Ξόρκια και Μαγικά (3)


aqualuzaguaent.jpg

Ολοκληρώντας λοιπόν το uploading της ενότητας «Ξόρκια και Μαγικά» από το δεύτερό μου βιβλίο «Στη Γλώσσα Του» (Εκδόσεις Γαβριηλίδης) παραθέτω ακόμα δύο ποιήματα που φλερτάρουν με την φόρμα και τον ρυθμό… και τελειώνω τον επικήδειο εκείνης της άνοιξης που προμηνούσε όπως και τώρα το ρήμαγμα που θα επακολουθούσε. Παρόλα αυτά είμαι ακόμα όρθιος, μια και μάλλον δεν έχω φάει το τελειωτικό χτύπημα, αυτό το νοκ-άουτ… Τουλάχιστον έχω εσάς που στηρίζετε όπως μπορείτε την ύπαρξή μου και γι’ αυτό σας ευχαριστώ από τα βάθη της καρδιάς μου. De profundis για να ακολουθούμε και τον αγαπημένο O. Wilde σας αφιερώνω το «Όνειρο» και τις «Ψυχές».

ΟΝΕΙΡΟ

Με τη σελήνη πιάστηκα να σώσω την ψυχή μου
Την ώρα που δρασκέλιζε τ’ αριστερό μου πόδι
Και καβαλούσα το βουνό, να φτάσω, να πηδήξω
Χοντρό σκοινί θαλασσινό σφίχτηκε στο λαιμό μου

Κι έγιναν φύκια τα μαλλιά, χρυσόψαρο το στόμα
Σώμα αβαθές υδάτινο μια πράσινη αρμύρα
Και τα μαλλιά μου ανάφτηκαν πυρρά φωτοβολώντας
Μία της νύχτας είσοδο να φέγγω στ’ όνειρο μου

Άστρα πουλιά και δαίμονες, δαγκωματιές θανάτου
Και νυχτερίδες μαλλιαρές και ερπετά διαβόλου

Το σύμπαν είν’ της νιότης μου φοβούμαι να γεράσω
Θα ξαγρυπνήσω σήμερα στον ύπνο της σκιάς μου

Κανείς δε λέει να δοθεί χωρίς να ανταλλάξει
Τη σκουριασμένη του σιωπή μ’ ένα χλωμό φεγγάρι

Κίτρινη αρρώστια, δυο γραμμές
Τα μάτια μιας γυναίκας
Δεν σ’ έχω εγώ ερωτευτεί; Δεν σ’ έχω επιθυμήσει;

Κι όπως στον ύπνο χάνομαι γυρίζω στο πλευρό μου
Σε βλέπω στην ανατολή να σβήνεις μες στο φως σου
Δε διακρίνω καθαρά. Θαρρώ πως δεν υπάρχεις
Στ’ ακοίμητα τα πάθη μου στριφογυρίζω μόνος
Και λέω πως είμαι ποιητής στο πλάνο του αοράτου

Μα θα ντυθώ προκλητικά μαύρα φτερά θα βάλω
Και το κορμί μου ολόγυμνο θα το αλείψω πίσσα
Τη νύχτα αυτή που δε ξυπνώ θα σε παραφυλάξω
Ραμφίζοντας σε στο λαιμό στης κλείδας το λακκάκι
Θα μπήξω τα σκυλόδοντα να ξεδιψάσω μ’ αίμα

Θα σε μολύνω μ’ έρωτα με πυρετό της σάρκας
Κι απ’ τον σπασμό του σώματος λίγο πριν ξεψυχήσεις
Τον ουρανό με κεραυνό θα σκίσω απ’ άκρη σ’ άκρη

Της Κυριακής το όνειρο θαμμένος στο κρεβάτι
Με μία πέτρα μυτερή χαράζω στο σεντόνι
Και ανεβαίνω πιο ψηλά σηκώνομαι στις μύτες
Πώς βούλιαξε το σπίτι μου στα βάθη της αβύσσου;
Πώς να ηρεμήσω το κορμί που σπαρταρά σα ψάρι
Και αδηφάγο καρτερεί να φάγει απ’ το πλευρό του;

Κι είν’ ο αγέρας ελαφρύς σαν σάβανο τ’ Απρίλη
Κι είν’ η βουή του σάλπιγγα, Αγγέλου Ταξιάρχη
Ο πως προστάζει ν’ ανοιχτώ
Να πλεύσω μες στο χρόνο

Όμως μου λείπει το πανί και το κουπί σπασμένο
Και το σκαρί της βάρκας μου στα βράχια τσακισμένο

Θα μείνω εδώ κι ας μην μπορώ
Τον πόνο μου ν’ αντέξω
Γιατί ακόμα επιθυμώ
Αξύπνητος να μένω.

-*- 

ΨΥΧΕΣ

Σε πολιτεία θερινή κι αυτό τ’ όνειρο μου
Τώρα που φύγαν οι άνθρωποι και αδειάσανε οι δρόμοι
Δυο Παναγιές εκρέμασα στον τοίχο απέναντι μου
Η μια να εναντιώνεται στην ομορφιά της άλλης
Κι οι δυο ν’ ακούν ψιθυριστά τα λόγια του σπιτιού μου

Κι όπως χτυπούσα τα καρφιά να στηριχτούν οι εικόνες
Άκουσα πόνου μια κραυγή ν’ αντιλαλεί στο σπίτι

Και κάθισα προσεχτικά ν’ αφουγκραστώ τους τοίχους
Πως τούτοι ανοιγοκλείνανε στις φάσεις της Σελήνης

Στο χάσιμο στο γέμισμα στο ολόγιομο φεγγάρι
Στρατός ψυχές εισέρχονταν από τον κάτω κόσμο

Και εραστές Και ποιητές Και στρατηγοί Και εργάτες

Άντρες γυναίκες πιάνανε γύρω από το τραπέζι
Και κάθονταν προσέχοντας μην και φανερωθούνε
Την ώρα που το χάραμα έσπρωχνε το φεγγάρι

Και στο νιπτήρα πλένονταν κι ολόγυμνοι ξάπλωναν
Μαζί με τη γυναίκα μου και δίπλα μου κοιμόνταν

Ένιωθα την ανάσα τους κι έλεγα θα ‘ναι αγέρας
Που απ’ το παράθυρο ζεστός κάθονταν στους λαγόνες
Μύριζα τον ιδρώτα τους κι έλεγα θα ‘ναι γυναίκα
Η διπλανή γειτόνισσα που λύνει τα μαλλιά της

Άκουγα βήματα τρελά να σχίζουν τα μπαλκόνια
Κι έλεγα θα ‘ναι η ιδέα μου κι άλλαζα το πλευρό μου

Κι όπως απ’ το χαρτόκουτο μάζευα τα βιβλία
Απ’ την ανάποδη μεριά που βλέπω τον Σεφέρη
Μία σταγόνα κόκκινη -είπα πως είναι αίμα-
Πότιζε το βιβλίο μου, περνούσε στις σελίδες

Φορές φορές θαρρώ τρελός Πως είμαι Πως υπάρχω
Μέσα σε φως που γδύνομαι κι απλώνω τα φτερά μου
Μέσα σε φως που ανοιχτός σηκώνομαι ως απάνω

Κι αυτό μόν’ το παιδί που ‘ναι μωρό Το βλέπει και γελάει

κι όλοι μου λεν σε συμπαθεί Δες το πως σε κοιτάει

Μα βλέπει τις φτερούγες μου που κρύβουν την ασκήμια
Κι ακούει το πλατάγισμα καθώς στην αγκαλιά μου
Σκάζουν πλανήτες φωτεινοί και θάλασσες φουσκώνουν

Στα σπίτια μένουν οι ψυχές μα οι άνθρωποι δε νιώθουν
Το μέλι και το γάλα τους, το καθαρό νερό τους
Λίγο απ’ το αίμα του σφαχτού και ζυμωμένο μούστο
Να χύσουν στα λουλούδια τους να ποτιστεί το χώμα
Να δέσει της ελιάς ο ανθός, να ανάψει το σιτάρι
Να φαν, να πιουν και οι νεκροί να εξευμενιστούνε
Να ακουμπήσουνε τη γη, ν’ ακούσουν το ταμπούρλο
Κι οι ζωντανοί να συγχωρούν καθώς αναθυμούνται

Και εραστές Και ποιητές Και στρατηγούς Κι εργάτες

Φύσηξε πάλι ο άνεμος ανέβει στην κοιλιά μου
Ανοίξανε τα τσίνορα χάραξε η ματιά μου

Και απ’ το πρωί οι Παναγιές Στον τοίχο απέναντι μου
Σκεπάστηκαν το πέπλο τους Μη και φανερωθούνε
Μάτια ολόμαυρα υγρά Πρησμένα απ’ τη νύστα.

Γιάννης Αντιόχου

Στη Γλώσσα Του

Εκδόσεις Γαβριηλίδης

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s