Άννα Αχμάτοβα (Δελτίο Τύπου)


cover_11«Στα φοβερά χρόνια του τρόμου της Γιεζόφ, δεκαεπτά μήνες πέρασα στις ουρές των φυλακών του Λένινγκραντ.

Μια μέρα, κάποιος με «αναγνώρισε». Μια γυναίκα με μελανιασμένα χείλη που έστεκε πίσω μου, η οποία ποτέ δεν είχε ακούσει το όνομά μου, ξύπνησε από τον λήθαργο, τυπικός για όλους εμάς εκεί, και με ρώτησε, ψιθυρίζοντάς στο αυτί μου (καθένας μιλούσε ψιθυριστά εκεί): «Κι εσείς μπορείτε να περιγράφετε αυτό; «Κι εγώ απάντησα: «Ναι, μπορώ.»

Έπειτα κάτι που θύμιζε χαμόγελο γλίστρησε πάνω σε αυτό που κάποτε ήταν το πρόσωπό της.

1η Απριλίου 1957, Λένινγκραντ

Με τα ποιήματα της Άννας Αχμάτοβα, τη γνωστότερη ποιητική της συλλογή «Ρέκβιεμ», τη μνημειώδη ποιητική σύνθεση «Ποίημα δίχως Ήρωα» και τις «Ελεγείες του Βορρά» κάνει την εμφάνισή της στην αγορά η φιλόδοξη νέα σειρά των εκδόσεων Μικρή Άρκτος.

Η απόδοση, το γύρισμα των ποιημάτων στη γλώσσα μας έγινε από τον ποιητή Γιάννη Αντιόχου, ο οποίος βασίστηκε σε αγγλικές και γερμανικές μεταφράσεις του έργου μιας από τις μεγαλύτερες φωνές του 20ού αιώνα.

Η Άννα Αχμάτοβα, όπως σημειώνει στην εισαγωγή του ο κ. Αντιόχου, πέρα από το ποιητικό της έργο «ξεχώρισε για την πολυτάραχη και τραγική της ζωή».

Έζησε με τον εντονότερο τρόπο όλα τα κοσμοϊστορικά γεγονότα του 20ού αιώνα που σημάδεψαν τη Ρωσία αλλά και ολόκληρη την ανθρωπότητα. Έζησε τον Α΄ και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τις Κομμουνιστικές Διεθνείς, την άνοδο του Στάλιν και του Λένιν στην εξουσία, τη βαναυσότητα και την απανθρωπία του σταλινικού καθεστώτος, τις προγραφές συγγραφέων και ποιητών, τον θάνατο του συζύγου της σε στρατόπεδα συγκέντρωσης της Σιβηρίας, φίλων ποιητών, όπως ο Μάντελσταμ και πλήθος ανθρώπων του λαού.

Η Αχμάτοβα είναι η ποιήτρια της συλλογικής μνήμης. Το «Ποίημα δίχως Ήρωα» είναι ένας ύμνος στη μνήμη. Η ποίησή της αποτελεί μια προσπάθεια κατάργησης της απόστασης μεταξύ της γραφής και της πραγματικότητας. Οι στίχοι της, όπως αναφέρει ο Μπόρις Πάστερνακ, «μεταμορφώνουν τα γεγονότα σε βιώματα».

Η πρόσφατη στροφή πολλών εκδοτών προς τη ρωσική λογοτεχνία και την ποίηση, η διάθεση ανανέωσης των μεταφράσεων, μας προσφέρει τη δυνατότητα να γνωρίσουμε σε μεγαλύτερο εύρος, αλλά και να εμβαθύνουμε σε μια τεράστια λογοτεχνία, η οποία έχει μεταφραστεί τμηματικά στα ελληνικά.

Πιθανόν ότι αυτό αποτελεί ένα ακόμα βήμα για την κυκλοφορία στα ελληνικά του ποιητικού έργου μεγάλων λογοτεχνικών αναστημάτων όπως του Νικολάι Γκουμιλιόφ, της Μαρίνα Τσβετάγιεβα, του Πάστερνακ, του Οσιπ Μάντελσταμ ή του Αλεξάντερ Μπλοκ.

 

Από την Καθημερινή της Κυριακής, παρουσίαση των ποιημάτων της Αχμάτοβα:  

Η Ρωσίδα ποιήτρια της συλλογικής μνήμης 

Η «Κ» προδημοσιεύει το ποίημα «Ρέκβιεμ» της Αννας Αχμάτοβα, μιας από τις μεγαλύτερες λογοτεχνικές φωνές του 20ού αιώνα

Του Σπυρου Γιανναρα

Αννα Αχμάτοβα

Ποιήματα

μτφρ. Γιάννης Αντιόχου

εκδ. Μικρή Αρκτος

Με τα ποιήματα της Αννας Αχμάτοβα, τη γνωστότερη ποιητική της συλλογή «Ρέκβιεμ», τη μνημειώδη ποιητική σύνθεση «Ποίημα δίχως Ηρωα» και τις «Ελεγείες του Βορρά» κάνει την εμφάνισή της στην αγορά η φιλόδοξη νέα σειρά των εκδόσεων Μικρή Αρκτος. Η απόδοση, το γύρισμα των ποιημάτων στη γλώσσα μας έγινε από τον Γιάννη Αντιόχου, ο οποίος βασίστηκε σε αγγλικές και γερμανικές μεταφράσεις του έργου μιας από τις μεγαλύτερες φωνές του 20ού αιώνα.

 

Σταλινικές διώξεις

Η Αννα Αχμάτοβα, όπως σημειώνει στην εισαγωγή του ο κ. Αντιόχου, πέρα από το ποιητικό της έργο «ξεχώρισε για την πολυτάραχη και τραγική της ζωή». Εζησε με τον εντονότερο τρόπο όλα τα κοσμοϊστορικά γεγονότα του 20ού αιώνα που σημάδεψαν τη Ρωσία αλλά και ολόκληρη την ανθρωπότητα. Εζησε τον Α΄ και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τις Κομμουνιστικές Διεθνείς, την άνοδο του Στάλιν και του Λένιν στην εξουσία, τη βαναυσότητα και την απανθρωπία του σταλινικού καθεστώτος, τις προγραφές συγγραφέων και ποιητών, τον θάνατο του συζύγου της σε στρατόπεδα συγκέντρωσης της Σιβηρίας, φίλων ποιητών, όπως ο Μάντελσταμ και πλήθος ανθρώπων του λαού. Η Αχμάτοβα είναι η ποιήτρια της συλλογικής μνήμης. Το «Ποίημα δίχως Ηρωα» είναι ένας ύμνος στη μνήμη. Η ποίησή της αποτελεί μια προσπάθεια κατάργησης της απόστασης μεταξύ της γραφής και της πραγματικότητας. Οι στίχοι της, όπως αναφέρει ο Μπόρις Πάστερνακ, «μεταμορφώνουν τα γεγονότα σε βιώματα».

Η πρόσφατη στροφή πολλών εκδοτών προς τη ρωσική λογοτεχνία και την ποίηση, η διάθεση ανανέωσης των μεταφράσεων, μας προσφέρει τη δυνατότητα να γνωρίσουμε σε μεγαλύτερο εύρος, αλλά και να εμβαθύνουμε σε μια τεράστια λογοτεχνία, η οποία έχει μεταφραστεί τμηματικά στα ελληνικά. Πιθανόν ότι αυτό αποτελεί ένα ακόμα βήμα για την κυκλοφορία στα ελληνικά ολόκληρου το ποιητικού έργου μεγάλων λογοτεχνικών αναστημάτων όπως του Νικολάι Γκουμιλιόφ, της Μαρίνα Τσβετάγιεβα, του Πάστερνακ, του Οσιπ Μάντελσταμ ή του Αλεξάντερ Μπλοκ.

Αντί εισαγωγής (από το ποίημα Ρέκβιεμ)

«Στα φοβερά χρόνια του τρόμου της Γιεζόφ, δεκαεπτά μήνες πέρασα στις ουρές των φυλακών του Λένινγκραντ. Μια μέρα, κάποιος με «αναγνώρισε». Μια γυναίκα με μελανιασμένα χείλη που έστεκε πίσω μου, η οποία ποτέ δεν είχε ακούσει το όνομά μου, ξύπνησε από τον λήθαργο, τυπικός για όλους εμάς εκεί, και με ρώτησε, ψιθυρίζοντάς στο αυτί μου (καθένας μιλούσε ψιθυριστά εκεί): «Κι εσείς μπορείτε να περιγράφετε αυτό;»Κι εγώ απάντησα: «Ναι, μπορώ.»

Επειτα κάτι που θύμιζε χαμόγελο γλίστρησε πάνω σε αυτό που κάποτε ήταν το πρόσωπό της.

1η Απριλίου 1957, Λένινγκραντ

Τότε ήταν π’ αυτός που χαμογέλαγε ήταν ο πεθαμένος
Γαλήνη απολαμβάνοντας αυτός ευτυχισμένος.
Κι άχρηστη σαν παράρτημα του Λένινγκραντ η πόλη
Μες στα δικά της κάτεργα γκρίζα να ταλαντώνει.
Και όταν τρελές από πολλών ειδών βασανιστήρια, 
Προέλαυναν οι φάλαγγες των καταδικασμένων,
Το σύντομο χαίρε τους σήμανε στα φουγάρα 
Από σφυρίχτρες μηχανών μέσα σε σύθαμπο καπνών,
Και πάνω απ’ τα κεφάλια μας αστέρια του θανάτου
Και καταγής η αθώα μας σφαδάζει η Ρωσία
Με μπότες όλο αίματα ώς πάνω καλυμμένες
Κάτω από τα λάστιχα κλούβας αστυνομίας.

Εχω κλάψει μήνες δεκαεπτά 
Καλώντας σε στο σπίτι.
Στα πόδια έπεσα του δήμιου – όχι μια φορά,

Γιε μου εσύ και κόλαση μαζί.
Ολα μπερδεύτηκαν για άντα, 
Και τίποτα δεν μου ‘ναι καθαρό

Ποιος είναι ο άνθρωπος και ποιο το θεριό,
Και πόσος έμεινε ώς την εκτέλεση καιρός;
Και μόνο άνθη σκονισμένα,
Και το κουδούνισμα του θυμιατού, και βήματα
Από το κάπου προς το πουθενά οδηγούν.

Και μέσα στα μάτια με κοιτά
Με θάνατο που ‘ρχεται γοργά
Θεόρατο έν’ άστρο από ψηλά.

Χρονολόγιο

23-6-1889. Γέννηση της Αννας Αντρέγιεβνα Γκορένκο στην Μπολσόι Φοντάνκο της Ουκρανίας.

1907. Εκδίδει το πρώτο της ποίημα υπογράφοντας με το όνομα της γιαγιάς της «Αχμάτοβα».

25-4-1910. Παντρεύεται τον ποιητή Νικολάι Γκουμιλιόφ.

Φθινόπωρο του 1911. Ιδρύεται το «Σινάφι των ποιητών», μετέπειτα «Κύκλος των Ακμεϊστών» ως αντίδραση στην ποίηση των Συμβολιστών.

18-10-12. Γεννιέται ο γιος της Λεβ Νικολάγιεβιτς Γκουμιλιόφ.

Αύγουστος του 1918. Αχμάτοβα και Γκουμιλιόφ χωρίζουν.

25-8-1921. Ο Γκουμιλιόφ εκτελείται αφού καταδικάστηκε για συνωμοσία κατά του καθεστώτος.

Φθινόπωρο του 1933. Ο γιος της Λεβ Γκουμιλιόφ συλλαμβάνεται και αφήνεται ελεύθερος.

1925. Απαγορεύεται η κυκλοφορία των ποιημάτων της Αχμάτοβα.

13-5-1934. Συλλαμβάνεται ο ποιητής Οσιπ Μάντελσταμ.

10-3-1938. Ο Λεβ Γκουμιλιόφ συλλαμβάνεται ξανά, φυλακίζεται και εξορίζεται στη Σιβηρία.

27-12-1938. Θάνατος του Μαντελστάμ στη Σιβηρία.

1940. Μερική άρση της απαγόρευσης της ποίησής της.

Μάιος 1945. Ο Λεβ Γκουμιλιόφ, που οδηγήθηκε από την εξορία στο μέτωπο, επιστρέφει να ζήσει μαζί της μετά τη νίκη των Ρώσων κατά των Γερμανών.

16-5-1946. Ο γ.γ. του κόμματος στο Λένινγκραντ, Αντρέι Ζντάνοφ καταδικάζει την ποίηση της Αχμάτοβα, υποστηρίζοντας ότι «δηλητηριάζει τα μυαλά της σοβιετικής νεολαίας».

6-11-1949. Νέα σύλληψη του Λεβ Γκουμιλιόφ

Φεβρουάριος του 1956. Ο Λεβ Γκουμιλιόφ ελευθερώνεται.

5-3-1966. Πεθαίνει η Αχμάτοβα.

15-6-1992. Πεθαίνει ο Λεβ Γκουμιλιόφ.

Ιnfo

-Νέα ποιητική σειρά «τσέπης» της Μικρής Αρκτου (11×16 εκ.) με σκληρό εξώφυλλο, σελιδοδείκτη και εξωτερικό κάλυμμα. 228 σελ. η κάθε συλλογή. Τα ποιήματα της Αχμάτοβα θα κυκλοφορήσουν στις 15 Δεκεμβρίου.

Advertisements

Η Θηριώδης Μούσα (Δελτίο τύπου)


0218458Κυκλοφόρησε μέσα στις γιορτές από τις εκδόσεις Μικρή Άρκτος «Η Θηριώδης Μούσα». Το βιβλίο αυτό  συγκεντρώνει μια επιλογή από το έργο επτά αυτόχειρων Αμερικανών ποιητών. Πρόκειται για τους: Βάτσελ Λίντσεϊ, Χάρολντ Χαρτ Κρέιν, Σάρα Τίσντεϊλ, Σίλβια Πλαθ, Ράνταλ Τζάρελ, Τζον Μπέριμαν, Ανν Σέξτον .

Οι ποιητές που ανθολογούνται σε αυτό τον τόμο κατάφεραν να παράγουν αληθινά σπουδαία ποίηση. Δεν χρειάστηκε να χρησιμοποιήσουν την αυτοκτονία τους ως όχημα υστεροφημίας, παρά μόνο το έργο τους, που επειδή ακριβώς απάντησε στο προσωπικό ερώτημα του «ποιος είμαι;» τους άφησε πένητες των λέξεων, ανταλλάσοντας αυτή την απάντηση με το ακριβότερο αγαθό, την ίδια τους τη ζωή.

«Η αυτοκτονία», γράφει ο Αλμπέρ Καμί, «προετοιμάζεται μέσα στη σιωπή της καρδιάς, καθώς είναι ένα μεγάλο έργο τέχνης». Κάθε μεγάλο έργο τέχνης, παράγεται μόνο μέσα από βέβαιους παράγοντες άγχους και απογοήτευσης, και ισοδυναμεί με κάποιο είδος αυτοκτονίας. Για να παράγεις κάτι σπουδαίο είναι ανάγκη να απολέσεις κάτι σπουδαίο. Αυτός είναι ο νόμος και αυτόν βιώνει κάθε αληθινός ποιητής.

Ο ποιητής Γιάννης Αντιόχου που υπογράφει την απόδοση, το σχολιασμό και την εισαγωγή της έκδοσης τονίζει : «Το υλικό που κάθε καλλιτέχνης μπορεί να εξορύξει για να δημιουργήσει τέχνη βρίσκεται πρώτα απ’ όλα μέσα στον ίδιο του τον εαυτό, και όσο μεγαλύτερες προσπάθειες καταβάλλει κάποιος για να δημιουργήσει τέχνη, και συγκεκριμένα ποίηση, τόσο μεγαλύτεροι είναι και οι κίνδυνοι που έχει να αντιμετωπίσει. Η Μούσα της ποίησης, που από τα ομηρικά έτη κι έπειτα κάθε ποιητής επικαλείται προκειμένου να λάβει την έμπνευση, μετατρέπεται πολλές φορές σε μια Θηριώδη Μούσα. Ουσιαστικά, η έννοια της αυτοκτονίας στην ποίηση αναδύεται μέσα από το ερώτημα που ο ποιητής θέτει στον εαυτό του σχετικά με τη βαθιά, εσωτερική του ταυτότητα. Το ερώτημα «ποιος είμαι;» γίνεται αίφνης η μεταφορική σκανδάλη στο πιστόλι της ποίησης»