ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ ΜΟΥ…


Στην αρχή νόμισα πως ήταν το συννεφόκαμα, αυτή η πνιγηρή αίσθηση από το αφρικανικό σύννεφο που παραφυλάει τον Αττικό ουρανό την τελευταία εβδομάδα… περνώντας όμως οι μέρες συνειδητοποίησα πως δεν ήταν μόνο το σύννεφο αλλά και η παράξενη ομηρία της αϋπνίας μου… ύπνος ελάχιστος, ύπνος με μικρές στάσεις σε παράξενα όνειρα. Κι όλο τούτο συνέβαινε άνοιξη. Πλησιάζει και η εβδομάδα των παθών, να σκέφτεται ο ποιητής πως πάσχει όλον τον αιώνα, πριν, κατά και μετά χρονικά τοποθετημένος, αστέρας απλανής να περιδιαβαίνει τις επικράτειες της νύχτας… άυπνος, πάντα άυπνος.

Ύστερα ξημέρωσε η 18η Απριλίου. Κι ο ουρανός σκιασμένος κι αυτός από την απόχρωση της νύχτας δεν έλεγε από νωρίς το πρωί να δηλώσει αυτόν τον κόμπο που ένιωσε ο πατέρας μου κι έτεινε το χέρι του στη μητέρα μου. Ήξερε ο ένας τον άλλο πολύ καλά. Σαράντα χρόνια μαζί, τόσα χρόνια όσα και η ηλικία μου.

Τον πατέρα μου τον διέγραψα από νωρίς… από τη μία η εφηβεία, από την άλλη κάποιος λάθος μηχανισμός άμυνας, έφτασαν να με ζαλώσουν πάνω σε ένα μανιακό αγρίμι που τον απέφευγε συστηματικά.

Έπρεπε όμως σήμερα, τουλάχιστον σήμερα να πληροφορήσω τα δικά μου παιδιά πως ο παππούς τους έφυγε οριστικά από το πατρικό μας σπίτι. Δεν έβρισκα όμως κατάλληλη απάντηση στην ερώτηση της κόρης μου:  «Αφού μπαμπά οι άγγελοι είναι λαμπεροί, γιατί δεν τους είδε η γιαγιά όταν ήρθαν να πάρουν τον παππού;»

Το πένθος ταιριάζει στην άνοιξη, τα τρίμερα, εννιάμερα, κ.λ.π. όλα θα συντελεστούν μέσα στην εβδομάδα των παθών κι εγώ μπαμπά, θα σου ανταποδώσω την προσπάθεια που έκανες μεγαλώνοντας με, αφιερώνοντάς σου ένα ποίημα. Αυτό το ξέρω να το κάνω καλά, πολύ καλά θα έλεγα.

Στη μνήμη του πατέρα μου, που έχασα σήμερα 18.4.2008, περίπου στις 14.30 το μεσημέρι αφιερώνω το ποίημα: «ΕΙΣ ΜΝΗΜΗ Γ.Κ., ΠΟΙΗΤΗ…» και αποδίδω έτσι τον ΎΣΤΑΤΟ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟ

ΕΙΣ ΜΝΗΜΗ Γ.Κ., ΠΟΙΗΤΗ

—«Πες μου απόψε κάτι —τι γλυκειά βραδιά!—
κάτι, να, σα θρύλο, σαν παραμυθάκι».
—Δε βαριέσαι, κοίτα πως το φεγγαράκι
παιγνιδίζει απόψε μέσα στα κλαδιά»—

Μιλτιάδης Μαλακάσης,Παραμύθι

Του πόνου εστρέψαν οι πηγές από το σωθικό μου,
Έστρωσ’ ο νους κι ανέβηκα πάλι στον εαυτό μου.
Διονύσιος Σολωμός,
Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, Σχεδίασμα Β’

Εχτύπα το ζεστό φτερό να λάβει τη μορφή του.
Διονύσιος Σολωμός,
Από το «IL PRIGIONIERO»

Τη νύχτα ανάβουνε λαμπροί πυρσοί φεγγοβολούνε
Είναι το φως η άνοιξη, το σκότος ο χειμώνας
Μέσα σε μαύρα καύκαλα ανθίζουνε λουλούδια
Κι αρώματα αναβλύζουνε απ’ το μεγάλο ζόφο

Εκίνησε ο ποιητής για την αρχαία μούσα
Και την εσυναπάντησε μέσα σ’ ομιχλώδες νέφος
Λαγνεία τον κατέλαβε το πνεύμα του ακαθάρτου
Και προς τον χρυσοποίκιλτο, τον λαξεμένο θρόνο

Δυο φίδια αργοσύρθηκαν, οφιόδηκτο σημάδι
Τρώγοντας το ένα του αλλουνού το θείο του κεφάλι
Η μούσα κόρη αδύναμη και αναμαλλιασμένη
Με φόβο λιποθύμησε στο θρόνο ακουμπισμένη

Την έγδυσε την έριξε κι έμπηξε το κορμί του
Αναίσθητη ως ήτανε μέτρησε τη ζωή του
Ρίμα και μέτρο και ρυθμό κρεμούσε από το στόμα
Κι ευθύς της ορκιζότανε πίστη εις τον αιώνα

Ξετύλιξε τη γλώσσά του στη παγωμένη σάρκα
Σαν την σαΐτα τσίριξε και χώθηκε στα σπλάχνα
Κι η μούσα τον εμπόλιασε με τη νεκρή ωδή της
Νήμα κλωστή μεταξωτή κεντούσε το κορμί της

Εφύσηξε ο άνεμος και το πανί εκρούσθη
Ορτσάρει στον πλατύ γιαλό το ιστίο και φουσκώνει
Στων νήσων τις ακρογιαλιές γοργόνες θανατώνει
Ο έρωτάς του θεοτικός δαίμονες ξεκλειδώνει

Εδύνατο κι ανέβαινε απ’ το νερό στις ξέρες
Έτρεχε πάνω σε στεριές σ’ απύθμενες καλντέρες
Στίχους συνθέτοντας στροφές κι απ’ τις στροφές τραγούδια
Άστρα γκρεμίζοντας σειρές ουράνια λουλούδια

Μες στο πυκνό του όνειρο σκοτείνιασε όλη η πλάση
Έκραξε συσκοτίζοντας ο κόρακας τα δάση
Λάμνοντας μες στο σύννεφο τσακίζει το κουφάρι
Πέφτει στη λίμνη τ’ ουρανού ακίνητη που χάσκει

Και καταπίνει όνειρα κι αγέννητες εικόνες
Στην γυάλινη επιφάνεια κόλαση αντανακλάει
Τρίζει η εξώθυρα βαρειά σαν πάνω της χτυπάει
Μαύρη η ψυχή του ποιητή μαρμάρινη σκιρτάει

Μόνο η καρδιά του σκίζεται στα δύο ξεχωρίζει
Σιωπά κοιτάζει μ’ έκπληξη ένα ποτάμι μ’ αίμα
Μαρμαρυγή αναλαμπή του τέλους τα γραμμένα
Ξαπλώνει αυτός στην κλίνη του με νεκρική γαλήνη

Σαν το ανέσπερο παιδί σα φάντασμα η ψυχή του
Ξεντύνεται το σώμα του νεκρώνει το κορμί του
Και σαν Χριστός που κρέμεται απάνω στα καρφιά
Με πόδια κρίνα κόκκινα και χέρια σαν πουλιά

Μοσχοβολάει η κάμαρα από τον αποθαμένο
Δύο κεράκια λιώνουνε κοντά στον σταυρωμένο
Πλανήτης ολοστρόγυλλος ασημοκαπνισμένος
Της μούσας η επιφοίτηση στέφανος πυρωμένος

Τώρα απαγγέλει ό,τι αυτός σ’ ερμάρια είχε κρύψει:
«Μούσα το ποίημα ενέπνευσε να γίνει προσευχή μου
Δόξα να δίνει σε θνητό κι αθάνατο να μένει
Ρυθμό να φτιάχνει η θάλασσα, το κύμα ν’ ανεβαίνει

Και στον αφρό σαν τ’ άλογο να λάμνει το καράβι
Αφού εγώ της εποχής είμαι ένα νόθο τέκνο
Με: «μήνιν άιδε θεά» ψάλλοντας σε κατέχω
Τρισάθλιος σαν το φάντασμα γυρνώ μες στο σκοτάδι

Και ψηλαφώντας το κορμί για πάντα θα ορίσω
Βαριά την τιμωρία του μες στο κελί θα κλείσω
Τη μία τύψη της ζωής μια έρημη σταγόνα
Δροσοσταλίδα πρωινή πάνω σε ανεμώνα

Που αμέσως εξατμίζεται στ’ αλήθεια δεν υπάρχει
Πες μου, αγάπη μου εσύ, πως μ’ έχεις αγαπήσει
Να γίνει η συγκίνηση ποτάμι να δακρύσω
Νεκρός κι αν είμαι ήμουνα μέχρι να σ’ αναστήσω

Κι αν μου πες ψέματα θαρρείς πως δεν κατανοούσα
Στολίδια είναι της ζωής σαν τα μεγάλα λόγια
Πες μου αγάπη μου εσύ πως μ’ αγαπάς ακόμα
Να σηκωθώ απ’ την κλίνη μου ν’ ανάψω το καντήλι

Να κλέψω πάλι απ’ τη ζωή το δρόσο τη φρεσκάδα
Μέσα στην άνοιξη τρελός να ερωτευτώ τα κάλλη
Το στόμα ολάνοιχτο βαστώ αγέρα καταπίνω
Μες στα μεσάνυχτα αγρικώ τα χείλη σου αγγίζω

Σαν τριαντάφυλλο άλικο μ’ αμέτρητα αγκάθια
Δάκρυα χάντρες του έρωτα στου έαρος τα μάτια
Τα ύστερα τα λόγια μου:
«Ναι, σ’ αγαπώ αγάπη μου στο στόμα σε φιλάω
Το θάνατο τον νίκησα, μα τη ζωή χρωστάω.»

Ο ΥΣΤΑΤΟΣ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Με λιμουζίνα πάει κανείς στον άλλον κόσμο
Όχημα φέρον ασημένιους φανούς
καθρέφτες
και γυαλισμένους κηροστάτες

Στο συνοδεύον πλήθος
Μέρος του φθίνοντος ετούτου μυστηρίου
Ο νεκρός αυτοπροσώπως επεξηγεί
Στο αγγελτήριο του θανάτου του

Δηλαδή,
Πως σε τούτο το ταξίδι
Πολλά ειπώθηκαν
Κι όσα η φωνή τρομαγμένη κατάπιε
Έστω κι αν ποτέ δεν στριφογύρισαν στο λαρύγγι
Γινήκανε προσευχές και ικεσίες
Χαμόγελα στα χείλη των παιδιών
Έρωτας στα μάτια των εφήβων
Πάθος στα σώματα των ενηλίκων
Ρυτίδες στα πρόσωπα των μεσηλίκων
Αρρώστια πνευματική στις κλίνες των υπερηλίκων

Στο τέλος
Τον θάνατο κανείς
Με τα χέρια του ανοίγει
Παραμερίζοντας των σωμάτων φυλλωσιές
Των ανθρώπων βάτα θεριεμένα
Βράχια των οστών
Τη θαμπάδα των χλομών μαλλιών

Ο Πατέρας
Η Μητέρα
Η Σύζυγος
Τα Τέκνα
Ο Αδερφός
Οι λοιποί συγγενείς…

Γιάννης Αντιόχου, 2008

Advertisements

3 thoughts on “ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ ΜΟΥ…

  1. Γιάννη μου, Γιάννη μου… Πώς να αλλάξεις τους καθρέφτες; Ξέρω πως ξέρεις καλά τι γίνεται με τα κάτοπτρα. Να είσαι δυνατός. Είμαστε δίπλα σου. Ευτυχία

  2. Πριν λίγες ωρες ήμουν στο 6μηνο μνημόσυνο, της φίλης μας της Νότας, που έφυγε πριν κλείσει τα 40 της χρόνια.
    Η μάνα της , για άλλη μια φορά, ήθελε ν΄ανοίξει ο τάφος ν΄αλλάξουν ρόλους.
    Στον πίσω τάφο, «ετων 31», σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό, 3 μέρες μετά την Νότα.
    Παραδίπλα, δυό νεαρές κοπέλες, φύτευαν βασιλικούς σ΄έναν τάφο που έλεγε «ετών 20».
    Πιο πέρα, έβλεπες φωτογραφίες μικρών παιδιών.
    Πριν ένα μήνα, στην κηδεία του πατέρα ενός φίλου μου, η μάνα του , την ώρα της ταφής, έφυγε απο τον τάφο του άντρα της και πήγε παρα πέρα, στον τάφο του…παιδιού της!
    Δεν ξέρω αν είναι λόγια παρηγοριάς αυτά. Η απώλεια ενός ανθρώπου πάντα είναι επώδυνη εμπειρία. Κάτι αλλάζει μέσα μας για πάντα.
    Τα συλλυπητήριά μου για τη δική σου απώλεια, αλλά συγχώρα με που θα πω πως αυτή πρέπει να είναι η σωστή σειρά, τα παιδιά δηλαδή να κηδεύουν τους γονείς τους και όχι το αντίστροφο.
    Και πάλι τα συλλυπητήριά μου.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s