Η Έρημη Χώρα


The Waste Land

Τον τελευταίο μήνα ξεσκόνισα για άλλη μια φορά την ποίηση του Τ.Σ. Έλιοτ. Διάβαζα και κρατούσα σημειώσεις, απομόνωνα στίχους και καθόμουν με τις ώρες καρφωμένος στην πολυθρόνα του γραφείου μου διαλογιζόμενος. Και ενίοτε σοβαρά, ενίοτε με μια ελαφράδα και μια χάρη που θυμίζει τον ανοιξιάτικο αέρα του Απρίλη (κι ας είναι ο σκληρότερος μήνας για τον Έλιοτ), έτσι όπως φυσά νότιος άνεμος από τη θάλασσα και γεμίζει το σπίτι, ένιωθα σα να ξεπλήρωνα μια οφειλή και ταυτόχρονα σα να χρεωνόμουν μια γλυκιά κούραση που παρέλυε το σώμα μου κι ύστερα το έλυνε μέσα στο όνειρο, σώμα να λάμνει στην ανυπαρξία των αντιθέτων έχοντας κατακτήσει κάτι σαν μυστική γνώση.

Κι η αλήθεια είναι πως μεταφράζοντας σαν άσκηση την » Έρημη Χώρα» ένιωσα μια υπερβατική εσωτερική χαρά, μια ηρεμία και γαλήνη στο μυαλό, στη ψυχή και το σώμα μου.

Η μετάφραση δεν προορίζεται να εκδωθεί ή να δημοσιευθεί πουθενά, ούτε διεκδικεί δάφνες πρωτοτυπίας και παρόμοια, αφού το ίδιο ποίημα έχει πολλαπλές μεταφράσεις από πολλούς σημαντικούς έλληνες ποιητές και ποιήτριες (Γ. Σεφέρης, Α. Αλεξάνδρου, Π. Παμπούδη, κ.ά.) και ίσως η παρούσα μετάφραση να θεωρηθεί  ως μωρεία του μεταφραστή… έτσι όμως έμαθα εγώ να κάνω ένα ξενόγλωσσο ποίημα δικό μου, μεταφράζοντάς το.

Για τούτο σας παραδίδω τη μετάφρασή του, αφήνοντας ηθελημένα το ποίημα δίχως τις σημειώσεις του ποιητή, παρά μόνο με το ίδιο, το κειμενικό ή καλύτερα διακειμενικό σώμα του ποιήματος.

Χαλαρώστε και διαβάστέ το στην αρχή ψιθυριστά, εσωτερικά κι όταν αρχίσουν να ξεπροβάλλουν κάπου στη μέση της 1ης ενότητας οι κάρτες της Μεγάλης Αρκάνας του Ταρώ, τότε διαβάστε με δύναμη απαγγέλοντας Έλιοτ στον εαυτό σας, γινόμενοι κοινωνοί στην κρυφή αλήθεια που εκφράζει αυτό το αριστουργηματικό ποίημα του 20ου αιώνα.

Η ΕΡΗΜΗ ΧΩΡΑ

Nam Sibyllam quidem Cumis ego ipse oculis meis vidi in ampulla
pendere, et cum Illi pueri dicerent: Σίβυλλα, τι θέλεις;
respondebat illa: αποθανείν θέλω!

Στον Έζρα Πάουντ
Il miglior fabbro

I
Η ΤΑΦΗ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ

Ο Απρίλης, είναι ο μήνας ο σκληρότερος, βλασταίνοντας
πασχαλιές μέσα από τη νεκρή γη, ανακατεύοντας
θύμηση μ’ επιθυμία, αναδεύοντας
στομωμένες ρίζες μ’ ανοιξιάτικη βροχή.
Ο χειμώνας μας κράτησε ζεστούς, σκεπάζοντας
τη γη με το χιόνι της λήθης, ταΐζοντάς μας
μια ελάχιστη ζωή με ξερούς βολβούς.
Το καλοκαίρι μας κατέπληξε, ερχόμενο πάνω από το
Σταρνμπέγκερσι
με μια καταιγίδα˙ σταθήκαμε στις κιονοστοιχίες,
και συνεχίσαμε με τη λιακάδα, μέσα στο Χόφγκαρτεν,
κι ήπιαμε καφέ, και μιλήσαμε σχεδόν μια ώρα.
Bin gar keine Russin, stamm’ aus Litauen, echt deutsch.
Κι όταν ήμασταν παιδιά, μένοντας στου αρχιδούκα,
ο εξάδελφος μου, μ’ έβγαλε έξω μ’ ένα έλκηθρο,
και φοβήθηκα. Κι αυτός έλεγε, Μαρία,
Μαρία, κρατήσου σφιχτά. Και κατηφορήσαμε.
Εκεί στα βουνά νιώθεις ελεύθερος.
Την πιο πολύ ώρα της νύχτας διαβάζω, και το χειμώνα πηγαίνω στο νότο.

Ποιες είναι αυτές οι ρίζες που αρπάζονται, ποια τα κλαδιά που μεγαλώνουν
μέσα απ’ αυτούς τους κοπρόλιθους; Γιε του ανθρώπου,
δεν μπορείς να μιλήσεις, ή να μαντέψεις, γιατί μόνο εσύ ξέρεις
μια στοίβα από θρυμματισμένες εικόνες, που ο ήλιος τις κτυπά,
και το νεκρό δέντρο δεν κάνει για στέγαστρο, μήτε το τριζόνι ξαλάφρωμα,
και η ξερή πέτρα ήχο νερού κανέναν. Μόνο
εκεί κάτω απ’ αυτόν τον κόκκινο βράχο είναι η σκιά,
(Έλα κάτω από αυτού του κόκκινου βράχου τη σκιά),
και θα σου δείξω κάτι διαφορετικό κι από τις δυο
τη σκιά σου το πρωί που πίσω σου δρασκελίζει
ή τη σκιά σου το δειλινό που ανασηκώνεται για να σε απαντήσει˙
Θα σου δείξω φόβο σε μια χούφτα σκόνης.
Frisch weht der Wind
Der Heimat zu
Mein Irisch Kind
Wo weilest du?

«Αρχικά, πριν ένα χρόνο μου χάρισες υάκινθους ˙
«Υακίνθη με φώναξαν.»
—Έπειτα όταν επιστρέψαμε, τελευταία, από τους κήπους με τους υάκινθους,
με την αγκαλιά σου γεμάτη, και τα μαλλιά σου νοτισμένα, δεν μπορούσα
να μιλήσω, και τα μάτια μου έκλεισαν, δεν ήμουν ούτε
νεκρός ούτε ζωντανός και τίποτα δε γνώριζα,
κοιτώντας στην καρδιά του φωτός, η σιωπή.
Oed’ und leer das Meer.

Η μαντάμ Ζοζόστρις, φημισμένη διάμεσος,
είχε ένα γερό κρυολόγημα, παρόλα αυτά
είναι γνωστό πως είναι η σοφότερη γυναίκα της Ευρώπης,
μ’ ένα περίεργο πάκο τραπουλόχαρτων. Εδώ, είπε,
είναι η κάρτα σου, ο πνιγμένος Ναύτης της Φοινίκης
(Εκείνα είναι μαργαριτάρια που ήταν τα μάτια του. Κοίτα!)
Εδώ είναι η Μπελαντόνα, η Δέσποινα των Βράχων,
η κυρά των καταστάσεων.
Εδώ είναι ο άντρας με τα τρία σκήπτρα, και εδώ ο Τροχός,
και εδώ είναι ο μονόφθαλμος έμπορος, κι αυτή η κάρτα,
που είναι κενή, είναι ό,τι κουβαλά στην πλάτη του,
το οποίο δεν μου επιτρέπεται να το δω. Δεν βρίσκω
τον Κρεμασμένο. Να φοβάσαι το θάνατο από νερό.
Βλέπω μιλιούνια ανθρώπων, να βαδίζουν ολόγυρα σ’ έναν δακτύλιο.
Ευχαριστώ. Αν δεις την αγαπητή κυρία Εκουίτον,
πες της πως θα φέρω αυτοπροσώπως το ωροσκόπιο:
Πρέπει να προσέχει κανένας τέτοιες μέρες.

Πολιτεία ανύπαρχτη,
κάτω από την καστανή ομίχλη μιας χειμωνιάτικης αυγής,
ένα πλήθος έτρεξε πάνω από τη Γέφυρα του Λονδίνου, τόσοι πολλοί,
δεν είχα σκεφτεί πως ο θάνατος είχε ξεκάνει τόσους πολλούς.
Στεναγμοί, κοφτοί και άταχτοι, ξέφευγαν,
και καθένας κάρφωνε τα μάτια στα βήματά του.
Το πλήθος γέμισε ως το λόφο απάνω και κάτω στην οδό Κινγκ Ουίλιαμ,
εκεί που η Οσία Μαρία του Γούλνοθ μέτρησε τις ώρες
μ’ έναν νεκρό ήχο στο τελευταίο χτύπημα που σήμαινε εννιά.
Εκεί είδα κάποιον που γνώριζα, και τον σταμάτησα κλαίγοντας:
«Στέτσον!
Συ που ήσουν μαζί μου στα πλοία στις Μύλες!
«Εκείνο το κουφάρι που πέρσι έθαψες στον κήπο σου,
«έχει αρχίσει να φυτρώνει; Θ’ ανθίσει φέτος;
«ή μήπως η ξαφνική παγωνιά τάραξε τη σπορά του;
«Ω, κράτα το Σκυλί μακριά από δω, αυτό είναι φίλος του ανθρώπου
«ή με τα νύχια του πάλι θα το ξεθάψει!
«Εσύ! hypocrite lecteur! —mon semblable, —mon frère ! »

ΙΙ
ΜΙΑ ΠΑΡΤΙΔΑ ΣΚΑΚΙ

Ο Θώκος που κάθισε, σαν στιλβωμένος θρόνος
έλαμπε στο μάρμαρο, εκεί που ο καθρέφτης
στερεωμένος σε σφυρήλατα λάβαρα με τσαμπιά σταφυλιών
κι απ’ όπου ένα χρυσός φτερωτός έρωτας κρυφοκοίταζε
(Κι ένας έκρυβε τα μάτια του πίσω από τη φτερούγα του)
διπλασίαζε τις φλόγες από τις επτάφωτες λυχνίες
αντανακλώντας φως πάνω στο τραπέζι που σαν
το αστραποβόλημα των χρυσαφικών της ανέβαινε να τον συναντήσει,
από σατέν κασετίνες πλημμυρισμένες με άφθονη πλησμονή.
Σε φιαλίδια ιβουάρ και κρύσταλλα χρωματιστά
δίχως πώμα, ενέδρευαν τα περίεργα συνθετικά της αρώματα,
αλοιφές, πούδρες ή υγρά —σε φασαρία, σύγχυζαν,
και έπνιγαν την αίσθηση μέσα στις οσμές˙ ανακατεύθηκαν με τον αέρα που δρόσισε από το παράθυρο, αυτές ανοδικές
πλαταίνοντας τις επιμήκεις κέρινες φλόγες,
εκσφενδονίζοντας τον καπνό τους προς τα laquearia
σείοντας τα σχέδια του φατνώματος στην οροφή.
Τεράστια σανίδια από θαλασσινά σκαριά επενδυμένα με χαλκό
γυάλιζαν πράσινα και πορτοκαλί, πλαισιωμένα με μια ζωγραφισμένη πέτρα,
που στο θλιβερό φως, ένα λαξεμένο δελφίνι κολυμπούσε.
Πάνω απ’ την πεπαλαιωμένη λυχνία πυράκτωσης εμφανίστηκε
σάμπως κι ένα παράθυρο έβλεπε σε σκηνή από δάσος
η μεταμόρφωση της Φιλομήλας, από τον βάρβαρο βασιλιά
που τόσο σκαιά βασάνισε˙ κι ακόμα ήτανε εκεί το αηδόνι
που γέμιζε όλη την έρημο με το απαράβατο κελάηδημά του
κι ακόμα έκλαιγε εκείνη, κι ακόμα ο κόσμος καταδιώκει,
«Γιαγκ Γιαγκ» σ’ αυτιά βρομισμένα.
Κι άλλα του χρόνου μαραμένα θραύσματα
είχαν αποτυπωθεί στους τοίχους πάνω˙ μορφές που ατένιζαν
έτειναν προς τα έξω, γέρνοντας, καθησυχάζοντας το δωμάτιο που τις περίκλειε.
Βήματα σέρνονταν στα σκαλιά.
Κάτω από το φως της φωτιάς, κάτω από τη βούρτσα, τα μαλλιά της
άπλωναν σαν πυρρές απολήξεις.
Μέσα στα λόγια φεγγοβόλησε, έπειτα θα έπρεπε να μείνει θηριωδώς ακίνητη.

«Τα νεύρα μου είναι σε κακή κατάσταση απόψε. Ναι, σε κακή. Μείνε μαζί μου, μίλα μου. Γιατί δεν μιλάς ποτέ. Μίλα.
Τι είναι αυτό που σ’ απασχολεί; Τι σκέφτεσαι; Τι;
Ποτέ δεν ξέρω τι σκέφτεσαι. Σκέψου.»

Σκέπτομαι πως είμαστε στων ποντικών την αλέα
εκεί που οι νεκροί απώλεσαν τα οστά τους.

«Τι είναι τώρα αυτός ο θόρυβος;»
Ο άνεμος κάτω από την πόρτα.
«Τι είναι αυτός ο θόρυβος τώρα; Τι κάνει ο αέρας;»
Τίποτε και πάλι τίποτε.
«Τίποτα
δεν ξέρεις; Τίποτα δεν βλέπεις; Τίποτα δεν θυμάσαι;»

Θυμάμαι
εκείνα τα μαργαριτάρια ότι ήταν τα μάτια του.
«Είσαι ζωντανός, ή όχι; Υπάρχει τίποτα μες στο κεφάλι σου;»
Αλλά
Ω Ω Ω Ω εκείνη η Σεξπηρική Φάρσα
Είναι τόσο κομψή
Τόσο έξυπνη
«Τι θα κάνω τώρα; Τι θα κάνω τώρα;
Θα χιμήξω έξω έτσι όπως είμαι, και θα περπατήσω στο δρόμο
Με τα μαλλιά μου ριγμένα, έτσι. Τι θα κάνουμε αύριο;
Τι θα κάνουμε πάντα;»
Το ζεστό νερό στις δέκα
κι αν βρέχει, μια σκεπαστή άμαξα στις τέσσερις.
Και θα παίξουμε μια παρτίδα σκάκι,
πιέζοντας μάτια άγρυπνα και προσμένοντας ένα χτύπημα στην πόρτα.

Όταν ο άντρας της Λιλ αποστρατεύθηκε, είπα—
Δε μάσησα τα λόγια μου, της είπα η ίδια,
ΒΙΑΣΟΥ ΠΑΡΑΚΑΛΩ, ΕΙΝΑΙ Η ΩΡΑ
Τώρα ο γυρισμός του Άλμπερτ, σ’ έκανε κατιτί εξυπνότερη.
Θα θελήσει να μάθει τι έκανες με εκείνα τα χρήματα που σου έδωσε
για να βάλεις μερικά από τα δόντια σου. Το έκανε, ήμουν μπροστά.
Πρέπει όλα να τα βγάλεις, Λιλ, και να βάλεις μια ωραία μασέλα,
είπε αυτός, ορκίζομαι, δεν αντέχω να σε κοιτάζω.
Και δεν μπορώ άλλο πια εγώ, είπα και σκέφτηκα τον καημένο τον Άλμπερτ,
ήταν στο στρατό για τέσσερα χρόνια, θέλει ευχάριστες στιγμές,
κι αν δεν του τις δώσεις, υπάρχουν άλλες που θα θέλουν, είπα.
Α! έτσι , είπε εκείνη, Ναι κάπως έτσι, είπα.
Τότε θα μάθω ποιον να ευχαριστήσω, είπε αυτή και μου έριξε μια ίσια ματιά.
ΒΙΑΣΟΥ ΠΑΡΑΚΑΛΩ, ΕΙΝΑΙ Η ΩΡΑ.
Αν δεν σ’ αρέσει αυτό μπορείς να συνεχίσεις, είπα.
Άλλες μπορούν να πάρουν και να διαλέξουν αν εσύ δεν μπορείς.
Αν όμως ο Άλμπερτ διακόψει, δεν θα είναι από έλλειψη συζήτησης.
Θα έπρεπε να ντρέπεσαι, είπα, που φαίνεσαι τόσο μεγάλη.
(Και αυτή, μονάχα τριάντα ένα.)
Δεν μπορώ να το σπρώξω το θέμα, είπε, κατεβάζοντας τη μούρη,
είναι αυτά τα χάπια που πήρα, για να το ρίξω, είπε αυτή.
(Είχε ήδη πέντε, και κόντεψε να πεθάνει στο μικρό Τζωρτζ.)
Ο φαρμακοποιός είπε πως θα γινόμουν καλά, όμως ποτέ δεν ξανάγινα η ίδια που ήμουν.
Είσαι τρελή εντελώς, είπα.
Λοιπόν, αν ο Άλμπερτ δεν σε εγκαταλείψει, αυτό είναι, είπα,
πώς και παντρεύτηκες αν δεν θέλεις παιδιά;
ΒΙΑΣΟΥ ΠΑΡΑΚΑΛΩ, ΕΙΝΑΙ Η ΩΡΑ.
Λοιπόν, εκείνη την Κυριακή ο Άλμπερτ ήταν σπίτι, είχαν πικάντικο χοιρινό,
και εκείνοι με προσκάλεσαν σε δείπνο, για να το δοκιμάσω ζεστό—
ΒΙΑΣΟΥ ΠΑΡΑΚΑΛΩ, ΕΙΝΑΙ Η ΩΡΑ.
ΒΙΑΣΟΥ ΠΑΡΑΚΑΛΩ, ΕΙΝΑΙ Η ΩΡΑ.
Καληνύχτα Μπιλ. Καληνύχτα Λου. Καληνύχτα Μέι. Καληνύχτα.
Τα τα. Καληνύχτα. Καληνύχτα.
Καλή νύχτα, κυρίες, καλή νύχτα, γλυκές κυρίες, καλή νύχτα,
καλή νύχτα.

ΙΙΙ
ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ

Το αντίσκηνο του ποταμού είναι κατεστραμμένο˙ τα τελευταία δάχτυλα των φύλλων
αρπάζονται και βουλιάζουν μέσα στην υγρή κοίτη. Ο άνεμος
διασχίζει την καστανή γη δίχως ν’ ακούγεται. Οι νύμφες έφυγαν.
Γλυκέ Τάμεση, κύλα απαλά, ωσότου τελειώσω το τραγούδι μου.
Ο ποταμός δεν μεταφέρει αδειανά μπουκάλια, χαρτοσακούλες από σάντουιτς,
μεταξωτά μαντίλια, κουτιά από χαρτόνι, αποτσίγαρα
ή κάποια άλλα πειστήρια από τις νύχτες του καλοκαιριού. Οι νύμφες έφυγαν.
Και οι σύντροφοί τους, οι ρέμπελοι κληρονόμοι
στελέχη διευθυντικά του Σίτυ˙
έφυγαν, δεν αφήσαν καμιά διεύθυνση.
Δίπλα στα νερά του Λεμάν κάθισα χάμω κι έκλαψα…
Γλυκέ Τάμεση, κύλα απαλά ωσότου τελειώσω το τραγούδι μου,
Γλυκέ Τάμεση, κύλα απαλά, γιατί εγώ δε φωνάζω ούτε μακρηγορώ.
Αλλά στην πλάτη μου μέσα σε μια ψυχρή ριπή ακούω
το κροτάλισμα των οστών, και γελάκια απλώνονται απ’ αυτί σ’ αυτί.

Ένας ποντικός γλίστρησε αθόρυβα μέσα από τα χορτάρια
σούρνοντας τη γλοιώδη κοιλιά του στην όχθη
την ώρα που ψάρευα στο θολό κανάλι
σε μια χειμωνιάτικη βόλτα πίσω απ’ το γκαζάδικο
συλλογιζόμενος σχετικά με του βασιλιά αδελφού μου το ναυάγιο
και στου πατέρα μου του βασιλιά το θάνατο, πριν από αυτόν.
Λευκά κορμιά γυμνά στο χθαμαλό νοτισμένο έδαφος
κι οστά πεταμένα στη μικρή χαμηλή αδειανή σοφίτα,
κροτάλιζαν μόνο από τα πόδια του ποντικού, από χρονιά σε χρονιά.
Αλλά πίσω μου κάπου κάπου ακούω
τον ήχο από τα κλάξον και τις μηχανές, που θα φέρει
ο Σουίνι στην κυρία Πόρτερ την άνοιξη.
Ω το φεγγάρι άστραφτε τόσο λαμπερό πάνω στην κυρία Πόρτερ
και στην κόρη της
Πλένουν τα πόδια τους μέσα σε soda-water.
Et, O ces voix d’enfants, chantant dans la coupole!

Τουίτ τουίτ τουίτ
Γιαγκ γιαγκ γιαγκ γιαγκ γιαγκ γιαγκ
Τόσο βίαια εξαναγκασμένη.
Τερέ

Πολιτεία ανύπαρχτη,
κάτω από την καστανή ομίχλη μιας χειμωνιάτικης αυγής
ο κύριος Ευγενίδης, ο Σμυρνιός έμπορος
αξύριστος, με μια τσέπη γεμάτη σταφίδες
Κόστος, ασφάλεια, φορτίο προς Λονδίνο: πληρωτέα στην παράδοση,
μου ζήτησε σε δημώδη γαλλική
γεύμα στο ξενοδοχείο της οδού Κάνον
που θα το ακολουθούσε ένα Σαββατοκύριακο στο Μετροπόλ.

Στην ώρα την μενεξεδένια, όταν τα μάτια και η μέση
αναποδογυρίζουν από το γραφείο, όταν η ανθρώπινη μηχανή περιμένει
όπως ένα ταξί περιμένοντας δονείται στο ρελαντί,
εγώ ο Τειρεσίας, μολονότι τυφλός, δονούμαι ανάμεσα σε δυο ζωές,
γέρος με ρυτιδιασμένα στήθη γυναίκας, μπορώ να δω
στην ώρα την μενεξεδένια, την ώρα του δειλινού που πασχίζει
την επιστροφή στο σπίτι, και φέρνει το ναύτη σπίτι από τη ξενιτιά,
τη δακτυλογράφο σπίτι την ώρα του τσαγιού, αυτή εξαφανίζοντας το πρωινό της γεύμα, ανάβοντας
τη σόμπα της, και μοιράζοντας το φαγητό σε κονσερβοκούτια.
Έξω από το παράθυρο απλώνει επικίνδυνα
τα εσώρουχά της να στεγνώνουν από του ήλιου τις τελευταίες αχτίδες,
στον καναπέ απάνω είναι στοιβαγμένα (το βράδυ το κρεβάτι της)
κάλτσες, παντόφλες, κασκορσέ και κορσέ.
Εγώ ο Τειρεσίας, γέρος με ρυτιδιασμένα στήθη
παρατήρησα τη σκηνή, και μάντεψα τα υπόλοιπα—
Εγώ επίσης περίμενα τον αναμενόμενο επισκέπτη.
Εκείνος, ο σπυριάρης νεαρός, καταφθάνει,
υπάλληλος μιας μικρής αντιπροσωπείας, με έντονο βλέμμα,
ένας από τους κατώτερους υπαλλήλους που του πάει η εμπιστοσύνη
όπως ένα κλακ σ’ ένα εκατομμυριούχο του Μπράντφορντ.
Είναι η κατάλληλη στιγμή τώρα, καθώς αυτός υποθέτει,
το γεύμα έχει τελειώσει, αυτή βαριέται και κουράστηκε,
πασχίζει να την μπλέξει με χάδια
που αυτή δεν τα απορρίπτει, αν και δεν τα επιθυμεί.
Ξαναμμένος και αποφασισμένος, της ορμάει μεμιάς˙
τα χέρια του ερευνητικά δεν βρίσκουν άμυνα καμιά˙
Η αλαζονεία του δεν χρειάζεται απάντηση καμιά
και την απάθεια τη θεωρεί ως σημείο αποδοχής.
(Κι εγώ ο Τειρεσίας είχα για όλα από πριν υποφέρει
που έγιναν στον ίδιο καναπέ ή κρεβάτι˙
Εγώ που είχα σταθεί στις Θήβες κάτω από το τείχος
και προχώρησα ανάμεσα στους ταπεινότερους από τους νεκρούς.)
Αυτός, δίνοντας ένα τελευταίο πατρικό φιλί,
απομακρύνεται ψηλαφώντας, βρίσκοντας την σκάλα σκοτεινή…

Αυτή γυρίζει και κοιτάζει για μια στιγμή στον καθρέφτη,
μόλις και μετά βίας αντιλαμβανόμενη τον εραστή της που έφυγε˙
Ο νους της τής επιτρέπει μια ανολοκλήρωτη σκέψη να περάσει:
«Λοιπόν τώρα ετούτο είναι γεγονός: κι είμαι ευτυχής που τέλειωσε.»
Η αξιαγάπητη γυναίκα υποπέφτει λοιπόν σε απερισκεψίες και
βηματίζει ένα γύρω στην κάμαρά της πάλι, μοναχή,
ισιώνει τα μαλλιά της με κινήσεις μηχανικές,
και βάζει έναν δίσκο στο γραμμόφωνο.

«Αυτή η μουσική σύρθηκε ως εμένα απάνω στα νερά»

Και κατά μήκος του Στραντ ως την οδό Κουίν Βικτορία.
Ω Πολιτεία πολιτεία, μερικές φορές μπορώ να ακούσω
πίσω από ένα λαϊκό μπαρ στην Λόουερ Τέιμς Στρητ,
το ευχάριστο κλαψούρισμα ενός μαντολίνου
και τα κουτσομπολιά και τα ψιθυρίσματα από μέσα εκεί
όπου ψαράδες τεμπελιάζουν το μεσημέρι: που οι τοίχοι
του Οσιομάρτυρα Μάγκνους κρατούν
ανεξήγητη λαμπρότητα Ιωνικού λευκού και χρυσαφί.

Ιδρώνει το ποτάμι
Πετρέλαιο και κατράμι
Οι μαούνες παρασύρονται
στην παλίρροια που γυρίζει
Κόκκινα πανιά
πλατιά
προς το υπήνεμο, στρέφονται τον βαρύ ιστό
Των φορτηγίδων τα νερά
σέρνουν αράδες μαδεριών
Στου Γκρήνουιτς την απλωσιά
Πέρα από τη Νήσο των Κυνών

Βεϊαλαλα λεϊά
Βαλαλαλα λείαλαλά

Η Ελίζαμπεθ και ο Λέστερ
τραβούσαν κουπί
Η πρώρα ήταν φτιαγμένη
Ένα όστρακο επίχρυσο
κόκκινο και χρυσό
Φουσκωμένο κύμα αφρισμένο
κυμάτιζε και στις δύο όχθες
Νοτιοδυτικός άνεμος
μετέφερε στο ρεύμα προς τα κάτω
Κωδωνοκρουσίες
Λευκοί πύργοι

Βεϊαλαλα λεϊά
Βαλαλαλα λείαλαλά

«Τραμ και δέντρα σκονισμένα.
Το Χάιμπουρι με γέννησε. Το Ρίτσμοντ και το Κιου
με ξέκαναν. Κοντά στο Ρίτσμοντ σήκωσα τα πόδια μου
ανάσκελα στον πάτο ενός στενού κανό.»

«Τα πόδια μου είναι στο Μούργκεϊτ, και η καρδιά μου
κάτω από τα πόδια μου. Ύστερα από το γεγονός
αυτός έκλαψε. Υποσχέθηκε «μια καινούργια αρχή».
Δεν το σχολίασα. Γιατί θα έπρεπε να του το κρατήσω;»

«Στις αμμούδες του Μάργκεϊτ.
Μπορώ να συνδέσω
τίποτα με τίποτα.
Τα σπασμένα νύχια βρόμικων χεριών.
Λαέ μου ταπεινέ λαέ που προσδοκάς
τίποτα.»

λα λα

Τότε έφθασα στην Καρχηδόνα

Φλεγόμενος φλεγόμενος φλεγόμενος φλεγόμενος
Ω Συ Κύριε ο απεσπάσας με
Ω Συ κύριε ο απεσπάσας με

φλεγόμενο

IV
ΘΑΝΑΤΟΣ ΑΠΟ ΝΕΡΟ

Ο Φλήβας από τη Φοινίκη, εδώ και δεκαπέντε μέρες νεκρός,
ξέχασε την κραυγή των γλάρων, και της βαθιάς θάλασσας το μπότζι
και το όφελος και τη χασούρα.
Ένα υποθαλάσσιο ρεύμα
καθάρισε ξύνοντας με ψιθύρους τα κόκαλά του. Ανεβοκατεβαίνοντας
πέρασε τα στάδια της ενηλικίωσης και της νιότης
εισερχόμενος στη δίνη.

Εθνικέ ή Εβραίε
Ω συ που γυρνάς την τιμονιέρα και έχεις το νου σου στο ορτσάρισμα,
σκέψου το Φλήβα, που κάποτε ήταν όμορφος και ψηλός σαν και σένα.

V
ΤΙ ΕΙΠΕ Ο ΚΕΡΑΥΝΟΣ

Μετά το φως του δαυλού κόκκινο σε κάθιδρα πρόσωπα
Μετά την παγερή σιωπή στους κήπους
Μετά την αγωνία σε μέρη βραχώδη
Τις κραυγές και τους αλαλαγμούς
Φυλακή και παλάτι και η αντήχηση
ανοιξιάτικου κεραυνού πάνω από τα μακρινά βουνά
Αυτός που κάποτε ζούσε τώρα είναι νεκρός
Εμείς που κάποτε ζούσαμε τώρα ξεψυχούμε
με λίγη υπομονή.

Εδώ δεν υπάρχει νερό αλλά μόνο βράχος
Βράχος και καθόλου νερό και ο αμμώδης δρόμος
Ο δρόμος με τις στροφές πάνω και μέσα στα βουνά
που είναι βουνά βραχώδη δίχως νερό
Αν υπήρχε νερό θα σταματούσαμε να πιούμε
ανάμεσα στο βράχο αυτό κανείς δεν μπορεί να σταματήσει ή να σκεφτεί
Ο ιδρώτας είναι στεγνός και τα πόδια μέσα στην άμμο
Αν υπήρχε όμως νερό ανάμεσα στα βράχια
Στόμα του νεκρού βουνού με δόντια χαλασμένα που δεν μπορεί να φτύσει
Εδώ κάποιος ούτε να σταθεί, ούτε να ξαπλώσει, ούτε να καθίσει μπορεί
Ούτε καν σιωπή υπάρχει στα βουνά
αλλά ο ξερός στείρος κεραυνός δίχως βροχή
Ούτε καν μοναξιά υπάρχει στα βουνά
αλλά αναψοκοκκινισμένα βλοσυρά πρόσωπα σαρκάζουν και βρυχώνται
από τις πόρτες των πλινθόκτιστων ραγισμένων σπιτιών
Αν υπήρχε νερό εδώ
και όχι βράχος
Αν εδώ υπήρχε βράχος
και νερό παράλληλα
και νερό
Μια πηγή
Μια κολυμπήθρα μέσα στο βράχο
Αν εδώ υπήρχε μόνο ο ήχος του νερού
όχι του τζίτζικα
και το τραγούδι απ’ το ξερό χορτάρι
αλλά ήχος νερού πάνω σ’ έναν βράχο
όπου η ερημίτης-κίχλη κελαηδά στα πεύκα
Ντριπ ντροπ ντριπ ντροπ ντροπ ντροπ ντροπ
αλλά εδώ δεν υπάρχει νερό

Ποιος είναι ο τρίτος που βαδίζει πάντα στο πλάι σου;
Όταν μετρώ, είμαστε μόνο εσύ και εγώ μαζί
αλλά όταν κοιτώ ίσια μπροστά το λευκό δρόμο
υπάρχει πάντα ένας άλλος που βαδίζει στο πλάι σου
γλιστρώντας τυλιγμένος με μια καφετιά μαντίλα, κουκουλωμένος
δεν ξέρω αν είναι άντρας ή γυναίκα
—Αλλά ποιος είναι αυτός στο άλλο σου πλευρό;

Τι είναι αυτός ο ήχος ψηλά στον αέρα
μουρμουρητό θρήνου μητρικού
ποιες είναι εκείνες οι κουκουλωμένες ορδές που συγκεντρώνονται
πάνω στις απέραντες πεδιάδες, σκοντάφτοντας στην ανοιγμένη γη
περιτριγυρισμένες μόνο απ’ αυτόν τον χαμηλό ορίζοντα
Ποια είναι η πολιτεία πέρα από τα βουνά
που ραγίζει κι αναδιαμορφώνεται κι εκρήγνυται στο μενεξεδένιο αέρα
Πύργοι που πέφτουν
Ιερουσαλήμ Αθήνα Αλεξάνδρεια
Βιέννη Λονδίνο
Ανύπαρχτα

Μια γυναίκα τράβηξε τα μακριά της μαύρα μαλιά τεντώνοντάς τα
και έπαιξε με τα δάχτυλα της πάνω σ’ αυτές τις χορδές μουσική που μόλις κι ακουγότανε
και νυχτερίδες με μωρουδίστικα πρόσωπα μες στο μενεξεδένιο φως
σφύριξαν, και χτύπησαν τα φτερά τους
και σύρθηκαν με το κεφάλι προς τα κάτω σ’ έναν μαυρισμένο τοίχο
και στον αέρα αναποδογυρισμένοι ήταν οι πύργοι
πένθιμα σημαίνοντας καμπάνες της θύμησης, που μετρούσαν τις ώρες
και φωνές τραγουδιστές έβγαιναν μέσα από στέρνες αδειανές και ξερά πηγάδια.

Σ’ αυτή την σάπια τρύπια μεταξύ των βουνών
στο ελάχιστο φως της σελήνης, το γρασίδι τραγουδά
πάνω από τα αναποδογυρισμένα μνήματα, γύρω από το παρεκκλήσι
Εκεί είναι το άδειο παρεκκλήσι, του ανέμου σπίτι.
Δεν έχει παράθυρα, και οι πόρτες ταλαντεύονται,
Τα ξερά οστά κανέναν δεν μπορούν να βλάψουν.
Μόνο ένας πετεινός κάθισε στο δέντρο της σκεπής
Κο κο ρίκο κο κο ρίκο
Σε μια λάμψη αστραπής. Ύστερα ένας νοτισμένος αέρας
φέρνοντας βροχή

Ο Γάγγης βυθίστηκε, και τα μαλακά φύλλα
περίμεναν τη βροχή, ενόσω τα μαύρα σύννεφα
μαζεύτηκαν πολύ μακριά, πάνω από το Χιμαβάντ.
Η ζούγκλα συσπειρώθηκε, ζαλώθηκε μες στη σιωπή.
Έπειτα μίλησε ο κεραυνός
ΝΤΑ
Ντάττα: τι έχουμε δώσει;
Φίλε μου, το αίμα ταράζει την καρδιά μου
Το τρομερό τόλμημα μιας στιγμής παράδοσης
που μια εποχή σύνεσης ποτέ δεν μπορεί να αναιρέσει
σ’ αυτή, και μόνο σε αυτή, εμείς έχουμε υπάρξει
που δεν θα βρεθεί στ’ αγγελτήρια θανάτου μας
ή μέσα σε αναμνήσεις τυλιγμένες από την ευεργετική μας αράχνη
ή κάτω από τις σπασμένες σφραγίδες του ισχνού μας αστικολόγου
μέσα στις αδειανές μας κάμαρες.
Ντα
Νταγιάτβαμ: Έχω ακούσει το κλειδί
να γυρίζει στην πόρτα μια φορά και μόνο μια φορά να γυρίζει
Σκεφτόμαστε για το κλειδί, καθένας μέσα στη φυλακή του
σκεπτόμενος το κλειδί, καθένα επικυρώνει μια φυλακή
Μοναχά το σούρουπο, αιθερικές φήμες
ζωντανεύουν ξανά για μια στιγμή ένα σπασμένο Κοριολάνο
ΝΤΑ
Νταμιάτα: Το πλοίο αντιφώνησε
με χάρη, στο έμπειρο χέρι στο πανί και στο κουπί
Η θάλασσα ήταν γαλήνια, η καρδιά σου έπρεπε να είχε ανταποκριθεί
με χάρη, όταν κλήθηκε, χτυπώντας υπάκουα
στα σίγουρα χέρια

Κάθισα στην ακτή
ψαρεύοντας, με την άνυδρη πεδιάδα πίσω μου
Θα βάλω εντέλει τις στεριές μου σε μια σειρά;
Η Γέφυρα του Λονδίνου γκρεμίζεται γκρεμίζεται γκρεμίζεται γκρεμίζεται
Poi s’ ascose nle foco che gli affina
Quando fiam uti chelidon — Ω χελιδόνι χελιδόνι
Le Prince d’ Aquitaine a la tour abolie
Με αυτά τα σπαράγματα αντιστύλωσα τα ερείπια μου
γιατί έπειτα θα σας συνταιριάξω. Ο Ιερώνυμος ξανά τρελός.
Ντάττα, Νταγιάτβαμ. Ντάμυατα.
Σάντι σάντι σάντι

Μετάφραση: Γιάννης Αντιόχου

Advertisements

4 thoughts on “Η Έρημη Χώρα

  1. Σπουδαία προσπάθεια. Σημαντικό αποτέλεσμα. Μπράβο. Και μπράβο που ευχαριστήθηκες τόσο την όλη διαδικασία. Ίσως τελικά αυτό να μετράει πιο πολύ.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s