Ημερολόγιο Αϋπνίας


insomnia.jpg

 Ένα ποίημα μεταφρασμένο του Bob Hicok από την ομότιτλη συλλογή του «Ημερολόγιο Αϋπνίας» (Insomnia Diary).

Ημερολόγιο Αϋπνίας

Στις 5 το πρωί, φως
απ’ το σαλόνι τους
βουλιάζει φθορίζουσες οδοντοστοιχίες
πεταμένες σε πούδρα
από την γκρίζα μήτρα
των νεφών που ήδη κινούνται
προς το Κλήβελαντ
γκαστρωμένα από τον χιονάνθρωπο.

Είμαι ένας ηδονοβλεψίας
υπό την έννοια ότι λάμνω
μέσα απ’ το παράθυρο
ενός μπανγκαλόου
καθώς γονείς κάνουν βόλτες
συγκρατώντας την κραυγή
του γιου τους.

Έχω δει τ’ αγκάθι
της φωνής του να παραμορφώνει
το σώμα του. Είδα
τα χείλη της μάνας του
να σχηματίζουν ήχους παρηγοριάς,
το μοναδικό της φάρμακο.
Είδα την δρασκελιά του άντρα
όταν δεν κρατά το παιδί
και την δρασκελιά της γυναίκας
όταν δεν κρατά το παιδί
  κι οι δυο
δρασκελώντας με το παιδί
στις αγκαλιές τους,
μικρά μίλια αναζητώντας
η σάρκα τους να γιάνει
έναν επίμονο πόνο.

Ήμασταν μαζί
Από την μία το πρωί.
Αυτό είναι πιο πλήρες
απ’ το να παρακολουθούμε πορνό,
το οποίο μπορεί να είναι μια εξομολόγηση.
Αυτό είναι πιο προσωπικό
απ’ ότι της γλώσσας μου
ο κρόκος.
Και μολονότι δεν είναι
τ’ όνειρο
στο οποίο τ’ αριστερό μου χέρι
αναχωρεί
για έναν καλύτερο κηπουρό,
τον οποίο υπολογίζω
πάνω απ’ τον εαυτό μου και κανακεύω
τα μάτια μου, θέλοντας
την επιστροφή,
εμπνέουν τ’ όνειρο:
μια αίσθηση
πως κάθε ζωή
είναι ξεχωριστή
από μια ζωή,
πως κάθε σκιά
έχει φιλοδοξίες
να αποβάλλει την ίδια της την σκιά.

Ή απλά τώρα,
πως δυο γονείς
έφτιαξαν ένα σπήλαιο
γύρω απ’ το παιδί τους,
πλησιάζοντας κατά πλάτος
πλησιάζοντας διαμέσου
ο ένας τον άλλον
ώσπου έγιναν ένα
σώμα˙ και πως αισθάνθηκε
λάθος ν’ ατενίσει, σχεδόν
πορνογραφικά
για να δει την πείνα
μιας ψυχής ν’ ανταμώνει
το πιο οικείο πράγμα
του εαυτού της.

Μετάφραση: Γιάννης Αντιόχου
Bob Hicok
Insomnia Diary

Romeo and Juliet


romeo-and-juliet.jpg

Υπάρχουν ποιήματα τα οποία δεν ξεπερνά ο ποιητής ποτέ. Ποιήματα που καρφώνονται στο μυαλό και συνεχώς γεννούν αντίστοιχα άλλα. Το Romeo and Juliet από το δεύτερο βιβλίο μου «Στη Γλώσσα Του» είναι ένα αιρετικό, διπλοκλειδωμένο, ερμητικό ποίημα. Πιστεύω ότι ανήκει σε αυτό το blog, καθώς πια όπως βλέπω και από την επικοινωνία που έχει αναπτυχθεί μέσω email το ποίημα αξίζει να αναρτηθεί και να δοθεί στους περιηγητές του παγκόσμιου ιστού. Αφιερωμένο σε όλους εσάς που με πιστεύετε και με στηρίζετε.

ROMEO AND JULIET


Ο κρύος αέρας της αντιγραφής
Μιας ιστορίας σύντομης και βιαίας
Η οποία δεν μπορεί να επιβεβαιώσει
Αυτό που θα λέγαμε έναρξη
Και ίσως να την ορίσουμε χρονικά στο 26950
Του Αστρικού έτους της Άριας Φυλής

Κι επειδή δεν είμαι θεωρητικός
Ή φυσικός ή μαθηματικός
Για να την υπολογίσω επακριβώς με εξισώσεις σε κβαντοϋπολογιστές
Ας μου επιτραπεί η παραβολή με την εικόνα

Of a such common balcony scene
Not of William Shakespeare’s Romeo and Juliet,
But of Francis Bacon’s original theatrical play

Κι αφού, ο ποιητικός λόγος
Καταπίπτει σ’ αυτό που οι φίλοι μου φοβούνται περισσότερο
Θα γράψω για τον χυμικό έρωτα δυο πιθήκων
Που σηκώθηκαν πριν από εκατομμύρια χρόνια
Αποτριχώθηκαν απ’ την τριβή των αιώνων
Και άρχισαν να ξανακυκλοφορούν με φύλλο συκής της Diesel
Επιδιώκοντας πια να βάλουν σε πειρασμό οι ίδιοι το ερπετό της Εδέμ
Ο Αδάμ και η Εύα
Ή για ν’ ακριβολογώ
Romeo and Juliet
Ανέστιοι θυσιάζουν φιάλες ουίσκι στις τράπεζες δεδομένων της πληροφορικής εποχής
Δυστυχώς για τους ηλίθιους φίλους μου που κόλλησαν στο εβδομήντα
Ούτε άλογα χαλασμού διαθέτουν για να καλπάσουν στις μαύρες λεωφόρους
Ούτε κήπους γεμάτους τριαντάφυλλα
Μήτε κάτι ρομαντικό που να ταιριάζει στα δωμάτια που κλείστηκαν δίχως ένα παράθυρο ανατόμοι του σώματός τους και του σώματός τους

Αλλ’ έχουν το σημάδι Χ τριπλασιασμένο εις ΧΧΧ
Όταν κινούν μελαγχολικά τους πέτρινους γλουτούς τους σε σπειροειδή αντιβαρυτικά πεδία
Όταν ξαπλώνουν τρεις τρεις σε κερασφόρα κρεβάτια καρφωμένα στο πάτωμα
Όταν αποκαθηλώνουν την εσταυρωμένη ηδονή και επιδίδονται σε κανιβαλισμό της σαρκός της

Ποιός δεν ζητάει ιστοτεμάχια σαρκός;
Μια φλοίδα δέρματος να ράψει φυλαχτό;
Μια Παρασκευή της 2ας Ιουλίου;
Μια 11η Σεπτεμβρίου;
Έναν υπερκειμενικό Franz Kafka, έναν Italo Calvino;
Μία μετακειμενική Sylvia Plath, μία Virginia Woolf;
Έναν ερπετόμορφο Ted Hughes;
Έναν δρακονιανό Dante;

Τον είδα πάλι εχθές

Ο ολόμαυρος διάολος του μυαλού μου

Είχε                              Αυτό

Που           ^      Μου

                Ανήκει

Ο υπόγειος κλονισμός μιας κίτρινης γεύσης σε καταψύκτη 2 βαθμών Κελσίου
Η καταβύθιση μιας κατάξερης χερσονήσου
Ζωγραφισμένη στη δεμένη αφαλόκοψη
Ζυγισμένη ανάμεσα στις μηροβουβωνικές πτυχές
Με τις μηριαίες αρτηρίες έτοιμες να τινάξουν το αίμα τους στον ουρανό
Βάφοντας τα στοιχειώδη του αέρα κόκκινα
Γεμίζοντας τα λεπτεπίλεπτα φτερά τους με θρόμβους πηγμένου αίματος
Χιονίζοντας τις λεωφόρους της Αθήνας με κόκκινο χιόνι
Και τα σταχτιά πουλιά
Με τα κόκκινα κεφάλια κελαηδούν
Πατώντας στις χίλιες γλώσσες της σαλαμάνδρας της ζωής μου
Τραγουδούν στους μίσχους των ξανθών μου γυναικών
Μπουκέτο μαζεμένες στο βάζο με την σεληνιακή στάχτη
Θροΐζουν
Ψιθυρίζουν
Ανασηκώνονται κι αναστενάζουν

Furor!
Θα ακολουθήσουν κι άλλοι τάφοι
Κι άλλες ανόητες νύχτες που θα προσπαθήσουν ν’ αναλύσουν
Τις μαύρες τρύπες της οριζόντιας ζωής μου

Σα να βουτώ απ’ τον βατήρα της ιστορίας
Ευθύς μέσα στη λίμνη της προϊστορίας
Θηρεύοντας τους προγόνους μου τα φίδια
Με τ’ αρρωστημένα μάτια και τ’ αποφολιδωμένα πρόσωπα

«Βγάλε αυτόν τον πύθωνα από πάνω μου», είπε το μικρό κορίτσι στον παγωμένο της εραστή…
«Κοιμάμαι με τα φίδια», είπε ο παγωμένος εραστής της στον φίλο του με την όψη βασιλικής κόμπρας…
«Όλη νύχτα φίδια», είπε η κοινή φίλη και των δύο στον φίλο του παγωμένου εραστή του μικρού κοριτσιού που είχε και μάτια αρρωστημένα και πρόσωπο αποφολιδωμένο

Σαλαμάνδρα με τις διάπλατες φτερούγες
Σαύρα φτερωτή
Που μοιάζεις με τον δαίμονα της επιθυμίας μου
Σφιγμένη με παντελόνι σταυρωμένο από υφασμάτινο κορδόνι
Με μακό μπλουζάκι ξεμανίκωτο
Με ημερομηνία λήξης στις οδηγίες πλυσίματος (ΧΧ/ΧΧ/ΧΧΧΧ)
Βασιλικέ δαίμονα της υδρορροής
Όταν καταλάβεις αυτό το έργο

Θα                             Κατέχω

Ό, τι         ^         Σου

                 Άνηκε

Και
Περιδιαβαίνοντας τις κλίμακες των δορυφόρων του Ουρανού
Τα πνεύματα καθυποταγμένα θα αναφωνούν:
«Guten Morgen Herr Luzifer!
 Κύριε του σκότους
 Βασιλιά του αναβράζοντος μάγματος της πρωθύλης
 Ιπτάμενε Μινώταυρε του λαβυρίνθου του Κυνός
 Ευοί Δαίμονα του Λεβί, του Κρόουλι Μέγα Θηρίο»

Μ’ ένα μαύρο μαντήλι δεμένο στα μάτια
Παίζει την τυφλόμυγα στα μεταμεσονύκτια εκπαιδευτικά ιδρύματα της χώρας
Ποντάρει στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών
Και παρουσιάζει σημαντική διακύμανση
Κάθε φορά που σπάζει το θερμόμετρο απ’ τον πυρετό

Του εξήγησε τι σημαίνει να μοιάζει κανείς με τον υδράργυρο
Και του απάντησε: «Ευτυχώς που κανείς δεν το έχει ακόμα καταλάβει»

Τότε του παραδόθηκε
Ψυχή και σώμα
Υπέγραψε ένα ιδιωτικό συμφωνητικό, δηλαδή:

Κάθε φορά που θα τον συναντούσε
Θα του αφαιρούσε δέκα μετρικά στοιχεία ευτυχίας

Έτσι ώστε να τον πονέσει μία και καλή
Αφαιρώντάς του
Tο γέλιο
Την αφέλεια
Και τελικά την ψυχή

Αν κατείχε την ψυχή του
Τότε κυβερνούσε και τη Ζωή και το Θάνατο

Πόσες συναντήσεις θα χρειάζονταν;

Την ώρα που ο Γερμανός γκρέμιζε το τείχος του Βερολίνου
  Αυτός σήκωνε το τείχος των Pink Floyd στην εξοχική του κατοικία
  Η κόρη του φιλοτεχνούσε με graffiti τα τούβλα
  Ο γιος του συσσώρευε βαριές, τρυπάνια και κρουστικά εργαλεία
  κατεδάφισης
  Η γυναίκα του μούσκευε στο μελανοδοχείο (απαγκιστρωμένη απ’ την πέννα,
  πότιζε το λευκό της δέρμα, προσδοκώντας να γράψει κάποτε με τα βρεγμένα
  της μαλλιά και αυτή την ιστορία της)

Κι όταν οι ήρωες στάθηκαν στο μπαλκόνι
Κανείς δεν πρόλαβε να αρθρώσει ούτε μια λέξη του μονολόγου του
Γιατί ο Θεός είναι ένας γέρο-δολοφόνος, άπληστος μην και χάσει την εξουσία του
Μ’ ένα μάγκνουμ τους πυροβόλησε στο δόξα πατρί δεκάξι φορές
Γκρεμίζοντας τους απ’ την Αρκάνα που τιτλοφορείται:
«Ο οίκος του Θεού».

Γιάννης Αντιόχου

ΣΤΗ ΓΛΩΣΣΑ ΤΟΥ

Εκδόσεις Γαβριηλίδης

ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΠΟΙΗΣΗΣ


trees1.jpg

Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης

Η Εταιρεία Συγγραφέων θα γιορτάσει την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης σε συνεργασία με το περιοδικό «(δε)κατα», και με θέμα τη φύση και το περιβάλλον. Την Παρασκευή (7.30 μ.μ.) 36 ποιητές θα διαβάσουν ποιήματά τους στο Γαλλικό Ινστιτούτο (Σίνα 31). Θα προβληθεί το ντοκιμαντέρ του Αγγέλου Παπαστεφάνου «Στενά του Νέστου». Ο Αστέρης Παπασταματάκης θα παίξει τζαζ. Θα παρουσιαστεί το «Πράσινο τεύχος» του περιοδικού «(δε)κατα» (τεύχος 13ο). Απαγγέλλουν οι ποιητές και οι ποιήτριες:

Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ
Δημήτρης Αλεξίου
Νάνος Βαλαωρίτης
Γιώργος Γεωργούσης
Μιχάλης Γκανάς
Νίκος Γρηγοριάδης
Ολυμπία Καράγιωργα
Tάκης Καρβέλης
Σπύρος Κατσίμης
Παναγιώτης Κερασίδης
Δημήτρης Κοσμόπουλος
Στάθης Κουτσούνης
Μαρία Λαμπαδαρίδου-Πόθου
Αντώνης Μακρυδημήτρης
Γιώργος Μαρκόπουλος
Κώστας Μαυρουδής
Μιχαήλ Μήτρας
Λέλη Μπέη
Γιώργος Παναγιώτου
Αθηνά Παπαδάκη
Tίτος Πατρίκιος
Λευτέρης Πούλιος
Μανόλης Πρατικάκης
Λία Σακελίου
Σωτήρης Σαράκης
Αγγελική Σιδηρά
Κλαίτη Σωτηριάδου
Λουάν Τζούλις
Κωστής Τριανταφύλλου
Χρήστος Τσιάμης
Λεία Χατζοπούλου-Καραβία
Γιώργος Χρονάς
Δημήτρης Αθηνάκης
Γιάννης Αντιόχου
Γιάννης Στίγκας
Χίβα Παναχί

Στο πιάνο ο Αστέρης Παπασταματάκης

Προβολή του ντοκιμαντέρ «Στενά του Νέστου»
13 λεπτών, του Άγγελου Παπαστεφάνου

Παρασκευή, 21 Μαρτίου 2008, 7:30 μ.μ.
Γαλλικό Ινστιτούτο, Σίνα 31, Αθήνα

Σίλβια Πλαθ


sylviaplath.jpg 

Αμέτρητες μέρες, αμέτρητες νύχτες είχα ως μόνη σύντροφο, σύζυγο και ερωμένη, τα τελευταία τρία χρόνια, τη Σίλβια Πλαθ. Στο τέλος του χρόνου πρόκειται να κυκλοφορήσει η ποιητική συλλογή της Άριελ, την οποία δεν είχε την τύχη να την δει τυπωμένη όσο ζούσε. Παρόλα αυτά τα ποίηματα που περιλαμβάνονται στη συλλογή, οργισμένα, σκοτεινά, ερεβώδη και μυστηριακά ηχούν τόσο σύγχρονα ακόμα και σήμερα. Σκέφτηκα λοιπόν να παραθέσω ένα σύντομο χρονολόγιο και τα ποιήματά της «Θαλιδομίδη» και «Θάνατος και Συνεργάτες», έτσι ώστε να ικανοποιήσω πολλούς από τους αναζητητές του www, οι οποίοι ψάχνουν με κύριο λήμμα «Plath Sylvia» στο πλήθος των ελληνικών ιστοχώρων.

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ

• 1932, 27 Οκτωβρίου, ώρα 14:10 μ.μ στο Memorial Hospital της Μασαχουσέτης, στο Μαιευτικό τμήμα Robinson γεννιέται η Sylvia Plath. Κόρη της Aurelia Schober Plath (1906-1994) και του Otto Emil Plath (1885-1940). Κατοικεί στο νούμερο 24 της Prince Street στο προάστιο Jamaica Plain της Βοστόνης.
• 1935, 27 Απριλίου: Γεννιέται ο αδελφός της Warren. Η οικογένεια μετακομίζει στο νούμερο 92 της Λεωφόρου Johnson στο παραθαλάσσιο προάστιο Winthrop της Μασαχουσέτης. Εκείνο τον καιρό ο πατέρας της, Otto Plath, διδάσκει στο Πανεπιστήμιο της Βοστόνης. Καθημερινά χρειάζεται να επιβιβαστεί σε λεωφορείο, καραβάκι και τρόλεϊ. Η υγεία του αρχίζει να κλονίζεται.
• 1940, 5 Νοεμβρίου: Μιάμιση εβδομάδα μετά τα όγδοα γενέθλια της Sylvia, ο πατέρας της πεθαίνει από διαβήτη. Πίστευε πως υπέφερε από καρκίνο των πνευμόνων και όλα τα προηγούμενα χρόνια δεν επισκέφθηκε ποτέ τον γιατρό, παρά μόνο όταν άρχισε να αντιμετωπίζει τις επιπλοκές της νόσου του.
• 1941, 10 Αυγούστου: Δημοσιεύεται ποίημα της στη Boston Herald (σελίδα Β-8).
• 1942: Με την μητέρα της και τον αδερφό της, μετακομίζουν στο σπίτι της Elmwood Road, στον αριθμό 26, όπου και κάθονται μέχρι που η Sylvia αρχίζει το κολέγιο. Τα μαθητικά και γυμνασιακά της χρόνια αποδεικνύουν τις ικανότητες της στην Αγγλική λογοτεχνία, στη γλώσσα και στο δημιουργικό γράψιμο.
• 1950: Κερδίζει υποτροφία και εγγράφεται στο Smith College. Αρχίζει να γράφει για περιοδικά και δημοσιεύει άρθρα και μικρές ιστορίες.
• 1953: Επισκέπτεται τη Νέα Υόρκη με υποτροφία ως έκτακτη συντάκτρια του περιοδικού Mademoiselle, και την ίδια στιγμή αξιώνεται και με ένα άρθρο σύνταξης στο ίδιο περιοδικό. Εν τω μεταξύ έχει καταθέσει την αίτηση υποψηφιότητας της για το θερινό πρόγραμμα συγγραφής του Harvard.
• 1954: Απόρριψη της αίτησης της για να παρακολουθήσει το τμήμα του Harvard. Επιχειρεί να αυτοκτονήσει με υπνωτικά χάπια και την βρίσκουν μερικές μέρες αργότερα. Μεταφέρεται σε νοσοκομείο του Belmont, όπου και διαφεύγει τον κίνδυνο.
• 1954 (Άνοιξη): Επιστρέφει στο Smith College και συνεχίζει τις σπουδές της.
• 1955: Καταθέτει τη διπλωματική της εργασία «Ο Μαγικός Καθρέφτης», πραγματεία σχετική με το λογοτεχνικό έργο του Ντοστογέφσκυ και αποφοιτά με “summa cum laude”. Κερδίζει την υποτροφία του Ιδρύματος Fulbright για να συνεχίσει τις σπουδές της στο Cambridge. Εκεί στα πλαίσια της εκδήλωσης για το λογοτεχνικό περιοδικό Saint Botolph’s Review, παρευρίσκεται στο Falcon Yard και γνωρίζεται με τον μελλοντικό της σύζυγο, τον ποιητή Ted Hughes. Χορεύουν ακατάπαυστα, μισομεθυσμένοι. Η Sylvia λέγεται ότι στην προσπάθεια να αποφύγει το φιλί του, τον δαγκώνει στον μάγουλο τραυματίζοντας τον. Αρχίζει το ειδύλλιο, το οποίο και θα καταλήξει σε γάμο.
• 1956, 16 Ιουνίου: Παντρεύονται στο Bloomsbury.
• 1957: Η Sylvia Plath αποδέχεται μία διδακτική θέση στο Smith College και το φθινόπωρο επιστρέφει με τον σύζυγο της στην Αμερική. Δεν θα αποδεχθεί περισσότερο από ένα χρόνο τη θέση της αναπληρώτριας καθηγήτριας, αφού νιώθει ότι δεν έχει καθόλου ελεύθερο χρόνο για να γράψει.
• 1958, Καλοκαίρι: Το ζευγάρι μετακομίζει στο Beacon Hill της Βοστόνης, στην Willow Street, στον αριθμό 9 και αφιερώνονται στην συγγραφή παρά στο ακαδημαϊκό έργο. Η Sylvia απασχολείται μερικώς στο Γενικό Νοσοκομείο της Μασαχουσέτης, πηγή συγκέντρωσης υλικού για τον Κυρ-Πανικό και τη Βίβλο των Ονείρων. Ταυτόχρονα παρακολουθεί τα μαθήματα του ποιητή Robert Lowell στο Πανεπιστήμιο της Βοστόνης, όπου γνωρίζεται με τον George Starbuck και την Anne Sexton.
• 1959: Επισκέπτονται την καλλιτεχνική συνοικία Yaddo, στο Saratoga Springs της Νέας Υόρκης. Επιστρέφουν στην Αγγλία, όπου τα Χριστούγεννα τα περνούν στο Heptonstall.
• 1960: Εγκαθίστανται στο Λονδίνο, στον αριθμό 3 της πλατείας Chalcot, στο Primrose Hill.
• 1960, 1 Απριλίου: Γεννιέται η κόρη τους Frieda Rebecca.
• 1960, Οκτώβριος: Ο εκδοτικός οίκος Heinemann εκδίδει την πρώτη της ποιητική συλλογή, που τιτλοφορείται: Ο Κολοσσός κι άλλα ποιήματα. Η ποιήτρια στο τέλος του έτους είναι και πάλι έγκυος.
• 1961, Φεβρουάριος: Η Sylvia Plath αποβάλλει. Χειρουργείται για σκωληκοειδεκτομή και νοσηλεύεται για μερικές εβδομάδες στο νοσοκομείο του St. Pancras. Εκεί εμπνεύστηκε μερικά από τα καλύτερα της ποιήματα. Ενώ νοσηλεύεται δέχεται συμβόλαιο πρώτης ανάγνωσης από το The New Yorker. Αυτό σημαίνει ότι το The New Yorker θα αναγιγνώσκει, όλα τα ποιήματα της Sylvia Plath και θα έχει προτεραιότητα έναντι σ’ άλλες εκδόσεις για να τα δημοσιεύσει. Βγαίνοντας από το νοσοκομείο κερδίζει τη διάκριση Saxton, αξίας 2000 δολαρίων για να εργαστεί με το μυθιστόρημα της «Γυάλινος Κώδωνας». Έχουν μετακομίσει σε μια αγροικία στο Devon.
• 1962, 17 Ιανουαρίου: Γεννιέται ο γιος της Nicholas Farrar.
• 1962, Σεπτέμβριος: Το ζευγάρι πηγαίνει στην Ιρλανδία για διακοπές, προσπαθώντας να επανακτήσει τη σχέση του, αλλά σε δυο μέρες η Sylvia επιστρέφει μόνη στο Devon.
• 1962, Οκτώβριος: Η Sylvia Plath γράφει περίπου εικοσιπέντε ποιήματα. Δημιουργείται η συλλογή Ariel.
• 1962, Νοέμβριος: Η Sylvia Plath αναζητά ένα νέο σπίτι στο Λονδίνο. Βρίσκει ένα διαμέρισμα στην οδό Fitzroy, στον αριθμό 23. Το σπίτι άνηκε στον διάσημο Άγγλο ποιητή W.B. Yeats. H Plath ζει απομονωμένη. Γράφει και στέλνει ποιήματα στους εκδότες χωρίς ανταπόκριση. Το σπίτι είναι αξιοθρήνητο. Ανύπαρκτη θέρμανση, υγιεινή και χωρίς τηλέφωνο.
• 1962, Δεκέμβριος (Χριστούγεννα). Ο κριτικός A Alvarez την επισκέπτεται Παραμονή Χριστουγέννων, αλλά μένει ελάχιστα επειδή είναι καλεσμένος κι αλλού. Είναι ο πρώτος κριτικός που προσέχει το έργο της.
• 1963, 14 Ιανουαρίου: Εκδίδεται το μυθιστόρημα της Γυάλινος Κώδωνας (Bell Jar) με το ψευδώνυμο Victoria Lucas. Οι κριτικές που λαμβάνει δεν είναι οι αναμενόμενες.
• 1963, Φεβρουάριος: Τα ποιήματα τρέχουν από τα χέρια της. Ποιήματα κλειδωμένα, ποιήματα καταληκτικά. H Frieda Rebecca και ο Nicholas Farrar αναρρώνουν από εποχιακή ίωση. Η ποιήτρια είναι σε βαθιά κατάθλιψη.
• 1963, 11 Φεβρουαρίου: Η Sylvia Plath αυτοκτονεί, τοποθετώντας το κεφάλι της στο φούρνου του γκαζιού. Αφήνει ένα σημείωμα στον γείτονα της τον κύριο Thomas Trevor με το μήνυμα: «Καλέστε τον Δόκτωρ Horder» και το τηλέφωνο του. Η παραμάνα φθάνει στις εννέα το πρωί, για να βοηθήσει την Sylvia Plath με τις οικιακές εργασίες και τα παιδιά. Δεν μπορεί να μπει σπίτι. Η Plath είναι νεκρή.

ΘΑΛΙΔΟΜΙΔΗ

Ω! Μισοφέγγαρο —

Ήμισυς εγκέφαλος, φωτεινότητα—
Νέγρος, μεταμφιεσμένος σαν λευκός,

Οι ερεβώδεις σου
Ακρωτηριασμοί έρπουν και τρομοκρατούν—

Αραχνιασμένο, επικίνδυνο.
Ποιό γάντι

Ποιά σκληρότητα
Με προστάτεψε

Απ’ αυτή τη σκιά—
Τ’ ανεξίτηλα μπουμπούκια.

Κόνδυλοι στις ωμοπλάτες, τα
Πρόσωπα που

Ωθήθηκαν στη ζωή, σβαρνίζουν
Το αποκεφαλισμένο

Ματωμένο καύκαλο της ανυπαρξίας.
Όλη τη νύχτα πελεκούσα

Έναν χώρο γι’ αυτό που μου δόθηκε
Έναν έρωτα

Για δυο υγρά μάτια και μια στριγκλιά.
Το λευκό σάλιο

Της απάθειας!
Οι μαύροι καρποί ωριμάζουν και πέφτουν.
Το κρύσταλλο σπάζει κατά μήκος,
Η εικόνα

Απομακρύνεται και συρρικνώνεται
όπως ο χυμένος υδράργυρος.

ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ

Δυο, φυσικά και είναι δυο.
Φαίνεται εντελώς φυσικό τώρα—
Αυτός που ποτέ δεν κοιτά απάνω, του οποίου τα μάτια είναι καπακωμένα
και σφαιρικά, όπως του Μπλέηκ,
που αποκαλύπτει

τα σημάδια της γέννας ότι είναι σήμα κατατεθέν του—
Η εγκαυματική ουλή από το νερό,
Η γυμνή
χαλκοσκουριά του κόνδορα.
Είμαι κόκκινος κρέας. Το ράμφος του

συλλαμβάνει απ’ τα πλάγια. Δεν είμαι ακόμη δική του.
Μου λέει πόσο άσχημα φωτογράφησα.
Μου λέει πόσο γλυκά
τα μωρά φαίνονται στο νοσοκομειακό τους
νεκροθάλαμο, ένας απλός

φραμπαλάς στο λαιμό,
έπειτα μια σειρά διακοσμητικών αυλακώσεων των Ιωνικών τους
νεκρικών εσθήτων,
κατόπιν δυο ποδαράκια.
Αυτός δεν χαμογελά ή καπνίζει.

Ο άλλος τα κάνει αυτά,
τα μαλλιά του μακριά και αληθινά.
Ο μπάσταρδος
αυνανίζοντας ένα αστραποβόλημα
θέλει ν’ αγαπηθεί.

Ούτε να σαλέψω.
Η παγωνιά φτιάχνει ένα λουλούδι.
Η δροσιά φτιάχνει ένα αστέρι,
Η νεκρική καμπάνα,
Η νεκρική καμπάνα.

Για κάποιον το έκανε.

Μετάφραση: Γιάννης Αντιόχου

Ξόρκια και Μαγικά (3)


aqualuzaguaent.jpg

Ολοκληρώντας λοιπόν το uploading της ενότητας «Ξόρκια και Μαγικά» από το δεύτερό μου βιβλίο «Στη Γλώσσα Του» (Εκδόσεις Γαβριηλίδης) παραθέτω ακόμα δύο ποιήματα που φλερτάρουν με την φόρμα και τον ρυθμό… και τελειώνω τον επικήδειο εκείνης της άνοιξης που προμηνούσε όπως και τώρα το ρήμαγμα που θα επακολουθούσε. Παρόλα αυτά είμαι ακόμα όρθιος, μια και μάλλον δεν έχω φάει το τελειωτικό χτύπημα, αυτό το νοκ-άουτ… Τουλάχιστον έχω εσάς που στηρίζετε όπως μπορείτε την ύπαρξή μου και γι’ αυτό σας ευχαριστώ από τα βάθη της καρδιάς μου. De profundis για να ακολουθούμε και τον αγαπημένο O. Wilde σας αφιερώνω το «Όνειρο» και τις «Ψυχές».

ΟΝΕΙΡΟ

Με τη σελήνη πιάστηκα να σώσω την ψυχή μου
Την ώρα που δρασκέλιζε τ’ αριστερό μου πόδι
Και καβαλούσα το βουνό, να φτάσω, να πηδήξω
Χοντρό σκοινί θαλασσινό σφίχτηκε στο λαιμό μου

Κι έγιναν φύκια τα μαλλιά, χρυσόψαρο το στόμα
Σώμα αβαθές υδάτινο μια πράσινη αρμύρα
Και τα μαλλιά μου ανάφτηκαν πυρρά φωτοβολώντας
Μία της νύχτας είσοδο να φέγγω στ’ όνειρο μου

Άστρα πουλιά και δαίμονες, δαγκωματιές θανάτου
Και νυχτερίδες μαλλιαρές και ερπετά διαβόλου

Το σύμπαν είν’ της νιότης μου φοβούμαι να γεράσω
Θα ξαγρυπνήσω σήμερα στον ύπνο της σκιάς μου

Κανείς δε λέει να δοθεί χωρίς να ανταλλάξει
Τη σκουριασμένη του σιωπή μ’ ένα χλωμό φεγγάρι

Κίτρινη αρρώστια, δυο γραμμές
Τα μάτια μιας γυναίκας
Δεν σ’ έχω εγώ ερωτευτεί; Δεν σ’ έχω επιθυμήσει;

Κι όπως στον ύπνο χάνομαι γυρίζω στο πλευρό μου
Σε βλέπω στην ανατολή να σβήνεις μες στο φως σου
Δε διακρίνω καθαρά. Θαρρώ πως δεν υπάρχεις
Στ’ ακοίμητα τα πάθη μου στριφογυρίζω μόνος
Και λέω πως είμαι ποιητής στο πλάνο του αοράτου

Μα θα ντυθώ προκλητικά μαύρα φτερά θα βάλω
Και το κορμί μου ολόγυμνο θα το αλείψω πίσσα
Τη νύχτα αυτή που δε ξυπνώ θα σε παραφυλάξω
Ραμφίζοντας σε στο λαιμό στης κλείδας το λακκάκι
Θα μπήξω τα σκυλόδοντα να ξεδιψάσω μ’ αίμα

Θα σε μολύνω μ’ έρωτα με πυρετό της σάρκας
Κι απ’ τον σπασμό του σώματος λίγο πριν ξεψυχήσεις
Τον ουρανό με κεραυνό θα σκίσω απ’ άκρη σ’ άκρη

Της Κυριακής το όνειρο θαμμένος στο κρεβάτι
Με μία πέτρα μυτερή χαράζω στο σεντόνι
Και ανεβαίνω πιο ψηλά σηκώνομαι στις μύτες
Πώς βούλιαξε το σπίτι μου στα βάθη της αβύσσου;
Πώς να ηρεμήσω το κορμί που σπαρταρά σα ψάρι
Και αδηφάγο καρτερεί να φάγει απ’ το πλευρό του;

Κι είν’ ο αγέρας ελαφρύς σαν σάβανο τ’ Απρίλη
Κι είν’ η βουή του σάλπιγγα, Αγγέλου Ταξιάρχη
Ο πως προστάζει ν’ ανοιχτώ
Να πλεύσω μες στο χρόνο

Όμως μου λείπει το πανί και το κουπί σπασμένο
Και το σκαρί της βάρκας μου στα βράχια τσακισμένο

Θα μείνω εδώ κι ας μην μπορώ
Τον πόνο μου ν’ αντέξω
Γιατί ακόμα επιθυμώ
Αξύπνητος να μένω.

-*- 

ΨΥΧΕΣ

Σε πολιτεία θερινή κι αυτό τ’ όνειρο μου
Τώρα που φύγαν οι άνθρωποι και αδειάσανε οι δρόμοι
Δυο Παναγιές εκρέμασα στον τοίχο απέναντι μου
Η μια να εναντιώνεται στην ομορφιά της άλλης
Κι οι δυο ν’ ακούν ψιθυριστά τα λόγια του σπιτιού μου

Κι όπως χτυπούσα τα καρφιά να στηριχτούν οι εικόνες
Άκουσα πόνου μια κραυγή ν’ αντιλαλεί στο σπίτι

Και κάθισα προσεχτικά ν’ αφουγκραστώ τους τοίχους
Πως τούτοι ανοιγοκλείνανε στις φάσεις της Σελήνης

Στο χάσιμο στο γέμισμα στο ολόγιομο φεγγάρι
Στρατός ψυχές εισέρχονταν από τον κάτω κόσμο

Και εραστές Και ποιητές Και στρατηγοί Και εργάτες

Άντρες γυναίκες πιάνανε γύρω από το τραπέζι
Και κάθονταν προσέχοντας μην και φανερωθούνε
Την ώρα που το χάραμα έσπρωχνε το φεγγάρι

Και στο νιπτήρα πλένονταν κι ολόγυμνοι ξάπλωναν
Μαζί με τη γυναίκα μου και δίπλα μου κοιμόνταν

Ένιωθα την ανάσα τους κι έλεγα θα ‘ναι αγέρας
Που απ’ το παράθυρο ζεστός κάθονταν στους λαγόνες
Μύριζα τον ιδρώτα τους κι έλεγα θα ‘ναι γυναίκα
Η διπλανή γειτόνισσα που λύνει τα μαλλιά της

Άκουγα βήματα τρελά να σχίζουν τα μπαλκόνια
Κι έλεγα θα ‘ναι η ιδέα μου κι άλλαζα το πλευρό μου

Κι όπως απ’ το χαρτόκουτο μάζευα τα βιβλία
Απ’ την ανάποδη μεριά που βλέπω τον Σεφέρη
Μία σταγόνα κόκκινη -είπα πως είναι αίμα-
Πότιζε το βιβλίο μου, περνούσε στις σελίδες

Φορές φορές θαρρώ τρελός Πως είμαι Πως υπάρχω
Μέσα σε φως που γδύνομαι κι απλώνω τα φτερά μου
Μέσα σε φως που ανοιχτός σηκώνομαι ως απάνω

Κι αυτό μόν’ το παιδί που ‘ναι μωρό Το βλέπει και γελάει

κι όλοι μου λεν σε συμπαθεί Δες το πως σε κοιτάει

Μα βλέπει τις φτερούγες μου που κρύβουν την ασκήμια
Κι ακούει το πλατάγισμα καθώς στην αγκαλιά μου
Σκάζουν πλανήτες φωτεινοί και θάλασσες φουσκώνουν

Στα σπίτια μένουν οι ψυχές μα οι άνθρωποι δε νιώθουν
Το μέλι και το γάλα τους, το καθαρό νερό τους
Λίγο απ’ το αίμα του σφαχτού και ζυμωμένο μούστο
Να χύσουν στα λουλούδια τους να ποτιστεί το χώμα
Να δέσει της ελιάς ο ανθός, να ανάψει το σιτάρι
Να φαν, να πιουν και οι νεκροί να εξευμενιστούνε
Να ακουμπήσουνε τη γη, ν’ ακούσουν το ταμπούρλο
Κι οι ζωντανοί να συγχωρούν καθώς αναθυμούνται

Και εραστές Και ποιητές Και στρατηγούς Κι εργάτες

Φύσηξε πάλι ο άνεμος ανέβει στην κοιλιά μου
Ανοίξανε τα τσίνορα χάραξε η ματιά μου

Και απ’ το πρωί οι Παναγιές Στον τοίχο απέναντι μου
Σκεπάστηκαν το πέπλο τους Μη και φανερωθούνε
Μάτια ολόμαυρα υγρά Πρησμένα απ’ τη νύστα.

Γιάννης Αντιόχου

Στη Γλώσσα Του

Εκδόσεις Γαβριηλίδης

Ξόρκια και Μαγικά (2)


Glad Day by William Blake encapsulates the spirit of the Morning Star or Lucifer 

Ευχαριστώντας σας όλους για τη θερμή ανταπόκριση και αποδοχή θα συνεχίσω προσθέτωντας στην ενότητα «Ξόρκια και Μαγικά» ένα ακόμη ποίημα που γράφτηκε την ίδια περίοδο με τίτλο: «Το τραγούδι του Εωσφόρου». Η εικόνα είναι έργο του μεγάλου μεταφυσικού ζωγράφου και ποιητή Ουίλλιαμ Μπλέικ και βέβαια παριστάνει τον Λούσιφερ ως το Άστρο της Δόξας.

Το τραγούδι του Εωσφόρου

Άνδρας σκυμμένος στη πηγή στους ώμους του υδρίες
Έχει αυτιά μακρόστενα δυο πύργους στους κροτάφους
Σκύβει γεμίζει σύννεφο πυρώνει με το στόμα
Και ψιχαλίζει μ’ ουρανό, θρύψαλα κι άσπρη σκόνη

Κι απ’ τ’ ανοιχτά τα χέρια του φυτρώνουνε αγκάθια
Βάτα μες στις μασχάλες του σύδεντρα στους μηρούς του
Στα σκέλια του μετέωρα στις κορυφές πηγάδια
Ο μαύρος τράγος στέκεται ο σειληνός πατέρας
Π’ όταν η γη καιγότανε έτρεχε μες στο μάγμα
Και όποτε σειότανε γεννούσε τους Τιτάνες
Κι ήτανε ο Αρχάγγελος ο πρώτος Ταξιάρχης
Αγαπημένος τ’ Ουρανού της Γης ο ερωμένος
Μες στις πρωτόγονες σπηλιές ο χιλιολατρεμένος

Και ήρθανε, τα Μνήσθητι, τα Κύριε Ελέησόν με
Ο πηγεμός, ο ερχομός, η ρότα του Διαβόλου
Κάθε π’ ανέβαινε γυμνός ο άντρας στη γυναίκα
Κάθε που βούταγε ο φαλλός να φτάσει τον πυθμένα
Κι η μήτρα φωτιζότανε από το πρώτο φως του
Μες στους ναούς οι ιερείς σκίζανε τ’ άμφια τους
Όρθρου το φως εωθινό το φέρει ο Εωσφόρος
Και ξάφνου σβήστηκε το φως άνοιξε το πηγάδι
Μέγας σεισμός εγένετο μες στο βαθύ σκοτάδι

Κι όπως φανήκανε οι ρωγμές άκρη του άκρου του Θεού
Σηκώθη το δοξάρι να πιάσει να χτενίζεται στις τρίχες
  Το φεγγάρι
Που ‘ναι του σώματος σκιά και του σπιτιού καθρέφτης
Που ‘ναι της νύχτας το στοιχειό μωρό βαμμένο κόρη
Πέρλες τυλίγουν τον λαιμό το κύμα χτίζει κοίτη
Την γλύφει την ανάβαθη την στρώνει με σεντόνι
Να κοιμηθεί ο αρσενικός βρικόλακας της νύχτας
Ν’ απλώσει πάνω στα οστά της ποίησης τη λήθη

Αχ κι Ωχ! πως σκίζονται Δυο πόδια από βασάλτη
Της θηλυκής της νύμφης του η σκοτεινή της μήτρα
Ρουφάει τον κόσμο ολόκληρο δέντρα, βουνά, τις πόλεις
Χτυπάει του αίματος σφυγμός πηγή που δεν στερεύει

Τ’ Άδη τραγούδι τραγουδώ γι’ αυτούς που δεν κοιμούνται
Γι’ αυτούς θηλάζω το νεκρό του βασιλιά κεφάλι
Μέσ’ απ’ τις τρύπες των ματιών μια σαύρα αναπηδάει
Στολίζει τον απέθαντο σέρνεται σαν το φίδι

Ο ποιος νομίζει ότι γροικά τον παίρνω μεσημέρι
Φορώντας τους κοθόρνους μου του σπάζω το κεφάλι
Να πεταχτεί στον ουρανό του Κύριε Ελέησον με
Το τουρκικό εφίππιο λωτός χιλιανθισμένος

Ο ποιος νομίζει ότι ξεχνώ τον παίρνω στ’ όνειρο του
Βάζω μαλλιά ολόξανθα στρίβω τις καταλήξεις
Κι αρχίζω με τη γλώσσα μου να λιώνω το κορμί του
Σάλιο πηχτό γεμίζοντας του αφαλού τ’ αυλάκι

Ο ποιος ξεχνά να μ’ αινεί αυτόνανε διαλέγω
Του ανοίγω φλέβα στον λαιμό τον σκίζω με αγκίστρια
Ωχού στα δόντια μου περνώ της μοίρας του το νήμα
Και τον πατώ και τον κλωτσώ σπάζω το σκελετό του
Του καίω τ’ ακροδάχτυλα με φλόγα διαβασμένη
Γιατί μύρο δε μύρωσε τη βάπτιση του δούλου

Χωρίς εμένα σβήνουνε τα φώτα αυτού του κόσμου
Χωρίς εμένα δεν μπορεί ο ήλιος ν’ ανατείλει
Και πόσο φως να έμεινε στη χθεσινή Σελήνη
Το μέγα μυστήριο το κρυπτό χάραξα με τα νύχια
Μα τι ‘ναι αυτό που λησμονώ το τέλος δεν σιμώνει;

Κρατώ μέσα στα χέρια μου του χρόνου την κλεψύδρα
Έτη χιλιάδες αστρικά αστερισμούς μετρούνε
Ότι έφτασε ο χρόνος μου να σπάσω τα δεσμά μου
Ακούστε τρίζουν τα οστά μέσα στο μέγα φρέαρ
Σηκώνομαι Αρχάγγελος Δαιμόνων Ταξιάρχης
Κι ‘μαι Πατέρας και Υιός, Απόγονος και Πνεύμα
Μέσα απ’ τις σφαίρες των Κλιφόθ:

Hosanna in excelsis Domine inversus
Libera me, Domine inversus, de morte aeterna
in die illa tremenda
quando coeli movendi sunt et terra,
dum veneris judicare saeculum per ignem.

Γιάννης Αντιόχου

Στη Γλώσσα Του

Εκδόσεις Γαβριηλίδης

Ξόρκια και Μαγικά


moon

Έχουν περάσει περισσότερα από τέσσερα χρόνια από τη γραφή των ποιημάτων που παραθέτω κάτω από τον τίτλο «Ξόρκια και Μαγικά». Ίδια εποχή, πρώιμη άνοιξη, φως να πέφτει κατάματα μέσα στο μεσημέρι και κάποιες ευχές που δοκιμάζουν τον ρυθμό, την φόρμα και καταφέρνουν να επιβιώνουν στη σύγχρονη εκφραστική της ποίησης. Θέλω παραθέτοντάς τα στο blog μου να τα αφιερώσω σ’ έναν blogger που προσφέρει υπηρεσίες παιδευτικές στην υπό διάλυση νεοελληνική κοινωνία μας και να τον υποκινήσω να συντονίσει μια αλυσίδα που οι bloggers θα αναρτούν το δικό τους μεταφυσικό, μαγικό ποίημα.  Δημήτρη Αθηνάκη εσένα υποδεικνύω, εσένα εννοώ… δράση.

 

Ευχή εις άνθρωπον εμποδισμένον

Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος Αμήν.

Με θωπείες μοσχοβολούν τα σώματα και με δαγκώματα ανάβουν
Αρκεί το ξόρκι να γνωρίζεις, βράζοντας φύλλα ξερού βασιλικού μες στο νερό της νύχτας
Κι απ’ τους καπνούς να σώνεσαι ώρες της Αφροδίτης, απαγγέλλοντας αγγελικών ταξιαρχιών τις κλίμακες

Κι αντί να διαλέγεις μεταξύ του ποτέ και του τίποτα, να προτιμάς τις αθλοπαιδιές με τους γυμνούς εφήβους οργώνοντας τα λιβάδια της ζωής που απομένουν

Και να! Σηκώνεται της γης η σκόνη απ’ τα πατήματα των νέων Και συνθλίβονται οι πεδιάδες της παπαρούνας ματώνοντας τα πέλματα
Να διαβαστούν τ’ αποτυπώματα, ως μυστικής λατρείας ιερόγραφα, παραδίδοντας εαυτόν εις έρωτα (τρις)

Κι αντί να διαστέλλεσαι στα κρεμασμένα κηπάκια των διαμερισμάτων, στη ράντα των γυμνών βυζιών να κρέμεσαι και να βουτάς στη θάλασσα

Και να! Μακροβούτια στη πλάτη της γοργόνας και ράχη του δελφινιού γυαλιστερή Λεπίδα ημισέληνος μόλις πριν σκάσει η άνοιξη
Να καρπίσουν τα μήλα δώδεκα κυπαρισσιών παραμονή του Ευαγγελισμού, παραδίδοντας εαυτόν εις έρωτα (τρις)

Αμήν.

 ______________________________________________________

Δι’ Αγάπης

Με δυο φλούδες Σελήνης και ικανά σ’ αριθμό ιστοτεμάχια παρθένου, λούζεις της νύχτας τα μαλλιά. Έπειτα μαζεύοντας σε κολυμπήθρα ασημένια, το τρίτο νερό του ξεβγάλματος, καλύπτεις το σκεύος με του παπά τα χρυσά άμφια, ακριβώς την ώρα του μικρού εσπερινού, κάνοντας σαράντα μετάνοιες στις θύρες του ναού. Ημέρα Παρασκευή ξύνεις ασβέστη με το νύχι, τον ρίχνεις στο νερό αναμιγνύοντας με σπασμένες βέργες από εξαπτέρυγα τραγουδώντας:

Νύχτα νύχτα μελανή
Μελανή μελαθιανή
Ξύνω ασβέστη απ’ το ναό
Για ν’ αφρίσω το νερό

Έχω κλέψει απ’ τον παπά
Τα χρυσά του άμφια
Θα καλύψω το νερό
Στο μικρό εσπερινό

Κι όποια πιει θα βυθιστεί
Κι η καρδιά της θ’ ανοιχτεί
Μαγνητόσκονη σκορπώ
Μες στο σπίτι σου θα μπω

Μυστική φωτιά που καις
Στην ψυχή της μέσα μπες
Για να σφίξω το κορμί
Που πεθύμησα πολύ

Κατόπιν σ’ ένα φιαλίδιο αγιασμού συλλέγεις επτά ισομεγέθεις σταγόνες απ’ το νερό της ασημένιας κολυμπήθρας και το δίνεις να το πιει αυτή που επιθυμείς να σ’ αγαπήσει στο γέμισμα της Σελήνης και ημέρα Δευτέρα ή Παρασκευή.

Σε κήπους που βλασταίνουν οι βολβοί της άνοιξης, με το νερό που περίσσεψε, ποτίζεις για τόσες μέρες, όσα τα χρόνια αυτής που επιθυμείς, δυο αγριοπερίστερα και περιχύνεις με το υπόλοιπο τρεις ρίζες ανθισμένων ζουμπουλιών λέγοντας:

Όπως ξυπνάει ο βολβός
Θε να ξυπνάει το ταίρι
Κι όπως μυρίζει ο ανθός
Εμένα θε να θέλει

Η μαγική ετούτη συνταγή είναι πραγματικά πολύ δυνατή και γι’ αυτό συνίσταται ο ενδιαφερόμενος να την πραγματοποιεί μόνο εάν είναι απολύτως σίγουρος για το ταίρι που επιθυμεί.

 

___________________________________________________

Υπέρ Αναπαύσεως Νεκρών Ψυχών

Με Κύριε Ελέησον και Σώσον ημάς κατά το μέγα έλεος Σου, ξορκίζεις των νεκρών φαντάσματα στων Αγίων Θεοδώρων τη γιορτή. Κι αν συμπέσει κι η μέρα των ψυχών, με σταρόζουμο να περιχύσεις τις κορυφές ενός πεντάκτινου αστεριού κάτω απ’ την Αγία Τράπεζα λέγοντας:
 

Της γης το φίδι να τραφεί
Τον άρτο να τρυπήσει
Να πιάσει ο διάκος το ψωμί
Και να το ευλογήσει

Την επομένη, ζητάς του διάκου να τελέσει αρτοκλασία με λειπανάβατα ψωμιά, τα οποία έχεις περιβρέξει με δρόσο των Θεοφανίων. Τα τοποθετείς σε πανέρια και τα πηγαίνεις ώρα του Άρεως στο νεκροταφείο. Αφού βρεις τον παπά με τη μαύρη ομπρέλα, εκτελείς τρισάγιο υπέρ αναπαύσεως των νεκρών ψυχών και πετάς τους λειτουργημένους άρτους στο στόμιο ενός ξερού πηγαδιού λέγοντας τρεις φορές:

Θα ρίξω τον αρτόλιθο
Την πύλη να σφραγίσω
Των πεθαμένων τη σκιά
Στις πλάκες θα κρατήσω

(Η ανωτέρω επωδός είν’ ανέκδοτος, την οποία αποσπάσαμε με δυσκολία από διάκο)

______________________________________________________ 

Για να δεις καλά όνειρα

Για να δεις καλά όνειρα, μικρά παιδιά χρειάζονται με δάχτυλα ζαχαρωτά και κλωστίτσα του Μάρτη πιασμένη ολονυχτίς στις τριανταφυλλιές.

Και σύννεφο χρειάζεται, μια πρέζα θρυμματισμένων δαφνόφυλλων, λευκού λύκου κυνόδοντες κι ένα σπίτι σχολικής χαρτοκοπτικής δίχως θεμέλια πάνω απ’ ορύγματα αβύσσου να αιωρείται.

Ωστόσο μένει, σ’ αγέννητο χαρτί όλα τούτα να χωρέσεις. Να ανυψώσεις το κρεβάτι σου σε τέσσερις τάκους μυρτόξυλου και ν’ ανοίξεις ιστίο λευκό το σεντόνι, χαράζοντας πορεία στα βορειανατολικά του ύπνου σου.

Αλλιώς, έτσι εξηγείται η ελεύθερη πτώση από τ’ ονείρου τους βατήρες.

———————————————————————————— 

Και τα τέσσερα ποιήματα δημοσιεύθηκαν στο βιβλίο «Στη Γλώσσα Του», Εκδόσεις Γαβριηλίδης και ανήκουν στην ενότητα «Ξόρκια και Μαγικά».

Ο Μάνος Χατζιδάκις είναι παιδεία


Μάνος Χατζιδάκις

Συνεχίζοντας λοιπόν αυτή την εμμονή των ημερών με τον Μάνο Χατζιδάκι θέλω να σας πω πως επανεκδόθηκαν σε έναν τόμο από τις εκδόσεις Άγρα «Η Μυθολογία» και «Η Μυθολογία Δεύτερη», δύο βιβλία με τα ποιήματα του μεγάλου μας συνθέτη, πολλά από τα οποία έχουν αποτελέσει και υλικό για τους στίχους των έργων του, όπως «Η εποχή της Μελισσάνθης», ή «Ο Κύκλος του C.N.S».Η έκδοση είναι πολυτελής με σκληρό εξώφυλλο, πραγματικό φετίχ για τους λάτρεις της ποίησης και του Μάνου Χατζιδάκι.

Θα μοιραστώ τα «Τρία Τραγούδια για τον Ρόννυ»

ΤΡΙΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΡΟΝΝΥ

Μιά μέρα περπατώντας στους 44 δρόμους της Νέας Υόρκης σταμάτησα μπρος σε μιά βιτρίνα που είχε τη φωτογραφία ενός παιδιού. Δύο νέοι πλάι μου σταμάτησαν κι αυτοί και βλέποντας τη φωτογραφία φώναξαν: “Ο Ρόννυ”. Γύρισα και τους κοίταξα ρωτώντας τους: “Τον γνωρίζετε;” Μου απάντησαν με απορία: “Λέτε να μη γνωρίζουμε το Ρόννυ;” Τότε τους παρακάλεσα: “Γνωρίστε τον και σε μένα. Σας παρακαλώ”. Κ’ οι δυό, ενώ ήσαν έτοιμοι να φύγουν, σταματήσανε, με κοίταξαν με προσοχή, κατάλαβαν πως είμαι ξένος και μου λεν: “αδύνατον”. Και τότε οι δυό τους άρχισαν να μου τραγουδούν μες στο δρόμο τρία ρυθμικά τραγούδια για το Ρόννυ.

πρώτο τραγούδι

Ο Ρόννυ είναι ένα παιδί

Της πολιτείας το κλειδί

Ο Ρόννυ ποτέ δεν πάει να κοιμηθεί

Εργάζεται απ’ το πρωί

Μεθάει τον κόσμο να κινά

Τον τρέφει και τον προσπερνά

Τον αγκαλιάζει, τον χτυπά

Τον χρωματίζει με μπογιά

Και τον πληγώνει με σουγιά

Ο Ρόννυ ποτέ του δε μιλά

Δεν έχει φίλους, ερωμένους ή εραστές

Ο Ρόννυ ακούει και σιωπά

Ίσως δεν ξέρει ν’ απαντά

Ο Ρόννυ κάποτε όταν χαθεί

Η Πόλη μας θα βυθιστεί

Τότες θα κλαίμε μα η βροχή

Θάχει του Ρόννυ την ψυχή

 *-*

δεύτερο τραγούδι

Όου Ρόννυ, Όου Ρόννυ

Σκέψου

Μιά κιθάρα

Δυό κιθάρες

Κ’ ένα ντραμ χωρίς ρυθμό

Ένα χέρι

Δύο χέρια

Κι ένα χέρι από χαλκό

Μιά γυναίκα

Δυό γυναίκες

Και μιά χάντρα από λυγμό

Ένας μαύρος

Δύο μαύροι

Και μιά σφαίρα από Λευκό

Όου Ρόννυ

*-*

τρίτο τραγούδι

Ρόννυ

Λιθουανέ

Των Ηνωμένων Πολιτειών

Παγίδα

Τουριστική αφίσα

Πρόγραμμα

Σχέδιο

Ζωγραφιά

Ρόννυ

Παιδί γυμνό

Με προβολείς

Με ούζο

Και γαλαξίες

Μη λησμονείς

Τον επισκέπτη σου

Που

Αργοπεθαίνει

Μοναχός

Κάτω από μιάν ελιά

Της πατρικής του

Γης

Σαν είπαν τα τραγούδια οι δύο νέοι φύγανε. Γυρίζω να δω μι’ άλλη φορά τη φωτογραφία του Ρόννυ, μα δεν ήταν πιά στη θέση της. Στην ίδια θέση υπήρχε τώρα ένα σήμα κινδύνου κόκκινο.

21 Νοεμβρ. 1965

Μάνος Χατζιδάκις, Μυθολογία, ‘Υψιλον 1980

Επανέκδοση: Εκδόσεις Άγρα

Έλα σε μένα…


Κι έτσι όπως παραθέτω το ένα post μετά το άλλο είναι σειρά να ακολουθήσει και πάλι Μάνος Χατζιδάκις ως συνθέτης του υπέροχου ομότιτλου τραγουδιού «Έλα σε μένα». Οι στίχοι ανήκουν στον Νίκο Γκάτσο, ενώ γράφτηκε για να υποστηρίζει το πρόγραμμα του Γιώργου Μαρίνου. Αργότερα ο Μάνος Χατζιδάκις το συμπεριέλαβε στο μιούζικαλ «Πορνογραφία» και τραγουδήθηκε από τον Βασίλη Λέκκα, την Δήμητρα Γαλάνη και άλλους.

 Έλα σε μένα

Αν κουραστείς απ’ τους ανθρώπους
κι ειν’ όλα γύρω γκρεμισμένα,
μην πας ταξίδι σ’ άλλους τόπους,
έλα σε μένα, έλα σε μένα.

Κι αν πέσει απάνω σου το βράδυ
με τ’ άστρα του τ’ απελπισμένα,
μη φοβηθείς απ’ το σκοτάδι,
έλα σε μένα έλα σε μένα.

Έλα και γείρε το κεφάλι
στα χέρια μου τ’ αγαπημένα,
να ζήσεις τ’ όνειρο και πάλι,
έλα σε μένα, έλα σε μένα.

Κι αν δεις καράβια να σαλπάρουν
κι αν δεις να ξεκινάνε τρένα,
μην πεις μαζί τους να σε πάρουν,
έλα σε μένα έλα σε μένα.

Έχω μια θάλασσα σμαράγδια
μ’αγάπη κι ήλιο κεντημένα
για την καρδιά σου πού ‘ναι άδεια
έλα σε μένα έλα σε μένα.

Έλα και κάθισε δεξιά μου
σαν ξεχασμένος αδερφός,
να μοιραστείς την μοναξιά μου
και να σου δώσω λίγο φως!
Έλα σε μένα! Έλα σε μένα!

Στίχοι: Νίκος Γκάτσος

Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις

Μάνου Χατζιδάκι Ενθύμιο…


Ερωτικό

Κι αν γεννηθείς κάποια στιγμή
Μιαν άλλη που δε θα υπάρχω
Μη φοβηθείς
Και θα με βρείς είτε σαν άστρο
Όταν μονάχος περπατάς στην παγωμένη νύχτα
Είτε στο βλέμμα ενός παιδιού που θα σε προσπεράσει
Έιτε στη φλόγα ενός κεριού που θα κρατάς
Διαβαίνοντας το σκοτεινό το δάσος
Γιατί ψηλά στον ουρανό που κατοικούνε τ’ άστρα
Μαζεύονται όλοι οι ποιητές
Και οι εραστές καπνίζουν σιωπηλοί πράσινα φύλλα
Μασάν χρυσόσκονη πηδάνε τα ποτάμια
Και περιμένουν
Να λιγωθούν οι αστερισμοί και να λιγοθυμήσουν
Να πέσουν μεσ’ στον ύπνο σου
Να γίνουν αναστεναγμός στην άκρη των χειλιών σου
Να σε ξυπνήσουν και να δεις απ’ το παραθυρό σου
Το προσωπό μου φωτεινό
Να σχηματίζει αστερισμό
Να σου χαμογελάει
Και να σου ψιθυρίζει
Καληνύχτα.

Μάνος Χατζιδάκις