ΑΝΝΑ ΑΧΜΑΤΟΒΑ: Μισή Καλόγρια-Μισή Πόρνη


altman-akhmatova.jpg

Με την Αχμάτοβα και την ποίησή της ομολογώ πως γνωρίστηκα όψιμα. Η απόδοση των ποιήματών της ξεκίνησε ύστερα από την πρόταση του εκδοτικού οίκου Μελάνι, να μεταφράσω τα ποιήματα που περιλαμβάνονταν στην μονογραφία του Χέσνερ και εκδόθηκε το 2006 από τις εκδόσεις Μελάνι.
Η Αχμάτοβα γνώρισε και την αποδοχή και την επιτυχία. Πολλά από τα ποιήματα της πρώτης και της δεύτερης ποιητικής της συλλογής, άφηναν υπαινιγμούς για μέρη της Πετρούπολης και του Τσαρκόι Σελό, τα οποία και είχαν στενή σύνδεση με την προσωπική της ζωή. Άλλα ποιήματα υμνούσαν τον έρωτα: έρωτας δίχως ανταπόδοση, απογοήτευση, πεσιμισμός, και πάθος, πάθος για τη σαρκική αγάπη. Αυτό οδήγησε τον κριτικό Μπόρις Άϊκενμπαουμ να χαρακτηρίσει την Αχμάτοβα «μισή-καλόγρια, μισή-πόρνη», χαρακτηρισμός, ο οποίος βέβαια χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα για να κατηγορηθεί αργότερα από τους ηγέτες του Σοβιέτ και να ζήσει μια ζωή υπό διωγμό και αμφισβήτηση της καλλιτεχνικής της αξίας.
Η γοητεία όμως της ποίησης της Αχμάτοβα είναι πραγματική και ομολογώ πως ήταν τόση μεγάλη η εντύπωση που μου έκανε έτσι ώστε με επιμονή ΄να μεταφράσω κύρια τα μακροσκελή ποιήματά της ή καλύτερα της ποιητικές της συνθέσεις, όπως το Ρέκβιεμ, Το Ποίημα Δίχως Ήρωα, τις Ελεγείες του Βορρά. Όλα αυτά συγκεντρώθηκαν σ’ έναν πολυτελή τόμο, ο οποίος και θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Μικρή Άρκτος πριν το Πάσχα. Εδώ παραθέτω μερικά από τα ποιήματα που μεταφράστηκαν για τη μονογραφία του γερμανού βιογράφου της Χέσνερ. 

Ο γκριζομάτης Βασιλιάς

Δόξα σε σένα αιώνιε πόνε!
Χθες πέθανε ο γκριζομάτης βασιλιάς,

Κόκκινο το φθινόπωρο κι η νύχτα μελαγχολική,
Ο άνδρας μου επιστρέφοντας είπε με ησυχία:

«Ξέρεις, κάτω απ’ τη παλιά τον βρήκαμε την δρυ,
απ’ το κυνήγι τον κουβάλησαν τέσσερις άνδρες εκεί.

Τόσο νέος…Θλίβομαι για τη βασίλισσα.
Μέσα σε μια νύχτα της άσπρισαν τα μαλλιά».

Βρήκε την πίπα του στην παραστιά,
Κι έφυγε όπως συνήθιζε το βράδυ στη δουλειά

Τώρα την μικρή μου κόρη θα ξυπνήσω,
Και τα ματάκια της, τα γκρίζα, θα αντικρύσω.

Έξω απ’ το παράθυρο οι λεύκες οι ψηλές θροΐζουν στην αυλή
«Ο Βασιλιάς σου δεν πια στη γη…»

(1910)

Ο Ψαράς

Χέρια ψηλά ως τους ώμους γυμνά
Και μάτια σαν πάγος γαλανά.
Πνιγηρή και τραχιά από πίσσα η οσμή,
Ηλιοκαμένος είσαι και σου πάει πολύ.

Αιώνια και πάντα είν’ ανοιχτός
Του γαλάζιου πουκαμίσου σου ο λαιμός.
Οι γυναίκες των ψαράδων αναστενάζουν
Αναψοκοκκινίζοντας μπροστά σου.

Ακόμα κι η κοπέλα η μικρή,
Που με τις ρέγκες στην πόλη περπατεί
Πέρα δώθε στην παραλία το βράδυ
Χαμένη τριγυρίζει.

Χλωμά τα μάγουλα, τα χέρια κοιμισμένα,
Τα μάτια της βαθιά και κουρασμένα,
Τα πόδια της καβούρια ανασκαλεύουν,
ξεσέρνοντας στην αμμουδιά.

Δεν μπορεί πια να τα πιάσει,
Τεντώνοντας τα χέρια.
Ολοένα πάλλεται πιο δυνατά, από πόθο
Της πληγής της το αίμα.

(1911)

Ι.

Είναι τέσσερις εβδομάδες που μυρίζει πυρκαγιά
Πάνω απ’ το βάλτο, εκεί που η τύρφη καίγεται, αναδύεται η μυρωδιά.
Ακόμη και των πουλιών το τραγούδι κομμένο ηχεί
Κι ούτε ένα φύλλο στη λεύκα δεν ριγεί.

Και του Κυρίου ο ήλιος συμφορά-
Μήτε τη μέρα, μήτε τη νύχτα μια σταλιά
Ένας σακάτης έφτασε περαστικός,
Και στον περίβολο είπε κάποιος:

«Αλίμονο ημέρες φτάνουν τρομερές:
Φρέσκα τα μνήματα – θα συνωστίζονται πυκνά.
Θα’ ρθει σεισμός, λιμός και συμφορά
Και σκότος απ’ του ουρανού το φως.

Όμως: για τις χώρες μας ο εχθρός δεν θα μαλώνει
Κι η κατάρα του δεν μας πιάνει
Η Παναγιά πάνω απ’ την απέραντη θλίψη
Το ολόλευκο σαν χιόνι μαντήλι της θα ρίξει.»

ΙΙ

Του κέδρου εδώ, του χαμηλού, τη μυρωδιά
Φέρνει ο αγέρας από του δάσους τη φωτιά.
Στενάζουν οι γυναίκες των στρατιωτών για τα παιδιά•
Της χήρας η κραυγή το χωριό διαπερνά.

Μια που η γη βροχή λαχταρούσε,
Και όχι μάταια τον ουρανό παρακαλούσε.
Ζεστή έπεσε στη γη, μια υγρασία πορφυρή
Που των εχθρών τη στρατιά ποδοπατεί.

Άδειος ουρανός βουλιάζει κάτω στα βαθιά•
Η φωνή που προσεύχεται ηχεί από μακριά:
«Το ιερό σου πλήγωσαν το σώμα
Στα ζάρια σού ρίχνουν το χιτώνα».

(Σλέπνοβο, 20 Ιουλίου 1914)

Εδώ αγαπάμε όλες το ποτό, πόρνες
Κι όλες ενωμένες μαζί δυστυχισμένες!
Στους τοίχους πουλιά, άνθη πυρά
Που νοσταλγούν τα σύννεφα κρυφά.

Μια πίπα μαύρη εσύ φουμάρεις
Αλλόκοτος τριγύρω της καπνός.
Φορώ μια φούστα κολλημένη στο μηρό
Να γίνομαι ωραία, να σε προκαλώ.

Παράθυρα ερμητικά κλειστά.
Τι να’ ναι έξω, άνοιξη ή παγωνιά;
Στα μάτια σου καρφώθηκε το βλέμμα
Γάτας που καρτερεί προσεκτικά.

Ω πόσο η καρδιά μου λαχταρά
Του θάνατου τα ύστερα λεπτά;
Αχ, αυτή, που ακόμα εδώ χορεύει
Στην κόλαση θα καίγεται παντοτινά.

(1.1.1913)

Προφητεύεις εσύ δυστυχισμένη, κι ύστερα αφήνεις τα χέρια χαμηλά,
Στο κάτωχρο σου μέτωπο κολλά μια τούφα απ’ τα μαλλιά,
Και χαμογελάς —Ω, μα ούτε πια μέλισσα
Δεν ξελογιάζεται απ’ το χαμόγελο το τριανταφυλλί
Και ούτε πεταλούδα πια ανησυχεί.

Τα σιληνά σου φωτεινά κι αγωνιώδη μάτια
Το μακρινό σου ατένισμα βαριά ακινητεί.
Είναι γλυκιά επίπληξη γι’ αυτόν που’ χει πεθάνει,
Ή μήπως μεγαλόψυχα τους ζώντες συγχωρεί
Για τη δική σου ανημποριά και τη δική σου τη ντροπή;

27 Αυγούστου 1921 (στη O.A. Glebova-Sudeikina)

Η Γυναίκα του Λωτ

Και ο ενάρετος άνθρωπος ακολούθησε του Θεού τον απεσταλμένο
Θεόρατο και φωτεινό, ψηλά στο μαύρο το βουνό
Μα η οδύνη μίλησε στη σύζυγο του βροντερά:
Μπορείς ακόμα να κοιτάξεις της είπε, δεν είναι δα και τόσο αργά

Στων οικείων σου Σοδόμων τα κόκκινα κάστρα
Στην γωνιά που τραγούδησες, στην αυλή που έκλωσες
Στου θεόρατου σπιτιού τ’ αδειανά παράθυρα
Εκεί που του λατρεμένου σου συζύγου το παιδί του γέννησες.

Εκείνη κοίταξε, παρέλυσε, πόνος θανατερός,
Τα μάτια της ποτέ δεν άνοιξαν ξανά•
Το σώμα της αλάτι, διαυγής σωρός
Τα σβέλτα πόδια της στον τόπο ρίζωσαν διαπαντός.
Κανείς δεν θα κλάψει για τούτη τη γυναίκα;
Μηδαμινή απώλεια στην κολασμένη μοίρα;
Μα η καρδιά μου πάντα θα την θυμάται για ένα
Που τη ζωή της έδωσε για ένα μονάχα βλέμμα.

24, Φεβρουαρίου 1924.

Συκοφαντία

Ολούθε συντροφιά μου συκοφαντία μ’ απειλεί.
Στ’ όνειρο το έρπον της το βήμα, εμένα ακολουθεί.
Και στην πόλη τη νεκρή με τον άσπλαχνο ουρανό
Ψωμί και δώμα άσκοπα τριγυρίζω για να βρω.
Και η αντανάκλασή της σε κάθε μάτι καίει,
Τώρα σαν την προδοσία, τώρα σαν την αθώα τη φοβία.
Δεν τη φοβάμαι αυτή. Για κάθε νέα κατηγορία
Αξιοπρεπή και αυστηρή έχω δικαιολογία.
Αλλ’ ήδη βλέπω πως θα’ ρθει η αναπόδραστη ημέρα—
Που στο φως της χαραυγής, οι φίλοι μου θα επισκεφθούν εμένα
Και τα γλυκύτερα μου όνειρα λυγμούς θα τα γεμίσουν,
Στο παγωμένο στήθος μου εικόνα θ’ ακουμπήσουν.
Τότε, στον καθένα άγνωστη, εκείνη θα εισέλθει,
Το αχόρταγό το στόμα της με το αίμα μου βαμμένο,
Φριχτές για μένα προσβολές θα μου απαριθμήσει
Και η φωνή να μπλέκεται με την ακολουθία.
Και το επονείδιστο της παραλήρημα θα φτάσει στον καθένα,
Έτσι που ν’ αποφεύγονται γειτόνων οι ματιές
Και το κορμί μου σε κενό πελώριο ν’ αφεθεί,
Πως η ψυχή μου για στερνή φορά ν’ αναφτεί
Σε γήινη λιγοθυμιά, πετά μακριά στη χαραυγή
Με φόβο τρελό για την εγκαταλειμμένη πίσω γη.

Advertisements

4 thoughts on “ΑΝΝΑ ΑΧΜΑΤΟΒΑ: Μισή Καλόγρια-Μισή Πόρνη

  1. Έπρεπε να την αποκαλέσει «Ολόκληρη Καλόγρια» και «Ολόκληρη Πόρνη». Δύο ολόκληρα σε ένα πρόσωπο. Το θέμα είναι να κάνεις και τα δύο καλά, η Αχμάτοβα καταπώς φάνηκε πέτυχε την ποίηση [και ως σκοπευτής και ως στοχαστής]. Το θέμα είναι η ποίηση λοιπόν σε όλες τις χειρονομίες. Τότε κανείς δεν μπορεί να σε πολεμήσει, δεν μπορεί να σε πιάσει από πουθενά. Καλημέρα.

  2. Σ’ ευχαριστώ για το σχόλιο σου αγαπημένη μου Sexton. Εσένα μετά από δέκα χρόνια ένας κάποιος χ κριτικός θα σε αποκαλέσει στο πατάρι του Ιανού που τόσο πολύ αγαπάς… Ολόκληρη Καλόγρια – Ολόκληρη Πόρνη.

    Πάντα θαυμαστής σας κυρία μου…

    Γιάννης Αντιόχου

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s