Αλεξάνδρα Πλαστήρα


Η Αλεξάνδρα Πλαστήρα γεννήθηκε στην Αθήνα το 1954. Τελείωσε τη φιλοσοφική στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και μελέτησε μουσική. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές Σχέδια για να μάθω να υπακούω (εκδ. Εγνατία, 1981), Το φως που βλέπουμε τώρα (εκδ. Στιγμή, 1986), Νερό στο πρόσωπο (εκδ. Άγρα, 1993), Τόπος για να ζεις (εκδ. Άγρα, 1999) και το βιβλίο για παιδιά Ιστορίες μικρές και λίγο πιο μεγάλες (α΄ έκδοση Θεμέλιο, 1983, β΄ έκδοση Λωτός, 1993). Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί σε ελληνικά και ξένα λογοτεχνικά περιοδικά και συμπεριλαμβάνονται σε ελληνικές και ξένες ανθολογίες ποίησης.

Τα ποιήματά της είναι μικρά, ακαριαία, ποιήματα που κρούουν τις χορδές της πνευματικότητας και του έρωτα. Ποίηση του απολεσμένου, ποίηση της λήθης απ’ όπου ανασταίνονται οι φιγούρες του έρωτα και του θανάτου.

Τα βιβλία της «Νερό στο πρόσωπο» και «Τόπος να ζεις» κυκλοφορούν σε δυο μικρά τομίδια από τις εκδόσεις Άγρα με σχέδιο εξωφύλλου φιλοτεχνημένο από την ίδια την ποιήτρια. Ανακαλύψτέ τα…

Ο αναστάς

Χωρίς μυστικά
αίνιγμα
είσαι
και χωρίς όργανα
ήχος

χωρίς
εμένα
ο πόνος μου είσαι
βαθύς
εκτός τόπου

στο τέλος
του λόγου
ζωή
χωρίς όνομα
είσαι

και ό,τι θρηνώ
δεν ανήκει

Γερμανικό παράθυρο

Συχνά ξεγελάει η βραδύτητα
το βαρύ σύννεφο
Να όμως που ανοίγει
από λέξη σε λέξη
το στενό διάστημα

Δεν κάνει τόσο κρύο
ο πιο βαρύς χειμώνας ήταν άλλος
Μπροστά φεύγει το τέλος
κι αντίθετα στην τάξη
έξω απ’ τον κήπο ανοίγεις
διπλό ρόδο
Της περασμένης ζωής
αμνησίκακο στόμα

Τέλος αντιγράφοντας από τον ιστοχώρο των εκδόσεων Άγρα τις δημοσιευμένες κρίσεις διαβάζουμε τα εξής:

» Η μακρινή ενδοχώρα, ο μακρινός τόπος της ποιητικής έμπνευσης αποτελεί το κεντρικό θέμα στο βιβλίο αυτό της Αλεξάνδρας Πλαστήρα. «Τόπος για να ζεις» είναι επομένως ο κόσμος ως «ισχυρός εικονότοπος» ή «χώρος εικόνων», προορισμένος να γίνει ποίημα. […] Ο τόπος μπορεί να είναι εσωτερικός, η αφετηρία ωστόσο βρίσκεται στον εξωτερικό κόσμο και τη μορφολογία του (η πρώτη λέξη της συλλογής είναι «χρώματα») καθώς και στα αρχέγονα στοιχεία του σύμπαντος. […] Η συλλογή αποτελείται εν μέρει από ποιήματα με ενότητες τριών ή τεσσάρων στίχων, οι οποίες, συνδυασμένες σε διάφορους σχηματισμούς, εξασφαλίζουν μορφική ποικιλία. Το στοιχείο της αποσπασματικότητας εξυπηρετεί ποιήματα από το θέμα τους εμπρεσσιονιστικά. Στα μεγαλύτερα, που είναι και τα περισσότερα, ο αναγνώστης διαβάζει πολλά μικρά ποιήματα ενωμένα, τα οποία αναβρύζουν από παρόμοια διάθεση. Η λυρική μουσική διατύπωση περιστρέφεται γύρω σε μια ουσία ψυχική και πνευματική μορφοποιημένη σε εικόνες […]. Το ταξίδι σ’ έναν μακρινό τόπο δεν συνιστά τίποτε άλλο από ταξίδι στο παρελθόν. Την ποιήτρια ενδιαφέρει εξίσου η καινούργια ζωή, η μετάβαση «από ζωή σε ζωή» και από την οικεία πλευρά του κόσμου στην αντίθετη, εκείνη της φαντασίας που αποτελεί και αποκάλυψη […]. Ανάμεσα στους δύο κόσμους ακροβατεί ένα μονοπάτι, ένα βλέμμα, η στιγμή. Η μοναδικότητα της στιγμής βρίσκεται στην αποκάλυψη της μελλοντικής ευτυχίας.»
Από τη μελέτη της Στυλιανής Παντελιά

«Ο ποιητικός μνημικός τρόπος στον οποίο η Αλεξάνδρα Πλαστήρα ταξιδεύει σ’ αυτή τη συλλογή της είναι γεμάτος δέντρα και βλέμματα Αλλά και το κατά φύσιν, αυτό που αποτελεί τη φυσική επιλογή πότε προς δάκρυ, πότε προς χορό, το θωπεύει, ποιητικώς όσο καλύτερα μπορεί. Είναι σαν να τρέχει ξαφνικά το ρολόι στο παρελθόν, είναι σαν κάτι να υπολείπεται στο παρόν ακατονόμαστο, είναι σαν το μέλλον να κυοφορεί γνωστά ευπρόσδεκτα «δεινά» έρωτος καταγεγραμμένου και χρονικώς αξεπέραστου. Χωρίς ο έρωτας αυτός καθαυτός να ιχνογραφεί. Χωρίς στάδια και ατομικά ρεκόρ, χωρίς κριτές αγώνων. Εδώ αντιμάχεται ένας ευατός με δύο όψεις απλώς το χρόνο».
Δήμητρα Παυλάκου, Αυγή, 25 Μαρτίου 2000

«Τι λέει αυτό το βιβλίο; Λέει, τρόπον τινά, ότι ο κόσμος είναι φτιαγμένος από νερό, όπως ένα όνειρο, όπως το όνειρο που μεταμορφώνει το πέρασμα του χρόνου. […] Βρίσκεται κανείς μπροστά σε στιγμές εξαιρετικής καθαρότητας, χάρη στις οποίες το νερό μεταμορφώνεται σε συναίσθημα. Μια έξοχη παρήχηση από το θρόισμα της ροής των πραγμάτων μέσα στον άνθρωπο, κι ακόμη μια ανεπαίσθητη μουσική που παρεμβάλλεται ανάμεσα στη θλίψη και στο ίδιο της το συμπέρασμα, γίνεται διαύγεια και παιχνίδι των νοημάτων του έρωτα. Το νερό είναι η ηχώ της αγάπης. […] Μολονότι πρόκειται αναμφισβήτητα για ένα βιβλίο ερωτικό, έχω την εντύπωση ότι το βαθύτερο ερωτικό αντικείμενο δεν είναι το ανθρώπινο πρόσωπο αλλά το παρελθόν, η ύλη του χρόνου που συσσωρεύεται στην ανάμνηση σαν πάχνη, η ίδια ίσως η παιδική ηλικία. Ο έρωτας που τόσο διακριτικά τραγουδάνε αυτά τα ποιήματα είναι η έλξη προς κάποιο εσωτερικό πυθμένα όπου ό,τι ρέει γύρω μας διυλίζεται, αφήνοντας πίσω του ένα ελάχιστο θαύμα, ένα απαλότατο λεκτικό χνούδι, ένα σημάδι στην άμμο. […] Τολμώ να ισχυριστώ ότι καθένα από τα ποιήματα είναι ένα πολύτιμο ίχνος, η εντύπωση που αφήνει στα μάτια το πυροτέχνημα αφού σβήσει. […] Εξ ου και τα ποιήματα για τα οποία μιλάμε, στηρίζονται, τεχνικά, στο επιμύθιο, στην απότομη στροφή της διάθεσης στον τελευταίο στίχο, όπου ένα παράξενο ρεφρέν μετατρέπει, εκ των υστέρων, την ομίχλη σε ανταύγεια.»
Ευγένιος Αρανίτσης, Ελευθεροτυπία, 29-9-1993

Ο ΕΞΟΡΙΣΤΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ


Γιάννης Αντιόχου

Το παρακάτω δοκίμιο γράφτηκε την περίοδο 2003-2004 σε μια σχετικά δύσκολη και εσωτερική περίοδο για μένα. Αποτελεί μέχρι σήμερα τη βάση της ποιητικής μου. Δεν θεωρώ πως είναι μανιφέστο αλλά κύρια μια τροχιοδεικτική πορεία της γραφής μου και της κοινωνικοποίησης μου εντός της ποίησης.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΝΤΙΟΧΟΥ

Ο ΕΞΟΡΙΣΤΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ

(Μια ποιητική μεταφυσική)

στη μνήμη της Αγγελικής Κωσταβάρα

«Περιμένω το τέλος σου. Σε λίγα χρόνια θα πεθάνεις κι ο θάνατός σου θα έχει οικτρή αιτία. Θα αρρωστήσεις από μελαγχολία και θα αυτοκτονήσεις. Ίσως επειδή θα έχεις καταλάβει πως δεν ήσουν άξιος της ψυχής σου. Γιατί η ψυχή μας είναι το παν κι ο νους μια κούφια βέβηλη τάξη. Η ψυχή κι όχι ο νους έκλεισε την γωνία και φαντάσθηκε το τρίγωνο. Γιατί η ψυχή φροντίζει για ό,τι είναι ανοιχτό και το λυπάται και πάει όλα να τα κλείσει να τα χωρέσει μέσα της για να τα προστατεύσει…»

Γιώργος Χειμωνάς, Ο Εχθρός του Ποιητή

«Έχεις δει ποτέ πώς είναι ένα συναίσθημα; Εγώ τώρα θα σου δείξω και θα δεις για πρώτη φορά συναισθήματα ανθρώπου. Η Κυβέλη ξεκούμπωσε το φαρδύ μακρύ γκρίζο φόρεμά της έπεσε γύρω από τα πόδια της. Στάθηκε ολόγυμνη λίγο καμπουριασμένη με το ένα χέρι της στο στήθος. Όλο το σώμα της ήτανε χαρακωμένο. Οργωμένο από μεγάλες κλειστές πληγές παλιές και μερικά μέρη. Ήταν τυλιγμένα με γάζες και η Κυβέλη άρχισε να τις ξετυλίγει και φάνηκαν. Καινούργιες ανοιχτές πληγές που αιμάτωναν ακόμα. Αποτράβηξε το χέρι της από το στήθος. Οι μαστοί της ήταν κομμένοι σύρριζα και στην θέση τους δύο πλατειές καφετιές ουλές σαν ρόζοι. Με μια τελευταία κίνηση τράβηξε το μαύρο κάλυμμα από το πρόσωπό της και είδα το σκεπασμένο μάτι της. Την αδειανή του βουλιαγμένη κόγχη το μάτι της βγαλμένο. Μια ολόκληρη ζωή λέει η Κυβέλη να ταπεινώνω το σώμα μου να βασανίζομαι να θέλω να αφανιστώ. Γι’ αυτό δεν ξαναγύρισα ποτέ στην Ελλάδα. Για να μη σου κάνω κακό και το καθήκον μου εσένα να αφανίσω. Γιατί μ’ αυτή την μοίρα γεννήθηκα να σε εξοντώσω κι αυτό το χρέος μου το πλήρωνα πάνω στο δικό μου σώμα. Ήμουν μαζί ο ποιητής και ο εχθρός…»

Γιώργος Χειμωνάς, Ο Εχθρός του Ποιητή

1

Είναι σχεδόν αξιωματικό στον ακαδημαϊκό χώρο, πως η συγγραφή μελέτης, άρθρου, ανασκόπησης, μετα-ανάλυσης ή έρευνας να ακολουθείται από την παράθεση σύμφωνα με το οποιοδήποτε βιβλιογραφικό σύστημα αναφοράς των πηγών που ο μελετητής, αναλυτής ή ερευνητής έχει χρησιμοποιήσει, έτσι ώστε, να πιστοποιείται η εγκυρότητα των όσων αυτός υποστηρίζει. Είναι επίσης γνωστό ή μπορεί με ευκολία να διαπιστωθεί, ότι σε ελάχιστα άρθρα τα οποία δημοσιεύονται στα λογοτεχνικά περιοδικά της χώρας μας, ακολουθείται κάποιο σύστημα παράθεσης της βιβλιογραφίας που χρησιμοποιήθηκε, με εξαίρεση βέβαια τα λογοτεχνικά περιοδικά «ΠΟΙΗΣΗ» και «ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ», στα οποία ακολουθείται βιβλιογραφικό σύστημα αναφοράς, έτσι ώστε να διευκολύνεται ο αναγνώστης να πληροφορηθεί περισσότερο για τα θέματα που τον ενδιαφέρουν.

Το παράδειγμα της βιβλιογραφικής ένδειας που χρησιμοποίησα ως εισαγωγή, δενθέλω σε καμία περίπτωση να γενικεύσει συμπεράσματα και σίγουρα αποτελεί μία προσωπική άποψη για αυτό που σήμερα επικρατεί στη λογοτεχνία της χώρα μου. Ουσιαστικά όμως αυτό το οποίο θίγω είναι το πόσο εύκολο καταλήγει για τον οποιονδήποτε μπορεί να συρράπτει με άνεση προτάσεις ή ακόμη και παραγράφους δοκιμίων και κριτικών κειμένων, να παρουσιάζει παρθενογεννημένη σκέψη ή έστω ανασυντεθειμένη σκέψη και γραφή, γραφή που χαρακτηρίζεται ως γραφή copy and paste (αντιγραφή και επικόλληση).

O Νίκος Μπακουνάκης στο άρθρό του CopyPaste, (Βήμα της Κυριακής 26.2.2006), βεβαιώνει το φαινόμενο γράφοντας: «Διαβάζω αρκετές φορές σε έντυπα μεγάλης κυκλοφορίας κείμενα για καλλιτέχνες και δημιουργούς, ιδιαίτερα για συγγραφείς, και έχω την εντύπωση του déjà vu. Ό,τι διαβάζω κάπου το έχω ξαναδεί. Την αίσθηση της επανάληψης – για να μην πω αντιγραφής – μου δημιουργούν κυρίως πορτρέτα συγγραφέων που χαρακτηρίζονται ως maudits, καταραμένοι, μοναδικό άλλωστε κριτήριο που δικαιολογεί την ύπαρξή τους στις σελίδες τού lifestyle. Ο Ουάιλντ και η Γουλφ για τη σεξουαλικότητά τους, ο Κέρουακ και ο Μπουκόφσκι για την παραβατικότητά τους, η Πλαθ για τον περιπετειώδη θάνατό της, μέσα στην κουζίνα του γκαζιού. Είναι προφανές ότι η κοινή πηγή όλων αυτών των σχεδόν πανομοιότυπων κειμένων είναι μία, το Internet, ο παγκόσμιος ιστός. Είναι προφανές ότι ο συντάκτης δεν κάνει τίποτε άλλο παρά την αναζήτηση, την αντιγραφή και την επικόλληση, τηρεί κατά γράμμα την εντολή copy-paste. Και εκεί όπου ως πριν από λίγο καιρό έπρεπε να ήσουν γνώστης, να είχες μνήμη και ικανότητες προσανατολισμού μέσα στον κόσμο των ανομοιογενών πηγών, σήμερα δεν χρειάζεσαι τίποτε άλλο παρά να είσαι καλός χειριστής τεχνολογίας. Να βάζεις ένα όνομα σε μια μηχανή αναζήτησης, στο Google, και να έχεις αμέσως όσες πληροφορίες θέλεις…» και καταλήγει: «Έχουμε και πάλι σήμερα ανάγκη της τέχνης τού μοντάζ. Ιδιαίτερα οι δημοσιογράφοι, που διαθέτουμε πια στην άκρη των δακτύλων μας τόσο πλούτο πληροφοριών για ανθρώπους, έργα, τάσεις, ιδέες, κινήματα, εποχές, αντιμετωπίζουμε τη μεγάλη πρόκληση να ξαναγίνουμε συνθέτες, να συνθέτουμε τα περισυλλεγμένα στοιχεία και να δημιουργούμε νέους, εξαιρετικούς, απίθανους, ακόμη και πρωτότυπους συνδυασμούς. H απλή παράταξη των (αχώνευτων) πληροφοριών είναι ο εχθρός μας. Μας κάνει δημοσιογράφους copy-paste, κοινώς κοπτοραπτούδες των πληροφοριών».

Παρόλα αυτά δεν θα ήθελα να ονομάσω γενικά όσους υποπέφτουν στη λογική αυτή, ως «κοπτοραπτούδες πληροφοριών», όμως πρέπει σίγουρα να συμπεράνουμε ότι στην εποχή μας, όπου η πληροφορία δεν είναι τίποτα άλλο παρά η προέκταση των δακτύλων μας πάνω στο πληκτρολόγιο του υπολογιστή, το προϊόν της εργασίας μας δεν είναι πια επεξεργασμένη πηγή γνώσης, αλλά κλεψίτυπες κόπιες εκείνου που συρράπτει πηγές και πληροφορίες και που βέβαια δεν τις αναπαράγει σωστά.

Διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας αυτές τις πρώτες παραγράφους αναρωτιέμαι αν θα σας πείσω σχετικά με τον πρώτο λογικό συσχετισμό αυτού που κατανοώ ως αντίγραφο, ως κόπια (μάλλον εδώ θα πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη μας την σημασία του όρου copy), ενώ θα προσπαθήσω να συνδέσω την όλη συλλογιστική με τον όρο μιμίδιο (meme) που εισήγαγε ο Richard Dawkins (1976) στο βιβλίο του το «Εγωιστικό Γονίδιο». Αυτό που πιστεύω πως συμβαίνει εξαιτίας της προαναφερόμενης τακτικής, είναι ότι μια ολόκληρη κοινότητα, —μιλώ για την λογοτεχνική κοινότητα της Ελλάδας— μέσα από τα συστήματα, τις ιεραρχίες και τα δίκτυα της, προσπαθεί να πλεύσει πάνω σε μιμιδιακές νησίδες.

Και σπεύδω να επεξηγήσω τι είναι το μιμίδιο. Είναι το πολιτιστικό ισοδύναμο του γονιδίου και παράγεται από την ελληνική λέξη μνήμη. Τα μιμίδια ορίζονται σαν αυτοπαραγόμενες νοητικές πληροφοριακές δομές, ανάλογες με τα γονίδια στη βιολογία και μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για τα ανεξήγητα μοντέλα της πολιτισμικής και ψυχολογικής μας συμπεριφοράς (Bjarneskans, Grőnnevik, et Sandberg). Επίσης αυτά δεν βρίσκονται υπό τον άμεσο έλεγχο μας και κληροδοτούνται μέσα από ένα συσχετιστικό ιστό που δομεί την κοινωνία. Στο New Hackers Dictionary, τα μιμίδια (memes) ορίζονται ως το μοντέλο ενός ξενιστή, ιδιαίτερα με τη σύνδεσή τους, ότι αυτά παρασιτούν στους ανθρώπους, όπως ακριβώς και ένας ιός (New Hacker’s Dictionary Jargon File, Version 4.3.1, 29.6.2001).

Ο Bjarneskans, Grőnnevik, and Sandberg (2000) στο άρθρο: «Ο κύκλος ζωής των μιμιδίων», υποστηρίζουν: «Τα μιμίδια έχουν έναν κύκλο ζωής όμοιο με των παρασίτων. Κατά την διάρκεια της φάσης μετάδοσης ή προσβολής αντιγράφονται σε έναν ξενιστή, όπως είναι ένα μήνυμα, ένα κείμενο, μια εικόνα, ένα email, ένας τοίχος, κ.λ.π. Όταν ένας δυνητικός στόχος αποκρυπτογραφήσει ένα μιμίδιο, δηλαδή διαβάσει το κείμενο, ακούσει το μήνυμα, τότε το μιμίδιο ενεργοποιείται και μολύνει το άτομο, ο οποίος γίνεται ένας νέος ξενιστής (η φάση της μόλυνσης). Σε κάποιο χρονικό πλαίσιο το μιμίδιο κωδικοποιείται σ’ έναν κατάλληλο ξενιστή και όχι απαραίτητα στο ίδιο μέσο που αποκρυπτογραφήθηκε και μπορεί να επεκταθεί για να μολύνει νέους στόχους και να δημιουργήσει νέους ξενιστές».

Τα είδη των πολιτισμικών στοιχείων τα οποία μας κληροδοτούν τα μιμίδια περιλαμβάνουν: ιδέες, συμπεριφορές, τάσεις, μόδες, θεωρίες, παιδεία, συνθήματα, πολιτικές, μάθηση, τέχνη, κ.λ.π. Γενικά τα μιμίδια μεταφέρουν κλισέ. Είμαστε άραγε ένας μολυσμένος πολιτισμός; Πώς θα το διαπιστώσουμε και πώς θα αντιμετωπίσουμε τη μόλυνση;

Κύρια όμως, τα μιμίδια είναι σύντομες συναισθηματικές φράσεις, οι οποίες υποκινούν συμπεριφορές, θέσεις και απόψεις. Έτσι για παράδειγμα οι προτάσεις: «το ποίημα είναι μεγάλο», «τα μικρά ποιήματα είναι πιο ακαριαία», «ένας ποιητής οφείλει να εκδίδει βιβλίο τουλάχιστον κάθε δύο χρόνια», ανήκουν στη κατηγορία των προτάσεων που ακούμε σε εισηγήσεις ή διαβάζουμε σε δοκίμια ποιητών και κριτικών επαναληπτικά. Είναι δε, σύντομες και συναισθηματικές φράσεις, οι οποίες αν δεν επεξεργαστούν και δεν απομακρυνθούν άμεσα γίνονται κλισέ που βάζουν σε κίνδυνο το πεδίο αναφοράς τους˙ και βέβαια είναι εγωιστικά, αφού όπως ακριβώς τα γονίδια θέλουν να μεταβιβαστούν και ν’ αναπαραχθούν. Συνήθως δεν τα ενδιαφέρει (τα μιμίδια) τι συμβαίνει λόγου χάρη στον ποιητή που ακούει μια από τις παραπάνω συναισθηματικές κλισέ φράσεις, παρά μόνο η μεταβίβασή τους. Παρουσιάζουν λοιπόν ενεργητικότητα. Έτσι λοιπόν σας συμβουλεύω αν αναγνωρίσετε κάποιο, εξολοθρεύστέ το μόλις αυτό αρχίσει να πλησιάζει. Πώς; Κρυφτείτε. Αγνοήστε. Αναλύστε. Περιφρονήστε. Αποδείξτε κάτι άλλο. Επικρίνετε. Γενικεύστε.

Η Κική Δημουλά, βραβευμένη και πολυδιαβασμένη ποιήτρια, υποπτεύομαι πως μάλλον κάπως έτσι θα ενήργησε, την ώρα που το μιμίδιο «γράφεις μεγάλα ποιήματα» την πλησίασε επικίνδυνα, κάνοντάς την ν’ αμφιβάλλει ίσως για την αξία της ποίησής της, αφού: «τα μικρά ποιήματα είναι πιο ακαριαία». Έτσι στην ποιητική της συλλογή «Χαίρε Ποτέ» γράφει στο ποίημά της που τιτλοφορείται, αν μη τι άλλο, ως «Απολογητικό»:

Πώς ήθελα να ξέρω να γεννάω

μικρά ποιήματα.

Μου τα στερεί ο πολύλογος τρόπος μου.

Εσκεμμένος σαν προφυλακτικό

ν’ αποφύγει την επώδυνη σύλληψη

μη γίνει έναυσμα και αυτουργός

μιας ακόμη συντομίας…

Ένα μικρό ποίημα. Κι αν ο μη γένοιτο

δεν επαρκέσει τελικά το οξυγόνο

παρηγοριέσαι λες τουλάχιστον απέφυγε

εκείνον το χαμένο ποδαρόδρομο

που φάγανε στη μούρη τα μεγάλα

ξυπόλυτα δονκιχωτικά.

Τώρα αν η Κική Δημουλά εξολόθρευσε ή όχι το μιμίδιο, ίσως δεν έχει μεγάλη σημασία, αφού η αξία της ποίησής της παραμένει έξω από τα κλισέ και ανταμείβεται για τη διαφορετικότητά της από το αναγνωστικό κοινό, όσο κι αν σε κριτικά σημειώματα εμφανίστηκε ως φαινόμενο Χάρι Πότερ της ελληνικής ποίησης, δηλαδή ως ένας άλλος μιμιδιακός σχηματισμός στο μυαλό της κριτικού που της προσέδωσε τον χαρακτηρισμό.

Με ποιο τρόπο έγινε όμως αυτό; Η απάντηση προέρχεται από την συναισθηματική φράση ή φράση κλισέ (μιμίδιο) που είμαι αναγκασμένος να χρησιμοποιήσω, δηλαδή πως: «Η γνώση της γνώσης εξαναγκάζει» και αυτό έχει άμεση συσχέτιση με τις βιολογικές θεωρίες των Humberto Maturana και Francisco Varela για την αυτοποίηση και τη συνείδηση.

Η αυτοποίηση χρησιμοποιήθηκε σαν όρος για να περιγράψει την αυτο-αναπαραγωγή, δηλαδή ένα σύστημα που αναδημιουργεί, διατηρεί και ορίζει τον εαυτό του σε κάποιο χώρο. Όπως δηλαδή συμβαίνει σ’ ένα κύτταρο, σ’ έναν ζωντανό οργανισμό ή κατ’ επέκταση σε μια κοινωνία υπό την εποπτεία του όλου. Αυτό με απλούστερα λόγια σημαίνει ότι τ’ άτομα που απαρτίζουν ένα ανθρώπινο σώμα με την πάροδο των ετών γερνούν και αλλάζουν σχεδόν ολοκληρωτικά. Και τούτο βιολογικά είναι η παραδεκτή συμπεριφορά του ανθρώπινου οργανισμού. Αν όμως αλλάζω ολοκληρωτικά, θα έπρεπε να αισθάνομαι και διαφορετικός, πράγμα που έχει αναλάβει να λύσει η διαδικασία της αυτοποίησης. Παρόμοια συμβαίνει και στις κοινωνίες ως συστήματα. Αλλάζουν στην πάροδο του χρόνου ολοκληρωτικά, αλλά παρόλα αυτά έχουν συγκεκριμένο περιβάλλον αυτο-αναφοράς και βέβαια αντίληψη του εγώ και του όχι εγώ. Δηλαδή ένα συγκεκριμένο μοντέλο του κόσμου τους και ταυτόχρονα ένα όριο ή καλύτερα ένα σύνορο το οποίο αποτελεί μέρος του οργανισμού της κοινωνίας. Ας το φανταστούμε κάτι σαν την μεμβράνη ενός κυττάρου.

Έτσι, είτε εμείς σαν ανθρώπινοι οργανισμοί, είτε οι πληθυσμοί που αποτελούν τις κοινωνίες, είτε η ίδια η κοινωνία είναι συντηρητικά συστήματα, τα οποία δεν καθορίζονται από τις εισροές που είναι δυνατόν να περάσουν από το σύνορο, από τη μεμβράνη, αλλά από μια ενδογενή αυτο-αναφορικότητα, η οποία θωρακίζει την ανθρώπινη ατομικότητα και την κοινωνία γενικότερα και την κάνει ανθεκτική στις αλλαγές και δυσπροσαρμοστική στην αλλαγή και στην επικοινωνία.

Η επικοινωνία είναι ο συζευκτικός πολτός, ο οποίος και δημιουργεί τον ιστό της ύπαρξης, συνδέοντας τα δίκτυα, τα μοτίβα, αναδύοντας τάξεις και ιεραρχίες μέσα από την ανάπτυξη του λόγου και κατ’ επέκταση της νόησης.

Υπάρχουμε μέσα από τον λόγο και διατηρούμε την ταυτότητα και την προσαρμογή μας μέσα από τον λόγο. Έτσι, κάθε μορφή λόγου που αναπτύσσεται σε συγκεκριμένες δομές όπως: επιστημονικός λόγος, κριτικός λόγος, φιλοσοφικός λόγος, λογοτεχνία, ποίηση, θρησκεία, κ.λ.π., ταυτοποιεί αυτούς που δύνανται να υπάρχουν μέσα από το αυτο-αναφορικό περιβάλλον του εκάστοτε λόγου. Αλλιώς παύουμε να υπάρχουμε ως επιστήμονες, κριτικοί, φιλόσοφοι, λογοτέχνες, ποιητές, ιερείς, κ.λ.π. και δεν έχουμε κανένα περιβάλλον αυτο-αναφοράς. Ο λόγος δεν αποκαλύπτει και δεν επεξηγεί απλά και μόνο τον κόσμο, αλλά κύρια δημιουργεί τον κόσμο και κατ’ επέκταση τον εαυτό μας σαν ύπαρξη μέσα σ’ αυτόν.

Έτσι καταλήγουμε στο εύλογο συμπέρασμα, το οποίο πλέον τίθεται ως αξίωμα και δεν χρήζει περαιτέρω αποδεικτικής διαδικασίας ότι ο λόγος είναι το μεγάλο όργανο, το ζωοποιό μέσο του Ευαγγελιστή Ιωάννη που γίνεται σάρκα. Κι αν με απασχολεί και γράφω ψάχνοντας να απεγκλωβιστώ από τη δύναμή του, είναι γιατί πάνω απ’ όλα είμαι ποιητής και εραστής αυτού του λόγου, είναι γιατί πρώτα-πρώτα η ποίηση είναι όπως λέει και ο Ελύτης.

2

Θα προσέξατε ότι πέταξα μες στο καζάνι της βιολογίας όλη την ύπαρξη της θεωρίας και απέτρεψα την ανάλυση του ποιητικού λόγου και της λειτουργίας της ποίησης σε θεωρητικό επίπεδο, γιατί στο δικό μου αυτοαναφορικό περιβάλλον έχω βιώσει σαν εμπειρία τη μαγεία του ποιητικού λόγου, είτε ως αναγνώστης, είτε ως ποιητής, δηλώνοντας ευθαρσώς ότι είμαι υπέρμαχος της θέσης πως η ποίηση αλλάζει τον κόσμο, αλλά ο κόσμος μέσα από την ενδογενή αυτo-αναφορικότητά του αντιστέκεται στην αλλαγή.

Ποια είδους μαγεία συμβαίνει στο ποίημα που δε συμβαίνει σε κανένα άλλου είδους λόγο. Τι τοποθετεί το ποίημα στην κάψουλα του χωροχρόνου επιτρέποντάς του να ταξιδεύει ανάλογα με τα καύσιμά του; Τι είναι αυτό που τοποθετεί την ποίηση στην κορυφή της πυραμίδας των τεχνών; Γιατί το ποίημα αντιστέκεται στη μάζα, στη κατανάλωση και βρίσκεται στις μέρες μας εκτός της εκδοτικής βιομηχανίας; Θα μείνει η θα εκλείψει ο ποιητής ως είδος και η ποίηση ως τέχνη;

Σπεύδω να πάρω μια βαθιά ανάσα. Έχω να πολεμήσω υποθέτω με τα φαντάσματα αυτών που βαφτίζουν γενιές και τοποθετούν τις μιμιδιακές τους ταμπέλες χαράσσοντας προλεγόμενα και κριτικές. Πρέπει από τη μια μεριά να υπερασπιστώ την ίδια την ποίηση ως το μέγιστο όργανο κι απ’ την άλλη να φροντίσω να μην καταργήσω αυτούς που την παρέδωσαν στα χέρια μου, έστω κι αν την κληροδότησαν με σωρούς συναισθηματικών κλισέ.

Ας υποθέσουμε ότι η εξωτερική ταυτότητα που μου αποδίδεται είναι αυτή της γενιάς του 90,η οποία και έχει χαρακτηριστεί ως αθέατη γενιά ή γενιά που έχει περιπέσει σε αφάνεια, σύμφωνα με έναν εκπρόσωπο και ποιητή της, τον Βασίλη Αμανατίδη (περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 53) και ας επικεντρωθούμε στον συλλογισμό της Αγγελικής Κωσταβάρα, στο προλογικό σημείωμα της Ανθολογίας Ποίησης της Γενιάς του 90 (Εκδόσεις Μανδραγόρας), η οποία τιτλοφορείται «Η Γεωμετρία μιας Αθέατης Γενιάς», πως πρόκειται για παράδοξο φαινόμενο: μια ολόκληρη γενιά να κηρυχθεί σε αφάνεια! Σα να είναι ποτέ δυνατόν, να υπάρξει συλλογικό κενό ποιητικής δημιουργίας, με οποιαδήποτε έννοια και αν το εκλάβει κανείς. Και συμπερασματικά ολόκληρο το οικοδόμημα της υπόθεσης να καταρρέει από τα «σημαντικά βιβλία» που εξέδωσε η αθέατη γενιά εμφανιζόμενη παντοιοτρόπως σε όλα τα έντυπα και ηλεκτρονικά Μ.Μ.Ε, γιατί απλά, ορισμένοι από τους ποιητές και τους συντρόφους αυτής της γενιάς εφεξής και με κορύφωση τα επόμενα δέκα χρόνια θα ορίζουν τον έντυπο και ηλεκτρονικό χώρο όχι γιατί θα έχουν την αξία της γνωστικής τους ωρίμανσης αλλά γιατί είναι φυσικό και επόμενο, εφόσον ο άνθρωπος γερνά ν’ αντικαθίσταται παραδίδοντας την σκυτάλη, στη δική μας περίπτωση την πέννα ή το μικρόφωνο. Έτσι ο χαρακτηρισμός αθέατη γενιά είναι ανίσχυρος, επίπλαστος, διακινδυνευμένος και δεν ανήκει σε ποιητές. Ατυχής ως σύλληψη για ομαδοποίηση ο τίτλος αθέατη γενιά από τους υπεύθυνους της Ανθολογίας της Γενιάς του 90. Ευτυχής η σύλληψη της παραδοξότητας από την πλευρά της Αγγελικής Κωσταβάρα και η μελέτη αυτού ως φαινομένου.

Εντούτοις αν η γενιά του 90 διαδέχθηκε τη γενιά του 80 και αυτή τη γενιά του 70, τότε μιλούμε για δεκαετίες ποίησης, επειδή δεν μπορούμε να μελετήσουμε επαρκώς ότι το κλισέ, το μιμίδιο της γενιάς δεν μπορεί να συνταιριαστεί με την αισθητική της μηδενικής διάστασης και τον ψηφιακό στοχασμό, ο οποίος ξεπηδά μέσα από τη συλλογική διαδικτυωμένη μνήμη του υπερυπολογιστή της ανθρωπότητας.

Κι αν μιλούμε για διαδικτυωμένη μνήμη η οποία φαντάζει ως πολύπλοκη δομικά, εντούτοις καθόλου δεν συγκρίνεται με τη μιμιδιακή συμπεριφορά της κουλτούρας που μας κληροδότησε η γενιά του 70 και του 80 και μιλώ ευθαρσώς για την διαπλεκόμενη μνήμη, η οποία λειτουργεί με τις λυχνίες της ανταποδοτικότητας και στη διαδικασία μόλυνσης μολύνει και το αναγνωστικό κοινό.

Για να υπερασπιστώ το παραπάνω συμπέρασμα εκτός από την απλή εμπειρική παρατήρηση ενός σκεπτόμενου ανθρώπου, (η οποία σημειώνω πως δεν είναι επιστημονικά ορθή), θα δανειστώ και τα λόγια του ποιητή Δημήτρη Δημητριάδη, ο οποίος στην ερώτηση του δημοσιογράφου Γιώργου Καλιεντζίδη αν στην λογοτεχνία έχει περισσέψει η κακογουστιά απαντά μεταξύ άλλων: «Όχι μόνον έχει περισσέψει, αποτελεί πλέον την ουσία της. Περισσεύει επειδή επιβραβεύεται συνεχώς, επιβραβεύεται για να ενθαρρύνεται, ενθαρρύνεται για να συνεχίσει ακάθεκτη, ασυναγώνιστη. Και επιβραβεύεται όχι μόνο από ανθρώπους οι οποίοι επωνύμως την επιβραβεύουν, αλλά και από μία μαζική υποστήριξη…». Δυστυχώς αυτό είναι το φαινόμενο της κατάργησης του ορίου των αυτοποιητικών συστημάτων. Η μεμβράνη είναι πλέον διάτρητη και αναγκαστικά το ον, η ομάδα, η κοινωνία θα πρέπει να περάσει από κρίση για να μπορέσει να αναδημιουργήσει αυτό το όριο. Θα πρέπει να επανεφεύρει το μέγιστο όργανο του λόγου, να τροποποιήσει το παραδομένο, να το εξαγνίσει από τα κλισέ και τις μιμιδιακές συμπεριφορές, ν’ αποτάξει αυτό που λέγεται στείρα παράδοση και να επαναδημιουργήσει έναν νέο κώδικα, ο οποίος θα μπορέσει ν’ αντισταθεί για όσον καιρό αντέχει στις νέες φάσεις μόλυνσης από νέα μιμίδια που αιωνίως θα εμφανίζονται, θα παρασιτούν και θα αντιγράφονται.

3

Η ποίηση δεν μπορεί να οριστεί μέσα από την θεωρία, είτε αυτή είναι κοινωνιολογική, είτε λιγκουιστική (γλωσσική), είτε αισθητική, δηλαδή αφορά το περιεχόμενο και τη μορφή. Ο χώρος έργου της ποίησης σύμφωνα με τον Heidegger είναι η γλώσσα και η ουσία της κατανοείται αναγκαστικά από αυτή. Το ομιλείν είναι όμως η ουσία της ποίησης; Ο Heidegger επεξηγεί: «όχι ένα οποιοδήποτε ομιλείν, παρά εκείνο, μέσω του οποίου εμφανίζονται όλα αυτά στο Ανοικτό, για τα οποία εμείς μετά στην καθημερινή γλώσσα μιλάμε και διαπραγματευόμαστε. Ως εκ τούτου η ποίηση δεν αποδέχεται την γλώσσα ως υποχείρια πρώτα ύλη, παρά η ίδια η ποίηση καθιστά πρώτα δυνατή τη γλώσσα.».

Η ποίηση δεν επιδέχεται ορισμούς, ανθίσταται σε αυτούς γιατί αποτελεί σχηματισμό, αποκρυστάλλωση του πυρηνικού υλικού της ύπαρξης και της εκδήλωσης. Γι’ αυτό το λόγο άλλωστε, εμφανίζεται πολλές φορές ως προϊόν εξωαισθητηριακής αντίληψης, προϊόν ιερής δόνησης, διονυσιακή μέθεξη. Η ποίηση είναι η θέαση του Αγαθού και αυτό που ορίζουμε προσπαθώντας να την προσεγγίσουμε, είναι τα επίπεδα της αποκρυστάλλωσής της μέσα από τα φίλτρα της γλώσσας, της ιστορικότητας και της γνώσης.

Περαιτέρω θα μπορούσα να πω πως η ποίηση αντιστέκεται στο χώρο και στο χρόνο, γι’ αυτό και αποτελεί την ουσιαστικότερη μορφή του λόγου και είναι ανώτερη από την πρόζα και τα είδη της. Εάν μολαταύτα κάποιος πει πως η σημερινή ποίηση πλησιάζει μορφολογικά την πρόζα, ίσως δεν θα έχει άδικο, αλλά θα πρέπει να κρίνει έχοντας υπόψη του την ιστορική εξέλιξη και την τρέχουσα υφή της πρόζας. Τότε θα κατανοήσει πως η ποίηση λαμβάνει το σχήμα της πρόζας για να την ανανεώσει, να τη διασώσει, για να μπορέσει ή ίδια να αναλυθεί και να εξελιχθεί. Δηλαδή η ποίηση είναι μια εγωιστική, αρσενική δύναμη. Είναι το σοκ, η ενέργεια που δεν θ’ αφήσει την ανθρώπινη ύπαρξη και την κοινωνία στην ενέλιξη της εντροπίας, στο θερμικό θάνατο του συστήματος. Η ποίηση θα τροφοδοτεί με ενέργεια κάθε φορά που φτάνουμε στο κρίσιμο σημείο. Είναι ενδιαφέρον όμως το τι θα ορίσουμε ως κρίσιμο σημείο.

Πιστεύω, εικάζω, έχω την πεποίθηση έστω, πως κρίσιμο, είναι το σημείο όπου η πρόζα, το μυθιστόρημα, η αφήγηση, η νουβέλα αρχίζουν να καταγράφουν γεγονότα, τα οποία θα είναι παρωχημένα, ως και εξαφανισμένα στα επόμενα δέκα ή είκοσι χρόνια. Δηλαδή το περιβάλλον αναφοράς είναι σαφές, ορισμένο και αναγκαστικά φθαρτό σε σύντομο χρονικό διάστημα. Σήμερα τα πράγματα εξελίσσονται με ταχύτερους ρυθμούς. Η εποχή μας είναι πληροφοριακή, τηλεματική και η πρόζα που την χαρακτηρίζει είναι φτηνή, γιατί επικεντρώνεται στην ύλη και απομακρύνεται από την ιδέα. Ο δημιουργός, ο συγγραφέας, θα έπρεπε κανονικά να γράφει με σκοπό να φωτίσει τις σκοτεινές πλευρές του εαυτού του, να γνωρίσει τον εαυτό του. Το περιβάλλον αυτοαναφοράς είναι η επιδερμίδα, ο φλοιός θα λέγαμε. Ο συγγραφέας καταγράφει την αντανάκλαση των μορφών της πλατωνικής σπηλιάς από μια συγκεκριμένη οπτική. Στην πρόζα οι άνθρωποι έχουν ταυτότητα, μοιάζουν με κάτι, έχουν μια εικόνα. Επίσης κινούνται σ’ έναν ορισμένο χώρο, σ’ ένα ορισμένο χρόνο, μέσα σε μια κατά συνθήκη κατασκευασμένη πραγματικότητα. Κι αν προέβαλε ο μαγικός ρεαλισμός και έβαλε δυο ήρωες να πετάνε την ώρα της ερωτικής περίπτυξης, δίνοντας στην αφήγηση μια νότα ποίησης, αυτοί όφειλαν και πάλι να επιστρέψουν στο κρεβάτι όπου απογειώθηκαν.

Ποιος μπορεί να διαβάσει σήμερα Βερν, Ασίμωφ, Κλαρκ, πέρα από την απλή περιέργεια ή ίσως την κατά σύμπτωση ανάγνωση; Αυτοί καταργήθηκαν από την ίδια την ιστορική εξέλιξη. Μοιάζει μ’ αυτό που λέει ο Ελύτης: «Βρισκόμαστε μακριά από την εποχή που ο άνθρωπος ονειρευόταν ένα πουλί. Από τη στιγμή που πέταξε το πρώτο αεροπλάνο, εκείνος έχασε τα φτερά του…».

Ποιος θα διαβάσει σήμερα ελληνική πρόζα που κινείται στην πρώτη μεταπολεμική εποχή, στην μετεμφυλιακή περίοδο; Θα ενδιαφέρουν άραγε οι ιστορίες των παππούδων μας ή έστω των πατεράδων μας; Κι αν διαβάσει κανείς για πόσο χρόνο το πεζό θα επιβιώσει; Γι’ αυτό το λόγο η πρόζα αρχίζει να χρησιμοποιεί φτηνά τεχνάσματα για να κατέλθει στη σπηλιά. Καταλύει το σώμα και ασχολείται μόνο μ’ αυτό. Το κακοποιεί ή το χρησιμοποιεί εκτενώς για να πλησιάσει το αντικείμενό της. Η εκδοτική βιομηχανία στρέφει τους συγγραφείς στο κέντρο ενός συστήματος αστέρων, σα να ήτανε ηθοποιοί. Έτσι πια ακόμα και στην Ελλάδα οι φωτογραφήσεις των συγγραφέων για τα διαφημιστικά φυλλάδια προώθησης, αρχίζουν να θυμίζουν αστέρες τεχνητού φωτός. Θεληματικό χαμόγελο, αινιγματική στάση, συνήθως ξένη από τα πιστεύω του συγγραφέα, αλλά απαραίτητη για τα κύρια ράφια και τις βιτρίνες των βιβλιοπωλείων. Όποιος όμως κατοικεί στο σώμα και εγκλωβίζει το λόγο στο σώμα δεν μπορεί να πλησιάσει διόλου την ιδέα.

Ο ποιητής από την άλλη μεριά, συνήθως δεν εμφανίζεται πουθενά. Δεν έχει φωτογραφία και πολλές φορές βιογραφικό στο οπισθόφυλλο ή στο αυτί του ποιητικού του βιβλίου. Γιατί πρωτίστως ο ποιητής, έστω κι αν είναι αυθεντικός δημιουργός αυτού που καταθέτει, γνωρίζει ότι η πηγή του υλικού του είναι ενεργειακή, ουσία καθαρή, η οποία αποτελεί μέρος μιας συλλογικής. Γιατί η έκθεση του θα συνεχιστεί για πολλά χρόνια μετά την έκδοση του βιβλίου και αυτό το γνωρίζει καλά από την στιγμή του ποιητικού του άλγους. Ο πόνος του ποιητή να αποκρυσταλλώσει στο προτελευταίο επίπεδο τον λόγο – το τελευταίο είναι η τυπογραφική μορφή που λαμβάνει στο βιβλίο – στο επίπεδο της καθομολόγησης επάνω στο χαρτί ή στην οθόνη του υπολογιστή, είναι αρκετός να τον αποκάμει.

Η ποίηση είναι διαφορετική υπόθεση. Όπως είπε η Πλαθ στην ποίηση πρέπει να πεις μόνο τα ουσιαστικά. Έχεις συγκεκριμένο χώρο και πρέπει να πας κάπου. Λέγοντας όμως τα ουσιαστικά σκιαγραφείς μια σκιά που ενεργεί ή πάσχει, τον ήρωα ενός ποιήματος και δυστυχώς δεν μπορείς να του βάλεις έναν ανεμιστήρα, δεν πρέπει να του βάλεις έναν ανεμιστήρα να του φυσάει τα μαλλιά, γιατί αυτό δεν είναι ουσιαστικό και δημιουργεί συγκεκριμένο περιβάλλον περιορίζοντας το ποίημα, κάνοντάς το ανάπηρο εκ προοιμίου, θνησιγενές. Γιατί στο ποίημα υπάρχει ένας διακριτός παλμός, ένα στιγμιαίο βύθισμα στο πυρήνα.

Η Βιρτζίνια Γουλφ στο δοκίμιο της «Πώς πρέπει να διαβάζει κανείς ένα βιβλίο;», γράφει: «Η επίδραση της ποίησης είναι τόσο δυνατή και άμεση που για μια στιγμή δεν υπάρχει άλλη αίσθηση εκτός από αυτή του ποιήματος. Τι ανεξιχνίαστα βάθη περιδιαβαίνουμε τότε –πόσο ξαφνικό και απόλυτο είναι το βύθισμα μας! Εδώ δεν υπάρχει τίποτα να κρατηθείς, τίποτα που ν’ αναστείλει την πορεία σου. Η μαγεία της πεζογραφίας είναι σταδιακή, η επίδραση της προσχεδιασμένη, όμως κανείς δεν διερωτάται ποιος έγραψε αυτές τις γραμμές όταν τις διαβάζει… Ο ποιητής είναι σύγχρονος μας. Η ύπαρξη μας για μια στιγμή επικεντρώνεται και ορίζεται απ’ αυτή (ποίηση), όπως και σε κάθε βίαιη εναλλαγή των προσωπικών μας συγκινήσεων…». Ο ποιητής έστω κι αν έχει προδιαγράψει το αντικείμενο του ποιήματος, ωστόσο αυτό κατά την διάρκεια της εσωτερικής του θέασης γίνεται σχεδόν πάντα αφηρημένο, εκτός κι αν το ποίημα ανήκει στην κατηγορία εκείνη των εξομολογητικών κειμένων, όπου την αφαίρεση επιτελεί η ελλειπτική σύνταξη των λέξεων που μετεωρίζονται για να γίνουν το αίμα και να ζωοποιήσουν το σκελετό της φόρμας που επιλέγει ο δημιουργός.

Ο Ουμπέρτο Σάμπα στο δοκίμιο του «Τι μένει να κάνουν οι ποιητές», λέει: «…Ενώ δηλαδή μιλώντας για ένα μυθιστόρημα, για ένα διήγημα, για ένα έργο τέχνης ή στοχασμού, αναφέρουμε μονάχα τα γεγονότα, τα αισθήματα ή τις ιδέες που εκφράζονται σε αυτά, αντιθέτως, μιλώντας για έναν ποιητή ούτε λίγο ούτε πολύ επαναλαμβάνουμε τους ίδιους του τους στίχους…». Έτσι καταλήγει φανερό ότι το όχημα ενσάρκωσης του ποιητικού λόγου, το ποιητικό σώμα ακούσιο μεταφέρεται στο χωροχρόνο. Ταυτόχρονα επειδή ο στίχος έχει εγγενή φανερό ή μη, αισθητό ρυθμό, εγγράφεται ευκολότερα στη μνήμη και αποδίδεται πρωτότυπα και όχι σαν αντιγραφή – αποτέλεσμα της εποπτείας του εκάστοτε που τον απαγγέλλει. Η από μνήμης απαγγελία ενός στίχου κατά την διαλογική συνεύρεση δυο ή και περισσοτέρων ανθρώπων, έχει σχεδόν την ίδια δυναμική που θα είχε η ανάγνωση από το τυπογραφικό δελτίο καθ’ επιλογή του αναγνώστη.

Η λέξη επιλογή μου φέρνει στο νου τα ράφια της ποίησης των μεγάλων Αθηναϊκών βιβλιοπωλείων που δεν θα κατονομάσω, αλλά θα οριοθετήσω στον εκδοτικό άξονα της οδού Σόλωνος και στους πνευματικούς δρόμους της πρωτεύουσας, δηλαδή την Οδό Πανεπιστημίου και την οδό Ακαδημίας και βέβαια όλες τις άλλες οδούς που διασταυρώνονται σε αυτή τη νοητή ευθεία από την πλατεία Ομονοίας έως και την πλατεία Συντάγματος. Και θα μιλήσω γι’ αυτά, γιατί τα περιφερειακά βιβλιοπωλεία δεν γνωρίζουν τη λέξη ποίηση, έστω κι αν επιχειρούν σε μια χώρα που έχει δυο νόμπελ ποίησης και την μεγαλύτερη ποιητική παράδοση στην ιστορία του ανθρώπου. Σε αυτά λοιπόν τα κέντρα εμπορίου, η εκδοτική βιομηχανία έχει εκτοπίσει την ποίηση σε στενές κλίμακες με ράφια. Κι εκ πρώτης άποψης αυτό ακούγεται μεταφορικά ποιητικό. Δηλαδή για να διαλέξει κάποιος ένα βιβλίο ποιητικό θα πρέπει ν’ ανέλθει από μια στενή σκάλα. Στην πραγματικότητα όμως η ποίηση έχει εξοστρακιστεί εκεί, γιατί είναι το πιο επικίνδυνο είδος της λογοτεχνίας. Είναι εκείνος ο λόγος που εκπολιτίζει, αναδημιουργεί, ανυψώνει. Είναι η γλώσσα του λαού που κατανοεί ότι η λέξη που κρεμιέται κάθε στιγμή στο στόμα του έχει τη δύναμη να αλλάξει τον κόσμο. Υπάρχουμε μέσα από το λόγο που αρθρώνουμε.

Αντίθετα οι στήλες με τις νέες εκδόσεις, τα κατ’ επίφαση ευπώλητα, οι υπερμεγέθεις προθήκες με διαφημίσεις που κατασκευάζουν υπηκόους, τα βιβλία σήμερα γενικά, γραμμένα κατά το πλείστον πρόχειρα, χειραγωγούν ένα λαό, ο οποίος όπως λέει και ο Πάουντ: «όταν ένας λαός συνηθίζει σιγά-σιγά τον τσαπατσούλικο τρόπο γραφής, είναι ένας λαός που πάει να χάσει τον έλεγχο είτε του περιβάλλοντός του, είτε του εαυτού του…» και αυτό είναι ότι πιο επικίνδυνο συνέβη στην ιστορία της γραφής, αφού αν συνδέσουμε την βιολογική θεωρία της αυτοποίησης και τη χρησιμοποιήσουμε ως δημιουργική μεταφορά, κατανοούμε ότι δεν υπάρχει περιβάλλον αυτοαναφορικότητας και από την άλλη διαρρηγνύεται η μεμβράνη και καταργείται η εσωτερική κλειστότητα που είναι αναγκαία για τη διατήρηση της ομοιοστασίας. Αυτό μας κάνει μάζα, όχλο.

Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο αναδύεται ο χαρακτήρας του ποιητή, ο οποίος σύμφωνα με τον Philippe Van Tieghem, παλεύει ανελέητα ενάντια στις τεχνικές δυσκολίες, υποχρεώνεται, καθώς το ένστικτό του χαλιναγωγείται ή λοξοδρομεί αδιάκοπα, να θέτει στον εαυτό του χίλια προβλήματα που τον αναγκάζουν να μελετά και συχνά ν’ ανακαλύπτει τη λειτουργία του πνεύματός του και συνεχίζοντας ο Van Tieghem λέει: «Η ποιητική εργασία όχι μόνο θ’ αποκαλύψει στον ποιητή τον άνθρωπο, αλλά θα τον μεταμορφώσει… Αν ο ποιητής έγραφε μόνο για τον εαυτό του, η ανακάλυψη του εαυτού του ή η επίδραση της τέχνης πάνω του θα ήταν σχετικά απλή υπόθεση. Αλλά ο ποιητής είναι υποχρεωμένος να αρέσει σε κάποιο κοινό, είτε πρόκειται για πλήθος είτε για μια elite».

Ο ποιητής σήμερα βέβαια απευθύνεται σε μια ελίτ, σε μια κάστα ανθρώπων που διαβάζουν –ακόμα δεν έχω καταλάβει αν διαβάζουν από υποχρέωση ο ένας τον άλλο. Ο ποιητής σήμερα απευθύνεται στους ποιητές, σε κάποιους από τους λογοτέχνες (όχι σε όλους σίγουρα) και βέβαια στους κριτικούς. Οι κριτικοί υπάρχουν γιατί υπάρχουν οι ποιητές και είναι τόσο αναγκαίοι για το ποιητικό έργο, όσο και η ίδια η διαδικασία εξόρυξης αυτής της πρωθύλης που κάμει ποίηση. Έτσι λοιπόν εκτός ορισμένων εξαιρέσεων ο βίος ενός ποιητή που εκδίδει το πρώτο του βιβλίο στην ηλικία των τριάντα ετών είναι κάπως έτσι: Θα εκδώσει ένα πρώτο βιβλίο, συνήθως με δικά του έξοδα, θα το αποστείλει με τη βοήθεια του εκδότη στον κριτικό μηχανισμό και στους ενεργούς ποιητές, θα αρχίσει ο διάλογος και θα ετοιμαστεί για ένα δεύτερο βιβλίο ποίησης. Πόσα αντίτυπα θα πουλήσει στο βιβλιοπωλείο; Αυτό στην πραγματικότητα δεν τον ενδιαφέρει και δεν πρέπει να τον ενδιαφέρει. Γιατί το ποιητικό βιβλίο όπως προείπα μεταφέρει ακούσιο το ποιητικό σώμα με το αίμα και τη σάρκα του στο χωροχρόνο. Επιβιώνει και χωρίς τον ποιητή.

Συνήθως αν ο ποιητής έχει να συνδιαλεχθεί ικανοποιητικά με την ελίτ στην οποία απευθύνεται, μετά το τρίτο ή τέταρτο ποιητικό βιβλίο αρχίζει να εξακοντίζει το πυρηνικό του υλικό και στην εξωτερική στιβάδα, αυξάνοντας έτσι το αναγνωστικό του κοινό και δημιουργώντας όλο και περισσότερους αναγνώστες, οι οποίοι περιμένουν την παραμυθία του επόμενου βιβλίου του. Συνήθως όμως συμβαίνει ο ποιητής να έχει γεράσει και η κατάβασή του στη σπηλιά της πρωθύλης να μεταγράφει την συνδιαλλαγή του με το θάνατο και να του παραδίδεται υπερβαίνοντάς τον.

Τα παραπάνω δεν είναι ασφαλώς μόνο δική μου παρατήρηση. Συνήθως μουρμουρίζονται σε ποιητικές και λογοτεχνικές συγκεντρώσεις, αλλά ουδέποτε καταγράφονται στα σύγχρονα περί ποιήσεως κείμενα. Ο ποιητής Στέφανος Μπεκατώρος στην εισαγωγή – πρόλογο του για τα δοκίμια του Τ. Σ. Έλιοτ συγκεντρώνει τέτοιου είδους απόψεις και ανάμεσά τους απομονώνω τα εξής: «…η σημερινή ποίηση, όπως την έχουμε μάθει μέσα στα τελευταία τριάντα μεταμοντέρνα χρόνια του 20ου αιώνα –με εξαιρέσεις φυσικά—, γίνεται ολοένα και πιο μηδενιστική, πιο αντιπνευματική, πιο α-ηθική, πιο αθεϊστική, δηλαδή ολοένα και περισσότερα αποξενώνεται από τα μείζονα ζητήματα της ζωής και των ανθρώπων (όχι του ανθρώπου γενικώς και αορίστως). Είναι μια ποίηση χωρίς ομφάλιο λώρο… Μια ποίηση υλιστική, που δεν αποβλέπει πουθενά, παρά μόνο στην έκφραση της ποιητικής ενόχλησης του ποιητή από τα ενδόμυχα και τα ερωτικά του, καθώς και από το «περιβάλλον», που δεν τον διαβάζει, που δεν τον προσέχει, που δεν ενδιαφέρεται γι’ αυτόν (μα για ποιους και για τι ενδιαφέρεται αυτός;) που δεν τον αφήνει να δοξασθεί! Ποίηση που αποβλέπει δηλαδή στον εαυτό της, «the love of art for its own sake», που δεν γράφεται από πνευματικούς ανθρώπους, αλλά από «καλλιτέχνες» και μήτε καν από διανοούμενους…, αλλά από αλλόκοτα υβρίδια «επαγγελματιών» και παρασίτων, οι οποίοι αφού η ποίηση δεν είναι ευπώλητη στρέφονται προς το πλέον ευπώλητο είδος (την πεζογραφία) και κατ’ εξοχήν προς τις δημόσιες σχέσεις και την διαπλοκή… με κάθε λογής εξουσίες (ο καθείς και τα «μέσα» του) και γίνονται ποιητές καθεστωτικοί, «εξουσιακοί» … ό,τι πιο αντιποιητικό και αντιπνευματικό δηλαδή. Η συμπεριφορά αυτή εξηγεί και την απόλυτη σιωπή τους… Αποφεύγουν να εκτίθενται οι άνθρωποι, προσέχουν με όλους να τα έχουν καλά, δεν έχουν ουσιαστικά καμία ιδεολογία, καμία πίστη, κανένα συλλογικό όραμα, μιαν έγνοια μόνο: βραβεία, μεταφράσεις, ταξίδια-συνέδρια, πωλήσεις, δημοσιότητα – όπως το σύνολο σχεδόν των «διανοουμένων» στον τόπο μας.».

Οι παρατηρήσεις του κ. Μπεκατώρου είναι σκληρές, αλλά αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς με τους εαυτούς μας, τέτοιες παρατηρήσεις θα πρέπει να τις λάβουμε σοβαρά υπόψη μας.

4

Η ποίηση δεν είναι καθόλου το αποτέλεσμα μια καρτεσιανής φιλοσοφίας, ανθίσταται γενικά στις φιλοσοφίες και τις ξεγελά πάντα για να επιβιώσει. Φοράει το ένδυμα του εκάστοτε ρεύματος, του υπερρεαλισμού, του μοντερνισμού, του μεταμοντερνισμού, γίνεται αντικείμενο αποδόμησης αλλά στην ουσία όλα αυτά είναι στο σκελετό, στη μορφή. Στο βάθος, στη σημαντικότητα, ζωοποιείται από τ’ αντικείμενα του συλλογικού ασυνείδητου του Γιουνγκ, από το σκοτάδι και το φως της πλατωνικής σπηλιάς, από εικόνες και σχήματα που δεν είναι θεωρητικές αλλά αξιωματικές αντιλήψεις ενυπάρχουσες στη διάνοια, αυθύπαρκτα διανοητικά σχήματα. Ο ποιητής έχει λοιπόν μία μοναδική υπεραίσθηση, να μπορεί να βλέπει απευθείας στην πηγή του φωτός και θα είναι χρήσιμο να δανειστώ έναν όρο από τα εσωτερικά δόγματα της θεοσοφίας και να ονομάσω αυτή την υπεραίσθηση, διόραση.

Οι ποιητές στην Πλατωνική Πολιτεία θεωρούνται επικίνδυνοι για την ιδεατή πόλη και απομακρύνονται. Ο Πλάτωνας θεωρεί ότι δεν μπορούν να διαχωρίσουν το περιεχόμενο των στίχων τους από το περιεχόμενο του υπαρκτού κόσμου και τους θεωρεί διαφθορείς. Ο Eric Havelock (1963) στο πρόλογο του για τον Πλάτωνα ακολουθεί μια εμπνευσμένη κατεύθυνση, διερωτώμενος γιατί ο έλληνας φιλόσοφος επιμένει τόσο πολύ ότι οι ποιητές πρέπει να διωχθούν από τη δημοκρατία. Ο Havelock θεωρεί ότι η ποίηση σχετίζεται με την προφορική κουλτούρα και συνεπώς με μια ρευστή, ευμετάβλητη, περιστασιακή και διασκορπισμένη υποκειμενικότητα. Ο Πλάτωνας θέλει να καθορίσει μια σταθερή, ευσταθή, αμετάβλητη πραγματικότητα και για να το κάνει αυτό χρειάζεται ένα σταθερό, συνεπές, ευσταθές υποκείμενο για να τη συλλάβει. Έτσι, οι ποιητές πρέπει να φύγουν επειδή ακριβώς μέσω των γλωσσικών τους παρεμβολών παράγουν ακριβώς το είδος του υποκειμένου που ο Πλάτωνας δεν θέλει και δεν μπορεί να ανεχτεί.

Από την άλλη μεριά ας μου επιτραπεί η αυτούσια κατάθεση ενός αποσπάσματος του καθηγητή Δ. Ν. Μαρωνίτης από άρθρο του που δημοσιεύτηκε το 2002 στο περιοδικό Φιλόλογος σχετικό με την διδασκαλία της ποίησης στη μέση εκπαίδευση, το οποίο πιστεύω ότι ίσως επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό μου για τον ποιητικό λόγο και κατ’ επέκταση για τον ποιητή. Ο Δ. Ν. Μαρωνίτης γράφει τα εξής (κι ας φαίνεται αυτή η δοκιμιακή απόπειρα ως τη γραφή του Ηροδότου):

«…Προτείνω να εντάξουμε τον ποιητικό λόγο σε δυο ακραία όρια (ας πούμε: πόλους) της γλωσσικής μας έκφρασης. Στο ένα άκρο βρίσκεται ο προφορικός λόγος. στο άλλο η δόκιμη και έντεχνη γραφή. Η συγγένεια λοιπόν της ποίησης με τον προφορικό λόγο ελέγχεται, κατά τη γνώμη μου, σε πολλά επίπεδα:

1) Ο προφορικός λόγος στηρίζεται εξ ολοκλήρου στην εκφορά και στην ακρόαση. τούτο, μερικώς τουλάχιστον, ισχύει και για την ποίηση, προπαντός όταν διδάσκεται σε σχολικό περιβάλλον.

2) Ο προφορικός μας λόγος (ο κοινός και καθημερινός) είναι εξ ορισμού ολιστικός, αναφέρεται δηλαδή αδιακρίτως σε όλα τα θέματα που μας απασχολούν και ανταποκρίνεται σε κάθε λογής ερεθίσματα. ολιστικός όμως είναι και ο ποιητικός λόγος, ο οποίος θεματικά δεν περιορίζεται από απαγορευτικές εντολές, όπως συμβαίνει λ.χ. με τον επιστημονικό λόγο.

3) Ο προφορικός λόγος είναι κατά κανόνα ενστικτώδης και συναισθηματικός. σε τούτο το σημείο πλησιάζει πολύ την ποίηση, όπου ακόμη και οι ιδέες συναισθηματοποιούνται.

4) Τέλος, ο προφορικός λόγος, επικουρούμενος και από σωματικές κινήσεις, ενέχει ένα είδος ρυθμού, που τον συνέχει και τον χρωματίζει, εμπεριέχει δηλαδή την ανάσα του. αναλόγως και στην ποίηση υπόκειται (πέρα από τον εξωτερικό, μετρικό ρυθμό) και μια εσωτερική αναπνοή, που την ρυθμίζει ποικιλοτρόπως…

Προχωρώ τώρα στη συνάφεια της ποίησης με τον άλλο πόλο της, την ασκημένη γραφή. Στην οποία το ποίημα δεν οφείλει μόνο τη συνεχώς εξελισσόμενη ρητορική του αλλά και την ανάδειξη της κρυφής του ουσίας. Γιατί, μέσω κυρίως της βασανισμένης και βασανιστικής γραφής, αποκαλύπτεται το βιογλωσσικό υπόστρωμα της ποίησης. Σ’ αυτό το αδιαχώριστο πλέγμα βιώματος και γλώσσας καταδύεται το γραφόμενο ποίημα και αυτό ανασύρει με την ανάδυσή του το γραμμένο ποίημα. Κατάδυση και ανάδυση ελέγχουν την εμπράγματη αμηχανία της γλώσσας να καλύψει εξ ολοκλήρου το συμπλεκόμενο κάθε φορά βίωμά της. Η γραφή επομένως, υποψιασμένη για τα όρια της γλώσσας, τη δοκιμάζει και την εξαντλεί μέχρι εσχάτων. Σ’ αυτή τη δοκιμασία οφείλονται οι βασικές τουλάχιστον αποκλίσεις της ποιητικής γραφής από τον κοινόχρηστο λόγο: γραμματικές, συντακτικές, σημασιολογικές, υφολογικές, συνειρμικές. Συνάμα η ποιητική γραφή, ανασύροντας το βιογλωσσικό υπόστρωμα, ανεβάζει στην επιφάνεια και τη σιωπή του ως εκτόπισμα του λόγου.

Πόρισμα, πρόχειρο έστω και σχηματικό: μέσα στο συνολικό σύστημα της γλωσσικής μας έκφρασης η ποίηση ελέγχεται συγχρόνως κεντρομόλος και φυγόκεντρη. Η κεντρομόλος λειτουργία της εξασφαλίζεται από τη συνάφειά της με τον προφορικό λόγο. η φυγόκεντρη από τη συνάφειά της με τη γραφή. Η οποία, βασανίζοντας τον προφορικό λόγο, κατά κάποιον τρόπο τον ενταφιάζει, όπως πολύ νωρίς το υποπτεύθηκε ο Πλάτων και το επιβεβαιώνουν οι υποψιασμένοι ποιητές και κριτικοί στις μέρες μας. Πρόκειται βέβαια για εντάφια τελετή της γλώσσας, με την οποία αναδεικνύονται το σήμα και το σώμα της –η χρυσή της προσωπίδα, για να θυμηθώ ακόμη μια φορά τον Σεφέρη…».

5

Θεωρώ όμως επιβεβλημένο να ωθήσω αυτό το κείμενο προς την πλατωνική μεταφυσική, εμβαθύνοντας στο δέκατο βιβλίο, όπου η ποίηση παρουσιάζεται ως μίμηση. Μίμηση της φύσεως. Ο Πλάτωνας προτρέπει να μην την αποδεχόμαστε για το μιμητικό μέρος της. Ισχυρίζεται ότι ικανοποιεί το κατώτερο μέρος της ψυχής, και τρέφει και αναζωογονεί χυδαίες συγκινήσεις, που θα έπρεπε να τις αφήνουμε να σβήνουν.

Ο ποιητής κατά τον Πλάτωνα κατασκευάζει ποταπά πράγματα σε σχέση με την αλήθεια και συμφύρεται με το κατώτερο μέρος της ψυχής και όχι με το ανώτερο εξομοιούμενος με αυτή. Για αυτό και γράφει: «είμαστε δικαιολογημένοι που δεν θα τον δεχτούμε στην πόλη που πρόκειται να κυβερνηθεί με ευνομία, γιατί ξεσηκώνει και συντηρεί αυτό το μέρος της ψυχής, και κάνοντάς το δυνατό, καταστρέφει το λογιστικό της μέρος, όπως μέσα στην πόλη, όταν κάποιος ισχυροποιώντας τους φαύλους, τους παραδίδει την πόλη, εξοντώνοντας τους πιο σωστούς˙ το ίδιο θα πούμε τώρα και για τον μιμητικό ποιητή, πως βάζει μέσα στην ψυχή του καθενός ένα φαύλο πολίτευμα, επειδή χαρίζεται στο άφρον μέρος της, το οποίο δεν είναι σε θέση να διακρίνει ούτε τα σπουδαία ούτε τ’ ασήμαντα, αλλά τα ίδια πράγματα άλλοτε τα θεωρεί σπουδαία και άλλοτε ασήμαντα, δημιουργώντας είδωλα και ξεφεύγοντας από την αλήθεια…». Καταλήγει λοιπόν ενδιαφέρον πως η ποίηση κατά τον Πλάτωνα σχετίζεται μ’ εκείνο το μέρος της ψυχής που θα το ονομάζαμε κέντρο των αρνητικών συγκινήσεων και απομακρύνει από τον στόχο τους πολίτες της ιδανικής πολιτείας, τους απομακρύνει από την κατάκτηση της αλήθειας.

Η όλη θεωρία των επιπέδων της ψυχής και περί της ύπαρξης ενός κατώτερου είδους ψυχής ή μιας κατώτερης ψυχής, η επιπλέον σύνδεση της ψυχής με τις κατώτερες συγκινήσεις, μου φέρνει στο νου την ύπαρξη ενός άλλου μεταφυσικού συστήματος ερμηνείας του κόσμου, αυτού της Εβραϊκής Καμπάλα, στο οποίο εντρύφησα από νέος μελετώντας το Σεφέρ Γιετζιρά, τα Εβραϊκά κείμενα, τους καμπαλιστές και τη Μυστική Δοξασία της Μπλαβάτσκι.

Μολονότι γνωρίζω ότι μια τέτοια προσέγγιση κινδυνεύει να θεωρηθεί ως απαρχή μιας μυστικής (μυστικιστικής) θεωρίας για την ποίηση, εντούτοις θα τολμήσω να συνδέσω τη μεταφυσική φιλοσοφία του Πλάτωνα και το Καββαλιστικό σύστημα. Στην Καββάλα (Καμπάλα), το Δέντρο της Ζωής αποτελείται από ένα σύστημα δέκα σφαιρών, τα δέκα σεφιρότ. Από την κορυφή, δηλαδή από το πρώτο σεφιρότ που ονομάζεται Κέτερ έως το δέκατο που ονομάζεται Μαλκούτ και συμβολίζει τον εκδηλωμένο κόσμο, ξεδιπλώνεται η ακτίνα της εκδήλωσης του κόσμου. Η ένατη σφαίρα του Δέντρου της Ζωής, ονομάζεται Γιεσόδ και αποδίδει τη σφαίρα εκείνης της παράξενης ουσίας που μοιάζει τόσο με τη νοητική, όσο και με την υλική και ονομάζεται είτε Αιθέρας των Σοφών, είτε Ακάσα, είτε Αστρικό φως ή το Συλλογικό Ασυνείδητο του Καρλ Γιουνγκ.

Το σεφιρότ Γιεσόδ είναι ο μοναδικός και άμεσος μεταβιβαστής των εκπορεύσεων και το φίλτρο πόλωσης της ακτίνας εκδήλωσης από την πηγή του Αιώνιου, του Αληθινού, του Ανεκδήλωτου. Είναι το σημείο όπου σύμφωνα με το Σεφέρ Γιετζιρά πραγματοποιούνται όλοι οι χειρισμοί που σχεδιάζονται για την επιδιόρθωση του φυσικού κόσμου. Περαιτέρω αναφέρω πληροφοριακά πως το Γιεσόδ στον εσωτερισμό ονομάζεται ως η Σφαίρα της πλάνης και είναι η αντίστοιχη Μάγια των Βουδιστών ( η Μάγια του Έρμαν Έσσε) ή το ασυνείδητο της ψυχολογίας.

Στο βιβλίο του Μπεν Σιμόν Χαλεβί «Ο Δρόμος της Καμπάλα», οι ενδιαφερόμενοι που θέλουν να εντρυφήσουν στη μεταφυσική του Δέντρου της Ζωής, όταν μελετούν το σεφιρότ της Γιεσόδ προβαίνουν στην εξής πρακτική: «Κάθε μέλος της ομάδας φέρνει ένα αντικείμενο, ίσως ένα ποίημα, ή και μια ιδέα ακόμη. Ένας παρουσιάζει μια φωτογραφία του εαυτού του με τα ρούχα και τα αντικείμενα που προτιμά. Αυτή η φωτογραφία αποτελεί τη γιεσοδική εικόνα του εαυτού του. Ένας άλλος φέρνει ένα έντυπο ηλεκτρονικού υπολογιστή και εξηγεί, ότι μια από τις λειτουργίες της Γιεσόδ είναι να ενεργεί σαν μια οθόνη πάνω στην οποία προβάλλονται οι εισροές που έρχονται από τις ανώτερες σεφιρότ. Ένας τρίτος μιμείται τις χειρονομίες ενός θυμωμένου και ενός ευχαριστημένου ανθρώπου, για να δείξει πως η Γιεσόδ αντανακλά την εσωτερική κατάσταση του ατόμου. Και τέλος, ένας άλλος υποψήφιος διηγείται μια ιστορία γεμάτη ρητορικά σχήματα και κρατά όλη την ομάδα γοητευμένη, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι η ικανότητα αυτή μπορεί να είναι μια δύναμη και μια αδυναμία της Γιεσόδ».

Μελετώντας αναλυτικά τις παραπάνω οδηγίες απομονώνουμε τα εξής: ποίημα, εικόνα του εαυτού, εισροές, μίμηση, ρητορεία, γοητεία. Αντιπαραβάλλοντας, είναι δυνατό να εξάγει ο καθένας από εσάς τα συμπεράσματά του.

Ο καθρέφτης του σεφιρότ Γιεσόδ ονομάζεται αλλιώς ως μη λαμπερός καθρέφτης, γιατί δεν αντανακλά απλά. Είναι η αντανάκλαση ενός πολύ ανώτερου κόσμου ύπαρξης, ο οποίος δεν απεικονίζεται στο Δέντρο της Ζωής και είναι απόκρυφος. Αυτός ο κόσμος συμβολίζεται με το απόκρυφο σεφιρότ της Ντάατ και περιλαμβάνει τη Γνώση, έτσι όπως την ορίζουν οι Ταλμουδιστές αλλά και οι πρώτοι Γνωστικοί. Βρίσκεται μέσα στα κοσμικά ύδατα. Ένας κόσμος δηλαδή εκδηλωμένος αλλά μη μορφοποιημένος. Είναι ο κόσμος που δημιουργείται από την ένωση της Τριάδας και αρχίζει την γονιμοποίηση του κόσμου από το Ρουάχ Ελοΐμ (Πνεύμα Θεού).

Ο Σιμόν Χαλεβί λέει ότι μπορούμε να πιστέψουμε και αυτό κάνουμε συνήθως, ότι εκείνο που φαίνεται στον καθρέφτη είναι το πραγματικό. Δεν είναι όμως έτσι. Γιατί η αντανάκλαση δεν είναι η αλήθεια. Είναι μια εναλλακτική αλήθεια ή ίσως μια εναλλακτική πραγματικότητα. Είναι η «εικονική πραγματικότητα» που αντικρίζουν οι αλυσοδεμένοι δεσμώτες του Πλατωνικού σπηλαίου. Είναι η φωτιά που καίει, η «κάστα» των ανθρώπων που μεταφέρουν τα σχήματα στο τοιχίο της σπηλιάς και εντέλει η αντανάκλαση τους πάνω στον τοίχο της σπηλιάς. Είναι μια έρημος του πραγματικού, όπως παρουσιάζεται στην κλασική μεταφορά του Baudrillard, στην οποία μια υπερπραγματική εικόνα (simulacra) διαποτίζει και κυριαρχεί την ανθρώπινη συνείδηση.

Στη μετανεωτερική εποχή του 21ου αιώνα, η «simulacra», όπως την ορίζει ο Baudrillard (Μποντριγιάρ), είναι η καθαρή προσομοίωση· δεν έχει καμία σχέση με οποιαδήποτε πραγματικότητα. Είναι σαν την αντανάκλαση κάποιου «πράγματος» χωρίς πρωτότυπο. Δεν ανήκει πλέον στην εικόνα αλλά στην προσομοίωση που τείνει συνεχώς να αυτονομηθεί από κάθε πραγματικότητα. Σύμφωνα με τον Baudrillard (Μποντιγιάρ), «η εικόνα προηγείται».

Ο φιλόσοφος κάνει έναν άμεσο συσχετισμό με τον μύθο του Borges (Μπόρχες), όπου κάποιοι χαρτογράφοι χαράσσουν έναν χάρτη με τέτοιες λεπτομέρειες ώστε καταλήγει να σκεπάσει ακριβώς την πραγματική επικράτεια της αυτοκρατορίας! Ο χάρτης ξεφτίζει ακριβώς όπως παρακμάζει και η αυτοκρατορία. Η πραγματικότητα και η αφαίρεση της (ο χάρτης) παρακμάζουν μαζί! Η simulacra είναι η δημιουργία (κατασκευή) του πραγματικού μέσω εννοιολογικών ή μυθολογικών μοντέλων, τα οποία δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα. Το μοντέλο γίνεται ο καθοριστικός παράγων της αντίληψης που αποκτούμε για το πραγματικό. Ο Baudrillard (Μποντριγιάρ), υποστηρίζει πως κάποτε το αρχικό αντικείμενο, όταν αναπαράγονταν με το χέρι ήταν αυθεντικό. Το αντικείμενο δηλαδή τίθεται ως πραγματικότητα και το αντίγραφο ως πλαστό. Βρισκόμαστε στην πρώτη φάση όπου υπάρχει μια πραγματικότητα στην όλη διαδικασία η οποία και προηγείται, αλλιώς δεν θα μπορούσε να οριστεί αντίγραφο χωρίς πρωτότυπο.

Στη δεύτερη φάση της simulacra υπάρχει η μαζική παραγωγή, όπου εικόνες και προϊόντα εντυπώνονται στο συνειδητό μας μέσα από την τηλεόραση, της ταινίες, τα ΜΜΕ. Το αυθεντικό αντικείμενο δεν υπάρχει ή μάλλον τείνει να ξεχαστεί. Το αυθεντικό δεν προηγείται πλέον του αντιγράφου. Το ένα αντίγραφο δεν είναι αυθεντικότερο ενός άλλου.

Υπάρχει όμως και μια simulacra τρίτου βαθμού. Είναι εκείνη των μοντέλων και των κωδικών. Εδώ η εικόνα προηγείται αυτού που αναπαριστά και γίνεται έτσι κάτι παραπάνω από πραγματική ή αλλιώς γίνεται υπερπραγματική.

Καταλήγει ενδιαφέρον να σκεφτούμε όλες αυτές τις διαφημίσεις των προϊόντων, οι οποίες μας δείχνουν το προϊόν μέσα από την υπερπραγματικότητα. Έτσι η Χ βότκα στην τηλεοπτική οθόνη, αποκτά ιδιότητες κοίλου κατόπτρου φανερώνοντας έναν κόσμο που αντανακλάται και είναι ολωσδιόλου κάτι περισσότερο από τον πραγματικό. Και τι γίνεται άραγε αν σκεφτούμε και την αποκωδικοποίηση του DNA

Ο τρίτος βαθμός simulacra είναι ένας κόσμος μιας μεταμοντέρνας πραγματικότητας, μιας πραγματικότητας matrix, η οποία αν και απέχει πολύ από τη θεωρητική προσέγγιση με όρους της μεταφυσικής, εντούτοις από τη φύση της είναι η πιο μεταφυσική αντίληψη της ζωής στη διάνοια του ανθρώπου. Ένας κόσμος συλλογικού ονείρου, σαφώς ψεύτικος, ο οποίος μας κρατά δέσμιους μέσα στην πλατωνική σπηλιά.

Στον τοίχο της πλατωνικής σπηλιάς ο δεσμώτης-άνθρωπος (η δέσμια ανθρωπότητα) βιώνει την εικονική πραγματικότητα ενός συλλογικού ονείρου. Ποιοι είναι όμως εκείνοι οι άνθρωποι, οι οποίοι βρίσκονται σε κάποιο ανώτερο επίπεδο συνειδησιακά από τους δεσμώτες και οι οποίοι είναι επιφορτισμένοι να μεταφέρουν τα κάθε είδους αντικείμενα, που προεξέχουν από το τοιχίο και όπως λέει και ο ίδιος ο Σωκράτης στον πλατωνικό διάλογο: «και, όπως είναι φυσικό, από αυτούς που τα μεταφέρουν άλλοι μιλούν και άλλοι μένουν σιωπηλοί»; Πώς μπορεί να υπάρχει ένα επίπεδο ανθρώπων «αφυπνισμένων», οι οποίοι είναι επιφορτισμένοι να συντηρούν την εικονική πραγματικότητα της σπηλιάς, μια προσομοίωση.

Ο Baudrillard (Μποντριγιάρ) υποστηρίζει πως η προσομοίωση είναι «ένα αντίγραφο χωρίς πρωτότυπο», «μια μίμηση από κάτι που δεν είναι αληθινό».

7

Ο ποιητής στην Πλατωνική πολιτεία αναφέρεται καθώς προείπα ως μιμητής. Ο Πλάτωνας αναφέροντας στο διάλογο την περίπτωση ενός ζωγράφου ο οποίος ζωγραφίζει ένα κρεβάτι λέει ότι ο Θεός δημιουργεί την αρχέτυπη Μορφή ή Ιδέα του κρεβατιού. Σύμφωνα με την Iris Murdoch: «αυτό είναι ένα αφελές επιχείρημα˙ πουθενά αλλού ο Πλάτων δεν ισχυρίζεται ότι ο Θεός δημιουργεί τις Μορφές, οι οποίες είναι αιώνιες». Στη συνέχεια υπάρχει η τριπλή μετατόπιση από την Ιδέα στο παράδειγμα του κρεβατιού. Ο ξυλουργός κατασκευάζει το κρεβάτι πάνω στο οποίο κοιμόμαστε και ο ζωγράφος το αντιγράφει από μια οπτική γωνία. Η τέχνη, αφελώς ή συνειδητά, αποδέχεται τα φαινόμενα αντί ν’ αναρωτιέται γι’ αυτά, σύμφωνα με τον Πλάτωνα. Η τέχνη ή η μίμηση μπορούν ν’ απορριφθούν σαν «παιγνίδι», όταν όμως οι καλλιτέχνες μιμούνται το κακό, προστίθενται στο σύνολο της κακίας του κόσμου. Οι καλλιτέχνες ενδιαφέρονται για το χυδαίο και το σύνθετο, κι όχι για το απλό και το καλό. Πείθουν έτσι το καλύτερο μέρος της ψυχής να χαλαρώσει την προσοχή του. Έτσι, οι εικόνες κακοήθειας και υπερβολής μπορούν να οδηγήσουν ακόμη και τους καλούς ανθρώπους να εντρυφήσουν μυστικά μέσω της τέχνης σε αισθήματα που θα ντρέπονταν να εκφράσουν στην πραγματική ζωή. Η τέχνη εκφράζει και ικανοποιεί κατά τον Πλάτωνα το κατώτερο μέρος της ψυχής.

Η Σεφέρ Γιετζιρά τοποθετεί την ψυχή στο σεφιρότ Γιεσόδ και πιο συγκεκριμένα την ονομάζει θεμέλιο της ψυχής. Είναι το ίδιο ακριβώς σημείο όπου εδρεύει η πλατωνική ψυχή. Οι εσωτεριστές, οι καμπαλιστές και οι αποκρυφιστές μιλούν για δίπολο της Γιεσόδ, για ανώτερη και κατώτερη. Η ανώτερη είναι ένας παραδείσιος δρόμος, ενώ η κατώτερη ο πρόδομος της κόλασης, ο όρχος, σφαίρα επιρροής της πλάνης και των κατώτερων συγκινήσεων. Ο κόσμος της Γιεσόδ είναι ο πυρήνας κατάλυσης του matrix, δηλαδή του κόσμου της Μαλκούτ, του εκδηλωμένου κόσμου. Ο μη λαμπερός καθρέφτης αντανακλά το είδωλο της Ντάατ, της σφαίρας της Γνώσης, η οποία υπενθυμίζουμε ότι είναι απόκρυφη. Η Γιεσόδ είναι μια simulacra ολόκληρης της Δημιουργίας. Οι ποιητές είναι το χέρι αντιγραφής της simulacra και γνωρίζουν πολύ καλά ότι είναι εγκλωβισμένοι μέσα σ’ ένα συλλογικό όνειρο. Αυτό γράφουν και αυτό μεταδίδουν.

Ο μιμητικός ποιητής είναι επικίνδυνος για τον Πλάτωνα, είναι μια σύγχρονη μεταφορά του Νίο (Neo), αυτού του μεσσιανικού χαρακτήρα της κινηματογραφικής τριλογίας Matrix. Το ολόγραμμα της ουτοπικής πολιτείας του «Αρχιτέκτονα» Πλάτωνα κινδυνεύει να καταρρεύσει από τον ποιητή. Είναι ο μοναδικός που έχει τη δυνατότητα διαφυγής από την σπηλιά, χωρίς ν’ ακολουθήσει τον επίπονο δρόμο προς την θέαση των καθαρών μορφών. Ο ποιητής μπορεί να εισέρχεται όποτε θέλει στον κόσμο της Γιεσόδ, στον κόσμο της πλάνης και του ονείρου, στη simulacra της σφαίρας της Γνώσης, γιατί έχει συνειδητοποιήσει την προσομοίωση, το συλλογικό όνειρο. Όπως ακριβώς στο Matrix που οποιαδήποτε απαιτούμενη γνώση, πληροφορία ή εκπαίδευση μπορεί απλώς να «φορτωθεί» (loading) κατ’ ευθείαν μέσα στο συνειδητό τους με τη βοήθεια του υπολογιστή του σκάφους τους, του Ναβουχοδονόσορα, ο ποιητής κατεβάζει αυτές τις πληροφορίες (downloading) και τις μεταφέρει ως αντίγραφα στον κόσμο, τα οποία όμως ανήκουν σε προσομοίωση πρώτης φάσης (το αντικείμενο δηλαδή τίθεται ως πραγματικότητα και το αντίγραφο ως πλαστό. Υπάρχει μια πραγματικότητα στην όλη διαδικασία η οποία και προηγείται). Οι πάμπολλοι Σμιθ που στο Matrix απoτελούν προβολές υψηλού επιπέδου Τεχνητής Νοημοσύνης δεν είναι τίποτα άλλο από την κάστα των ανθρώπων που μεταφέρουν τα σχήματα πάνω στο τοιχίο της πλατωνικής σπηλιάς και διατηρούν τον έλεγχο της εικονικής πραγματικότητας.

Σε αυτό το σημείο είναι αναγκαίο να προσδιορίσω από τη μια, τη θέση του αναγνώστη αυτού του κειμένου εντός του πλατωνικού σπηλαίου, ως δεσμώτη. Από την άλλη και ο ποιητής είναι κι αυτός εντός, δεσμώτης, συνδεσμώτης. Όμως ο ποιητής μάχεται τις προβολές του υψηλού επιπέδου Τεχνητής Νοημοσύνης, την κάστα των ανθρώπων που συντηρούν την πλάνη της σπηλιάς, μεταφέροντας τις προσομοιώσεις του και ταυτόχρονα θυσιάζεται για ν’ απελευθερώσει τους δεσμώτες που ανθίστανται. Ο ποιητής παρόλο που ανήκει στους δεσμώτες, έχει τη θεία χάρη να συνδιαλέγεται με την κατώτερη ψυχή. Η πείρα αυτής της κατάστασης του επιτρέπει να έχει εποπτεία της πλάνης, της Μάγια. Γνωρίζει ότι αυτό δεν είναι η αντικειμενική αλήθεια αλλά η εικόνα που επικαλύπτει την πραγματικότητα, είναι δηλαδή μια simulacra τρίτου βαθμού και βέβαια τότε ανασηκώνει τον χάρτη που έχει επικαλύψει την επικράτεια του Μπόρχες, ακυρώνοντας θεολογικά τη δημιουργία και τοποθετώντας την πηγή του αγαθού εντός του και εντός του ανθρώπου ως μια επάλληλη διάσταση και όχι ως παράλληλη και ανώτερη.

Η διαδικασία της αφύπνισης είναι μια επίπονη διαδικασία για τον δεσμώτη -ποιητή που απελευθερώνεται. Τα μάτια του πονάνε από το φως. Στην αρχή δεν διακρίνει καθαρά, αλλά όσο περισσότερο προχωρά – καθ’ ουσία δεν προχωρά μόνος, αλλά κάποιος τον σέρνει (εντεύθεν έλκοι τις αυτόν βία) – προς το φως διακρίνει τις σκιές καλύτερα κι ύστερα τις αντανακλάσεις των ανθρώπων και των αντικειμένων πάνω στα νερά (εν τοις ύδασι). Εκεί εδράζεται η κατώτερη ψυχή, στα νερά της πλάνης. Αν λόγω της εμπειρίας που αποκτά ο ποιητής προχωρήσει και αντικρίσει τ’ αντικείμενα καθαυτά, στη συνέχεια θα μπορέσει ν’ αντικρίσει τα αστέρια και τον ουρανό ευκολότερα παρά στη διάρκεια της ημέρας, τον ήλιο και το ηλιόφως. Τότε βρίσκεται στο στάδιο της ανώτερης ψυχής, η οποία χαρίζει ελευθερία και ομοιάζει με κάποιου παραδείσια και ευδαίμονα κατάσταση. Ακόμα περισσότερο, αν θα μπορέσει να δει τον ήλιο καθαυτό και όχι τις αντανακλάσεις του ήλιου πάνω στο νερό, συνειδητοποιώντας την ύπαρξη της θείας πηγής, της εκπόρευσης του κόσμου, αντικρίζει κατάματα την σφαίρα της Ντάατ και απελευθερώνεται από το Matrix.

Υπενθυμίζω ότι τα νερά του πλατωνικού διαλόγου δεν είναι άλλο από την αντανάκλαση του κοσμικού ύδατος όπου επεφέρετο το Ρουάχ Ελοΐμ, το πνεύμα θεού. Ο μη λαμπερός καθρέφτης της Γιεσόδ είναι η θέαση των σκιών, η πλάνη, η μάγια του Βουδισμού. Ο ποιητής καταφέρνει να φθάνει μέχρι εκεί. Ο πόνος της συνειδητοποίησης και το φως που αρχίζει να πέφτει στα μάτια του, δημιουργεί τον πόνο του ποιητή και τον διαχωρίζει. Αν καταφέρει να ξεπεράσει τον πόνο και την έκπληξη του διαχωρισμού του, τότε αρχίζει να κατανοεί την ενότητα, την ολότητα μέχρι να φθάσει στην θέαση της πηγής του αγαθού.

Όλα τα παραπάνω είναι τα στάδια της πλατωνικής ψυχής μέχρι τον διανοητικό κόσμο. Η απαλλαγή από τον κόσμο των σκιών είναι μια επίπονη διαδικασία. Αν κάποιος καταφέρει ν’ ανεβεί την Ιώβεια κλίμακα της απελευθέρωσης, θα γυρίσει ως ελευθερωτής στον κόσμο της σκιάς. Όμως τα μάτια του ακόμα ασυνήθιστα στο σκοτάδι της σπηλιάς που τον περικυκλώνει θα τον γελοιοποιήσουν. Οι δεσμώτες θα τον περιγελάσουν, θα του επιτεθούν λέγοντάς του πως ανέβηκε πάνω και επέστρεψε χωρίς τα μάτια του και θα προτιμήσουν να παραμείνουν στην σκιά. Αν αυτός προσπαθήσει να απελευθερώσει κάποιον άλλο, τότε αυτοί θα του επιτεθούν και θα τον καταδικάσουν σε θάνατο. Εδώ ας αντιπαραβάλλουμε την τυφλότητα του Ομήρου. Ο Όμηρος απελευθερώθηκε αντικρίζοντας την πηγή του αγαθού. Αισθάνθηκε την μεγάλη αγάπη για την ανθρωπότητα και η κάθοδός του φάνηκε στους δεσμώτες σαν το ταξίδι που ο ποιητής έχασε τα μάτια του. Η τυφλότητα του Ομήρου είναι συμβολική, γιατί καταδεικνύει ακριβώς την κάθοδό του στο σκοτάδι της σπηλιάς. O ποιητής είναι τυφλός για τους ανθρώπους-δεσμώτες και η αγάπη του για τον άνθρωπο εκφράζεται με την επιλογή του να γυρίσει στην σπηλιά για ν’ αφυπνίσει. Ο Πλάτωνας σ’ αυτό το σημείο κάνει ακριβή αναφορά στον στίχο 489 της λ΄ (νέκυιας) ραψωδίας της Οδύσσειας λέγοντας: «επάρουρον εόντα θητευέμεν άλλω ανδρί παρ’ ακλήρω» (Καλύτερα θνητός στη γη κι ας δούλευα σ’ ανθρώπου δίχως βιος).

Θα αντιπαραβάλω αυτόν τον μεσσιανικό ποιητή με τον Χέλντερλιν, έτσι όπως τον ανέγνωσε ο Heidegger. Ο φιλόσοφος μιλώντας για την ποίηση του Χέλντερλιν αναγνωρίζει τον μεσσιανικό του χαρακτήρα και κρίνει τον ποιητή και την ποίησή του ως τέτοια αναφέροντας:

«Είμαστε ακόμη της γνώμης, πως ο Χέλντερλιν ενεπλάκη σε ένα κενό και υπερβατικό αυτοκατοπτρισμό από έλλειψη κοσμικής πληρότητας; Ή αναγνωρίζουμε πως αυτός ο ποιητής στο θεμέλιο και στο μέσον του Είναι στοχάζεται ποιητικά από μια υπέρμετρη ορμή; Για τον ίδιο τον ποιητή ισχύει η ρήση από το όψιμο ποίημά του «Στο εράσμιο γαλάζιο…» για τον Οιδίποδα:

«Ο βασιλιάς Οιδίποδας έχει ένα

Μάτι περισσότερο ίσως»

Ο Χέλντερλιν υμνεί την ουσία της ποίησης – όχι όμως με τη σημασία μιας άχρονα έγκυρης έννοιας. Αυτή η ουσία της ποίησης ανήκει σε μια συγκεκριμένη εποχή…Παρά στον βαθμό που ο Χέλντερλιν στερεώνει εκ νέου την ουσία της ποίησης, καθορίζει πρώτα μια νέα εποχή. Είναι η εποχή των θεών που έφυγαν και του ερχόμενου Θεού. Αυτή είναι η πενιχρή εποχή, γιατί βρίσκεται σε μια διπλή έλλειψη και διπλό μηδέν: στο όχι πλέον των θεών που έφυγαν και στο όχι ακόμη του ερχόμενου…

…Ισχνοί είναι οι καιροί, και για τούτο τόσο πλούσιος ο ποιητής τους – τόσο πλούσιος, που συχνά στην ανάμνηση των συντελεσμένων και σ’ αυτή τη φαινομενική κενότητα θέλει μόνο να κοιμηθεί. Όμως αντιστέκεται στο Μηδέν αυτής της νύχτας. Στην οποία ο ποιητής στην έσχατη μόνωση παραμένει στον προορισμό του εις εαυτόν, εξασφαλίζει αντιπροσωπεύοντας, και για τούτο αληθινά, στο λαό του την Αλήθεια.

«Όμως φίλε! Ερχόμαστε πολύ αργά. Βέβαια ζουν οι θεοί,

Όμως πάνω από το κεφάλι εκεί ψηλά σ’ άλλον κόσμο.

Ατελεύτητα ενεργούν εκεί και φαίνεται λίγο να προσέχουν,

Εάν εμείς ζούμε, τόσο πολύ διαφυλάττουν οι ουράνιοι εμάς.

Κι αυτό γιατί πάντα δεν μπορεί ένα σκεύος ασθενές να τους χωρέσει,

Κατά καιρούς μόνο αντέχει θεϊκή πληρότητα ο άνθρωπος.

Όνειρο είναι εκεί πάνω η ζωή. Αλλά η πλάνη

Βοηθά όπως ο ύπνος και δύναμη δίνει η ανάγκη και η νύχτα,

Έως ότου μεγαλώσουν ήρωες αρκετοί στο χάλκινο λίκνο,

Καρδιές δυνατές, όπως άλλοτε, είναι με τους Ουράνιους ίδιοι.

Βροντώντας έρχονται από ψηλά. Ωστόσο συχνά μου φαίνεται

Πώς είναι καλύτερο να κοιμηθείς παρά έτσι να είσαι δίχως σύντροφο,

Έτσι να επιμένεις και τι να κάνεις ωστόσο και τι να πεις,

Δεν ξέρω και ποιητής προς τι σ’ έναν μικρόψυχο καιρό;

Αλλά είναι, λες, όπως του θεού της Αμπέλου ιεροί ιερείς,

Που μέσα στην άγια νύχτα διάβηκαν από χώρα σε χώρα.»

Βέβαια, δεν είναι όλοι οι ποιητές μεσσιανικοί χαρακτήρες, αφού στην πραγματικότητα δεν είναι όλοι οι ποιητές, αληθινοί ποιητές˙ κι ας κινδυνεύω να θεωρηθώ αφοριστικός για το πλήθος τους ή βαθιά μυστικιστής – αν και σύμφωνα με τον Νοβάλις: «Η διαίσθηση για την ποίηση έχει άμεση συσχέτιση και πολλά κοινά με τη διαίσθηση στο μυστικισμό. Είναι η διαίσθηση για το μοναδικό, το προσωπικό, το άγνωστο, το κρυφό, καταμαρτυρώντας το απαραίτητο γεφύρωμα. Παριστά το μη παριστάμενο».

Πραγματικά δεν ήταν καθόλου τέτοια η επιδίωξη μου. Η μοναδική μου επιδίωξη ήταν να κατανοήσω γιατί η ποίηση εξορίζεται από τις ευνομούμενες δημοκρατίες μας και γιατί ο ποιητής εξορίζεται από την πολιτεία; Γιατί ο Πλάτωνας κρατά για το τελευταίο βιβλίο της Πολιτείας το λόγο περί τέχνης και πλέκει στο ίδιο βιβλίο το μεταφυσικό δόγμα του κόσμου του στο μύθο του Ηρός; Τι συμβολίζει αν όχι το Γιεσόδ, τη simulacra της Ντάατ (Γνώσης), το σημείο της γης που υπάρχουν δυο χάσματα αντικριστά το ένα μετά το άλλο και στον ουρανό άλλα δυο πάλι προς τα πάνω; Το πεδίο της Λήθης και ο ποταμός Αμέλητας που το νερό του κανένα αγγείο δεν μπορεί να κρατήσει; Ποιος είναι τέλος πάντων ο εχθρός του ποιητή ή για ποιόν είναι εχθρός ο ποιητής;

8

Πιστεύω ότι προσχώρησα σε μια ποιητική μεταφυσική, η οποία αναδρομικά γεννήθηκε από την ανάγκη μου να τοποθετηθώ όχι στον αληθινό κόσμο – δυνάμει αναγνώστης- αλλά περισσότερο να επεξηγήσω τον εγκιβωτισμό μου από τα όντα που συντροφεύουν τον ποιητή στα βαθιά του μεσάνυχτα – δυνάμει ποιητής.

Ο αληθινός ποιητής είναι τυφλός και εξόριστος. Τι σημαίνει αληθινός ποιητής; Είναι ο ποιητής του ποιητή, όπως βαφτίζει ο Heidegger τον Χέλντερλιν; Ο Χέλντερλιν σε μια επιστολή προς τη μητέρα του τον Ιανουάριο του 1799 ονομάζει το ποιείν «αυτό το αθωότατο όλων των επιτηδευμάτων».

Ο Heidegger συσχετίζει άμεσα τη γλώσσα ως «το αθωότατο όλων των επιτηδευμάτων». Αλλά βέβαια όπως ο ίδιος λέει: «ενόσω παίρνουμε την ποίηση σαν το «αθωότατο όλων των επιτηδευμάτων», δεν έχουμε κατανοήσει ακόμη την ουσία της». Ο φιλόσοφος παραθέτοντας ένα σχεδίασμα του Χέλντερλιν καταφέρνει να συνθέσει μια αντίθεση που έχει σχέση με τη γλώσσα και εκεί ο ποιητής την παριστάνει ως το «επικινδυνότατο των αγαθών». Έτσι αυτό που χωρίς την κατανόηση της ουσίας της ποίησης φαντάζει ως παιγνίδι, ως το αθωότατο, γίνεται ξαφνικά επικινδυνότατο αγαθό.

Σύμφωνα με τον Heidegger είναι: «ο κίνδυνος όλων των κινδύνων, γιατί πρώτιστα δημιουργεί τη δυνατότητα ενός κινδύνου. Κίνδυνος είναι η απειλή του Είναι από το ον. Τώρα όμως ο άνθρωπος δυνάμει της γλώσσας εκτεθειμένος καθόλου σε μια αποκάλυψη, που ως ον παρενοχλεί και βάλει τον άνθρωπο στο Dasein (εδώ υπάρχειν ή Ώδε είναι) του και ως μη ον τον εξαπατά και τον απογοητεύει. Η γλώσσα δημιουργεί πρώτα ανοικτή περιοχή απειλής του Είναι και της σύγχυσης και κατά συνέπεια την δυνατότητα απώλειας του Είναι».

Συμπερασματικά το ποιείν σύμφωνα με τον Heidegger είναι το πρωταρχικό ονομάζειν των θεών. Και η γλώσσα του ποιητή (και όχι ο ποιητής, αφού φοβούμαι πως αν τον αναφέρω ως υποκείμενο είναι δυνατό να διαπράττω ύβρη) στο ιδεολογικό κατασκεύασμα του δημιουργού-ποιητή, είτε μιλούμε για την πλατωνική πολιτεία, είτε για μια προσομοίωση μοντέλων και κωδίκων, όπου η εικόνα προηγείται αυτού που αναπαριστά και γίνεται έτσι κάτι παραπάνω από πραγματική ή υπερπραγματική, είτε για μια Matrix κατασκευή, γίνεται ο ποιητής του ποιητή, αποκρυπτογραφώντας το μυστικό της δημιουργίας, διαπερνώντας την μεμβράνη, αποκαλύπτοντας τον χάρτη που έχει καλύψει την επιφάνεια της αυτοκρατορίας, καταργώντας την ενδογενή αυτοαναφορικότητα που δίδει την ατομικότητα και χαρακτηρίζει το υποκείμενο. Ο ποιητής δεν κάνει τίποτα άλλο από το ν’ ανασηκώνει το πέπλο της Ίσιδας, πραγματοποιώντας υπέρβαση της συνείδησης και με αυτόν τον τρόπο καταφέρνει να προσπεράσει το Υπερβατικό Εγώ και βέβαια τον υποκειμενισμό, κατανοώντας το Dasein μέσα από την ξεδίπλωση του όντος έξω από τον εαυτό του, ως Existenz.

Ο «ποιητής του ποιητή» μπορεί να συσχετιστεί με τον «ισχυρό ποιητή» του Bloom (1973), έτσι όπως περιγράφεται μέσα στο βιβλίο του «Η αγωνία της επίδρασης». Ο Bloom στην εισαγωγή του λέει ότι προσφέρει μια θεωρία για την ποίηση με στόχο διορθωτικό, ώστε να απεξιδανικεύσει τις κρατούσες εκδοχές για το πώς ένας ποιητής συμβάλλει στη διαμόρφωση ενός άλλου και θέτει άλλον έναν στόχο, αυτόν του να προσφέρει μια ποιητική που θα προωθήσει μια πιο επαρκή κριτική.

Ο Bloom άμεσα καθορίζει τι τον ενδιαφέρει. Θα σας παραθέσω ό,τι λέει ακριβώς: «Με ενδιαφέρουν μόνο οι μείζονες μορφές, ισχυροί ποιητές, επίμονοι στην πάλη τους με τους δυνατούς προδρόμους, ακόμη και μέχρι θανάτου. Λιγότερο δυνατά ταλέντα εξιδανικεύουν˙ μορφές με ισχυρή φαντασία οικειοποιούνται για τον εαυτό τους. Τίποτα ωστόσο δεν αποκτάται χωρίς αντίτιμο και η οικειοποίηση προς ίδιον όφελος συνεπάγεται την ανείπωτη αγωνία της οφειλής, γιατί ποιος δυνατός δημιουργός επιζητεί την επίγνωση ότι απέτυχε να δημιουργήσει τον εαυτό του;».

Και αυτό που προκαλεί εντύπωση είναι ότι ο Bloom χρησιμοποιεί τον Σατανά του Μίλτον ως αρχέτυπο του μοντέρνου ποιητή στην πιο ισχυρή του μορφή, ενώ αντίθετα γίνεται αδύναμος, όταν σκέφτεται και συγκρίνει, πάνω στο όρος Νιφατής, κι έτσι αρχίζει εκείνη τη διαδικασία της πτώσης που κορυφώνεται στον Ξανακερδισμένο Παράδεισο, τελειώνοντας σαν το αρχέτυπο του μοντέρνου κριτικού στην πιο ασθενή του μορφή… Στο ερώτημα του, γιατί αποκαλούμε τον Σατανά μοντέρνο ποιητή, ο Bloom απαντά: «Γιατί ρίχνει τη γιγάντια σκιά ενός προβλήματος στον πυρήνα του Μίλτον και του Πωπ, μια θλίψη που στον Κόλλινς και στον Γκρέη αποκαθαιρεί απομονώνοντας, όπως και στον Σμάρτ και στον Κάουπερ, για να αναδυθεί ολόκληρη και πεντακάθαρη στον Γουορντσγουώργθ, που είναι ο κατεξοχήν Μοντέρνος Ποιητής, ο καθαυτό Ποιητής… Η Μιλτονική ποίηση αρχίζει με την επίγνωση εκ μέρους μας όχι της Πτώσης αλλά του ότι πέφτουμε. Ο ποιητής είναι ο εκλεκτός μας και η συνείδηση του εκλεκτού προορισμού του εμφανίζεται σαν κατάρα˙ επαναλαμβάνω, όχι «Είμαι εκπεσών άνθρωπος», αλλά «Είμαι άνθρωπος και εκπίπτω» – ή μάλλον «Ήμουν Θεός, ήμουν Άνθρωπος (για έναν ποιητή είναι το ίδιο) και εκπίπτω από τον εαυτό μου». Όταν αυτή η συνείδηση του εγώ φτάνει στο απόλυτο κορύφωμά της, τότε ο ποιητής χτυπά στον πυθμένα της αβύσσου και με την πρόσκρουσή του αυτή δημιουργεί την Κόλαση. Λέει: «Φαίνεται ότι σταμάτησα να πέφτω˙ τώρα είμαι εκπεπτωκώς και, συνεπώς, βρίσκομαι εδώ, στην Κόλαση.».

Ο μοντέρνος ποιητής ως Σατανάς, για να χρησιμοποιήσω τον ακριβή χαρακτηρισμού του Bloom ή τελικά ο Σατανάς ή ο ποιητής «κοιτά γύρω του τον φλεγόμενο πυθμένα που πυρπόλησε το πίπτον εγώ του, βλέπει πρώτα ένα πρόσωπο που μόλις αναγνωρίζει, τον πιο καλό του φίλο, τον Βελζεβούλ ή τον ταλαντούχο ποιητή που ποτέ δεν τα κατάφερε εντελώς και που δεν πρόκειται ποτέ πια να τα καταφέρει. Και ο Σατανάς, σαν αληθινά ισχυρός ποιητής που είναι, ενδιαφέρεται για το πρόσωπο του πιο καλού του φίλου μόνο στο βαθμό που του αποκαλύπτει το δικό του πρόσωπο. Ένα τέτοιο ενδιαφέρον δεν χλευάζει ούτε τους ποιητές που ξέρουμε ούτε τον αληθινά ηρωικό Σατανά. Εάν ο Βελζεβούλ είναι τόσο τρομαγμένος, εάν δεν φαίνεται να μοιάζει και πολύ στην αληθινή μορφή που άφησε πίσω, στα ευτυχισμένα πεδία του φωτός, τότε ο ίδιος ο Σατανάς είναι ειδεχθώς δύσμορφος, καταδικασμένος, όπως ο Γουώλτερ Πέιτερ, να είναι ένας Κάλιμπαν των Γραμμάτων, παγιδευμένος σε μεγάλη φτώχεια, σε χρεία της φαντασίας, εκεί που κάποτε ήταν σχεδόν ο πλουσιότερος και δεν είχε από τίποτε σχεδόν ανάγκη. Αλλά ο Σατανάς με το επικατάρατο σθένος του ποιητή, αρνείται να πέσει σε βαριά συλλογή και αφοσιώνεται αντίθετα στο έργο του, που είναι να ανασυντάξει ό,τι απόμεινε.».

Παρόλα αυτά η δικαιολόγηση του Bloom και η άμεση συσχέτιση ότι τα ποιήματα συγκεντρώνουν ότι απόμεινε και όχι για να καθοσιώσουν ή να προτείνουν, με βρίσκει ολότελα αντίθετο. Χρησιμοποίησα όμως την παραπάνω συλλογιστική για να καταθέσω την μεταφυσική αυτή αντίληψη σε μια μεταφυσική θεωρία για την ποίηση στις απαρχές ενός τηλεματικού αιώνα.

9

Υποστήριξα κατ’ επανάληψη πως ο ποιητής είναι μεσσιανικός χαρακτήρας. Η λύτρωση που εκφέρει ο λόγος του είναι η ίδια η προμηθεϊκή φωτιά, αλλιώς το φως που φέρει ως Φωσφόρος (Εωσφόρος) πριν την πτώση και τη συντριβή του από τον Παράδεισο.

Ο Λόγος καθώς κατέρχεται αποκρυσταλλώνεται μέσα στους κόσμους της δημιουργίας ή μέσα στα συνειδησιακά επίπεδα και θα τον παρομοιάζαμε με την εκδήλωση μιας μυστικής ή απόκρυφης κοσμικής οκτάβας. Είναι η ίδια η πρωθύλη της αστροφυσικής όπου μέσα από την σωματιδιακή έρημο, περνάμε στη σούπα των κουάρκ, στα ηλεκτρόνια, στα νετρίνα, στα φωτόνια, στη Μεγάλη Έκρηξη και στην εποχή της βαρυογένεσης με σύνθεση των κουάρκ σε αδρόνια και κατόπιν στην πυρηνοσύνθεση, ώσπου το σύμπαν να γίνει διαφανές και να σχηματιστούν τα άτομα και τέλος να γεννηθούν οι γαλαξίες, οι υπερκαινοφανείς, τα πλανητικά συστήματα, η γη, κ.λ.π.

Καθώς ο ποιητής Εωσφόρος –αυτό υποστηρίζει ο Bloom κατά την αντίληψή μου- κατέρχεται την κλίμακα της δημιουργίας και εκπίπτει, διδάσκει την ξεδίπλωση του λόγου στους ανθρώπους και τους παραδίδει ακριβώς αυτό το κλειδί, δηλαδή: Εν αρχή ην ο λόγος. Ο άνθρωπος εκπεπτωκώς υποτάσσεται στον Μοναδικό Θεό, ο οποίος είναι Είναι και έτσι κτίζεται ο διαχωρισμός από το Εγώ.

Ο ποιητής ως Σατανάς (έχει αντίληψη της Μάγια και κατοικεί στην περιοχή της κατώτερης ψυχής) αποκτά την εμπειρία του πεπερασμένου, την έκφραση της γραμμικής διαστολής του χωροχρόνου που απομακρύνει την πηγή της εκδήλωσης από την ίδια την εκδηλωμένη δημιουργία. Το σύμπαν έτσι κι αλλιώς επιστημονικά μετά την Μεγάλη Έκρηξη και την πληθωριστική του κατάσταση, βρίσκεται σε μια αέναη διαστολή. (Κινδυνεύει άραγε να χυθεί στο τίποτα ή στο πουθενά από όπου ξεπετάχτηκε ως κβαντική διακύμανση με μάζα μηδαμινή και απέραντη απλότητα;)

Ο Σατανάς οικειοποιείται τον ποιητή και ο ποιητής τον Σατανά. Για τον Σατανά ο ποιητής είναι η επιβεβαίωση της ύπαρξής του μέσω της εγκαθίδρυσης της απολυταρχίας του Θεού, ενώ για τον ποιητή ο Σατανάς είναι περισσότερο ο εσωτερικός του προπονητής που ακούραστα τον γυμνάζει. Τον κατοικεί και τον πειράζει με σκοπό να τον κάμει ικανό στον οραματισμό, για να τον διαστείλει και για να τον διαχωρίσει. Η έννοια του διαχωρισμού του είναι απλή. Ο ποιητής φλέγεται διακαώς από επιθυμία να καθρεφτιστεί στο πρωταρχικό ύδωρ της δημιουργίας, έτσι ώστε να γνωρίσει τον εαυτό του. Αλίμονο η αντανάκλαση ως εικόνα στα νερά της πλάνης παράγει πάντα αρνητικό είδωλο και η επιθυμία του τον οδηγεί στον εγκλεισμό του στον κόσμο της μορφής ή συντελεί σε μια αδιαμφισβήτητη πτώση. Ως εκπεπτωκώς όμως αντιλαμβάνεται το εξωτερικό και το εσωτερικό και αναλαμβάνει την υποχρέωση να το υποκαταστήσει ως ολότητα με την εμπειρία της πτώσης του. Στην πραγματικότητα δεν συγκεντρώνει ότι απέμεινε, αλλά επαναδημιουργεί πάνω σε μια νέα βάση, προσπαθώντας να κατακτήσει τη γνώση.

Η διαστολή του ποιητή λοιπόν μοιάζει να είναι πολύ περισσότερο από μια απλή κατάρρευση των τειχών της φαντασίας. Είναι η θεία χάρη που κατείχε ως Εωσφόρος και που τον πριμοδοτεί με το χάρισμα να συνειδητοποιείται μέσα στο συλλογικό όνειρο της ανθρωπότητας επικυρώνοντας το όνειρο, κάνοντάς το υπαρκτό. Η υπερρεαλιστική εικόνα που ο ποιητής ονειρεύεται και καταγράφει είναι προϊόν συνειδητής εποπτείας σε κάποιο από τα στάδια της πλατωνικής ψυχής προς τον διανοητικό κόσμο.

O «ισχυρός ποιητής» του Bloom είναι ο «ποιητής του ποιητή» του Heidegger και είναι δαιμονισμένος. Ο δαιμονισμός εμπεριέχει την εισβολή του υπερφυσικού. Ο Bloom λέει ότι «στο δαιμονισμό η μεγεθυσμένη ποιητική συνείδηση βλέπει καθαρά διαγράμματα και επιστρέφει στην περιγραφή ό,τι είχε πρόθυμα παραχωρήσει στον οίκτο. Αυτή ωστόσο η «περιγραφή» είναι μια αναθεωρητική σταθερά, ένας δαιμονιακός οραματισμός στον οποίο το Μέγα Πρότυπο παραμένει μέγα αλλά χάνει την πρότυπη γνησιότητα του (originality), παραχωρώντας τη στον θεϊκό κόσμο, στη σφαίρα της δαιμονιακής παρουσίας, όπου τώρα έχει αναχθεί το μεγαλείο του.». Σ’ αυτό το σημείο ο Bloom επισφραγίζει την ποιητική του κριτική θεωρία με όλα τα ψήγματα του Γνωστικισμού και της Εβραϊκής Καμπάλα την οποία φαίνεται να έχει μελετήσει επαρκώς και όπως συγγραφικά αποδεικνύει την καταγράφει από το 1975 και μετά με βιβλία όπως: «Καμπάλα και Κριτική», «Πτήση στον Λούσιφερ: Μια Γνωστική Φαντασία», τα οποία ανακάλυψα κοιτώντας το βιβλιογραφικό δελτίο που παρατίθεται στην έκδοση του βιβλίου του «Η Αγωνία της Επίδρασης».

Ο Kierkegaard υποστηρίζει πως η αισθητική ερμηνεύεται ως φορά εκ των έσω προς τα έξω και μέσω αυτής ο άνθρωπος οδηγείται στον αντικειμενισμό. Στην ερώτηση «τι είναι ποιητής;» ο Kierkegaard απαντά: «Ένας δυστυχής άνθρωπος του οποίου τα χείλη είναι έτσι διασκευασμένα, ώστε ο αναστεναγμός και η κραυγή της οδύνης του να μεταβάλλονται σε ωραία μουσική, ενώ η ψυχή του στροβιλίζεται εντός του μυστικού πάθους.». Ο Kierkegaard φοβάται τον ποιητή, διότι γίνεται κατ’ ανάγκη πολύ αισθητικός: «ακριβώς όμως γι’ αυτό ο ποιητής είναι ο επικινδυνότερος όλων των ανθρώπων, διότι ο άνθρωπος περισσότερο από κάθε άλλο αγαπά τον ποιητή».

Ο αλυσοδεμένος ποιητής στο δεσμωτήριο της πλατωνικής σπηλιάς μπαίνει σε πειρασμό από τον εσωτερικό του προπονητή, τον Εωσφόρο και όντας δεσμώτης του φαινομενικού κόσμου γίνεται σε πρώτη φάση Σατανάς–Ποιητής, μια μορφή δηλαδή που ο Πλάτωνας φοβάται πολύ για το ιδεολόγημα της πολιτείας του, όπως τον φοβάται και ο Kierkegaard.

Συμπερασματικά διακρίνω τρεις διαστολικές φάσεις του ποιητικού γενομένου και τρεις κατηγορίες ποιητών τις οποίες και θα αναλύσω:

1. Η πρώτη διαστολική φάση είναι η συνειδητοποίηση της σκιάς και της πλάνης του φαινομενικού κόσμου και η πορεία του ποιητή πέρα του ορθού δρόμου, δηλαδή η εκτροπή, την οποία όμως θα την ονομάσω υπέρβαση. Ο ποιητής αυτής της κατηγορίας είναι εκπεπτωκώς ή αλλιώς Σατανάς-Ποιητής και μιμητής.

2. Η δεύτερη διαστολική φάση είναι η συνειδητοποίηση του συλλογικού ονείρου και η επικύρωση αυτού ως πλάνη. Ο ποιητής ονομάζει το Είναι και το Είναι τον ποιητή. Κατανοεί την ατομικότητά του αλλά επίσης κατανοεί την εκπόρευσή του απευθείας από το Είναι. Το ποιητικό του έργο αρχίζει ν’ αποκτά σημασία και να πυκνώνει ένα σύμπαν μέσα από το οποίο αναγιγνώσκεται και αυτοκαθορίζεται. Ο ποιητής έχει πλέον υπερβατική ταυτότητα. Επιστρέφοντας στον φαινομενικό κόσμο δεν είναι ποτέ αυτός ο ίδιος που ήτανε. Το ποίημα του δεν είναι μίμηση και ο ποιητής δεν είναι πλέον μιμητής. Ο ποιητής πρέπει να συστρέψει το ποιητικό δημιούργημα και να σκοτώσει τον Σατανά, ώστε να αποκατασταθεί ως Λούσιφερ.

3. Ο ποιητής ως πατροκτόνος ξαναγίνεται Λούσιφερ. Έχει πλέον κατακτήσει τη θέση του μέσα στην Ιδέα. Αποκαταστάθηκε ως Εωθινός αστέρας στη δημιουργία και κατανοεί τη δημιουργία. Αυτή είναι η τρίτη διαστολική φάση.

Μελετώντας τις τρεις διαστολικές φάσεις αναλυτικά διακρίνουμε χαρακτηριστικά και ιδιότητες που αφορούν όλο τον δυτικό κανόνα. Θα μου επιτρέψετε όμως να μην κατατάξω ποιητές σε κάθε μια από τις ποιητικές φάσεις, όχι γιατί δεν είμαι ικανός, αλλά γιατί θα χρειαζόταν τουλάχιστον από ένα βιβλίο για κάθε ποιητή ξεχωριστά σχετικά με το έργο. Αν όμως επιχειρούσα κάτι τέτοιο οι ποιητές που ανήκουν στην πρώτη διαστολική φάση δεν θα αναφέρονταν, αφού ως ελάσσονες ή μη ισχυροί δεν θα μπορούσαν να επιβιώσουν με ακούσιο το σώμα της ποίησης στο σημερινό χωροχρόνο.

Ο Σατανάς-Ποιητής όπως ανέφερα, είναι η πρώτη διαστολική φάση του ποιητικού γενομένου που εκδηλώνεται και βέβαια η πρώτη αυτή φάση συναρμόζεται με την σταδιακή ωρίμανση μέσω της εμπειρίας του ποιητή δημιουργού στο κόσμο ή στους δεσμώτες του πλατωνικού σπηλαίου αν προτιμάτε. Σ’ αυτή ο Σατανάς-Ποιητής ενδιατριβεί σ’ έναν εσωτερικό μονόλογο και φθάνει να οδηγείται στο πέρα του ορθού δρόμου. Αυτό σημαίνει ότι δεν ακολουθεί την έξοδο προς το φως της πλατωνικής σπηλιάς αλλά εκτρέπεται και την υπερβαίνει. Αυτή η υπέρβαση περαιτέρω μπορεί να συγκριθεί με το πέρα της επιστήμης ή το μη-διδακτό, όπως το ονομάζει ο Klossowski στο βιβλίο του «Κείμενα για τον Νίτσε»:

«Αυτό το μη-διδακτό», σύμφωνα με τον Klossowski, «έγκειται σε στιγμές όπου η ύπαρξη –ξεφεύγοντας από τους περιορισμούς που επέφεραν οι έννοιες της ιστορίας και της ηθικής, από τις οποίες απορρέει κανονικά μια πρακτική συμπεριφορά- αποκαλύπτεται να επιστρέφει στον εαυτό της χωρίς σκοπό άλλον απ’ το να επιστρέψει στον εαυτό της: όλα τα πράγματα λοιπόν φαίνονται συγχρόνως καινούργια και πολύ παλιά˙ καθετί είναι δυνατό και καθετί είναι αμέσως αδύνατο˙ και δεν υπάρχουν για τη συνείδηση παρά δύο μέσα: ή να σιγήσει ή να το πει˙ ή να μην κάνει τίποτα ή να δράσει για να εντυπωθεί στην καθημερινή ατμόσφαιρα ο χαρακτήρας της ύπαρξης που επέστρεψε στον εαυτό της˙ ή να συγχυθεί με την ύπαρξη ή να την αναπαράξει.

(Ο Νίτσε) έφθασε απευθείας σ’ αυτό το μη-διδακτό μέσα στη μοναξιά του, με την επίφαση των ιδιοσυγκρασιών του – δηλαδή περιγράφοντας τον εαυτό του ως κάποιον που αναρρώνει έχοντας υποφέρει απ’ τον ανεπίλυτο μηδενισμό της εποχής του και έχοντας επιλύσει αυτόν τον μηδενισμό, μέχρι που επανέφερε σε ισχύ την έννοια του fatum – συνέλαβε τον ίδιο τον βυθό της ύπαρξης, βιωμένης ως τυχαίας, δηλαδή, όντας ύπαρξη που, μέσα του, τυχαία ονομάζεται Νίτσε˙ άρα συνέλαβε και την αναγκαιότητα να αποδεχτεί ως δικό του κλήρο… αυτήν την τυχαία κατάσταση˙ πράγμα που ισοδυναμεί με το να αποφανθεί υπέρ της ύπαρξης ενός σύμπαντος που δεν έχει άλλο σκοπό απ’ το να είναι αυτό που είναι.

Ο ποιητής ως Σατανάς-Ποιητής έχει πάρει μια αμυδρή γεύση της πλάνης αλλά και της διαφορετικότητάς του. Συλλαμβάνει την υπέρβαση αλλά ο συλλογικός ύπνος είναι τόσο ισχυρός, ώστε αυτός άμεσα να βυθίζεται ασυνείδητος και πάλι μέσα στην πλάνη. Έχει θα λέγαμε εκλάμψεις της αλήθειας˙ τις καταγράφει, αλλά είναι δυνατόν μετά την ποιητική έκρηξη της πρώτης διαστολικής φάσης να μην ακολουθήσει μια άλλη, μια έκρηξη δεύτερης φάσης, η οποία είναι το αποτέλεσμα της δεύτερης διαστολικής φάσης. Τα ποιήματα που παράγονται στην πρώτη φάση, είναι ποιήματα τριπλής μετατόπισης από την ιδέα, αλλά είναι δυνατό το ποιητικό έργο αυτού που έστω αφυπνίζεται ότι θα συνεχιστεί.

Η όλη διαδικασία της πρώτης διαστολικής φάσης μήπως είναι κάτι διαφορετικό από την σύλληψη της αιωνιότητας, από την πτώση του Εωσφόρου που ως Σατανάς κοιτά γύρω του τον φλεγόμενο πυθμένα που πυρπόλησε το πίπτον εγώ του, και βλέπει ομοιώματα της τέχνης και της θρησκείας μ’ έναν τρόπο που όπως λέει και ο Klossowski «είναι αδιάλειπτα αρνημένος από την επιστημονική δραστηριότητα, που ερευνά την ύπαρξη στις απτές της μορφές για να πλάσει έναν κόσμο εύχρηστο και βιώσιμο»;

O αληθινός κόσμος έγινε τελικά μύθος. Ο Νίτσε το εξιστορεί στο «Λυκόφως των ειδώλων» και καταλήγει ως εξής: «Τον αληθινό κόσμο τον εξαλείψαμε: ποιος κόσμος μένει τώρα; Μήπως ο φαινομενικός; Μα όχι! Μαζί με τον αληθινό κόσμο εξαλείψαμε και τον φαινομενικό!

(Μεσημέρι˙ στιγμή της μικρότερης σκιάς˙ τέλος της μεγαλύτερης πλάνης˙ αποκορύφωμα της ανθρώπινης ιδιότητας˙ Αρχίζει ο Ζαρατούστρα.)

Ο Ζαρατούστρα είναι ο λυτρωτικός χαρακτήρας του Νίτσε που θα φροντίσει ν’ αποκαταστήσει ότι διαλύθηκε. Γνωρίζουμε βέβαια ότι δεν είναι Χριστός αλλά μήπως μοιάζει πολύ περισσότερο με τον Σατανά του Harold Bloom; Ας παραθέσουμε τι λέει ο Νιτσεϊκός Ζαρατούστρα και ας συσχετίσουμε ευθύς με τον μοντέρνο ποιητή (Σατανά) του Bloom.

O Νιτσεϊκός Ζαρατούστρα αποκαλύπτοντας την αληθινή οδό που δεν είναι ευθεία αλλά ελικοειδής, λέει: «Και αυτό είναι όλη μου η ποίηση και ο αγώνας: να συγκεντρώσω και να ενώσω σε ένα, ό,τι είναι θρύψαλο, αίνιγμα και φρικτή τύχη. Και πώς θα άντεχα να είμαι άνθρωπος αν ο άνθρωπος δεν ήταν επίσης ποιητής και αν δεν ήξερε να λύνει αινίγματα και να λυτρώνει απ’ το τυχαίο» και ο Σατανάς του Bloom: «…Αλλά ο Σατανάς με το επικατάρατο σθένος του ποιητή, αρνείται να πέσει σε βαριά συλλογή και αφοσιώνεται αντίθετα στο έργο του, που είναι να ανασυντάξει ό,τι απόμεινε.».

Καταλήγουμε συμπερασματικά σ’ έναν κοινό σκοπό, του ότι πάντα θα υπάρχει η ανάγκη για φαινομενικότητα έτσι ώστε να στηρίζεται ο αληθινός κόσμος. Η δε αλήθεια του φαινομενικού κόσμου, δεν είναι κάτι διάφορο της πλάνης ή όπως πολύ εύστοχα το αναφέρει ο Νίτσε το 1885: «Η αλήθεια είναι εκείνο το είδος της αναγκαίας πλάνης χωρίς το οποίο μια κατηγορία έμβιων όντων δε θα κατάφερνε να ζήσει. Η αξία της ζωής αποφασίζει σ’ αυτή την περίπτωση» και αυτή την πρόταση αν την συνδέσουμε με άλλη μια του Νίτσε (1888): «Η τέχνη είναι μια αξία ανώτερη της αλήθειας», η οποία όπως εύστοχα λέει ο Klossowski είναι συμπέρασμα των προτάσεων που δήλωναν ότι η τέχνη (σύμφωνα με τον Νίτσε): «μας εμποδίζει να καταβαραθρωθούμε μες στην αλήθεια ή η τέχνη μας προστατεύει από την αλήθεια».

Στη δεύτερη διαστολική φάση, ο κομιστής της ποιητικής τέχνης, ο Σατανάς-Ποιητής την ώρα του εγκιβωτισμού του, της επαλληλίας του με το Αληθές Υποκείμενο μέσα στην νερά της πλάνης, στη Μάγια, στη ψευδαίσθηση, ως ον ονομάζει το Είναι και το ίδιο το Είναι ορίζει αυτόν ως ούσα ατομικότητα προερχόμενη από την πηγή του αγαθού αλλά χωρίς την ταυτότητα που του προσδίδει ο φαινομενικός κόσμος και έτσι μυείται στη δεύτερη φάση, όπου ισχυροποιείται και ξεπερνά την μίμηση. Η ταυτότητα του πλέον είναι υπερβατική. Βρίσκεται στο στάδιο της διπλής μετατόπισης από την Ιδέα. Η μορφή καθρεφτίζεται στο ύδωρ και ο ποιητής την αντικρίζει και τη μεταφέρει. Η υπέρβαση της πρώτης φάσης γίνεται πλέον αναγκαιότητα και αποκτά ουσία για την ύπαρξη η οποία αρχίζει να αποκτά πείρα και την εξελίσσει κάνοντας την γνώση. Ο ποιητής στη δεύτερη φάση έχει πραγματοποιήσει μια δεύτερη έκρηξη και βρίσκεται σ’ ανώτερο συνειδησιακό επίπεδο. Το ποιητικό του έργο αρχίζει ν’ αποκτά σημασία και να πυκνώνει ένα σύμπαν μέσα από το οποίο αναγιγνώσκεται και αυτοκαθορίζεται (η υπερβατική ταυτότητα).

Αν δεν υπάρξει τούτη η παραδοχή και ταυτόχρονα τούτη η υπέρβαση ο ποιητής κινδυνεύει να δέχεται τα ασυνεχή πακέτα ενέργειας δεσμώτης όντας στην πλατωνική σπηλιά, αλλά ν’ απουσιάζει η ενεργοποίηση του εσωτερικού προπονητή (του Λούσιφερ), ο οποίος θέλει να επιστρέψει στην πηγή του Αγαθού για ν’ αποκατασταθεί γινόμενος από Σατανάς, Λούσιφερ, δηλαδή μια τρίτη φάση για τον ποιητή όπου θα ξαναγυρίσει ως μεσσίας στο πλατωνικό δεσμωτήριο και θα παράγει μια τρίτη έκρηξη, ισχυροτέρα των προηγούμενων δύο. Η ποίηση της τρίτης έκρηξης διασώζει τον φαινομενικό κόσμο και τον ανανεώνει διαρκώς, δηλώνοντας το επέκεινα, το υπερβατικό. Το έργο του ποιητή στην τρίτη διαστολική φάση είναι έργο πατροκτονίας. Σκότωσε τον Σατανά και έγινε Λούσιφερ. Αποκαταστάθηκε στην πηγή του Αγαθού με την ιδιότητα του εωθινού αστέρα. Η ποίησή του αγγίζει την Ιδέα. Αυτή σχεδόν δεν μετατοπίζεται, δεν συστρέφεται. Το ποίημα του είναι ένα έργο τέχνης, άξιο να ταξιδέψει με το σώμα του ποιητή (νεκρό ή ζωντανό δεν έχει σημασία, αφού ανήκει σε ανώτερη συνειδησιακή κατάσταση) ακούσιο στο χωροχρόνο.

Το πλατωνικό δεσμωτήριο λοιπόν είναι αναγκαίο κατασκεύασμα για την ύπαρξη του φυσικού κόσμου. Αν δεν υπάρχει η σκιά, δεν υπάρχει ούτε ο ήλιος κι αυτό ακούγεται αντίστροφο γιατί μιλώ από τη θέση του δεσμώτη μέσα στη σκιά. Από την άλλη η ποίηση που αντιγράφει χωρίς να εκτρέπει το ποίημα της δημιουργίας και ως εκ τούτου είναι μίμηση (ποίηση πρώτης διαστολικής φάσης: ο Σατανάς-Ποιητής ενδιατριβεί σ’ έναν εσωτερικό μονόλογο και φθάνει να οδηγείται στο πέρα του ορθού δρόμου, παίρνει δηλαδή μια μυρωδιά αλλά δεν αποκτά πείρα και άρα γνώση για να περάσει στο δεύτερο στάδιο), καταστρέφει τον φαινομενικό και μαζί τον αληθινό κόσμο, διότι ως Σατανάς-Ποιητής ηγείται της πλάνης και της ψευδαίσθησης, ενδυναμώνοντας την κατώτερη ψυχή.

Ο Σατανάς-Ποιητής ίσως αναγνωρίζεται από τους συγχρόνους του, δηλαδή εντός της εποχής του, αλλά δεν επιβιώνει μετά το θάνατο του, αφού το έργο του είναι απλή αναπαράσταση ενός φαινομενικού κόσμου που έχει περιβάλλον και χωροχρονική ταυτότητα. Αυτού του είδους η ποίηση γράφεται από «ελάσσονες» ή «μη ισχυρούς ποιητές» – αποτελούν πάντα την πλειοψηφία- και οι οποίοι δεν εναντιώθηκαν ποτέ απέναντι στον πατέρα τους, δεν διέπραξαν δηλαδή την αναγκαία πατροκτονία, ώστε να αφομοιώσουν το ποιείν, να εξασφαλίσουν και έτσι να διασφαλίσουν τον ζωτικό χώρο της δράσης τους. Η αλήθεια τους βαπτίζεται αντικειμενική αλλά στηρίζεται σε ιδεολογήματα παρωχημένα. Η παρανάγνωση τους αν και προκαλεί την ψευδαίσθηση μιας οντολογικής πτώσης, εντούτοις στηρίζεται σε μια χωροχρονική αναγγελία και συντελείται ως φυσιολογική και όχι ως αποκαλυπτική.

τέλος

«…Αλλά καταγίνονταν με έργα φριχτά. Ο ένας με τον δείκτη του προσπαθούσε να ξεριζώσει τα θολά μάτια του ζώου. Έμπηγε το δάχτυλό του μέσα στην κόγχη και το στριφογύριζε κυκλικά για να ξεκολλήσει τον βολβό με το νύχι του. Ο άλλος έχωνε τα χέρια του μέσα στο μαχαιρωμένο ανοιγμένο κουφάρι. Τραβούσε την καρδιά και με τα δυο χέρια. Έσπανε τεντώνοντας με δύναμη τις ασημένιες αορτές σα να κλάδευε απόκοβε την καρδιά από λασπωμένους με αίμα θάμνους. Ο τρίτος με την στρατιωτική κουβέρτα είχε κολλήσει το στόμα του στο μισάνοιχτο στόμα του ζώου. Σα να το φιλούσε και κάθε τόσο σήκωνε το κεφάλι του για να πάρει αναπνοή και πάλι ξανάσκυβε κι έγλειφε και φιλούσε το αποκρουστικό ρύγχος και κατάπινε τα πηχτά ματωμένα σάλια…»

Γιώργος Χειμωνάς, Ο Εχθρός του Ποιητή

κι αρχή

«…Αλλά πρώτα η ιδέα πως ο άνθρωπος έχει σώμα χωριστό από την ψυχή του πρέπει να εξαλειφθεί˙ αυτό θα το πετύχω τυπώνοντας σύμφωνα με τη διαβολική μέθοδο, με διαβρωτικά, που στην Κόλαση είναι σωτήρια και θαυματουργά, ικανά να διαλύσουν τις φαινομενικές επιφάνειες, και ν’ αποκαλύψουν το άπειρο που έκρυβαν.

Αν οι πύλες της αντίληψής μας αποκαθαίρονταν, το καθετί θα φανερωνόταν στον άνθρωπο όπως είναι, Άπειρο.

Γιατί ο άνθρωπος έχει αυτοεγκλειστεί, και τώρα βλέπει τα πάντα μέσα από τις στενές χαραμάδες της σπηλιάς του.»

William Blake, Οι Γάμοι του Ουρανού και της Κόλασης

(Μετ.: Χ. Βλαβιανός)

Βιβλιογραφικές Αναφορές

Αμανατίδης B., (2001), Η ποιητική «γενιά» του ’90 Προσέγγιση – χωρίς παραδείγματα – σε μια αφανή γενιά, Περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 53.

Αντιόχου Γ., (2004), Επίμετρο, από: Σύλβια Πλαθ, Ο Κυρ-Πανικός και η Βίβλος των Ονείρων και άλλες ιστορίες, Εκδόσεις Μελάνι.

Baudrillard J., (1995), Simulacra and Simulation (The Body, In Theory: Histories of Cultural Materialism), Translator: Glazer SF., University of Michigan Press.

Baudrillard J.,(1988). Selected Writings, ed. Mark Poster (Stanford; Stanford University Press), pp.166-184

Bjarneskans H., Grønnevik B., and Sandberg A., (2000), The Lifecycle of memes, http://www.aleph.se/Trans/Cultural/Memetics/memecycle.html

Retrieved on: 15.5.2005

Δημητριάδης Δ., (2005), Το πέρασμα στην άλλη όχθη. (Συζητήσεις με τον Γιώργο Καλιεντζίδη), Εκδόσεις Άγρα.

Dawkins R. (1989), The Selfish Gene, Oxford University Press.

Ελύτης O., (1974), Πρώτα – Πρώτα η ποίηση από: Ανοιχτά Χαρτιά, Εκδόσεις Ίκαρος, (2000).

Hardenberg VF., Novalis Schriften, vol. 3: Das philosophische Werk II, ed. Richard Samuel with Hans-Joachim Mähl and Gerard Schulz (Stuttgart: Kohlhammer, 1983), p.685.

Fortune D., (1935), Mystical Qabalah, 2nd edition, WeiserBooks, (2000).

Havelock AE., (1963). Preface to Plato. Vol. 1 A History of the Greek Mind, Belknap Press of Harvard University Press, Cambridge, MA.

Heidegger M., (1997). Ο Χαίλντεριν και η ουσία της ποίησης (Hölderlin und das Wesen der Dichtung). Μετάφραση: Αδραστός Θ., Εκδόσεις Υπερίων.

Halevi B.S., (1976), Way of the Kabbalah, WeiserBooks

Irwin W.,(2002), The Matrix and Philosophy: Welcome to the Desert of the Real (Popular Culture and Philosophy, V. 3), Open Court Publishing Company.

Κωσταβάρα Α., (2002), Η γεωμετρία μιας αθέατης γενιάς, από: Ανθολογία Ποίησης της Γενιάς του ’90., Εκδόσεις Μανδραγόρας.

Μαρωνίτης Ν.Δ., (2002), Η διδασκαλία της ποίησης στη Μέση Εκπαίδευση, Περιοδικό Φιλόλογος, τεύχος 109.

Maturana H., and Varela F., (1987), The tree of Knowledge: the biological roots of Human Under-standing, Shambhala Publications.

Murdoch I., (1997). Υπαρξιστές και Μυστικιστές, Κείμενα για τη Φιλοσοφία και τη Λογοτεχνία. Μετάφραση: ΞανθοπούλουΧ., Τσούτη Ε., Γαζής Β., Εκδόσεις Χατζηνικολή, σελ. 388-469.

Μπεκατώρος Στ., (2003) από: Έλιοτ ΤΣ. Δεν είναι η ποίηση που προέχει. Δοκίμια για την ποίηση και τους ποιητές. Μετάφραση, σχόλια: Μπεκατώρος Στ., Εκδόσεις Πατάκη.

Πλάτων, Πολιτεία (ή περί δικαίου), τόμος 4 και 5, Βιβλία Έβδομο και Δέκατο. Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 1992.

Saba U., (1911) Τι μένει να κάνουν οι ποιητές, από: Περί ποιήσεως, Επιλογή, εισαγωγή, μετάφραση: Αλιφέρης Ν., Εκδόσεις Άγρα, 2005.

Sefer Yetzirah: The Book of Creation, In Theory and Practice, Editor: Kaplan A., Revised Edition, WeiserBooks, (1997).

The Hackers’ Dictionary of Computer Jargon,(May 1998), Meme, The World Wide SchoolTM, Seattle, Washington, USA.

Tiegem VP., (1957), “Claudel et Valery Doctrinaires”, Petite histoire des grandes doctrines littéraires en France, Presses Universitaires de France, Paris, από: Paul Valery, «Ποίηση και αφηρημένη σκέψη, η καθαρή ποίηση), μετάφραση: Λιοντάκης Χ., (1980), Εκδόσεις Πλέθρον.

Woolf V., (1932) Πως πρέπει να διαβάζει κανείς ένα βιβλίο, Common Reader, από: Woolf V., Δοκίμια, Μετάφραση: Μαντόγλου Α., (1999), Εκδόσεις Scripta.

Χειμωνάς Γ., (1990). Ο Εχθρός του Ποιητή, Εκδόσεις Κέδρος.

Οι Ποιητές της Νέας Χιλιετίας


Πέρα από το προσωπικό μου πένθος, κι εφόσον η ζωή συνεχίζεται είχα κατά νου να αναδημοσιεύσω μια πολλή σοβαρή κριτική, αποτίμηση, της Τιτίκας Δημητρούλια που δημοσιεύθηκε την 6.4.2008 στην Καθημερινή της Κυριακής, στο φύλλο «Τέχνες και Γράμματα».

Ορισμένοι θα πουν πως ο Αντιόχου αναδημοσιεύει ό,τι τον περιέχει, δεν θα ήθελα όμως να μείνουν οι αναγνώστες αυτού του blog σε ένα τέτοιο εύκολο συμπέρασμα. Θα ήθελα να βασιστούν στα ονόματα που περιέχονται στο άρθρο και να αρχίσουν να διαβάζουν ποίηση.

Οι εύκολες συμπερασματικές προτάσεις πως η ποίηση τελείωσε ή τελειώνει στις μέρες μας πιστεύω πως εύκολα μπορούν να ανατραπούν από τέτοιου είδους δημοσιεύματα και ανθολογίες που παρουσίαζουν τη νέα ποιητική παραγωγή.

Η κυρία Δημητρούλια ουσιαστικά δεν φοβάται να εκτεθεί, να παρουσιάσει τους ποιητές που εκείνη ξεχωρίζει και να τους εκθέσει με τη σειρά τους κι αυτούς στο ευρύ κοινό. Τέτοιες προσπάθειες όση γκρίνια κι αν φέρνουν πίσω τους εντούτοις δημιουργούν μια στέρεη βάση ανάπτυξης της ποίησης.

Παραθέτω το άρθρο όπως δημοσιεύθηκε:

Οι ποιητές της νέας χιλιετίας
Εκπρόσωποι της γενιάς – φουρνιάς του 2000 συναντήθηκαν σε ένα «Karaoke poetry bar» και μας θύμισαν τη δουλειά τους

Της Τιτικας Δημητρουλια

Η είσοδός τους στη λογοτεχνική σκηνή υπήρξε ορμητική. Oι πολυάριθμοι ποιητές που εμφανίστηκαν στα Γράμματα λίγο πριν και λίγο μετά το 2000, έγιναν δεκτοί με ενθουσιασμό – καθώς αποδείκνυαν ξανά, μετά την ύφεση της δεκαετίας του ’90, τη δύναμη της ποίησης και τη συνέχειά της, μας έδειχναν όπως λέει ο γνωστός ποιητής Γιάννης Βαρβέρης «ότι το Μαντείον δεν απέθανε και δεν απέσβετο το λάλον ύδωρ».

2008 πια σήμερα, και αυτή η γενιά – φουρνιά του 2000 έχει ήδη συναντηθεί τον Νοέμβριο του 2007 στην πρώτη της κοινή εκδήλωση, το «Karaoke poetry bar», μια εγκατάσταση στην οποία η ποίηση συναντήθηκε με την περφόρμανς καιτοβίντεο(βλ. http://karaokepoesie.blogspot.com). Στο πλαίσιο της έκθεσης «Destroy Athens», λειτούργησε ένα καραόκε μπαρ όπου τα τραγούδια είχαν αντικατασταθεί από ποιήματα και τα βίντεο διερευνούσαν τους τρόπους με τους οποίους η ποίηση μπορεί να συναντήσει τους αναγνώστες της, διατηρώντας την ανατρεπτικότητά της (ο κατάλογος κυκλοφορεί, εκδ. Futura).

Και μανιφέστα

Φυσικά, δεν ήταν όλοι εκεί, δεν είναι όλοι μια παρέα. Οι συμμετέχοντες όμως διακήρυξαν, μεταξύ άλλων πολλών, πως τους ενδιαφέρει:

«- Η ελεύθερη διακίνηση των κειμένων χωρίς συστολή ή αλαζονεία, με τόλμη, αυτογνωσία αλλά και ελάχιστο (ή περισσότερο) θράσος.

– Η εξερεύνηση τρόπων για την ποιητική εμπειρία πέρα από τη μοναχική ανάγνωση (που, πάντως, δηλώνεται η πιο σημαντική, και που δεν αντικαθίσταται με τίποτε άλλο).

– Η χειραφέτηση των ποιητών σε σχέση με την ιδιότητά τους, η δικτύωση μεταξύ τους για την ανάπτυξη διαλόγου και γόνιμων αντιπαραθέσεων […]

– Η συμφωνία ότι τα κείμενα έχουν μεγαλύτερη αξία από τα ονόματα. […]» (από το κείμενο-μανιφέστο της Κατερίνας Ηλιοπούλου: http:// http://www.e-poema.eu/dokimio.php?id=123).

Πολλοί από τους νέους αυτούς ποιητές έχουν ήδη περιληφθεί στις λίστες των λογοτεχνικών βραβείων ή έχουν ήδη βραβευτεί (Γιάννης Στίγκας, Δημήτρης Ελευθεράκης, Μαρία Τοπάλη, Θεώνη Κοτίνη, Δημήτρης Κοσμόπουλος). Ολοι συνεχίζουν να γράφουν, να μεταφράζουν ποίηση, να τη σχολιάζουν. Ενα στοιχείο κοινό στους περισσότερους είναι η προσήλωσή τους στη γλώσσα και η συνομιλία τους με την ελληνική και την παγκόσμια ποιητική παράδοση – σε αντίθεση με πολλούς από τους ομηλίκους τους πεζογράφους. Ενα δεύτερο, η έγνοια τους για την ποιητική. Ενα τρίτο, η διερώτησή τους περί της ταυτότητας, περισσότερο ή λιγότερο πολιτική. Εκεί τελειώνουν τα κοινά κι αρχίζει του καθενός η ιδιοπροσωπία. Πολλοί οι καλοί στη γενιά αυτή και κάποιοι αδικούνται από την αναπόφευκτη αυτή επιλογή (θα επανέλθουμε όμως στο μέλλον). Το ζητούμενο, πάντως, είναι η ποίηση αυτή να φτάσει στο κοινό της. Μένοντας στις τελευταίες συλλογές, αρχίζουμε με τον ποιητή και δοκιμιογράφο Δημήτρη Κοσμόπουλο («Πουλιά της νύχτας», Κέδρος). Ο Κοσμόπουλος καταθέτει μια ποίηση στιβαρή, εσωτερική, αγκιστρωμένη στον τόπο και το χνάρι της Ιστορίας, αρυόμενη από την παράδοση τη θεματική και μορφική της ποικιλία. Εστιάζοντας και αυτός στην ταυτότητα, τη συνέχεια, τη δημιουργία του εαυτού μέσα από τη σχέση με τον Αλλον, ο Δημήτρης Ελευθεράκης («Η στέππα», Νεφέλη) ψηλαφεί το συντονισμό του ανθρώπου και του ποιητή με την Ιστορία και συναιρεί την υπαρξιακή με την ποιητική αγωνία. Αντίστοιχα, στην ποίηση του Σταμάτη Πολενάκη («Τα γαλάζια άλογα του Φραντς Μαρκ», Οδός Πανός) η Ιστορία γίνεται μια αέναη διεργασία, απλωμένη στο παρόν και το μέλλον, και φωτίζει ένα τοπίο δηωμένο όσο και αισθητικά γόνιμο, μέσα στην έντονη διακειμενικότητά του.

O Βασίλης Ρούβαλης («Νότος», Κέδρος) γράφει μια ποίηση εμποτισμένη από το μύθο και την Ιστορία, ακολουθώντας αυτό που μένει κι αυτό που χάνεται, της ψυχής και των λέξεων. Ο Δημήτρης Αγγελής («Μυθικά νερά», Εκδόσεις των Φίλων), ποιητής της μυχιότητας, βιωματικός, με το βλέμμα στραμμένο στη θνητότητα αλλά και στη βία του σύγχρονου πραγματικού, συντονίζει τη μεταφυσική του αγωνία με το ενδιαφέρον για την ανθρωπινότητα στο χρόνο και στο χώρο. Τέλος, η Μαρία Τοπάλη («Λονδίνο και άλλα ποιήματα», Νεφέλη) αρθρώνει ένα λόγο πολιτικό, μετανεωτερικό και έμφυλο, μπολιάζοντας την προβληματική των σχέσεων με το μύθο και την αστική πολυχρωμία με την ξενότητα.

Εξεγερμένος, εξομολογητικός και παράφορος ο Γιάννης Στίγκας («Η όραση θα αρχίσει ξανά», Κέδρος), με εναργή εικονοποιία και ιδιαίτερο, κοφτό ρυθμό, ψάχνει τρόπους να γίνει το ποιητικό βλέμμα καίριο, ο ποιητικός λόγος δραστικός, να πυρπολεί εξαγνιστικά και να δημιουργεί εξαρχής το όραμα, να αγρυπνά για την πραγμάτωσή του. Εξίσου παράφορος, αλλά σε εντελώς διαφορετικό μήκος κύματος, ο Γιάννης Αντιόχου («Curriculum vitae», Μελάνι), αναζητά σπαρακτικά την ανέφικτη αθωότητα σε έναν κόσμο διάλυσης, οδύνης και εκπεσόντων αγγέλων και συναντά στη θέση της τα προσωπεία του θανάτου. Σε αντίθετη τροχιά κινείται η Μαριγώ Αλεξοπούλου («Το φθονόμετρο», Κέδρος). Μινιμαλιστική, με το διάλογο στο κέντρο της προβληματικής της, η ποίησή της σχολιάζει χαμηλόφωνα τη δύσκολη επικοινωνία, το στόμωμα του έρωτα, το απροσδόκητο της καθημερινότητας. Ο Χάρης Ψαρράς («Στην αγκαλιά του κύκλου», Κέδρος), αποτυπώνει με ρυθμικές εναλλαγές και ζωηρές στη σκοτεινότητά τους εικόνες τον κύκλο της φθοράς και της αναγέννησης, της πίστης και της διάψευσης, προσεγγίζοντας τα μικρά και τα μεγάλα από λοξές οπτικές γωνίες. Στοχαστικός κι ερωτικός ο λόγος του Κώστα Κουτσουρέλη («De arte amandi», Νεφέλη) ανατρέχει, με ποικιλία ρυθμών και τρόπων, στην παράδοση και εντέχνως την παρακάμπτει, αφορμάται από το βίωμα και το ανάγει σε φιλοσοφική διερώτηση. Τέλος, ο Γιώργος Λίλλης («Στο σκοτάδι μετέωρος», Μελάνι) προσηλώνεται στην αντοχή των υλικών, των πραγμάτων και των ανθρώπων, φωτίζει το απάγκιασμά τους στη μνήμη, διυλίζει το μάταιο της ανθρώπινης μοίρας.

Ιδιότυπα λυρικός, ο Βασίλης Αμανατίδης («4-D», Γαβριηλίδης) προσεγγίζει την υπαρξιακή αγωνία με τον τρόπο της ειρωνείας και τη συνδυάζει παιγνιωδώς με μια ειλικρινέστατη έγνοια για την αναπαράσταση και τους τρόπους της στη διακαλλιτεχνική του ποίηση. Θα κλείσουμε με μια πρωτοεμφανιζόμενη όσο και πολλά υποσχόμενη ποιήτρια, την Κατερίνα Ηλιοπούλου («Ο κύριος Ταυ», Μελάνι). Στέρεο ποίημα ποιητικής μαθητείας, «Ο κύριος Ταυ» ξαφνιάζει με το στέρεο της κατασκευής αλλά και τις ανάσες των εικόνων και των ρυθμών του. Καλή ανάγνωση!

Γιάννης Αντιόχου

Eκείνος

Κι έκανα να σηκωθώ

Γιατί δεν άντεχα τόση νύχτα

Και το κίτρινο είτε ήταν

Είτε δεν ήταν ήλιος

Τουλάχιστον διαπερνούσε το σκοτάδι

Κι είπες: «Αν μ’ αφήσεις θα πεθάνω.

Κάτσε αγάπη μου να πεθάνουμε μαζί.

Σςςς… Είναι Εκείνος

Δεν σταματά πουθενά»

Κι είπα: «Δεν έχω το κουράγιο»

Και πέθανες

Μα Εκείνος

-πόσο δίκιο είχες-

Δεν σταματάει πουθενά. […]

Κατερίνα Ηλιοπούλου

Η λεμονιά

Στον κήπο μου ζει μια λεμονιά

Την ποτίζω από απόσταση με το λάστιχο

Γιατί στην πραγματικότητα είναι μια τίγρης.

Oμως εκείνη μου καταφέρνει τις δαγκωματιές σε ανύποπτο χρόνο.

Συχνά ξυπνάω με φρέσκες πληγές

Κι ακόμα καμιά φορά όταν περπατώ μου γραπώνει το σβέρκο.

Oμως εγώ την αγαπώ.

Ποιo άλλο δέντρο χωνεύει τόσο δραστικά τη σιωπή για να συνθέσει τους καρπούς του;

Λεμόνι———–

Κέρινο τοτέμ του θανάτου

Αυτόφωτη λαγνεία.

Συνομιλώντας με την παράδοση
Τιτικα Δημητρουλια

Ο φίλος του Ραβέλ και αντίπαλος των σουρεαλιστών, γνωστός ποιητής και δοκιμιογράφος Λεόν-Πολ Φαργκ διαπίστωνε στον καιρό του ότι δεν περνούσε μέρα που κάποιος να μην του ανήγγελλε, με κάποιο τρόπο, τον θάνατο της ποίησης. Οι κριτικοί, οι συγγραφείς, οι χρονικογράφοι, ο γιος της θυρωρού του, οι πολιτικοί. Δεν υπήρχε καλός Γάλλος που να μη βιαζόταν να κηδέψει δόξη και τιμή τη Μούσα.

Κάτι αντίστοιχο συνέβαινε και στην Ελλάδα στη δεκαετία του ’90. Ολοι βιάζονταν να ενταφιάσουν, χωρίς πολλά πολλά μάλιστα, την ποίηση. Η πεζογραφία, ή μάλλον για να ακριβολογούμε το μυθιστόρημα, η κανιβαλιστική τάση του οποίου είχε εντοπιστεί από τα πρώτα του βήματα, έδειχνε να έχει απορροφήσει τα πάντα. Η κρίση εκφραζόταν στην ποίηση με τον χειρότερο τρόπο: δεν μειώνονταν απλώς οι αναγνώστες· δεν έβγαιναν νέοι ποιητές – με τις εξαιρέσεις να επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Η ποίηση τροφοδοτούνταν από τις παλαιότερες γενιές, από την πρώτη και τη δεύτερη μεταπολεμική ώς τη γενιά του ’70 και του ’80. Την ώρα δε που κάποιοι ποιητές της γενιάς του ’80 περνούσαν ασμένως στην πεζογραφία, οι νέοι που εισέρχονταν στον χώρο των γραμμάτων, δεν διανοούνταν, όπως φαίνεται, να ξεκινήσουν από την ποίηση – υποκύπτοντας άραγε στις σειρήνες των ευπώλητων και της δημοσιότητας;

Η επιστροφή της ποίησης

Τα αποτελέσματα αυτών των νέων συσχετισμών φάνηκαν πολύ γρήγορα. Η πεζογραφία δεν άντεξε, δεν ανταποκρίθηκε ούτε αυτή στις νέες αναγνωστικές ανάγκες και συνήθειες. Την κρίσιμη εκείνη στιγμή, στο γύρισμα του αιώνα, ενώ η συζήτηση περί θανάτου της λογοτεχνίας στο σύνολό της, μαζί και της λογοτεχνικής κριτικής, μαινόταν εντός και εκτός πανεπιστημίων, στη χώρα μας επανέκαμψε πολύ δυναμικά η ποίηση. Με μια πλειάδα νέων ανθρώπων, από είκοσι ως σαράντα χρόνων (άξιο παρατήρησης το ηλικιακό φάσμα, μιας και δηλώνει προετοιμασία κι αναμονή όσο κι ορμή), που άρχισαν να γράφουν, να μεταφράζουν, να μιλούν για την ποίηση.

Γλωσσομαθείς οι περισσότεροι, πολλοί πτυχιούχοι, κάμποσοι με μεταπτυχιακά και διδακτορικά, έκαναν αισθητή την παρουσία τους όχι μόνο με την ποίησή τους, αλλά και με τον περί ποίησης λόγο τους, με τις κριτικές αναγνώσεις τους Ελλήνων και ξένων ποιητών, με τις διακαλλιτεχνικές τους ανησυχίες που συναιρούσαν τον λόγο με τις άλλες τέχνες. Οι συλλογές τους έκαναν εντύπωση, ο αριθμός τους όλο και μεγάλωνε (σήμερα μια ανθολογία θα κατέγραφε τουλάχιστον είκοσι πέντε με τριάντα πολύ ενδιαφέρουσες φωνές), η κριτική άρχισε να μιλά για αναγέννηση της ποίησης (στην «Καθημερινή» είχαμε παρουσιάσει από το 2003 μια πρώτη ομάδα των νέων αυτών ποιητών), οι μεγαλύτεροι ποιητές το ίδιο.

Επειτα ήρθαν οι αναγνώστες. Οι εκδότες άρχισαν να εκδίδουν και πάλι νέους ποιητές – να σημειώσουμε εδώ τον σημαντικό ρόλο των εκδόσεων Γαβριηλίδη, που σε καλούς και δύσκολους καιρούς δεν έκαναν ποτέ πίσω.

Μα ποιος διαβάζει ποίηση, θα αναρωτηθεί ίσως κανείς. Εκείνοι που διάβαζαν πάντα είναι η απάντηση. Οπως ωραία σχολιάζει ο γνωστός συγγραφέας, ποιητής και δοκιμιογράφος Χανς Μάγκνους Ετσενσμπέργκερ, η φυλή των αναγνωστών της ποίησης παραμένει «μια μικρή μειονότητα εξτρεμιστών», της οποίας ο αριθμός παραμένει σταθερός και στις μεγάλες και στις μικρές δυτικές χώρες. «Αυτός ο αριθμός κυμαίνεται, συν πλην, στο 1354»: είναι η περίφημη «σταθερά Ετσενσμπέργκερ», όπως ο ίδιος παιγνιωδώς την ονομάζει. Και στην περίπτωση της Ελλάδας, μάλλον επαληθεύεται. Αυτό δεν σημαίνει, βεβαίως, πως δεν λαμβάνουμε υπόψη τις αλλαγές, τις μετατοπίσεις, τις δυσκολίες· ότι ξεχνάμε το ερώτημα του Χαίλεντερλιν που στοιχειώνει κάθε περί ποίησης συζήτηση, τι χρειάζονται οι ποιητές σ’ έναν μικρόψυχο καιρό. Να όμως που οι ίδιοι οι ποιητές απαντούν στο ερώτημα αυτό, σε όλες τις εποχές. Και στη δική μας.

Αθροισμα ιδιοπροσωπιών

Διαμορφωμένη μέσα από πλήθος, διαφορετικές επιδράσεις, η νέα αυτή ποιητική γενιά αποτελεί μάλλον ένα άθροισμα ιδιοπροσωπιών. Δεν μπορεί κανείς όμως να μην επισημάνει ένα μείζον κοινό χαρακτηριστικό τους, την αναγωγή όλων στην παράδοση· το γεγονός ότι αυτοπροσδιορίζονται μέσα από τη συνομιλία τους με τα κείμενα του παρελθόντος. Κι αυτό φαίνεται, λιγότερο ή περισσότερο, στη γλώσσα, στη φόρμα, στους ρητορικούς τους τρόπους. Διότι το λογοτεχνικό έργο είναι η γλώσσα του ή δεν είναι. Αυτή είναι η μεγαλύτερη διαφορά τους από πολλούς ομηλίκους τους πεζογράφους. Οι οποίοι δεν διαβάζουν ούτε ποίηση ούτε πεζογραφία στη γλώσσα τους, ούτε σε μετάφραση. Κι αυτό σφραγίζει το γράψιμό τους: στην αρχή, το ουδέτερο, το αμήχανο, το ισοπεδωμένο, το κοινότοπο στη γραφή τους το θεωρεί κανείς επιλογή. Γρήγορα όμως καταλαβαίνει πως γράφουν έτσι γιατί δεν ξέρουν, δεν μπορούν να γράψουν αλλιώς. Υπονομεύοντας έτσι και τις πιο ενδιαφέρουσες, τις πιο τολμηρές θεματικές επιλογές τους. Είναι άξιο διερεύνησης το γεγονός ότι, την ίδια περίοδο που εμφανίστηκαν οι νέοι ποιητές, κάποιοι νέοι πεζογράφοι στράφηκαν στο παραγνωρισμένο διήγημα, μια φόρμα δύσκολη και απαιτητική.

Αν μια λογοτεχνία πεθαίνει λοιπόν σήμερα, ίσως είναι αυτή που επένδυσε στο φως των προβολέων. Κι οι ποιητές, στους χαλεπούς καιρούς, επιμένουν να μας θυμίζουν όλα όσα λείπουν από τη ζωή και την ύπαρξή μας.

Μαρία Τοπάλη

Ο ποιητής

Γράφεις σ’ αυτό το αλφάβητο θα πει περιθωριοποιείσαι.

Δεν είναι αυτή η επιλογή σου. Σε μια προσπάθεια διαφυγής,

διαβάζεις άλλη (ισχυρή) γλώσσα. Σκέφτεσαι βαβελικά, μεταγλωττίζεις

από τον έναν εαυτό στον άλλον. Ενα απόγευμα του φθινοπώρου,

μπαίνεις κουρασμένος σε μια μισοσκότεινη κρεβατοκάμαρα

κι αντικρίζεις με φρίκη το είδωλό σου να κοιμάται

φεγγίζοντας κάτω από ένα σκούρο διάφανο υλικό. Η κραυγή σου, που θα ’πρεπε να σχίσει την ύλη στα δύο,

δεν φτάνει ούτε μέχρι το διπλανό διαμέρισμα

(είναι άλλωστε γνωστό πως οι υπερευαίσθητοι

είναι ελάχιστα αλληλέγγυοι μεταξύ τους). [Ανάσα δασκάλας πιάνου στη Θεσσαλονίκη που

μυρίζει ελληνικό καφέ:] Υπάρχει το είδος εκείνο του ποιήματος

που είναι μυθιστόρημα με τη σπονδυλική στήλη σακατεμένη

από μια μνήμη άστατη σαν καιρικό φαινόμενο.

Ούτε μουσική, ούτε χρώμα: μόνο ρυθμός, βαθιά στην πέτρα,

κρυμμένος στην άσφαλτο,

ανάμεσα στις μάρκες που ποντάρει ο συμπαίκτης σου,

χωρίς να το γνωρίζει και πρέπει,

πρέπει να του τον αρπάξεις.

Δημήτρης Κοσμόπουλος

Το δέντρο που μιλούσε

Ελαμπε μ’ όλα τα πουλιά του μέσα στο καυτό πέλαγος του μεσημεριού. Ο γέρος προχωρούσε λαχανιάζοντας να χωθεί στον ίσκιο του. Ακουγε να χτυπούν οι φλέβες του. Ακουγε την μυστική γλώσσα στις φλέβες του δέντρου, την γη που έδινε χυμούς και συστατικά του νερού και του φωτός στις ροζιασμένες ρίζες. Οταν έφτασε, κατέβηκε από τα σταυρώματα το παιδί των τριακοσίων ετών. Ο χιτώνας του λευκός. Του έπιασε το χέρι. «Κόψε δώδεκα πράσινα φύλλα και βάλε τα την νύχτα στο δώμα σου. Δώσε τους τα ονόματα των μηνών. Οταν ξυπνήσεις τ’ άλλο πρωί, σύρε να δεις σε ποιο θα βρεις νοτίδα ή στάλες. Στον μήνα του είναι που θα φύγεις, όπως η βροχή θα φύγεις», του είπε. Τα πουλιά είχαν σωπάσει.

Γιάννης Στίγκας

Αντικλείδι για σωρείτες

Κι όταν με το καλό

πατήσεις πάνω στην αγάπη

να ξέρεις

πως κερδίζεις δίκαιο σύννεφο

δεν είναι λίγο

που θα σε κοιτά στα μάτια

όταν σε πνίγει

κι όλα θα γίνουν με σωστή ταχύτητα

θα δεις

ούτε που θ’ ακουστεί

ο κρότος που θα κάνει το γαμώτο

Δημήτρης Αγγελής

Επιστροφή

Χώροι της γλώσσας μου πιο αληθινοί

στα βρύα και στα πράσινα του στήθους σπαρτά.

Ευλογία στο στήθος μου η μεγάλη πληγή. Η

λίμνη. Το ποτάμι.

Ελπιδοφόρα αρμενίζουν τα πλεούμενα στ’ ανοιχτά

στις εκβολές σου ζητώντας την πρώτη πηγή.

Ωστε, λοιπόν, επιστρέφω στο σπίτι το τίμιο ξύλο σου,

τη δωρεά σου

αλλά φοράω πλέον εγώ τα καρφιά, μιλάω τις λέξεις σου·

διαβάζω στις επιστολές όσα μου έκρυβες χρόνια

με σινική μελάνη, γιασεμί και τόνους χώματα.

Που ματώνω με βλέπεις; Τώρα σειρά σου

να με φωνάζεις «πατέρα».

Κώστας Κουτσουρέλης

Αισιοδοξία

με τον τρόπο του Ερνστ Γιαντλ

Βουβάθηκε πια των σκαπανέων

το σάλπισμα, το εγερτήριο των ρήξεων,

του καινούργιου η προφήτισσα ορμή.

Ομως στων Πιερίδων τη φωνή

οι παμπάλαιες λέξεις ακούγονται ακόμη.

Ημερολόγιο ενός Aθέατου Απριλίου


Έχουν περάσει χρόνια από τότε που αυτό το βιβλίο του Ελύτη με συγκλόνισε με το βάρος των στίχων του. Πολλές φορές το «Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου» σε συνδυασμό με τον δίσκο  «Η εποχή της Μελισσάνθης» του Μάνου Χατζιδάκι προετοίμαζαν την εβδομάδα των Παθών. Σήμερα, Σάββατο 18, του Λαζάρου, όπως τυχαίνει και στο ημερολόγιο, διαβάζω απ’ τον Ελύτη:

ΣΑΒΒΑΤΟ, 18

Ακόμη βρέχει. Αιωνίως φαίνεται θα βρέχει. Κι αιωνίως θα κυκλο-
φορώ με μιαν ομπρέλα ψάχνοντας για μια πολίχνη ροζ γεμάτη
ωραία υπαίθρια ζαχαροπλαστεία.

ΣΑΒΒΑΤΟ. 18 β

Βάρος της τρυφεράδας τ’ ουρανού
μετά που εβρόντησε και ξεκινά ο σαλίγκαρος.
Κομμάτια σπίτια που επιπλέουν, μπαλκόνια με μπροστά
το κοντάρι τους, ο αέρας.

Γεγονός είναι ο θάνατος που επίκειται
φορτωμένος κάτι ευτυχίες παλιές

κι εκείνη την πολύ γνωστή (που λευκάνθηκε στις άγριες
ερημιές) απελπισία.

ΣΑΒΒΑΤΟ. 18 γ

Κάθομαι ώρες και κοιτάζω το νερό στις πλάκες ώσπου, τέλος, γίνε-
ται πρόσωπο που μου μοιάζει και φέγγει απ’ όλη την περασμένη
μου ζωή.

Οδ. Ελύτης, από «Το Ημερολόγιο ενός Αθέατου Απριλίου»

κι ύστερα ξυρίστηκα, φόρεσα το άσπρο μου πουκάμισο και μια μαύρη γραβάτα και στάθηκα να κοιτάζω μια τον σκεπασμένο με λουλούδια νεκρό πατέρα μου και μια την Πλατυτέρα των Ουρανών. Και το θυμίαμα μύριζε όλη μου τη ζωή, να νιώθεις πως γίνεσαι ελαφρύς σαν τον καπνό και να βάζεις τον πόνο σου βαθύτερα.

Σας ευχαριστώ όλους για την συμπαράσταση. Απόψε θέλω να κοιμηθώ. Καληνύχτα.

ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ ΜΟΥ…


Στην αρχή νόμισα πως ήταν το συννεφόκαμα, αυτή η πνιγηρή αίσθηση από το αφρικανικό σύννεφο που παραφυλάει τον Αττικό ουρανό την τελευταία εβδομάδα… περνώντας όμως οι μέρες συνειδητοποίησα πως δεν ήταν μόνο το σύννεφο αλλά και η παράξενη ομηρία της αϋπνίας μου… ύπνος ελάχιστος, ύπνος με μικρές στάσεις σε παράξενα όνειρα. Κι όλο τούτο συνέβαινε άνοιξη. Πλησιάζει και η εβδομάδα των παθών, να σκέφτεται ο ποιητής πως πάσχει όλον τον αιώνα, πριν, κατά και μετά χρονικά τοποθετημένος, αστέρας απλανής να περιδιαβαίνει τις επικράτειες της νύχτας… άυπνος, πάντα άυπνος.

Ύστερα ξημέρωσε η 18η Απριλίου. Κι ο ουρανός σκιασμένος κι αυτός από την απόχρωση της νύχτας δεν έλεγε από νωρίς το πρωί να δηλώσει αυτόν τον κόμπο που ένιωσε ο πατέρας μου κι έτεινε το χέρι του στη μητέρα μου. Ήξερε ο ένας τον άλλο πολύ καλά. Σαράντα χρόνια μαζί, τόσα χρόνια όσα και η ηλικία μου.

Τον πατέρα μου τον διέγραψα από νωρίς… από τη μία η εφηβεία, από την άλλη κάποιος λάθος μηχανισμός άμυνας, έφτασαν να με ζαλώσουν πάνω σε ένα μανιακό αγρίμι που τον απέφευγε συστηματικά.

Έπρεπε όμως σήμερα, τουλάχιστον σήμερα να πληροφορήσω τα δικά μου παιδιά πως ο παππούς τους έφυγε οριστικά από το πατρικό μας σπίτι. Δεν έβρισκα όμως κατάλληλη απάντηση στην ερώτηση της κόρης μου:  «Αφού μπαμπά οι άγγελοι είναι λαμπεροί, γιατί δεν τους είδε η γιαγιά όταν ήρθαν να πάρουν τον παππού;»

Το πένθος ταιριάζει στην άνοιξη, τα τρίμερα, εννιάμερα, κ.λ.π. όλα θα συντελεστούν μέσα στην εβδομάδα των παθών κι εγώ μπαμπά, θα σου ανταποδώσω την προσπάθεια που έκανες μεγαλώνοντας με, αφιερώνοντάς σου ένα ποίημα. Αυτό το ξέρω να το κάνω καλά, πολύ καλά θα έλεγα.

Στη μνήμη του πατέρα μου, που έχασα σήμερα 18.4.2008, περίπου στις 14.30 το μεσημέρι αφιερώνω το ποίημα: «ΕΙΣ ΜΝΗΜΗ Γ.Κ., ΠΟΙΗΤΗ…» και αποδίδω έτσι τον ΎΣΤΑΤΟ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟ

ΕΙΣ ΜΝΗΜΗ Γ.Κ., ΠΟΙΗΤΗ

—«Πες μου απόψε κάτι —τι γλυκειά βραδιά!—
κάτι, να, σα θρύλο, σαν παραμυθάκι».
—Δε βαριέσαι, κοίτα πως το φεγγαράκι
παιγνιδίζει απόψε μέσα στα κλαδιά»—

Μιλτιάδης Μαλακάσης,Παραμύθι

Του πόνου εστρέψαν οι πηγές από το σωθικό μου,
Έστρωσ’ ο νους κι ανέβηκα πάλι στον εαυτό μου.
Διονύσιος Σολωμός,
Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, Σχεδίασμα Β’

Εχτύπα το ζεστό φτερό να λάβει τη μορφή του.
Διονύσιος Σολωμός,
Από το «IL PRIGIONIERO»

Τη νύχτα ανάβουνε λαμπροί πυρσοί φεγγοβολούνε
Είναι το φως η άνοιξη, το σκότος ο χειμώνας
Μέσα σε μαύρα καύκαλα ανθίζουνε λουλούδια
Κι αρώματα αναβλύζουνε απ’ το μεγάλο ζόφο

Εκίνησε ο ποιητής για την αρχαία μούσα
Και την εσυναπάντησε μέσα σ’ ομιχλώδες νέφος
Λαγνεία τον κατέλαβε το πνεύμα του ακαθάρτου
Και προς τον χρυσοποίκιλτο, τον λαξεμένο θρόνο

Δυο φίδια αργοσύρθηκαν, οφιόδηκτο σημάδι
Τρώγοντας το ένα του αλλουνού το θείο του κεφάλι
Η μούσα κόρη αδύναμη και αναμαλλιασμένη
Με φόβο λιποθύμησε στο θρόνο ακουμπισμένη

Την έγδυσε την έριξε κι έμπηξε το κορμί του
Αναίσθητη ως ήτανε μέτρησε τη ζωή του
Ρίμα και μέτρο και ρυθμό κρεμούσε από το στόμα
Κι ευθύς της ορκιζότανε πίστη εις τον αιώνα

Ξετύλιξε τη γλώσσά του στη παγωμένη σάρκα
Σαν την σαΐτα τσίριξε και χώθηκε στα σπλάχνα
Κι η μούσα τον εμπόλιασε με τη νεκρή ωδή της
Νήμα κλωστή μεταξωτή κεντούσε το κορμί της

Εφύσηξε ο άνεμος και το πανί εκρούσθη
Ορτσάρει στον πλατύ γιαλό το ιστίο και φουσκώνει
Στων νήσων τις ακρογιαλιές γοργόνες θανατώνει
Ο έρωτάς του θεοτικός δαίμονες ξεκλειδώνει

Εδύνατο κι ανέβαινε απ’ το νερό στις ξέρες
Έτρεχε πάνω σε στεριές σ’ απύθμενες καλντέρες
Στίχους συνθέτοντας στροφές κι απ’ τις στροφές τραγούδια
Άστρα γκρεμίζοντας σειρές ουράνια λουλούδια

Μες στο πυκνό του όνειρο σκοτείνιασε όλη η πλάση
Έκραξε συσκοτίζοντας ο κόρακας τα δάση
Λάμνοντας μες στο σύννεφο τσακίζει το κουφάρι
Πέφτει στη λίμνη τ’ ουρανού ακίνητη που χάσκει

Και καταπίνει όνειρα κι αγέννητες εικόνες
Στην γυάλινη επιφάνεια κόλαση αντανακλάει
Τρίζει η εξώθυρα βαρειά σαν πάνω της χτυπάει
Μαύρη η ψυχή του ποιητή μαρμάρινη σκιρτάει

Μόνο η καρδιά του σκίζεται στα δύο ξεχωρίζει
Σιωπά κοιτάζει μ’ έκπληξη ένα ποτάμι μ’ αίμα
Μαρμαρυγή αναλαμπή του τέλους τα γραμμένα
Ξαπλώνει αυτός στην κλίνη του με νεκρική γαλήνη

Σαν το ανέσπερο παιδί σα φάντασμα η ψυχή του
Ξεντύνεται το σώμα του νεκρώνει το κορμί του
Και σαν Χριστός που κρέμεται απάνω στα καρφιά
Με πόδια κρίνα κόκκινα και χέρια σαν πουλιά

Μοσχοβολάει η κάμαρα από τον αποθαμένο
Δύο κεράκια λιώνουνε κοντά στον σταυρωμένο
Πλανήτης ολοστρόγυλλος ασημοκαπνισμένος
Της μούσας η επιφοίτηση στέφανος πυρωμένος

Τώρα απαγγέλει ό,τι αυτός σ’ ερμάρια είχε κρύψει:
«Μούσα το ποίημα ενέπνευσε να γίνει προσευχή μου
Δόξα να δίνει σε θνητό κι αθάνατο να μένει
Ρυθμό να φτιάχνει η θάλασσα, το κύμα ν’ ανεβαίνει

Και στον αφρό σαν τ’ άλογο να λάμνει το καράβι
Αφού εγώ της εποχής είμαι ένα νόθο τέκνο
Με: «μήνιν άιδε θεά» ψάλλοντας σε κατέχω
Τρισάθλιος σαν το φάντασμα γυρνώ μες στο σκοτάδι

Και ψηλαφώντας το κορμί για πάντα θα ορίσω
Βαριά την τιμωρία του μες στο κελί θα κλείσω
Τη μία τύψη της ζωής μια έρημη σταγόνα
Δροσοσταλίδα πρωινή πάνω σε ανεμώνα

Που αμέσως εξατμίζεται στ’ αλήθεια δεν υπάρχει
Πες μου, αγάπη μου εσύ, πως μ’ έχεις αγαπήσει
Να γίνει η συγκίνηση ποτάμι να δακρύσω
Νεκρός κι αν είμαι ήμουνα μέχρι να σ’ αναστήσω

Κι αν μου πες ψέματα θαρρείς πως δεν κατανοούσα
Στολίδια είναι της ζωής σαν τα μεγάλα λόγια
Πες μου αγάπη μου εσύ πως μ’ αγαπάς ακόμα
Να σηκωθώ απ’ την κλίνη μου ν’ ανάψω το καντήλι

Να κλέψω πάλι απ’ τη ζωή το δρόσο τη φρεσκάδα
Μέσα στην άνοιξη τρελός να ερωτευτώ τα κάλλη
Το στόμα ολάνοιχτο βαστώ αγέρα καταπίνω
Μες στα μεσάνυχτα αγρικώ τα χείλη σου αγγίζω

Σαν τριαντάφυλλο άλικο μ’ αμέτρητα αγκάθια
Δάκρυα χάντρες του έρωτα στου έαρος τα μάτια
Τα ύστερα τα λόγια μου:
«Ναι, σ’ αγαπώ αγάπη μου στο στόμα σε φιλάω
Το θάνατο τον νίκησα, μα τη ζωή χρωστάω.»

Ο ΥΣΤΑΤΟΣ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Με λιμουζίνα πάει κανείς στον άλλον κόσμο
Όχημα φέρον ασημένιους φανούς
καθρέφτες
και γυαλισμένους κηροστάτες

Στο συνοδεύον πλήθος
Μέρος του φθίνοντος ετούτου μυστηρίου
Ο νεκρός αυτοπροσώπως επεξηγεί
Στο αγγελτήριο του θανάτου του

Δηλαδή,
Πως σε τούτο το ταξίδι
Πολλά ειπώθηκαν
Κι όσα η φωνή τρομαγμένη κατάπιε
Έστω κι αν ποτέ δεν στριφογύρισαν στο λαρύγγι
Γινήκανε προσευχές και ικεσίες
Χαμόγελα στα χείλη των παιδιών
Έρωτας στα μάτια των εφήβων
Πάθος στα σώματα των ενηλίκων
Ρυτίδες στα πρόσωπα των μεσηλίκων
Αρρώστια πνευματική στις κλίνες των υπερηλίκων

Στο τέλος
Τον θάνατο κανείς
Με τα χέρια του ανοίγει
Παραμερίζοντας των σωμάτων φυλλωσιές
Των ανθρώπων βάτα θεριεμένα
Βράχια των οστών
Τη θαμπάδα των χλομών μαλλιών

Ο Πατέρας
Η Μητέρα
Η Σύζυγος
Τα Τέκνα
Ο Αδερφός
Οι λοιποί συγγενείς…

Γιάννης Αντιόχου, 2008

MINIMA POETICA


Δεν υπάρχει περίπτωση να κοιμηθώ σήμερα και εφόσον το μάτι μου δεν κλείνει, το ημερολόγιο αϋπνίας το έχω ήδη παραθέσει πριν δυο-τρεις μέρες, θα ενισχύσω την εισαγωγική παράγραφο του προηγούμενου σχολίου μου προσθέτοντας τα πέντε τελευταία θραύσματα – σημειώσεις του Χάρη Βλαβιανού. Γιατί πως να το κάνουμε υπάρχουν κάποιοι που λανθάνουν επειδή εργάζονται σκληρά και κάποιοι που δεν πρόκειται να κάνουν ποτέ λάθος, γιατί απλά δεν εργάζονται καθόλου. Και σε πολύ απλά ελληνικά: «όποιος κατάλαβε, κατάλαβε».

Επίσης θέλω απλά να σχολιάσω, πως αν σε καλούν σε κάποια εκδήλωση και αποδέχεσαι την πρόσκληση, αν διαμοιράζεται δελτίο τύπου, το οποίο και σε καταγράφει ως συμμετέχοντα στην όποια χ εκδήλωση και εσύ δυο μέρες πριν, διαμαρτύρεσαι εντόνως και επιχειρηματολογώντας – δε λέω- (τύφλα να’ χει ο Πρωταγόρας), ακυρώνοντας συλλήβδην ένα ολόκληρο σώμα ακροατών που ειδοποιήθηκε και εκδήλωσε ενδιαφέρον να σε θαυμάσει, τότε έχεις σοβαρό πρόβλημα (κάτι με το λατινικό deus έχει σχέση, δεν θυμάμαι ή ίσως με το θηλυκό του deus, ναι μάλλον το diva είναι)… έτσι απλά γιατί ορισμένα πράγματα δεν μπορούν να συμβαίνουν σε αυτή τη χώρα.

Απολαύστε λοιπόν από το Minima Poetica του  Χάρη Βλαβιανού, εκδόσεις Πόλις, 2007 πέντε θραύσματα-σημειώσεις που έχουν μεγάλη αξία για την ποιητική οικογένεια (προσωπική μου άποψη… δικό μου είναι το blog άλλωστε).

294.
Οι δυσκολίες στην ποίηση αντιμετωπίζονται με το να τις πολλαπλασιάζεις.

195.
Η αλήθεια βγαίνει μέσα από το λάθος, όχι μέσα από τη σύγχυση. Άλλο να μη ξέρει κανείς τι γράφει (ο υπερρεαλιστής Μπρετόν ως ρεαλιστικότατος Σταλινικός) και άλλο να γράφει κάτι για το οποίο αργότερα μετανιώνει γιατί θεωρεί ότι δεν αποτυπώνει την αλήθεια σε όλη της την πολυπλοκότητα. (Πάουντ)

296.
Το ποίημα δεν μπορεί να δραπετεύσει από τον εαυτό του με τα μέσα του ποιήματος.

297.
Μόνο στο πλαίσιο της ιστορικής εξέλιξης της ποίησης γίνεται αντιληπτή η αισθητική αξία ενός συγκεκριμένου ποιήματος. Το να γράψει κανείς ένα ποίημα σήμερα με τον τρόπο του Σεφέρη είναι γελοίο—όχι γιατί η πράξη αυτή καθαυτή της μίμησης είναι γελοία, αλλά γιατί ένα ποίημα του 1950 δεν μπορεί ν’ ανήκει στο 2006. Όπως σωστά επισημαίνει ο Κούντερα: η αίσθηση της ομορφιάς δεν είναι αυτόματη αλλά καθορίζεται από τη γνώση μιας χρονολογίας. Επομένως όσοι επιμένουν να γράφουν ποιήματα ρίχνοντας καύσιμα στην εξαντλημένη ατμομηχανή του μοντερνισμού είναι απλώς εκτός χρόνου.

298.
Παραλλάσσοντας ελαφρά μια σκέψη του Ζυλιάν Γκρεκ: «η ιστορία της ποίησης αντίθετα από την ιστορία εν γένει, περιλαμβάνει μόνο νίκες, γιατί στην ποίηση οι ήττες δεν είναι νίκες για κανέναν». Τα Βατερλώ των μικρών ή των μεγάλων ποιητών έχουν θέση μόνο στη λήθη (ή στα κιτάπια των φιλολόγων).

MINIMA POETICA

ΧΑΡΗΣ ΒΛΑΒΙΑΝΟΣ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΟΛΙΣ, 2007

Τόνι Χόαγκλαντ


vampire.jpg

Αρχές Απρίλη. Κάτι συμβαίνει και μάλλον πρέπει να ανησυχήσω. Μήπως να τηλεφωνήσω στην ψυχίατρο μου να επισπεύσω το ατομικό μου ραντεβού; Δεν μπορώ να καταλάβω τι συμβαίνει και έχω πιάσει όλους τους σκληρούς δίσκους που είχα σε αχρηστία και χτενίζω ποιήματα και μεταφράσεις. Τέλος πάντων, έπεσα πάνω σε μια μετάφραση του Τόνι Χόαγκλαντ που είχα κάνει το 2003. Ο Χόαγκλαντ είναι έμας αμερικανός ποιητής γεννημένος στο Φορτ Μπράγκ (North Carolina) το 1953 με σημαντική παρουσία και διακρίσεις στην αμερικανική ποίηση.  Μία φίλη από το πανεπιστήμιο του Τέξας μου είχε στείλει το βιβλίο του, όταν είχα στραφεί στην μελέτη των συγχρόνων αμερικανών ποιητών.

Το βιβλίο του «What Narcissism Means to Me» κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Graywolf Press, Saint Paul, MN, το 2003. Ξεχώρισα τρία ποιήματα τα οποία είναι αντιπροσωπευτικά του ύφους του ποιητή, τα οποία και παραθέτω μεταφρασμένα. Περισσότερα μπορείτε να βρείτε με μια απλή αναζήτηση του λήμματος Tony Hoagland στην δαιμονική μηχανή αναζήτησης Google ή ακολουθείστε το link της Αμερικανικής Ακαδημίας Ποιητών.

Τι σημαίνει ο Ναρκισσισμός για μένα

Υπάρχει Σοσιαλισμός και Κομμουνισμός και Καπιταλισμός,
είπε ο Νηλ,
κι υπάρχει Φεμινισμός και Ηδονισμός
  κι υπάρχει Καθολικισμός και Ανθρωπομορφισμός και
  Καταναλωτισμός,

αλλά πιστεύω ότι ο Ναρκισσισμός είναι το σύστημα
που σημαίνει τα περισσότερα για μένα˙

και η Σίλβια είπε ότι στην περίπτωση του Νηλ
ο ναρκισσισμός αναπαριστά ένα ηρωικό κατόρθωμα στη θετικιστική σκέψη.

Και η Ανν,
που αποκαλεί τον καθένα Γλυκούλη μου
  είτε νοιάζεται για αυτούς είτε όχι,

Η Ανν άναψε ένα τσιγάρο και είπε, Μόνο άθλιοι άνθρωποι θα σου πουν
  ότι η αγάπη πρέπει επάξια να κερδίθει,

κι όταν άκουσα τούτο, ένα μακρινό καμπάνισμα σήμανε για μένα,

θυμίζοντας μου τον χρόνο όταν πίστευα
  ότι απλά μπορούσα να ζήσω δίχως αυτή.

Ο Νηλ έψησε το καλαμπόκι και έκοψε τα κρεμμύδια
  σε παχιές λευκές φέτες
  και στοίβαξε το μουσκεμένο τουρσί
  σε σωρούς σαν τα κέρματα
  και η μαγειρική του σκούφια απλώνονταν στα πλάγια σαν σύννεφο
  μανιταριού.

Κατόπιν ο Ήθαν είπε ότι κατά τη γνώμη του,
αν θα τα ‘κανες άνω κάτω με την αυτο-αγάπη
  δεν θα ‘πρεπε να βιαστείς μέσα σε μια σχέση
και τώρα η Σίλβια σιγοκλαίγοντας, κοιτώντας χάμω
  στην σαμπανιέρα και στα πατατάκια,

έπειτα τα χάμπουργκερ ήταν έτοιμα, όπως ακριβώς
το ηλιοβασίλεμα στο παρασκήνιο είχε αρχίσει
  να κατακρημνίζεται μέσα απ’ τα καρβουνιασμένα σύννεφα

αποκαλύπτοντας το εσωτερικό τους – μαύρο,
χαραγμένο βαθυκόκκινο,
  σαν την πλευρά μιας τσουρουφλισμένης, μπριζόλας σενιάν,

νοστιμότατης αλλά ανθυγιεινής,
ή, ανάλογα με την οπτική σου,
  ανθυγιεινής αλλά νοστιμότατης,

– ο τρόπος που, βαθιά μέσα στην μιζέρια
  της καθημερινής ζωής,
  η αγάπη κείται αιμορραγώντας.

Ανέφικτο Όνειρο

Στο Ντέλαγουεαρ ένας αντιπρόσωπος του κογκρέσου
  κατηγορούμενος για σεξουαλική παρεκτροπή
λέει ευθαρσώς στην συνέντευξη τύπου
  μιλώντας
  ακριβώς μπροστά στο μικρόφωνο
ότι θα του άρεσε πάρα πολύ
  να το ξανακάνει.

Ήταν στο ράδιο
  και η Κάρλα γέλασε
καθώς ζωγράφισε, Πέθανε, Γουρούνι
  με νύχια βαμμένα κόκκινα
στην ράχη μιας χελώνας
που σχεδιάζει να εξαπολύσει αύριο
  στην πίσω αυλή του Τζέρρυ.

Εκείνον τον χρόνο μείναμε κοντά στο γυμνάσιο
και τα απογεύματα, το φθινόπωρο,
μπορούσες να ακούς την μπάντα να προβάρει
απ’ το στάδιο:
  μακρινά μουσικά κλειδιά απ’ τις τρομπέτες ταξίδεψαν με τον αέρα,
τύμπανα και αλλόκοτα πασαλείμματα από τρομπόνια:

ένα κακότεχνο «Λούι Λούι»
  ή κάποιες φορές, «Το Ανέφικτο Όνειρο.»

Διάβαζα ένα βιβλίο για ψυχαγωγία,
Πως είχες καταφέρει να γλιστρήσεις μέσα απ’ αυτό
  δίχως κουδούνισμα,

σαν βέλος
διαπερνώντας τον στόχο,
  βγαίνοντας απ’ την άλλη μεριά και συνεχίζοντας.

Καθόμαστε στο τραπέζι του πικ-νικ
Χαραγμένο με τα αρχικά των προηγούμενων ενοικιαστών˙
  αδύναμο Οκτωβριανό ηλιόφως
ευλογούσε τ’ απαλό χορτάρι –
θα μπορούσες να πεις ότι τα ‘χαμε όλα –

Αλλ’ η χελώνα στο χέρι της Κάρλα
συγχυσμένη απ’ την παραξενιά της, μ’ αλύγιστα πόδια σαν κουπιά,
λες και δεν ήταν για να την κρατούν ακίνητη

και η μπάντα του γυμνασίου έπαιξε
  χειρότερα από ποτέ για μια στιγμή
 – προσπαθώντας να πιάσει σωστά το τραγούδι
  ήταν ένα ανέφικτο όνειρο.

Μια απόχρωση του ουρανού

Αέρας σήμερα και νοιώθω κάτι λιγότερο από λαμπερός,
οδηγώντας στο δρόμο απ’ τη δουλειά πάνω απ’ τους λόφους.
Υπάρχουν σκοτεινά σημεία στο δρόμο
  όταν περνάς μέσα απ’ τις συστάδες του δάσους
και τα φωτεινά μέρη από εκεί που βλέπεις τον ωκεανό,
αλλά αυτό δεν κάνει τον δρόμο μια αλληγορία.

Θα πρέπει να καλέσω την Μαρί και ν’ απολογηθώ
που ήμουνα τόσο βαρετός στο δείπνο χθες βράδυ,
αλλά μπορώ στ’ αλήθεια να υποσχεθώ ότι δεν θα είμαι έτσι ξανά;
Κι όπως και να ‘χει, θα προτιμούσα κάπως να βλέπω τα δέντρα, να
  εκτινάσσονται
σε κάτι που σίγουρα μοιάζει με σεξουαλική αφύπνιση.

Έτσι κι αλλιώς είναι άνοιξη, και όλα δείχνουν κάπως ευαίσθητα˙
ο ουρανός είναι γαλανός, και τα μόλις ξεδιπλωμένα φύλλα
πλημμυρισμένα από βρεφική χλωροφύλλη,
η ακριβής απόχρωση της απειρίας.

Το τραγούδι του περσινού καλοκαιριού επιστρέφει στο ραδιόφωνο,
και στον αυτοκινητόδρομο προσπερνά,
τον μοναδικό μεταφυσικό βανδαλισμό που έχει γραφτεί στην Αμερική
Η ΜΝΗΜΗ ΑΓΑΠΑ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ
με μεγάλα μαύρα γράμματα από σπρέι,

που μας κάνει ν’ αναρωτιόμαστε εάν αντίστροφα Ο Χρόνος αγαπά την Μνήμη.

Χθες βράδυ ονειρεύτηκα ξανά την Χ.
Έμοιαζε με κηλίδα στις σελίδες του υποσυνειδήτου μου.
Χρόνια πριν με διαπέρασε
αλλά μολονότι τρίφτηκα και τρίφτηκα και τρίφτηκα,
ποτέ δεν την έβγαλα,
αλλά τώρα είμαι ευτυχής.

Ότι σκέφτηκα ήταν ένα τέλος που μετατράπηκε σε μέση.
Ότι σκέφτηκα ήταν ένα τείχος που μετατράπηκε σε τούνελ.
Ότι σκέφτηκα ήταν μια αδικία
που μετατράπηκε σε χρώμα τ’ ουρανού.

Έξω από το κέντρο νεότητας, ανάμεσα στην κάβα
και το αστυνομικό τμήμα,
μια μικρή κρανιά χάνει το μυαλό της˙
πλημμυρισμένη μ’ ανθούς αφρώδεις,
σαν ένα αφρισμένο ποτήρι μπύρας,
σαν νύφη π’ ανασηκώνει τα ρούχα της,

ρίχνοντας χιόνι λευκά πέταλα στα σύννεφα,

έτσι της φύσης η αλόγιστη σπατάλη μοιάζει κάπως αισχρή.
Όλη την εβδομάδα αυτό έκανε:
Έφτιαχνε ομορφιά,
και πετώντας την μακριά,
έφτιαχνε περισσότερη.

Tony Hoagland

What Narcissism Means to Me

Graywolf Press, MN, USA, 2003

Μετάφραση: Γιάννης Αντιόχου

Ημερολόγιο Ανάγνωσης


Είναι πολλά τα βιβλιοφιλικά blogs και επίσης πολλές οι απονενοημένες προσπάθειες ποιητικής ύπαρξης στον παγκόσμιο ιστό. Δεν θέλω να υποτιμήσω κανέναν και επίσης δεν θέλω επουδενί να κατηγοριοποιηθώ σε μια ελίτ του ιστοχώρου, όμως πραγματικά χαίρομαι για την ύπαρξη ορισμένων σχετικών με την ποίηση blogs που παρουσιάζουν αυθεντική προσέγγιση στην τέχνη.

Ένα τέτοιο blog είναι το «Ημερολόγιο Ανάγνωσης» του Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου. Σας συστήνω ανεπιφύλακτα να επισκεφθείτε το blog και να διαβάσετε τα σχετικά άρθρα.

Συγχαρητήρια Χαράλαμπε Γιαννακόπουλε….

http://areadingdiary.wordpress.com/

ΑΝΝΑ ΑΧΜΑΤΟΒΑ: Μισή Καλόγρια-Μισή Πόρνη


altman-akhmatova.jpg

Με την Αχμάτοβα και την ποίησή της ομολογώ πως γνωρίστηκα όψιμα. Η απόδοση των ποιήματών της ξεκίνησε ύστερα από την πρόταση του εκδοτικού οίκου Μελάνι, να μεταφράσω τα ποιήματα που περιλαμβάνονταν στην μονογραφία του Χέσνερ και εκδόθηκε το 2006 από τις εκδόσεις Μελάνι.
Η Αχμάτοβα γνώρισε και την αποδοχή και την επιτυχία. Πολλά από τα ποιήματα της πρώτης και της δεύτερης ποιητικής της συλλογής, άφηναν υπαινιγμούς για μέρη της Πετρούπολης και του Τσαρκόι Σελό, τα οποία και είχαν στενή σύνδεση με την προσωπική της ζωή. Άλλα ποιήματα υμνούσαν τον έρωτα: έρωτας δίχως ανταπόδοση, απογοήτευση, πεσιμισμός, και πάθος, πάθος για τη σαρκική αγάπη. Αυτό οδήγησε τον κριτικό Μπόρις Άϊκενμπαουμ να χαρακτηρίσει την Αχμάτοβα «μισή-καλόγρια, μισή-πόρνη», χαρακτηρισμός, ο οποίος βέβαια χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα για να κατηγορηθεί αργότερα από τους ηγέτες του Σοβιέτ και να ζήσει μια ζωή υπό διωγμό και αμφισβήτηση της καλλιτεχνικής της αξίας.
Η γοητεία όμως της ποίησης της Αχμάτοβα είναι πραγματική και ομολογώ πως ήταν τόση μεγάλη η εντύπωση που μου έκανε έτσι ώστε με επιμονή ΄να μεταφράσω κύρια τα μακροσκελή ποιήματά της ή καλύτερα της ποιητικές της συνθέσεις, όπως το Ρέκβιεμ, Το Ποίημα Δίχως Ήρωα, τις Ελεγείες του Βορρά. Όλα αυτά συγκεντρώθηκαν σ’ έναν πολυτελή τόμο, ο οποίος και θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Μικρή Άρκτος πριν το Πάσχα. Εδώ παραθέτω μερικά από τα ποιήματα που μεταφράστηκαν για τη μονογραφία του γερμανού βιογράφου της Χέσνερ. 

Ο γκριζομάτης Βασιλιάς

Δόξα σε σένα αιώνιε πόνε!
Χθες πέθανε ο γκριζομάτης βασιλιάς,

Κόκκινο το φθινόπωρο κι η νύχτα μελαγχολική,
Ο άνδρας μου επιστρέφοντας είπε με ησυχία:

«Ξέρεις, κάτω απ’ τη παλιά τον βρήκαμε την δρυ,
απ’ το κυνήγι τον κουβάλησαν τέσσερις άνδρες εκεί.

Τόσο νέος…Θλίβομαι για τη βασίλισσα.
Μέσα σε μια νύχτα της άσπρισαν τα μαλλιά».

Βρήκε την πίπα του στην παραστιά,
Κι έφυγε όπως συνήθιζε το βράδυ στη δουλειά

Τώρα την μικρή μου κόρη θα ξυπνήσω,
Και τα ματάκια της, τα γκρίζα, θα αντικρύσω.

Έξω απ’ το παράθυρο οι λεύκες οι ψηλές θροΐζουν στην αυλή
«Ο Βασιλιάς σου δεν πια στη γη…»

(1910)

Ο Ψαράς

Χέρια ψηλά ως τους ώμους γυμνά
Και μάτια σαν πάγος γαλανά.
Πνιγηρή και τραχιά από πίσσα η οσμή,
Ηλιοκαμένος είσαι και σου πάει πολύ.

Αιώνια και πάντα είν’ ανοιχτός
Του γαλάζιου πουκαμίσου σου ο λαιμός.
Οι γυναίκες των ψαράδων αναστενάζουν
Αναψοκοκκινίζοντας μπροστά σου.

Ακόμα κι η κοπέλα η μικρή,
Που με τις ρέγκες στην πόλη περπατεί
Πέρα δώθε στην παραλία το βράδυ
Χαμένη τριγυρίζει.

Χλωμά τα μάγουλα, τα χέρια κοιμισμένα,
Τα μάτια της βαθιά και κουρασμένα,
Τα πόδια της καβούρια ανασκαλεύουν,
ξεσέρνοντας στην αμμουδιά.

Δεν μπορεί πια να τα πιάσει,
Τεντώνοντας τα χέρια.
Ολοένα πάλλεται πιο δυνατά, από πόθο
Της πληγής της το αίμα.

(1911)

Ι.

Είναι τέσσερις εβδομάδες που μυρίζει πυρκαγιά
Πάνω απ’ το βάλτο, εκεί που η τύρφη καίγεται, αναδύεται η μυρωδιά.
Ακόμη και των πουλιών το τραγούδι κομμένο ηχεί
Κι ούτε ένα φύλλο στη λεύκα δεν ριγεί.

Και του Κυρίου ο ήλιος συμφορά-
Μήτε τη μέρα, μήτε τη νύχτα μια σταλιά
Ένας σακάτης έφτασε περαστικός,
Και στον περίβολο είπε κάποιος:

«Αλίμονο ημέρες φτάνουν τρομερές:
Φρέσκα τα μνήματα – θα συνωστίζονται πυκνά.
Θα’ ρθει σεισμός, λιμός και συμφορά
Και σκότος απ’ του ουρανού το φως.

Όμως: για τις χώρες μας ο εχθρός δεν θα μαλώνει
Κι η κατάρα του δεν μας πιάνει
Η Παναγιά πάνω απ’ την απέραντη θλίψη
Το ολόλευκο σαν χιόνι μαντήλι της θα ρίξει.»

ΙΙ

Του κέδρου εδώ, του χαμηλού, τη μυρωδιά
Φέρνει ο αγέρας από του δάσους τη φωτιά.
Στενάζουν οι γυναίκες των στρατιωτών για τα παιδιά•
Της χήρας η κραυγή το χωριό διαπερνά.

Μια που η γη βροχή λαχταρούσε,
Και όχι μάταια τον ουρανό παρακαλούσε.
Ζεστή έπεσε στη γη, μια υγρασία πορφυρή
Που των εχθρών τη στρατιά ποδοπατεί.

Άδειος ουρανός βουλιάζει κάτω στα βαθιά•
Η φωνή που προσεύχεται ηχεί από μακριά:
«Το ιερό σου πλήγωσαν το σώμα
Στα ζάρια σού ρίχνουν το χιτώνα».

(Σλέπνοβο, 20 Ιουλίου 1914)

Εδώ αγαπάμε όλες το ποτό, πόρνες
Κι όλες ενωμένες μαζί δυστυχισμένες!
Στους τοίχους πουλιά, άνθη πυρά
Που νοσταλγούν τα σύννεφα κρυφά.

Μια πίπα μαύρη εσύ φουμάρεις
Αλλόκοτος τριγύρω της καπνός.
Φορώ μια φούστα κολλημένη στο μηρό
Να γίνομαι ωραία, να σε προκαλώ.

Παράθυρα ερμητικά κλειστά.
Τι να’ ναι έξω, άνοιξη ή παγωνιά;
Στα μάτια σου καρφώθηκε το βλέμμα
Γάτας που καρτερεί προσεκτικά.

Ω πόσο η καρδιά μου λαχταρά
Του θάνατου τα ύστερα λεπτά;
Αχ, αυτή, που ακόμα εδώ χορεύει
Στην κόλαση θα καίγεται παντοτινά.

(1.1.1913)

Προφητεύεις εσύ δυστυχισμένη, κι ύστερα αφήνεις τα χέρια χαμηλά,
Στο κάτωχρο σου μέτωπο κολλά μια τούφα απ’ τα μαλλιά,
Και χαμογελάς —Ω, μα ούτε πια μέλισσα
Δεν ξελογιάζεται απ’ το χαμόγελο το τριανταφυλλί
Και ούτε πεταλούδα πια ανησυχεί.

Τα σιληνά σου φωτεινά κι αγωνιώδη μάτια
Το μακρινό σου ατένισμα βαριά ακινητεί.
Είναι γλυκιά επίπληξη γι’ αυτόν που’ χει πεθάνει,
Ή μήπως μεγαλόψυχα τους ζώντες συγχωρεί
Για τη δική σου ανημποριά και τη δική σου τη ντροπή;

27 Αυγούστου 1921 (στη O.A. Glebova-Sudeikina)

Η Γυναίκα του Λωτ

Και ο ενάρετος άνθρωπος ακολούθησε του Θεού τον απεσταλμένο
Θεόρατο και φωτεινό, ψηλά στο μαύρο το βουνό
Μα η οδύνη μίλησε στη σύζυγο του βροντερά:
Μπορείς ακόμα να κοιτάξεις της είπε, δεν είναι δα και τόσο αργά

Στων οικείων σου Σοδόμων τα κόκκινα κάστρα
Στην γωνιά που τραγούδησες, στην αυλή που έκλωσες
Στου θεόρατου σπιτιού τ’ αδειανά παράθυρα
Εκεί που του λατρεμένου σου συζύγου το παιδί του γέννησες.

Εκείνη κοίταξε, παρέλυσε, πόνος θανατερός,
Τα μάτια της ποτέ δεν άνοιξαν ξανά•
Το σώμα της αλάτι, διαυγής σωρός
Τα σβέλτα πόδια της στον τόπο ρίζωσαν διαπαντός.
Κανείς δεν θα κλάψει για τούτη τη γυναίκα;
Μηδαμινή απώλεια στην κολασμένη μοίρα;
Μα η καρδιά μου πάντα θα την θυμάται για ένα
Που τη ζωή της έδωσε για ένα μονάχα βλέμμα.

24, Φεβρουαρίου 1924.

Συκοφαντία

Ολούθε συντροφιά μου συκοφαντία μ’ απειλεί.
Στ’ όνειρο το έρπον της το βήμα, εμένα ακολουθεί.
Και στην πόλη τη νεκρή με τον άσπλαχνο ουρανό
Ψωμί και δώμα άσκοπα τριγυρίζω για να βρω.
Και η αντανάκλασή της σε κάθε μάτι καίει,
Τώρα σαν την προδοσία, τώρα σαν την αθώα τη φοβία.
Δεν τη φοβάμαι αυτή. Για κάθε νέα κατηγορία
Αξιοπρεπή και αυστηρή έχω δικαιολογία.
Αλλ’ ήδη βλέπω πως θα’ ρθει η αναπόδραστη ημέρα—
Που στο φως της χαραυγής, οι φίλοι μου θα επισκεφθούν εμένα
Και τα γλυκύτερα μου όνειρα λυγμούς θα τα γεμίσουν,
Στο παγωμένο στήθος μου εικόνα θ’ ακουμπήσουν.
Τότε, στον καθένα άγνωστη, εκείνη θα εισέλθει,
Το αχόρταγό το στόμα της με το αίμα μου βαμμένο,
Φριχτές για μένα προσβολές θα μου απαριθμήσει
Και η φωνή να μπλέκεται με την ακολουθία.
Και το επονείδιστο της παραλήρημα θα φτάσει στον καθένα,
Έτσι που ν’ αποφεύγονται γειτόνων οι ματιές
Και το κορμί μου σε κενό πελώριο ν’ αφεθεί,
Πως η ψυχή μου για στερνή φορά ν’ αναφτεί
Σε γήινη λιγοθυμιά, πετά μακριά στη χαραυγή
Με φόβο τρελό για την εγκαταλειμμένη πίσω γη.