Ναρκωτικά


Είναι αλήθεια πως τον τελευταίο καιρό έχω εγκαταλείψει το blog μου και γενικά τη ζωή μου, όμως αυτό είναι μια συνειδητή επιλογή για να μπορέσω να ορθοποδήσω γι’ άλλη μια φορά. Είμαι από τους ανθρωπούς που υποφέρουν από το φάντασμα μιας αδιόρατης θανατολαγνείας και μισώντας τον εαυτό τους στρέφονται εναντίον του προσπαθώντας να τον πλήξουν με όσα μέσα έχουν και μπορούν.

Δεν σας κρύβω πως οι επιρροές μου ανασταίνονται όλες σε σπίτια με άδεια δωμάτια και ένα στρώμα πεταμένο σε ένα υπνοδωμάτιο που τις περισσότερες φορές υποφέρει ένα νέο αγόρι ή ένα νέο κορίτσι ξερνώντας τα σωθικά του. Σύνδρομο στέρησης από την ηρωίνη ονομάζεται αυτό το οποίο σε κοπανάει για τέσσερις μέρες και συνήθως δεν μπορείς να το ξεπεράσεις και υποτροπιάζεις ξανά και ξανά μέχρι να πεθάνεις.

Μια κοπέλλα όμορφη σαν μοντέλο του Γκωτιέ, βυζαντινή και λεπτή ομορφιά. Με πράσινα μάτια και ολόξανθη, μικροκαμωμένη διπλωνότανε χθες το πρωί παρακαλώντας με να την πάω στην οδό Γερανίου με το αυτοκίνητό μου για να εξασφαλίζει την ντρόγκα της (τη δόση της). ‘Ενα γραμμάριο 15 ευρώ, δύο γραμμάρια τριάντα, ένα δυομισάρι 50 ευρώ.

Δεν μπόρεσα να αντισταθώ, δεν μπορούσα να την βλέπω να σέρνεται στο πάτωμα και να κρέμεται από το νιπτήρα του μπάνιου. Την πήρα μαζί μου και ξεκίνησα 7.00 το πρωί για το κέντρο της Αθήνας. Στο δρόμο πετάχτηκε πολλές φορές έξω από το αυτοκίνητο προσπαθώντας να ανακουφιστεί από το οξύ γαστρεντερικό σύνδρομο που σου προκαλεί η έλλειψη του ναρκωτικού.

Φθάσαμε στην Γερανίου, στρίβωντας από Πειραιώς στο ξενοδοχείο Dorian Gray Inn και ευθύς αμέσως ένας άλλος κόσμος ανοίχτηκε μπροστά μας. Ένας κόσμος που τα μάτια του επικοινωνούσαν με το άπειρο, άνθρωποι που τα σώματά τους έγερναν, τα πόδια τους δεν τους βαστούσαν.

Χρειάστηκε να περιμένουμε πέντε λεπτά μέχρι να εξασφαλίσει τη δόση και μετά κατηφορίζοντας από την Ευρυπίδου, μπροστά από το περιοδικό της Νέας Εστίας ένα ασθενοφόρο του ΟΚΑΝΑ περιμάζευε τα ρετάλια της νύχτας.

Άνθρωποι σκιές που είπε και η Κατερινά Μάτσα στο βιβλίο της και εγώ συνοδοιπόρος των ανθρώπων αυτών που πιστέψτε με δεν είναι τόσο κακοί, τόσο τίποτα, όσο θέλει η κοινωνία να τους παρουσιάζει.

Άρρωστοι άνθρωποι θα πεθάνουν πριν φθάσει η σειρά τους για μεθαδόνη. Αυτή είναι η χώρα μας, αυτή είναι η Ελλάδα μας, αυτή είναι η Αθήνα μας.

Από το ένα άκρο ως το άλλο, η πρωτεύουσα δοκιμάζει ουσίες. Στον Κολωνό, στην Λένορμαν, στην Ομόνοια, στην Πλατεία Καραϊσκάκη, στον Σταθμό Λαρίσης, στην οδό Βουλιαγμένης, στα δικαστήρια του Πειραιά, στο τελωνείο, κ.άλλου….

Αν ήθελε η αστυνομία να σταματήσει αυτό το κακό, αυτή την σύγχρονη ανθρωποθυσία είμαι σίγουρος πως θα μπορούσε να το καταφέρει. Πιθανώς δεν θέλει μια και το βρώμικο χρήμα που διακινείται αγγίζει τις πολλές χιλιάδες ευρώ την ημέρα… το χρήμα είναι η πρέζα, οι μπάτσοι πουλάνε πρέζα… έλεγε κάποτε η Γώγου…

Θα συνεχίζω να αγαπάω όλα αυτά τα παιδιά… μπορεί άλλωστε να ήτανε τα παιδιά μου… και θα συνεχίσω να κλαίω στα σκοτεινά γιατί έχω τους λόγους μου….

Καλημέρα

Advertisements

Ο θρύλος των Μπητ: Τζακ Κέρουακ (Jack Kerouac)- Bowery Blues


Jack Kerouac, Beat Generation

Ο Τζακ Κέρουακ, βασιλιάς του κινήματος των μπητ, συγγραφέας και ποιητής, γεννήθηκε στις 12 Μαρτίου του 1922 στο Λόουελ της Μασαχουσέτης και πέθανε από αιμορραγία κιρσών του οισοφάγου και κίρρωση του ήπατος, την 21η Οκτωβρίου του 1969.

Το πιο γνωστό του έργο, ορόσημο της λογοτεχνίας του 20ου αιώνα είναι το μυθιστόρημα «Στο Δρόμο» (On the Road).

Διαβάζοντας τα ποιήματά του μετέφρασα για τους επισκέπτες του μπλογκ μου το εξαιρετικό του ποίημα «Το Μπλουζ του Μπάουερι».

ΜΠΛΟΥΖ ΤΟΥ ΜΠΑΟΥΕΡΙ

Του Ζαν Λουί

Για μένα
Προφητεύω
Ότι η νύχτα
Θα ‘ναι φωτεινή
Με το παλιό
Χρυσάφι
Μέσα στο πανδοχείο.

Καφετέρια Κούπερ Γιούνιον – όψιμο παγωμένο απόγευμα του Μάρτη, ο δρόμος (η Τρίτη Λεωφόρος) λιθόστρωτος, παγωμένος, έρημος με βαγόνια του τραμ – Κάποιος άνδρας στην γωνία κάνει σήμα με το χέρι του Κάποιος του αρνείται κατηγορηματικά και εκτός οπτικού πεδίου πίσω από μια μαύρη και λευκή κολώνα, παγωμένοι κλόουν στη στιγμή τρόμου του κόσμου – Ένα παιδί από το Πουέρτο Ρίκο μ’ ένα πράσινο  ραβδί, σκύβοντας να χτυπήσει το πεζοδρόμιο αλλά αλλάζοντας γνώμη και σταματώντας – Δυο καινούργια μικρά φορτηγά παρκαρισμένα – Το εγκαταλελειμμένο γκρίζο ρόδινο πέτρινο κτίριο στο δρόμο απέναντι με την πάχνη του να υψώνεται στον γαλήνιο χειμωνιάτικο ουρανό, εντός υπάρχουν ήσυχοι εργαζόμενοι κάτω από γείσα νέον εξασκώντας μαθήματα εξαερισμού με τον φονικό Μάρμπο – Μια φλύαρη ξανθιά με απαίσιο διάπλατο χαμόγελο πιάνει με τα χείλη κουβέντα σ’ έναν γέρο Μποδισάτβα παππού στο πεζοδρόμιο, η ένταση ζωήρευε τις με δυσκολία αρθρωμένες λέξεις – Εν τω μεταξύ ένας αστείος αλήτης δίχως αίσθηση προσπαθεί να ζητιανέψει απ’ αυτούς και σπρώχνεται μακριά σκουντουφλώντας, δεν νοιάζεται για τις κοσμικές κυρίες εμποδισμένες με τις χαρτοσακούλες στα πεζοδρόμια – Ανείπωτα θλιμμένος ο σπασμένος χειμώνας θρυμμάτισε το πρόσωπο ενός διερχόμενου άντρα στον παγερό κυματισμό – Ακολουθούμενος από έναν Ρώσο μποξέρ με μια έκφραση Βαλτικής απώλειας, κάτι βλοσυρό και Σλαβικό και τόσο απελπιστικό πίσω από την υποθετική μου επίγνωση ή την αξιολογητική μου ικανότητα και πιστεύω ότι ανατριχιάζω όπως στο άγγιγμα μιας παγωμένης πέτρας όταν τον σκέφτομαι, η παλιά αρρωστημένη φρίκη του, σαν τις περσίδες στο παλιό ξύλινο καμιόνι ζύθου

Ο Σιν Μακ Οντάριο χωρίς
λεφτά, χωρίς στοιχήματα, χωρίς
υγεία, βαριέται
πασπατεύοντας την εσωτερική τσέπη του παλτού του
χωρίς ελπίδα να δει
ποτέ ξανά το Μαϊάμι
αφού έχασε τις πίκλες του
στην Όρχαρντ Στρήτ
και ο πατέρας του
τον τρέχει πέρα δώθε
στα νοσοκομεία
του γκρίζου
παγωμένου
οστού
στεγνώνοντας
στο φεγγάρι
που καταντροπιάζει το παλτό του
και λέξεις τραγουδούν
ό, τι το μυαλό
φέρνει
Αιμορραγώντας ματωμένους ναυτικούς
Της Ινδικής Αγγλίας
Πολιορκημένους στα πανωφόρια
Της Τρίτης Λεωφό ρου
Χωρίς αίσθηση και τα φρύδια τους
Χαραγμένα με βάμμα κρασιού
Αίμα ανόητων γλυκοκοιταγμάτων
Θλιβερές περιπέτειες
Πολύ μακριά απ’ το βαρέλι
Του Λίβερπουλ
Ο κόκκος του οστού
Μπουκάλι μαύρου Λίφφεϋ
Απόμακροι αιωρούμενοι αόρατοι
Μεγάλοι σκόρερ
Του ωκεάνιου κύματος.
Ο Θεός ευλογεί και τραγουδά γι’ αυτούς
Όπως εγώ δεν μπορώ

*

Τα μπλουζ του Κούπερ Γιούνιον
Το μουσικό χαλί είναι Ανυπόφορο.
Η ευθυμία του μνήματος
Κατασκευάζει υποψηφίους
Θρηνούν τα σωθικά μου
Και τα μυαλά μου
Είναι πλημμυρισμένα
Κάτω η πλευρά του
μπλε πορτοκαλί τραπεζιού
Μυξοκλαίγοντας κάπως σαρκαστικά
Ο Πορτορικανός ήρωας
Χτυπά βροντώντας
Την τσέπη του παλτού του
Γονθροκοπώντας την Εγγύτητα
Εκεί που ο Νεκροθάλαμος
Περιμένει για δόλωμα
(Τι είδους υπηρεσίες
Προσφέρουν τα σπασμένα βαρέλια;)
Ω δείξε έλεος
Μποδισάτβα
Της Πνευματικής
Ακτινοβολίας!
Σώσε τον κόσμο απ’ τα φρύδια της
Όμορφης παραίσθησης
Ελπίδα, Ω Ελπίδα
Ω Άρνηση, Ω Πάπα

*

Πλήθος φορώντας παλτά
Σε κάποια μπροστινή θέση
Αμάξι, γκρίζο & καταθλιπτικό
Συνεχίζει μέσα
Στον αγώνα του μπάσκετ

*

Διάφορες βλακώδεις παρελάσεις
Η αυστηρότητα της λεπτότητας
Αποφασιστικός άντρας με
Σπασμένη πλάτη
Κλωτσά την βαλίτσά του
Κάτω από της Ουάσινγκτον
Το κτίριο μέσα στη νύχτα
Προσπερνώντας μικρά μαραζωμένα
Παιδιά με Μαμάδες
Μελαγχολικής ελπίδας.

Πολύ θλιβερός, πολύ θλιβερός
Ο καλοστεκούμενος
Αμόλυντος
Φιλόπονος άνδρας.

Και ο πορνόγερος Ιρλανδός
Με αξιοπρέπεια δίχως βάση
Παραφουσκωμένος μπύρα στο σπίτι
Στη μισοκοιμισμένη άχαρη TV
Δείπνα ζωμού
Και χολής –
Φορώντας καινούργια παλιά παλτά
Προορισμένα να ‘ναι ατσαλάκωτα για τα νιάτα
Ζάρωσε στο βαρέλι του
καταπώς η θαλάσσια αύρα
Ξελογιάζει τα θαλασσινά βλέμματα
Να σκεφτούν
Ότι ρυτίδες & γηρατειά
Είναι αληθινά.

*

Κακόμοιρη νεαρή αγροτιά
Με παλτό από δέρμα

Τα σημάδια του σκαψίματος στις παλάμες
Για παγωμένους καφέδες
Έναντι του απογευματινού μισοσκόταδου
Που η δουλειά της πέτρας
Επιχορήγησε
Με αποκαμωμένη ελπίδα.
Ελπίδα Ω Ελπίδα
Ελπίδα του Κούπερ Γιούνιον
Ω Μπάουερι των Ελπίδων!
Ω απουσία
Ω φαιδρή αλήθεια
Που δεν ατενίζεις την αναψοκοκκινισμένη
Άγρια πραγματικότητα!
Κρύβεσαι στη νύχτα
Όπως ο νεκρός μου πατέρας
Βλέπω τα κρυστάλλινα
Θρύψαλα να μετατοπίζονται
Εκτός του οπτικού πεδίου
Σταλάζοντας περιστέρια του φωτός
Στον Σκατένιο Κόσμο

Ως εδώ, λυπημένοι –
Κάλπικα πέταλα
Του ιερού λωτού
Στις βιτρίνες των φαρμακείων
Όπου φλιτζάνια του Ω
Είμαστε καπνίσανε

Ο Ιρλανδός Μακ Γκίλλιγκαν
Μουρμουρίζει στο δρόμο
Μόλις έφτασε στην πόλη
Από το παγωμένο Κάλκι

Ο Πόλοκ Πατ με το σφουγγαρόπανο του
Σαν γάτος θυμωμένος
Σχεδόν σκοντάφτοντας
Στην ταινίας
Της νύχτα
Μέσα απ’ αυτά που βλέπει
Ζοφερές χώρες
Αόρατες
Σαν τη νύχτα περπατώντας
Στο υπερβατικό Γάλα
Στο δωμάτιο
Λυπημένοι Εβραίοι αξιοσέβαστοι
κουρελήδες με φορτηγά
Και παρατηρητές
Τινάζουν το πανί
Στο πεζοδρόμιο
Λέγοντας δεν ξέρω, ξέρω, ξέρω,
Καθώς το γκριζοπράσινο καπέλο
Κάθεται πάνω στα κεφάλια τους
Προστατεύοντάς τους
Από το Άπειρο άνωθεν
Π’ αστράφτει με λευκά
Πλατιά και σκούρα μαύρα σύννεφα
Σαν Ήλιος Ελευθερίας
Κορνάρει πάνω απ’ τη Θάλασσα
Στέλνοντας Πλοία
Από την εσώτερη θάλασσα
Ελεύθερα
Στην αποσταθεροποιημένη Υόρκη
Βλογιοκομμένη Πόλη της Αναλογίας
Ιδιωτικό Τρανό Γεράκι
Ανθρώπινη Κοπρώδη Πόλη
Ο αερολόγος Τσάρλι είναι Τρελός.

*

Απαίσιο γουρούνι
Ρεύεται
Στο πεζοδρόμιο
Καθώς σουρεαλιστικές
Δακτυλογράφοι
Κολυμπούν δίπλα τραγουδώντας
Και μεγαλύτεροι ναυτικοί
Σαν σαύρες γλιστρούν στην μεριά
Του μισοσκόταδου
Σαν νερό
Γιατί αυτή
Είναι η θάλασσα
Της
Πραγματικότητας.

*

Η ιστορία του ανθρώπου
Μ’ αρρωσταίνει
Μέσα, έξω,
Δεν ξέρω γιατί
Κάτι τόσο υποθετικό
Κι όλο μιλώ
Πρέπει να με πληγώσει έτσι.

Είμαι πληγωμένος
Είμαι φοβισμένος
Θέλω να ζήσω
Θέλω να πεθάνω
Δεν ξέρω
Που να στραφώ
Στο Κενό
Και πότε
Ν’ απο-
Κοπώ

Για καμιά Εκκλησία που μου είπε
Για κανένα Γκουρού που με κράτησε
Καμιά συμβουλή
Μόνο πέτρα
Της Νέας Υόρκης
Και στην καφετέρια
Ακούμε
Το σαξόφωνο
Ω πεθαμένε Ρούμπυ
Σκοτωμένος από Πυροβολισμό
Στα Τριάντα Δύο
Ακούγεσαι σαν τους παλιούς καιρούς
Και εξουδετερωμένος
Κενός αποκεφαλισμένος
Δολοφόνος απ’ το ρολόι.
Και βλέπω Σκιές
Να χορεύουν στον Χαμό
Ερωτευμένες, κρατώντας
Σφιχτά τους ωραίους κώλους
Μικρών κοριτσιών
Ερωτευμένα με το σεξ
Επιδεικνύουν τους εαυτούς τους
Σε λευκά εσώρουχα
Στα ανασηκωμένα παντζούρια
Ελπίζοντας για το ότι Χειρότερο.

Δεν μπορώ να τ’ αντέξω
Άλλο πια
Εάν δεν μπορώ να βαστήξω
Το μικρό μου δίπλα
Μου στο δωμάτιο μου

Μετά είναι το αντίο
Σανγκσάρα
Για μένα
Εξάλλου
Τα κορίτσια δεν είναι όμορφα
Καθώς κοιτάζουν
Και το Σαμαδί
Είναι καλύτερο
Απ’ όσο πιστεύεις
Όταν αρχίζει
Χτυπώντας μέσα στο κεφάλι σου
Με ένα Βόμβο
Χρυσής αστραπής
Άγγελοι τ’ Ουρανού
Ουρλιάζουν
Αναφωνώντας
Σε περιμέναμε
Απ’ το πρωί, Τζακ
– Γιατί άργησες τόσο πολύ
Χασομερώντας στο καπνισμένο δωμάτιο;
Αυτή η υπερβατική Λάμψη
Είναι το καλύτερο μέρος
(Τ’ Ανύπαρκτου
Που τραγουδώ)

Εντάξει
Παραιτούμαι.
Τρελός.
Στοπ.

29 Μάρτη, 1955, Νέα Υόρκη.

Μετάφραση: Γιάννης Αντιόχου

 

Πηγές σχετικές με το έργο του Κέρουακ στο διαδίκτυο: