Οι Ποιητές της Νέας Χιλιετίας


Πέρα από το προσωπικό μου πένθος, κι εφόσον η ζωή συνεχίζεται είχα κατά νου να αναδημοσιεύσω μια πολλή σοβαρή κριτική, αποτίμηση, της Τιτίκας Δημητρούλια που δημοσιεύθηκε την 6.4.2008 στην Καθημερινή της Κυριακής, στο φύλλο «Τέχνες και Γράμματα».

Ορισμένοι θα πουν πως ο Αντιόχου αναδημοσιεύει ό,τι τον περιέχει, δεν θα ήθελα όμως να μείνουν οι αναγνώστες αυτού του blog σε ένα τέτοιο εύκολο συμπέρασμα. Θα ήθελα να βασιστούν στα ονόματα που περιέχονται στο άρθρο και να αρχίσουν να διαβάζουν ποίηση.

Οι εύκολες συμπερασματικές προτάσεις πως η ποίηση τελείωσε ή τελειώνει στις μέρες μας πιστεύω πως εύκολα μπορούν να ανατραπούν από τέτοιου είδους δημοσιεύματα και ανθολογίες που παρουσίαζουν τη νέα ποιητική παραγωγή.

Η κυρία Δημητρούλια ουσιαστικά δεν φοβάται να εκτεθεί, να παρουσιάσει τους ποιητές που εκείνη ξεχωρίζει και να τους εκθέσει με τη σειρά τους κι αυτούς στο ευρύ κοινό. Τέτοιες προσπάθειες όση γκρίνια κι αν φέρνουν πίσω τους εντούτοις δημιουργούν μια στέρεη βάση ανάπτυξης της ποίησης.

Παραθέτω το άρθρο όπως δημοσιεύθηκε:

Οι ποιητές της νέας χιλιετίας
Εκπρόσωποι της γενιάς – φουρνιάς του 2000 συναντήθηκαν σε ένα «Karaoke poetry bar» και μας θύμισαν τη δουλειά τους

Της Τιτικας Δημητρουλια

Η είσοδός τους στη λογοτεχνική σκηνή υπήρξε ορμητική. Oι πολυάριθμοι ποιητές που εμφανίστηκαν στα Γράμματα λίγο πριν και λίγο μετά το 2000, έγιναν δεκτοί με ενθουσιασμό – καθώς αποδείκνυαν ξανά, μετά την ύφεση της δεκαετίας του ’90, τη δύναμη της ποίησης και τη συνέχειά της, μας έδειχναν όπως λέει ο γνωστός ποιητής Γιάννης Βαρβέρης «ότι το Μαντείον δεν απέθανε και δεν απέσβετο το λάλον ύδωρ».

2008 πια σήμερα, και αυτή η γενιά – φουρνιά του 2000 έχει ήδη συναντηθεί τον Νοέμβριο του 2007 στην πρώτη της κοινή εκδήλωση, το «Karaoke poetry bar», μια εγκατάσταση στην οποία η ποίηση συναντήθηκε με την περφόρμανς καιτοβίντεο(βλ. http://karaokepoesie.blogspot.com). Στο πλαίσιο της έκθεσης «Destroy Athens», λειτούργησε ένα καραόκε μπαρ όπου τα τραγούδια είχαν αντικατασταθεί από ποιήματα και τα βίντεο διερευνούσαν τους τρόπους με τους οποίους η ποίηση μπορεί να συναντήσει τους αναγνώστες της, διατηρώντας την ανατρεπτικότητά της (ο κατάλογος κυκλοφορεί, εκδ. Futura).

Και μανιφέστα

Φυσικά, δεν ήταν όλοι εκεί, δεν είναι όλοι μια παρέα. Οι συμμετέχοντες όμως διακήρυξαν, μεταξύ άλλων πολλών, πως τους ενδιαφέρει:

«- Η ελεύθερη διακίνηση των κειμένων χωρίς συστολή ή αλαζονεία, με τόλμη, αυτογνωσία αλλά και ελάχιστο (ή περισσότερο) θράσος.

– Η εξερεύνηση τρόπων για την ποιητική εμπειρία πέρα από τη μοναχική ανάγνωση (που, πάντως, δηλώνεται η πιο σημαντική, και που δεν αντικαθίσταται με τίποτε άλλο).

– Η χειραφέτηση των ποιητών σε σχέση με την ιδιότητά τους, η δικτύωση μεταξύ τους για την ανάπτυξη διαλόγου και γόνιμων αντιπαραθέσεων […]

– Η συμφωνία ότι τα κείμενα έχουν μεγαλύτερη αξία από τα ονόματα. […]» (από το κείμενο-μανιφέστο της Κατερίνας Ηλιοπούλου: http:// http://www.e-poema.eu/dokimio.php?id=123).

Πολλοί από τους νέους αυτούς ποιητές έχουν ήδη περιληφθεί στις λίστες των λογοτεχνικών βραβείων ή έχουν ήδη βραβευτεί (Γιάννης Στίγκας, Δημήτρης Ελευθεράκης, Μαρία Τοπάλη, Θεώνη Κοτίνη, Δημήτρης Κοσμόπουλος). Ολοι συνεχίζουν να γράφουν, να μεταφράζουν ποίηση, να τη σχολιάζουν. Ενα στοιχείο κοινό στους περισσότερους είναι η προσήλωσή τους στη γλώσσα και η συνομιλία τους με την ελληνική και την παγκόσμια ποιητική παράδοση – σε αντίθεση με πολλούς από τους ομηλίκους τους πεζογράφους. Ενα δεύτερο, η έγνοια τους για την ποιητική. Ενα τρίτο, η διερώτησή τους περί της ταυτότητας, περισσότερο ή λιγότερο πολιτική. Εκεί τελειώνουν τα κοινά κι αρχίζει του καθενός η ιδιοπροσωπία. Πολλοί οι καλοί στη γενιά αυτή και κάποιοι αδικούνται από την αναπόφευκτη αυτή επιλογή (θα επανέλθουμε όμως στο μέλλον). Το ζητούμενο, πάντως, είναι η ποίηση αυτή να φτάσει στο κοινό της. Μένοντας στις τελευταίες συλλογές, αρχίζουμε με τον ποιητή και δοκιμιογράφο Δημήτρη Κοσμόπουλο («Πουλιά της νύχτας», Κέδρος). Ο Κοσμόπουλος καταθέτει μια ποίηση στιβαρή, εσωτερική, αγκιστρωμένη στον τόπο και το χνάρι της Ιστορίας, αρυόμενη από την παράδοση τη θεματική και μορφική της ποικιλία. Εστιάζοντας και αυτός στην ταυτότητα, τη συνέχεια, τη δημιουργία του εαυτού μέσα από τη σχέση με τον Αλλον, ο Δημήτρης Ελευθεράκης («Η στέππα», Νεφέλη) ψηλαφεί το συντονισμό του ανθρώπου και του ποιητή με την Ιστορία και συναιρεί την υπαρξιακή με την ποιητική αγωνία. Αντίστοιχα, στην ποίηση του Σταμάτη Πολενάκη («Τα γαλάζια άλογα του Φραντς Μαρκ», Οδός Πανός) η Ιστορία γίνεται μια αέναη διεργασία, απλωμένη στο παρόν και το μέλλον, και φωτίζει ένα τοπίο δηωμένο όσο και αισθητικά γόνιμο, μέσα στην έντονη διακειμενικότητά του.

O Βασίλης Ρούβαλης («Νότος», Κέδρος) γράφει μια ποίηση εμποτισμένη από το μύθο και την Ιστορία, ακολουθώντας αυτό που μένει κι αυτό που χάνεται, της ψυχής και των λέξεων. Ο Δημήτρης Αγγελής («Μυθικά νερά», Εκδόσεις των Φίλων), ποιητής της μυχιότητας, βιωματικός, με το βλέμμα στραμμένο στη θνητότητα αλλά και στη βία του σύγχρονου πραγματικού, συντονίζει τη μεταφυσική του αγωνία με το ενδιαφέρον για την ανθρωπινότητα στο χρόνο και στο χώρο. Τέλος, η Μαρία Τοπάλη («Λονδίνο και άλλα ποιήματα», Νεφέλη) αρθρώνει ένα λόγο πολιτικό, μετανεωτερικό και έμφυλο, μπολιάζοντας την προβληματική των σχέσεων με το μύθο και την αστική πολυχρωμία με την ξενότητα.

Εξεγερμένος, εξομολογητικός και παράφορος ο Γιάννης Στίγκας («Η όραση θα αρχίσει ξανά», Κέδρος), με εναργή εικονοποιία και ιδιαίτερο, κοφτό ρυθμό, ψάχνει τρόπους να γίνει το ποιητικό βλέμμα καίριο, ο ποιητικός λόγος δραστικός, να πυρπολεί εξαγνιστικά και να δημιουργεί εξαρχής το όραμα, να αγρυπνά για την πραγμάτωσή του. Εξίσου παράφορος, αλλά σε εντελώς διαφορετικό μήκος κύματος, ο Γιάννης Αντιόχου («Curriculum vitae», Μελάνι), αναζητά σπαρακτικά την ανέφικτη αθωότητα σε έναν κόσμο διάλυσης, οδύνης και εκπεσόντων αγγέλων και συναντά στη θέση της τα προσωπεία του θανάτου. Σε αντίθετη τροχιά κινείται η Μαριγώ Αλεξοπούλου («Το φθονόμετρο», Κέδρος). Μινιμαλιστική, με το διάλογο στο κέντρο της προβληματικής της, η ποίησή της σχολιάζει χαμηλόφωνα τη δύσκολη επικοινωνία, το στόμωμα του έρωτα, το απροσδόκητο της καθημερινότητας. Ο Χάρης Ψαρράς («Στην αγκαλιά του κύκλου», Κέδρος), αποτυπώνει με ρυθμικές εναλλαγές και ζωηρές στη σκοτεινότητά τους εικόνες τον κύκλο της φθοράς και της αναγέννησης, της πίστης και της διάψευσης, προσεγγίζοντας τα μικρά και τα μεγάλα από λοξές οπτικές γωνίες. Στοχαστικός κι ερωτικός ο λόγος του Κώστα Κουτσουρέλη («De arte amandi», Νεφέλη) ανατρέχει, με ποικιλία ρυθμών και τρόπων, στην παράδοση και εντέχνως την παρακάμπτει, αφορμάται από το βίωμα και το ανάγει σε φιλοσοφική διερώτηση. Τέλος, ο Γιώργος Λίλλης («Στο σκοτάδι μετέωρος», Μελάνι) προσηλώνεται στην αντοχή των υλικών, των πραγμάτων και των ανθρώπων, φωτίζει το απάγκιασμά τους στη μνήμη, διυλίζει το μάταιο της ανθρώπινης μοίρας.

Ιδιότυπα λυρικός, ο Βασίλης Αμανατίδης («4-D», Γαβριηλίδης) προσεγγίζει την υπαρξιακή αγωνία με τον τρόπο της ειρωνείας και τη συνδυάζει παιγνιωδώς με μια ειλικρινέστατη έγνοια για την αναπαράσταση και τους τρόπους της στη διακαλλιτεχνική του ποίηση. Θα κλείσουμε με μια πρωτοεμφανιζόμενη όσο και πολλά υποσχόμενη ποιήτρια, την Κατερίνα Ηλιοπούλου («Ο κύριος Ταυ», Μελάνι). Στέρεο ποίημα ποιητικής μαθητείας, «Ο κύριος Ταυ» ξαφνιάζει με το στέρεο της κατασκευής αλλά και τις ανάσες των εικόνων και των ρυθμών του. Καλή ανάγνωση!

Γιάννης Αντιόχου

Eκείνος

Κι έκανα να σηκωθώ

Γιατί δεν άντεχα τόση νύχτα

Και το κίτρινο είτε ήταν

Είτε δεν ήταν ήλιος

Τουλάχιστον διαπερνούσε το σκοτάδι

Κι είπες: «Αν μ’ αφήσεις θα πεθάνω.

Κάτσε αγάπη μου να πεθάνουμε μαζί.

Σςςς… Είναι Εκείνος

Δεν σταματά πουθενά»

Κι είπα: «Δεν έχω το κουράγιο»

Και πέθανες

Μα Εκείνος

-πόσο δίκιο είχες-

Δεν σταματάει πουθενά. […]

Κατερίνα Ηλιοπούλου

Η λεμονιά

Στον κήπο μου ζει μια λεμονιά

Την ποτίζω από απόσταση με το λάστιχο

Γιατί στην πραγματικότητα είναι μια τίγρης.

Oμως εκείνη μου καταφέρνει τις δαγκωματιές σε ανύποπτο χρόνο.

Συχνά ξυπνάω με φρέσκες πληγές

Κι ακόμα καμιά φορά όταν περπατώ μου γραπώνει το σβέρκο.

Oμως εγώ την αγαπώ.

Ποιo άλλο δέντρο χωνεύει τόσο δραστικά τη σιωπή για να συνθέσει τους καρπούς του;

Λεμόνι———–

Κέρινο τοτέμ του θανάτου

Αυτόφωτη λαγνεία.

Συνομιλώντας με την παράδοση
Τιτικα Δημητρουλια

Ο φίλος του Ραβέλ και αντίπαλος των σουρεαλιστών, γνωστός ποιητής και δοκιμιογράφος Λεόν-Πολ Φαργκ διαπίστωνε στον καιρό του ότι δεν περνούσε μέρα που κάποιος να μην του ανήγγελλε, με κάποιο τρόπο, τον θάνατο της ποίησης. Οι κριτικοί, οι συγγραφείς, οι χρονικογράφοι, ο γιος της θυρωρού του, οι πολιτικοί. Δεν υπήρχε καλός Γάλλος που να μη βιαζόταν να κηδέψει δόξη και τιμή τη Μούσα.

Κάτι αντίστοιχο συνέβαινε και στην Ελλάδα στη δεκαετία του ’90. Ολοι βιάζονταν να ενταφιάσουν, χωρίς πολλά πολλά μάλιστα, την ποίηση. Η πεζογραφία, ή μάλλον για να ακριβολογούμε το μυθιστόρημα, η κανιβαλιστική τάση του οποίου είχε εντοπιστεί από τα πρώτα του βήματα, έδειχνε να έχει απορροφήσει τα πάντα. Η κρίση εκφραζόταν στην ποίηση με τον χειρότερο τρόπο: δεν μειώνονταν απλώς οι αναγνώστες· δεν έβγαιναν νέοι ποιητές – με τις εξαιρέσεις να επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Η ποίηση τροφοδοτούνταν από τις παλαιότερες γενιές, από την πρώτη και τη δεύτερη μεταπολεμική ώς τη γενιά του ’70 και του ’80. Την ώρα δε που κάποιοι ποιητές της γενιάς του ’80 περνούσαν ασμένως στην πεζογραφία, οι νέοι που εισέρχονταν στον χώρο των γραμμάτων, δεν διανοούνταν, όπως φαίνεται, να ξεκινήσουν από την ποίηση – υποκύπτοντας άραγε στις σειρήνες των ευπώλητων και της δημοσιότητας;

Η επιστροφή της ποίησης

Τα αποτελέσματα αυτών των νέων συσχετισμών φάνηκαν πολύ γρήγορα. Η πεζογραφία δεν άντεξε, δεν ανταποκρίθηκε ούτε αυτή στις νέες αναγνωστικές ανάγκες και συνήθειες. Την κρίσιμη εκείνη στιγμή, στο γύρισμα του αιώνα, ενώ η συζήτηση περί θανάτου της λογοτεχνίας στο σύνολό της, μαζί και της λογοτεχνικής κριτικής, μαινόταν εντός και εκτός πανεπιστημίων, στη χώρα μας επανέκαμψε πολύ δυναμικά η ποίηση. Με μια πλειάδα νέων ανθρώπων, από είκοσι ως σαράντα χρόνων (άξιο παρατήρησης το ηλικιακό φάσμα, μιας και δηλώνει προετοιμασία κι αναμονή όσο κι ορμή), που άρχισαν να γράφουν, να μεταφράζουν, να μιλούν για την ποίηση.

Γλωσσομαθείς οι περισσότεροι, πολλοί πτυχιούχοι, κάμποσοι με μεταπτυχιακά και διδακτορικά, έκαναν αισθητή την παρουσία τους όχι μόνο με την ποίησή τους, αλλά και με τον περί ποίησης λόγο τους, με τις κριτικές αναγνώσεις τους Ελλήνων και ξένων ποιητών, με τις διακαλλιτεχνικές τους ανησυχίες που συναιρούσαν τον λόγο με τις άλλες τέχνες. Οι συλλογές τους έκαναν εντύπωση, ο αριθμός τους όλο και μεγάλωνε (σήμερα μια ανθολογία θα κατέγραφε τουλάχιστον είκοσι πέντε με τριάντα πολύ ενδιαφέρουσες φωνές), η κριτική άρχισε να μιλά για αναγέννηση της ποίησης (στην «Καθημερινή» είχαμε παρουσιάσει από το 2003 μια πρώτη ομάδα των νέων αυτών ποιητών), οι μεγαλύτεροι ποιητές το ίδιο.

Επειτα ήρθαν οι αναγνώστες. Οι εκδότες άρχισαν να εκδίδουν και πάλι νέους ποιητές – να σημειώσουμε εδώ τον σημαντικό ρόλο των εκδόσεων Γαβριηλίδη, που σε καλούς και δύσκολους καιρούς δεν έκαναν ποτέ πίσω.

Μα ποιος διαβάζει ποίηση, θα αναρωτηθεί ίσως κανείς. Εκείνοι που διάβαζαν πάντα είναι η απάντηση. Οπως ωραία σχολιάζει ο γνωστός συγγραφέας, ποιητής και δοκιμιογράφος Χανς Μάγκνους Ετσενσμπέργκερ, η φυλή των αναγνωστών της ποίησης παραμένει «μια μικρή μειονότητα εξτρεμιστών», της οποίας ο αριθμός παραμένει σταθερός και στις μεγάλες και στις μικρές δυτικές χώρες. «Αυτός ο αριθμός κυμαίνεται, συν πλην, στο 1354»: είναι η περίφημη «σταθερά Ετσενσμπέργκερ», όπως ο ίδιος παιγνιωδώς την ονομάζει. Και στην περίπτωση της Ελλάδας, μάλλον επαληθεύεται. Αυτό δεν σημαίνει, βεβαίως, πως δεν λαμβάνουμε υπόψη τις αλλαγές, τις μετατοπίσεις, τις δυσκολίες· ότι ξεχνάμε το ερώτημα του Χαίλεντερλιν που στοιχειώνει κάθε περί ποίησης συζήτηση, τι χρειάζονται οι ποιητές σ’ έναν μικρόψυχο καιρό. Να όμως που οι ίδιοι οι ποιητές απαντούν στο ερώτημα αυτό, σε όλες τις εποχές. Και στη δική μας.

Αθροισμα ιδιοπροσωπιών

Διαμορφωμένη μέσα από πλήθος, διαφορετικές επιδράσεις, η νέα αυτή ποιητική γενιά αποτελεί μάλλον ένα άθροισμα ιδιοπροσωπιών. Δεν μπορεί κανείς όμως να μην επισημάνει ένα μείζον κοινό χαρακτηριστικό τους, την αναγωγή όλων στην παράδοση· το γεγονός ότι αυτοπροσδιορίζονται μέσα από τη συνομιλία τους με τα κείμενα του παρελθόντος. Κι αυτό φαίνεται, λιγότερο ή περισσότερο, στη γλώσσα, στη φόρμα, στους ρητορικούς τους τρόπους. Διότι το λογοτεχνικό έργο είναι η γλώσσα του ή δεν είναι. Αυτή είναι η μεγαλύτερη διαφορά τους από πολλούς ομηλίκους τους πεζογράφους. Οι οποίοι δεν διαβάζουν ούτε ποίηση ούτε πεζογραφία στη γλώσσα τους, ούτε σε μετάφραση. Κι αυτό σφραγίζει το γράψιμό τους: στην αρχή, το ουδέτερο, το αμήχανο, το ισοπεδωμένο, το κοινότοπο στη γραφή τους το θεωρεί κανείς επιλογή. Γρήγορα όμως καταλαβαίνει πως γράφουν έτσι γιατί δεν ξέρουν, δεν μπορούν να γράψουν αλλιώς. Υπονομεύοντας έτσι και τις πιο ενδιαφέρουσες, τις πιο τολμηρές θεματικές επιλογές τους. Είναι άξιο διερεύνησης το γεγονός ότι, την ίδια περίοδο που εμφανίστηκαν οι νέοι ποιητές, κάποιοι νέοι πεζογράφοι στράφηκαν στο παραγνωρισμένο διήγημα, μια φόρμα δύσκολη και απαιτητική.

Αν μια λογοτεχνία πεθαίνει λοιπόν σήμερα, ίσως είναι αυτή που επένδυσε στο φως των προβολέων. Κι οι ποιητές, στους χαλεπούς καιρούς, επιμένουν να μας θυμίζουν όλα όσα λείπουν από τη ζωή και την ύπαρξή μας.

Μαρία Τοπάλη

Ο ποιητής

Γράφεις σ’ αυτό το αλφάβητο θα πει περιθωριοποιείσαι.

Δεν είναι αυτή η επιλογή σου. Σε μια προσπάθεια διαφυγής,

διαβάζεις άλλη (ισχυρή) γλώσσα. Σκέφτεσαι βαβελικά, μεταγλωττίζεις

από τον έναν εαυτό στον άλλον. Ενα απόγευμα του φθινοπώρου,

μπαίνεις κουρασμένος σε μια μισοσκότεινη κρεβατοκάμαρα

κι αντικρίζεις με φρίκη το είδωλό σου να κοιμάται

φεγγίζοντας κάτω από ένα σκούρο διάφανο υλικό. Η κραυγή σου, που θα ’πρεπε να σχίσει την ύλη στα δύο,

δεν φτάνει ούτε μέχρι το διπλανό διαμέρισμα

(είναι άλλωστε γνωστό πως οι υπερευαίσθητοι

είναι ελάχιστα αλληλέγγυοι μεταξύ τους). [Ανάσα δασκάλας πιάνου στη Θεσσαλονίκη που

μυρίζει ελληνικό καφέ:] Υπάρχει το είδος εκείνο του ποιήματος

που είναι μυθιστόρημα με τη σπονδυλική στήλη σακατεμένη

από μια μνήμη άστατη σαν καιρικό φαινόμενο.

Ούτε μουσική, ούτε χρώμα: μόνο ρυθμός, βαθιά στην πέτρα,

κρυμμένος στην άσφαλτο,

ανάμεσα στις μάρκες που ποντάρει ο συμπαίκτης σου,

χωρίς να το γνωρίζει και πρέπει,

πρέπει να του τον αρπάξεις.

Δημήτρης Κοσμόπουλος

Το δέντρο που μιλούσε

Ελαμπε μ’ όλα τα πουλιά του μέσα στο καυτό πέλαγος του μεσημεριού. Ο γέρος προχωρούσε λαχανιάζοντας να χωθεί στον ίσκιο του. Ακουγε να χτυπούν οι φλέβες του. Ακουγε την μυστική γλώσσα στις φλέβες του δέντρου, την γη που έδινε χυμούς και συστατικά του νερού και του φωτός στις ροζιασμένες ρίζες. Οταν έφτασε, κατέβηκε από τα σταυρώματα το παιδί των τριακοσίων ετών. Ο χιτώνας του λευκός. Του έπιασε το χέρι. «Κόψε δώδεκα πράσινα φύλλα και βάλε τα την νύχτα στο δώμα σου. Δώσε τους τα ονόματα των μηνών. Οταν ξυπνήσεις τ’ άλλο πρωί, σύρε να δεις σε ποιο θα βρεις νοτίδα ή στάλες. Στον μήνα του είναι που θα φύγεις, όπως η βροχή θα φύγεις», του είπε. Τα πουλιά είχαν σωπάσει.

Γιάννης Στίγκας

Αντικλείδι για σωρείτες

Κι όταν με το καλό

πατήσεις πάνω στην αγάπη

να ξέρεις

πως κερδίζεις δίκαιο σύννεφο

δεν είναι λίγο

που θα σε κοιτά στα μάτια

όταν σε πνίγει

κι όλα θα γίνουν με σωστή ταχύτητα

θα δεις

ούτε που θ’ ακουστεί

ο κρότος που θα κάνει το γαμώτο

Δημήτρης Αγγελής

Επιστροφή

Χώροι της γλώσσας μου πιο αληθινοί

στα βρύα και στα πράσινα του στήθους σπαρτά.

Ευλογία στο στήθος μου η μεγάλη πληγή. Η

λίμνη. Το ποτάμι.

Ελπιδοφόρα αρμενίζουν τα πλεούμενα στ’ ανοιχτά

στις εκβολές σου ζητώντας την πρώτη πηγή.

Ωστε, λοιπόν, επιστρέφω στο σπίτι το τίμιο ξύλο σου,

τη δωρεά σου

αλλά φοράω πλέον εγώ τα καρφιά, μιλάω τις λέξεις σου·

διαβάζω στις επιστολές όσα μου έκρυβες χρόνια

με σινική μελάνη, γιασεμί και τόνους χώματα.

Που ματώνω με βλέπεις; Τώρα σειρά σου

να με φωνάζεις «πατέρα».

Κώστας Κουτσουρέλης

Αισιοδοξία

με τον τρόπο του Ερνστ Γιαντλ

Βουβάθηκε πια των σκαπανέων

το σάλπισμα, το εγερτήριο των ρήξεων,

του καινούργιου η προφήτισσα ορμή.

Ομως στων Πιερίδων τη φωνή

οι παμπάλαιες λέξεις ακούγονται ακόμη.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s