Σας ευχαριστώ…


flower1.jpg

Γίνεται καμιά φορά και κλείνω τον εαυτό μου στη λογική της φόρμας και του μέτρου. Από παιδάκι βέβαια θυμάμαι τον καθηγητή στο γυμνάσιο να μου δίνει τον λόγο λέγοντας: «Διάβασε Γιάννη αυτή τη στροφή, τονίζοντας τις συλλαβές του ιαμβικού δεκαπεντασύλλαβου». Δεν ξέρω, ίσως είναι γραμμένος μέσα μου πια ο δεκαπεντασύλλαβος. Ίσως και να κληρονομείται γενετικά.

Κι όπως μπήκε η Άνοιξη και ζεστάθηκε η γη, σκάζοντας οι βοβλοί τα μοσχομυριστά λουλούδια, γεννήθηκε και ποίημα.

Ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος λοιπόν, ενίοτε και ρίμα ζευγαρωτή ή πλεκτή. Για σας, να πείτε να είμαι καλά, γιατί χρειάζομαι την ευχή σας στη δυσκολία που είμαι πάνω. Σας ευχαριστώ όλους σας.

ΕΙΣ ΜΝΗΜΗ Γ.Κ., ΠΟΙΗΤΗ

—«Πες μου απόψε κάτι —τι γλυκειά βραδιά!—
κάτι, να, σα θρύλο, σαν παραμυθάκι».
—Δε βαριέσαι, κοίτα πως το φεγγαράκι
παιγνιδίζει απόψε μέσα στα κλαδιά»—
Μιλτιάδης Μαλακάσης,
Παραμύθι

Του πόνου εστρέψαν οι πηγές από το σωθικό μου,
Έστρωσ’ ο νους κι ανέβηκα πάλι στον εαυτό μου.
Διονύσιος Σολωμός,
Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, Σχεδίασμα Β’

Εχτύπα το ζεστό φτερό να λάβει τη μορφή του.
Διονύσιος Σολωμός,
Από το «IL PRIGIONIERO»

Τη νύχτα ανάβουνε λαμπροί πυρσοί φεγγοβολούνε
Είναι το φως η άνοιξη, το σκότος ο χειμώνας
Μέσα σε μαύρα καύκαλα ανθίζουνε λουλούδια
Κι αρώματα αναβλύζουνε απ’ το μεγάλο ζόφο

Εκίνησε ο ποιητής για την αρχαία μούσα
Και την εσυναπάντησε μες σ’ ομιχλώδες νέφος
Λαγνεία τον κατέλαβε το πνεύμα του ακαθάρτου
Και προς τον χρυσοποίκιλτο, τον λαξεμένο θρόνο

Δυο φίδια αργοσύρθηκαν, οφιόδηκτο σημάδι
Τρώγοντας το ένα του αλλουνού το θείο του κεφάλι
Η μούσα κόρη αδύναμη και αναμαλλιασμένη
Με φόβο λιποθύμησε στο θρόνο ακουμπισμένη

Την έγδυσε την έριξε κι έμπηξε το κορμί του
Αναίσθητη ως ήτανε μέτρησε τη ζωή του
Ρίμα και μέτρο και ρυθμό κρεμούσε από το στόμα
Κι ευθύς της ορκιζότανε πίστη εις τον αιώνα

Ξετύλιξε τη γλώσσά του στη παγωμένη σάρκα
Σαν την σαΐτα τσίριξε και χώθηκε στα σπλάχνα
Κι η μούσα τον εμπόλιασε με τη νεκρή ωδή της
Νήμα κλωστή μεταξωτή κεντούσε το κορμί της

Εφύσηξε ο άνεμος και το πανί εκρούσθη
Ορτσάρει στον πλατύ γιαλό το ιστίο και φουσκώνει
Στων νήσων τις ακρογιαλιές γοργόνες θανατώνει
Ο έρωτάς του θεοτικός δαίμονες ξεκλειδώνει

Εδύνατο κι ανέβαινε απ’ το νερό στις ξέρες
Έτρεχε πάνω σε στεριές σ’ απύθμενες καλντέρες
Στίχους συνθέτοντας στροφές κι απ’ τις στροφές τραγούδια
Άστρα γκρεμίζοντας σειρές ουράνια λουλούδια

Μες στο πυκνό του όνειρο σκοτείνιασε όλη η πλάση
Έκραξε συσκοτίζοντας ο κόρακας τα δάση
Λάμνοντας μες στο σύννεφο τσακίζει το κουφάρι
Πέφτει στη λίμνη τ’ ουρανού ακίνητη που χάσκει

Και καταπίνει όνειρα κι αγέννητες εικόνες
Στην γυάλινη επιφάνεια κόλαση αντανακλάει
Τρίζει η εξώθυρα βαρειά σαν πάνω της χτυπάει
Μαύρη η ψυχή του ποιητή μαρμάρινη σκιρτάει

Μόνο η καρδιά του σκίζεται στα δύο ξεχωρίζει
Σιωπά κοιτάζει μ’ έκπληξη ένα ποτάμι μ’ αίμα
Μαρμαρυγή αναλαμπή του τέλους τα γραμμένα
Ξαπλώνει αυτός στην κλίνη του με νεκρική γαλήνη

Σαν το ανέσπερο παιδί σα φάντασμα η ψυχή του
Ξεντύνεται το σώμα του νεκρώνει το κορμί του
Και σαν Χριστός που κρέμεται απάνω στα καρφιά
Με πόδια κρίνα κόκκινα και χέρια σαν πουλιά

Μοσχοβολάει η κάμαρα από τον αποθαμένο
Δύο κεράκια λιώνουνε κοντά στον σταυρωμένο
Πλανήτης ολοστρόγυλλος ασημοκαπνισμένος
Της μούσας η επιφοίτηση στέφανος πυρωμένος

Τώρα απαγγέλει ό,τι αυτός σ’ ερμάρια είχε κρύψει:
«Μούσα το ποίημα ενέπνευσε να γίνει προσευχή μου
Δόξα να δίνει σε θνητό κι αθάνατο να μένει
Ρυθμό να φτιάχνει η θάλασσα, το κύμα ν’ ανεβαίνει

Και στον αφρό σαν τ’ άλογο να λάμνει το καράβι
Αφού εγώ της εποχής είμαι ένα νόθο τέκνο
Με: «μήνιν άιδε θεά» ψάλλοντας σε κατέχω
Τρισάθλιος σαν το φάντασμα γυρνώ μες στο σκοτάδι

Και ψηλαφώντας το κορμί για πάντα θα ορίσω
Βαριά την τιμωρία του μες στο κελί θα κλείσω
Τη μία τύψη της ζωής μια έρημη σταγόνα
Δροσοσταλίδα πρωινή πάνω σε ανεμώνα

Που αμέσως εξατμίζεται στ’ αλήθεια δεν υπάρχει
Πες μου, αγάπη μου εσύ, πως μ’ έχεις αγαπήσει
Να γίνει η συγκίνηση ποτάμι να δακρύσω
Νεκρός κι αν είμαι ήμουνα μέχρι να σ’ αναστήσω

Κι αν μου πες ψέματα θαρρείς πως δεν κατανοούσα
Στολίδια είναι της ζωής σαν τα μεγάλα λόγια
Πες μου αγάπη μου εσύ πως μ’ αγαπάς ακόμα
Να σηκωθώ απ’ την κλίνη μου ν’ ανάψω το καντήλι

Να κλέψω πάλι απ’ τη ζωή το δρόσο τη φρεσκάδα
Μέσα στην άνοιξη τρελός να ερωτευτώ τα κάλλη
Το στόμα ολάνοιχτο βαστώ αγέρα καταπίνω
Μες στα μεσάνυχτα αγροικώ τα χείλη σου αγγίζω

Σαν τριαντάφυλλο άλικο μ’ αμέτρητα αγκάθια
Δάκρυα χάντρες του έρωτα στου έαρος τα μάτια
Τα ύστερα τα λόγια μου:
«Ναι, σ’ αγαπώ αγάπη μου στο στόμα σε φιλάω
Το θάνατο τον νίκησα, μα τη ζωή χρωστάω.»

Γιάννης Αντιόχου, 2008

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s