυρικά στοιχεία («Υπάρχει ένας άλλος κόσμος: αυτός που τον κατοικούν αποκλειστικά οι κύκνοι του Saint-Saens», «Αδύνατο να κοιμηθεί πια κανείς στη Βιέννη/ με τόσα και τόσα σπασμένα κρύσταλλα», «Ω, ας γινόταν να βρούμε κάποτε ένα δρόμο εμείς/ που πορευόμαστε αβοήθητοι στα βαθιά σκοτάδια/ της αιωνιότητας»), τόσο γνώριμα στο corpus της ελληνικής ποίησης της κατατεθειμένης στην προ «γενιάς του ’70» περίοδο, όπως άλλωστε πράττουν συνειδητά ή και εξ αντικειμένου, οι πλείστοι ομήλικοι ποιητές του υπογράφοντος και του Πολενάκη˙ οι οποίοι, δε, συνθέτουν παράλληλα το περίγραμμα του παρόντος χωρίς την αναζήτηση κάποιας σανίδας σωτηρίας ή εφαλτηρίου, παρά με ισορροπημένες ερωταποκρίσεις για το πραγματικό και το μη πραγματικό, με την απαιτούμενη τόλμη και τη φενάκη, την ύφανση όποιων διαφυγών, την κατασταλαγμένη είτε ταπεινόφρονη χρήση «παλαιών ποιητικών εργαλείων» μέσα από μια ευρεία προγονική παλέτα, φέρνοντας στον νου τα ονόματα ποιητών όπως, για παράδειγμα, του Νίκου Σταυρόπουλου, του Γιάννη Ευθυμιάδη, του Γιώργου Λίλλη, του Γιάννη Αντιόχου, του Δημήτρη Αγγελή, του Μιχάλη Παπαντωνόπουλου, του Δημήτρη Ελευθεράκη.

Εάν όντως οι «ποιητές του 2000» (εν προκειμένω, γραμματολογικά, ας επιτραπεί η αυθαίρετη, προσωρινή χρήση του όρου…) έχουν επιδιώξει -σε μικρό ή μεγάλο βαθμό, σε κάθε περίπτωση- τη φυσική απομάκρυνση από τα κυρίαρχα ποιητικά στερεότυπα, ήτοι το προφίλ της ποίησης όπως συνήθως το παρουσιάζει, άνευρα, μιντιακά-αποπροσανατολιστικά, σχεδόν παραληρηματικά, ή διόλου πειθήνια, η «επίσημη κριτική», ο Πολενάκης στέκεται μεταξύ των σημαντικότερων και πιο χαρακτηριστικών εκφραστών τους. Με προοπτικές στη νοηματοδότηση, με διαμόρφωση κλίματος και αισθαντικότητα.

Ο ποιητής χρησιμοποιεί τα ίδια χέρια για να βάψει τον τοίχο της μοίρας του με λέξεις που του αρμόζουν, που αποτελούν ποιήματα. Εξακολουθητικά, από το πρώτο, μουδιασμένο βιβλίο του, Το χέρι του χρόνου (2002) έως το τωρινό Νοτρ Νταμ και τα θεατρικά του έργα επί σκηνής ή επί χάρτου. Χρησιμοποιεί επίσης την ειλικρινή εκείνη πίστη στον ποιητικό λόγο που κάποτε γίνεται απροσδόκητη, από ανάγνωση σε ανάγνωση της συλλογής, ενώ, από την άλλη, επιδεικνύει μια ζηλευτή νηφαλιότητα, η οποία εκρέει πια από την ωρίμανση του βλέμματός του, έναν συγκρατημένο ψυχισμό κι έναν ελεγχόμενο αφηγηματικό τρόπο, ώστε να καθίσταται ετούτο το έργο ενδιαφέρον, κομβικό για τον ίδιο, τους ομοτέχνους, τους τωρινούς και τους μελλοντικούς αναγνώστες του. Το σημειώνει στο τέλος αδρά ο ίδιος, τριτοπρόσωπα, χωρίς αυταπάτες: «αλλά όχι, με πείσμα εκείνος συνέχιζε να υπερασπίζεται μέχρι την τελευταία στιγμή το μεγάλο ψέμα της ποιήσεως».

Οι Εισπνοές αποδίδονται στα Γαλλικά από τον Michel Volkovitch


Ένα ποίημα από το τελευταίο μου βιβλίο «Εισπνοές» μεταφρασμένο από τον Michel Volkovitch στα γαλλικά. Προσωπικά ευχαριστώ τον κ. Volkovitch για την εξαιρετική αυτή μετάφρασή του και το ΕΚΕΜΕΛ για την εκλογή του να με συμπεριλάβει στην ύλη του 2ου τεύχους του ηλεκτρονικού περιοδικού Απηλιώτης.

Το περιοδικό θα το βρείτε στην διεύθυνση: http://www.apiliotis.gr/ArticlesList.aspx?C=79&A=85

Αξίζει τον κόπο η επίσκεψή σας στις ιστοσελίδες του και στους ποιητές που μεταφράζει και παρουσιάζει. Στο τρέχον τεύχος θα διαβάστε μεταφρασμένα ποιήματα των: Δημήτρη Αγγελή, Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ, Γιάννη Αντιόχου, Γιώργου Βέη, Ζέφης  Δαράκη, Μαρίας Κυρτζάκη, Γιώργου Μαρκόπουλου, Παντελή Μπουκάλα, Βασίλη Ρούβαλη, Νατάσας Χατζιδάκι και Γιώργου Χρονά

Yànnis Antiòkhou

[Traduit par Michel Volkovitch]

[…] Un soir, j’ai assis la Beauté sur mes genoux.
– Et je l’ai trouvée amère.
– Et je l’ai injuriée. […]

Elle est retrouvée!
Quoi? L’éternité.
C’est la mer mêlée
Au soleil…

Arthur Rimbaud, Une Saison en Enfer

…appelant leurs pauses : inspirations


VII

Ils avaient coutume jusqu’alors de se soumettre au temps
comptant d’abord
puis vieillissant
jusqu’au jour où deux fois plus grande leur image
prit de l’âge face au miroir oxydé
blanchissant les bords des sourcils
exagérant les failles autour des lèvres
où l’existence avait taillé soigneusement
le temps de la lubricité

PAUSE

Le soir ils avaient coutume
—l’un d’eux toujours avait coutume—
de se coucher dans un cercueil bleu
d’ébène sculpté
large comme un lit à trois places
et d’y dormir sur le dos
poussant de ses orteils
le repose-pieds de bois lourd
plaqué capitonné
plantant ses doigts
dans les coutures de la soie bleue
et ainsi,
un peu comme s’il poussait, creusant
il tirait au dehors
autrement
faisait renaître —pensait-il—
les rêves que faisait l’autre

PAUSE

L’autre avait coutume
étant plus âgé
de se pencher dans le cercueil
et de tomber sur lui
d’expirer tel un mort
en l’embrassant
pour honorer
pour confesser la foi particulière
qui le liait à lui

PAUSE

Tous deux avaient coutume
ou étaient accoutumés
—peu importe—
dans leur cauchemar
de s’entraîner morts
à labourer la nuit,
la nuit s’élevant profondément
et allumant deux lunes :
pudeur d’un côté
insolence de l’autre.

Jusqu’au jour
un an plus tôt,
où une histoire à lui fut écrite
tel un souffle asthmatique du monde
un peu comme une prophétie
que l’un appela : accord
mais dont l’autre
fut convaincu de surtitrer les strophes
appelant leurs pauses : inspirations

PAUSE

Et fut gravée…

PAUSE

Fut gravée…
une ligne de vie
une ligne d’âme
sur les mains blessées de celui
qui déracinait les rêves
ensanglantant le sommeil de l’autre
peignant en rouge comme si c’étaient des cœurs
des dragons du rêve aux ailes multicolores
et d’autres exotiques
oiseaux des eaux
ou peignant en noir comme
s’ils étaient morts
les poèmes avortés
et d’autres
bien d’autres
sentiments
humains

PAUSE

Et fut gravé…

PAUSE

Et fut gravé…
le célèbre monstre
sans chiffres ni lettres
rien que la trace d’une pointe
et des ecchymoses aux bouts
là où s’étaient profondément plantées
des aiguilles de héros

Avec du sang issu
de leur sang et de leurs exploits
dans leur cerveau des assemblages surnagèrent

Sans découvrir un sens
ils se virent en héros
ils se croyaient capables
de recopier même Dieu

Comme ils traînaient
des tas des tas
des tas de choses
plus nombreux étaient les malheurs
et les laideurs du monde
et tout ce que les enfants
et les innocents détestent

PAUSE

Et des toiles d’araignées construisent
une vie abandonnée
une maison hantée
…comme leur âge
…un âge moyen
—position durable—
qui étudiait les rameaux de leurs extrémités
palpitant se gonflant
au-dessus des radiateurs de leur appartement
autrement ce qu’il restait à trouer
—de main de maître—
qui était l’égorgement du cou
et semblait un sacrifice
tous deux sacrifiés
tous deux sacrificateurs

LONGUE PAUSE

INSPIRATION

(Snif… snif… snif…)

[Traduit par Michel Volkovitch]

Κριτική παρουσίαση από τον Βαγγέλη Χατζηβασίλειου για τις «Εισπνοές»


Δημοσιεύθηκε στο ένθετο «Επτά» της Κυριακάτης Ελευθεροτυπίας στις 26.7.2009 από τον κριτικό Βαγγέλη Χατζηβασίλειου

Παιχνίδι με το παράλογο και το τερατώδες

Παρακολουθώ τον Γιάννη Αντιόχου από το πρώτο του ποιητικό βιβλίο και πρέπει να πω πως είχα κατ’ επανάληψη την αίσθηση στο παρελθόν ότι θυσιάζει ένα μεγάλο μέρος των αναμφισβήτητων ικανοτήτων του σε μια λεκτική και εικονοποιητική φαντασμαγορία που μειώνει τη δραματουργική του δύναμη.

Με την τέταρτη ποιητική του συλλογή, που κυκλοφορεί υπό τον τίτλο «Εισπνοές» από τις εκδόσεις «Ικαρος», ο Αντιόχου παρουσιάζει μια σαφέστατη βελτίωση αφού το καταιγιστικό στυλ των προηγούμενων βιβλίων του καλείται τώρα να δώσει τη θέση του σ’ ένα όντως δραματικό περιεχόμενο, διάστικτο από το τερατώδες και το παράλογο και έτοιμο ανά πάσα στιγμή να αποκαλύψει τις καφκικές και τις υπερρεαλιστικές επιρροές του: «Κι η μάνα σου είχε κρεμάσει τις βαριές κουρτίνες /Και δεν ξημέρωνε / Ούτε μια στάλα φως δεν έπλεε / Μόν’ έτρεχαν της νύχτας τα νερά / Και τ’ άστρα της οροφής / Ελαμπαν κόκκινα κάρβουνα».

Η πυκνότητα της εφιαλτικής εναλλαγής των παραστάσεων σε έναν κόσμο στο εσωτερικό του οποίου η ύπαρξη μοιάζει πετροβολημένη από παντού, όντας έρμαιο των δυνάμεων ενός απύθμενου κοινωνικού σκότους, αποτελεί το ασφαλέστερο εχέγγυο της καινούριας δουλειάς του Αντιόχου, ο οποίος είναι σίγουρο πως τα καταφέρνει καλύτερα στα αφηγηματικά, συνθετικά ποιήματα. Μια διάθεση καταγγελίας και παρατακτικής έκφρασης, που τείνει να υποκαταστήσει τον παλαιότερο βερμπαλισμό, παραμένει, ευτυχώς, αρκετά περιορισμένη.

Κριτική για την ανθολογία «Η Θηριώδης Μούσα»


Της Έλενας Χουζούρη, έτσι όπως δημοσιεύθηκε στην «ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ» της Ελευθεροτυπίας την 21.9.2009

Η Θηριώδης Μούσα

Επιλογή από το έργο Επτά Αυτόχειρων Αμερικανών Ποιητών

  • Βάτσελ Λίντσει (1879-1931)
  • Χάρολντ Κρέιν (1899-1932)
  • Σάρα Τίσντειλ (1884-1933)
  • Σύλβια Πλαθ (1932-1963)
  • Ράνταλ Τζάρελ (1914-1965)
  • Τζον Μπέριμαν (1914-1972)
  • Αν Σέξτον (1928-1974)

Ανθολόγηση- Απόδοση (Μετάφραση): Γιάννης Αντιόχου

Εκδ. Μικρή Αρκτος, σ. 223, 17 ευρώ

Είναι άραγε η Ποίηση μια τόσο σκοτεινή δύναμη, ικανή να συμπαρασύρει τον γεννήτορά της στα άδυτα της καταστροφής και του θανάτου; Λειτουργεί με τέτοιους άρρητους και ανείπωτους νόμους, ώστε να μετατρέπεται σε Μούσα Θηριώδη για όσους τολμούν να τους διαρρήξουν και να τους οικειοποιηθούν ως να διαπράττουν ύβρη; Τι ωθεί ποιητές του διαμετρήματος του Τσέλαν, του Παβέζε, του Μαγιακόφσκι, της Τσβετάγιεβα, του Γιεσένιν, της Πλαθ, του Τρακλ, του Καρυωτάκη να χαρίσουν στον θάνατο τον εαυτό τους; Αυτά τα, εντέλει, αναπάντητα ερωτήματα θέτει ο ποιητής της νεότατης ποιητικής μας γενιάς Γιάννης Αντιόχου, καθώς τολμά να αναμετρηθεί τόσο με το μέγεθος του συχνά εμφανιζόμενου αυτοχειριασμού στον ποιητικό κόσμο μέσα από τη ζωή και το έργο εφτά αμερικανών ποιητών όσο και με την απόδοση και την ανθολόγησή ποιημάτων τους. Ως ποιητής ο Αντιόχου φαίνεται ότι έχει εμβαθύνει τόσο στην ποίηση των εφτά αυτόχειρων ποιητών, ώστε να ομολογεί την προσωπική ψυχική διατάραξη που του προκάλεσαν οι σκοτεινιές και τα βάθη μέσα στα οποία βυθίζονται οι ποιητές που επιλέγει να αποδώσει, σκοτεινιές που ευωδιάζουν από τη λατρεία της εκούσιας αναχώρησης. Φεγγάρι, εξαντλήθηκες σε μέγεθος φτερού/ Μες στην αυγή, σύννεφα πετούν,/ Τι καλό να προχωράς, φως εντός φωτός,/ Και, φως ακόμη δίνοντας, να ξεψυχάς, γράφει η Σάρα Τίσντειλ στο τελευταίο της βιβλίο, λίγο πριν αυτοκτονήσει με υπερδοσολογία υπνωτικών χαπιών. Ο Αντιόχου στην εκτεταμένη Εισαγωγή του -σύνθεση προσωπικών σχολίων και παράθεσης απόψεων φιλοσόφων, ψυχιάτρων, άλλων συγγραφέων- προσπαθεί από τη μια να παρουσιάσει το συχνό φαινόμενο του αυτοχειριασμού των ποιητών ως μια ψυχικής τάξεως διατάραξη κι από την άλλη, ως μια υπερβατική, μυστικιστική, ποιητική, εντέλει, πράξη. Αποψη που μάλλον είναι και η προσωπική του. Κι εδώ θα παρατηρήσω ότι Θηριώδης δεν είναι μόνον η Μούσα της Ποίησης αλλά και η εξ αγχιστείας αδελφή της Πεζογραφία, διότι δεν είναι λίγοι και οι αυτόχειρες πεζογράφοι. Την πρωτοκαθεδρία βεβαίως την έχουν οι ποιητές, σταθερά προσηλωμένοι στο γκετικό -σχεδόν αρχετυπικό για τη λογοτεχνία- πρότυπο του Βέρθερου. Οι εφτά πάντως αμερικανοί ποιητές τους οποίους ανθολογεί ο δικός μας Γιάννης Αντιόχου, είναι οι: Βάτσελ Λίντσει (1879-1931), Χάρολντ Κρέιν (1899-1932), Σάρα Τίσντειλ (1884-1933), Σύλβια Πλαθ (1932-1963), Ράνταλ Τζάρελ (1914-1965), Τζον Μπέριμαν (1914-1972) και Αν Σέξτον (1928-1974). Η μόνη γνωστή στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό είναι η Σύλβια Πλαθ, η οποία, ύστερα από τόσες εκδόσεις, είτε έργων της είτε δοκιμίων γι’ αυτήν, έχει αναχθεί περίπου σε Μούσα της αυτοχειρίας. Το όχι εύκολο εγχείρημα του Γιάννη Αντιόχου να μας κάνει κοινωνούς με το έργο και τη ζωή και άλλων, επίσης σημαντικών, αμερικανών αυτόχειρων ποιητών είναι λίαν ευπρόσδεκτο. Αλλά και ο προσωπικός του μόχθος στο να αποδώσει τους λεπτούς σε αποχρώσεις εσωτερικούς και υπαινικτικούς -στις περισσότερες περιπτώσεις- στίχους των ποιητών, να αποφύγει να υπερτονίσει τη δραματικότητά τους, να αναδείξει την υπαρξιακή τους αγωνία, να παρακολουθήσει και να ακολουθήσει χωρίς προδοσίες την ποιητική τους, έτσι καθώς αλλάζει στον καθένα και στην καθεμιά ανάλογα με τα καλλιτεχνικά και ποιητικά κελεύσματα των εποχών. Και είναι κι αυτό ένα συν αυτής της ωραίας ανθολογίας, διότι ο Ελληνας αναγνώστης παρακολουθεί και τις διαδρομές που ακολούθησε η αμερικανική ποίηση, αφού οι ποιητές αυτοί, παρά τη μικρή διάρκεια της ζωής τους, ήταν ήδη καταξιωμένοι με διακρίσεις και βραβεία. Για την ίδια τη ζωή τους εξάλλου φροντίζει ιδιαίτερα να μας ενημερώσει ο ανθολόγος-μεταφραστής έχοντας -θεωρώ- την πεποίθηση ότι έτσι μπορεί να φωτιστεί με έναν πιο οικείο τρόπο η ποίηση τους που ακολουθεί. Εντύπωση λοιπόν προκαλούν οι κοινές συνισταμένες της ζωής όλων των ποιητών που σταδιακά τούς οδηγούν στην αυτοχειρία. Συνισταμένες που τις διαβάζει κανείς και πίσω από τις γραμμές της ποίησής τους – όταν δεν τη μονοπωλούν. Οπως και να έχει όμως, εκείνο που σε τελευταία ανάλυση μετράει πάντα είναι η ποιότητα της ποίησης είτε προέρχεται από αυτόχειρες ή μη αυτόχειρες ποιητές. Και στις περιπτώσεις των επτά αμερικανών ποιητών έχουμε υψηλής ποιότητας ποίηση, προσφορά στους απαιτητικούς και όχι μόνον έλληνες αναγνώστες. Αξίζει επίσης να σταθούμε στην ιδιαίτερα προσεγμένη και καλαίσθητη έκδοση, η οποία εντάσσεται στη νεοσύστατη μικρή ποιητική σειρά τής «Μικρής Αρκτου».

«Απλώς το λίγο σου ήτανε πολύ για να τ’ αντέχεις»


Μια κριτκή του Δημήτρη Αθηνάκη για το βιβλίο μου «Εισπνοές».

(Σχόλιο: Τι τιμή η κριτική του Δημήτρη Αθηνάκη να είναι τόσο εντός του βιβλίου. Αυτό είναι η ΕΥΤΥΧΙΑ ενός ποιητή. Τον ευχαριστώ από καρδιάς)

Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΑΘΗΝΑΚΗ

Γιάννης Αντιόχου, Εισπνοές, εκδ. Ίκαρος 2009, σελ. 52, τιμή 10 ευρώ

Η ποίηση, όταν κυοφορείται κι θρέφεται μες σ’ έναν κόσμο που γρυλίζει πάθος και φόβο, τ’ απότοκά της μπορεί να ‘ναι από κλονιστικά μέχρι τρομακτικά. Κάπου ανάμεσα σ’ αυτά τ’ άκρα κινείται ο Γιάννης Αντιόχου με την τέταρτή του συλλογή, που φέρει τον υποδηλωτικό τίτλο «Εισπνοές».

Τι εισπνέει ο ποιητής και τι αποπνέει η ποίησή του; Πού μπορούν να φτάσουν τα ποιητικά του όρια και πώς μπορεί να τα χειριστεί; Ο Γιάννης Αντιόχου, όπως έχει δείξει μέχρι σήμερα, δεν φοβάται την εξομολόγηση ως οδοδείκτη της γραφής του, μιας γραφής που περνά μέσ’ απ’ τα συντρίμμια της πραγματικότητας, φιλτράρεται απ’ τα δίχτυα της ενόρασης και εκπνέεται στον κόσμο (μία λέξη ίσως ουδέτερη, αλλά οι συμβάσεις πρέπει να τηρηθούν) με μια καβαφική ψύχωση που διαχέεται απ’ τους ρυθμούς της ροκ. Η μουσική τέχνη είναι αυτή που βοήθησε την ποίηση στον μακρύ της δρόμο, και αυτό ο Γιάννης Αντιόχου μοιάζει να το έχει χωνέψει καλά.

Η πορεία διατηρεί έναν ρυθμό, όπου τ’ ανεβοκατεβάσματα και το πηγαινέλα στον εσωεξωτερικό κόσμο, το διαρκές παιχνίδι του έσω εαυτού με τα έξω σώματα, μοιάζουν να δημιουργούν ένα παραληρηματικό συνονθύλευμα ποιητικής υπόστασης, η οποία μοιάζει να χορταίνει μέσα στην εξάντληση και μέσα στην αναγέννηση, σ’ ένα αδιάκοπο μοτίβο όπου, αν τ’ αναγάγουμε σε ορχήστρα, ο μαέστρος λειτουργεί και ως κατευθυντήριο μέσον αλλά και ως το μέσον πραγμάτωσης του μουσικού οράματος. Και τα όργανα; Οι φωνές; Οι φωνές στις «Εισπνοές» λειτουργούν όπως στα έργα του Χατζιδάκι: όργανα, μέσα, αρτηρίες.

Μέσα σ’ έναν δραματικό και συνάμα παραληρηματικό κόσμο, όπου η ψευδαίσθηση συνυπάρχει αρμονικά με τη δημιουργική παράνοια, οι «Εισπνοές» μοιάζουν να συνεχίζουν έναν κύκλο, που ξεκίνησε με το «Curriculum Vitae» (εκδ. Μελάνι 2006). Εκεί, η παρωδία, η κωμωδία, το δράμα, το μεγαλείο, η πτώση και η κατάπτωση χάρισαν τα πρώτα τους ψήγματα, με μια δυναμική που πιθανόν άφηνε ερωτηματικά. Εδώ, ο όποιος διαφαινόμενος αρχικός φόβος ομολογίας έκανε φτερά και άφησε στη θέση του ένα καφάσι πάνω στο οποίο ο αναγνώστης, και εικάζω και ο ίδιος ο ποιητής ταυτόχρονα, μπορούν να καθίσουν και να τρομοκρατηθούν με την ησυχία τους.

Παντού, καταφανώς, τ’ απόλυτο δόσιμο, η συνειδητή παραίτηση. Ένα σώμα που αποτελείται από δυο ενωμένα σώματα. Δυο σώματα, μόνον αυτά, οι ψυχές σα να ‘τανε δεμένες απ’ αρχής, που παλεύουν να κοιτάξουν το είδωλό τους, που δεν μπορούν. Το πρόσωπο που αφηγείται δεν αντέχει αυτή τη διαδικασία. Την αντέχει, όμως, η ποίηση για χάρη του. Για λυτρωτική του χάρη. «Και γεγονός/Πως εφτάψυχος/Συνήθως μετά τα μεσάνυχτα/Έρπεις ολόγυμνος στο ναρκοπέδιο/Αφήνοντας μισό τον ύπνο μου/μισό τον ξύπνιο σου/Κι αλήθεια να μην γίνομαι/Και ψέμα να μην είσαι».

Με στοιχεία θεολογικού και φιλοσοφικού στοχασμού, με μια προσπάθεια ένθεης αλλά και κατασκευασμένης από ψευδαισθησιογόνους παράγοντες μανίας και ορμής, ο αφηγητής βομβαρδίζει το παρόν του χωρίς να θωρεί το μέλλον του, μιας κι αυτό μοιάζει να ‘χει προ πολλού καταστεί ανώφελο προς παρατήρηση. Είναι λίγες οι φορές που σ’ ένα ποιητικό βιβλίο το σήμερα, ως αναπαραστατική εικόνα, μεταβαίνει απ’ το εύλογο στο άλογο χωρίς να παίρνει κανείς χαμπάρι πότε και πώς συνέβη όλο αυτό. Βοηθητικά και απολύτως στην κατάλληλη θέση τοποθετημένα, τ’ αποσπάσματα από έργα τρίτων προϊδεάζουν και δένουν κατά τρόπο απόλυτο με την κάθε ενότητα του ενός και μόνου ποιήματος που συνιστά τις «Εισπνοές».

Ο Αντιόχου (γενν. 1969), ένας απ’ τους σημαντικότερους ποιητές της γενιάς του, κοιτάζει κατάματα το ίδιο το είδωλο της ποίησης και παλεύει να του δώσει φωνή. Η φωνή μπορεί να μοιάζει αρχικά σαν τρεμόπαιγμα μιας αβοήθητης ζωής που θέλει με νύχια και με δόντια να πιαστεί απ’ οπουδήποτε. Καταλήγει, όμως, ένας πόνος που δεν ποιητικίζει, που δεν προσπαθεί να κρατηθεί απ’ τις όμορφες λέξεις και τα όμορφα πάθη. Είν’ ένας πόνος που θα μείνει εδώ, απλός και τρυφερός, όπως κάθε πόνος, όπως ο κάθε πόνος που φέρει πάνω του ο ποιητής.