Ο ΠΑΡΑΙΣΘΗΤΙΚΟΣ ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ


ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ 

«Απ’ το πρωί κοιτάζω προς τ’ απάνω ένα πουλί καλύτερο/ απ’ το πρωί χαίρομαι ένα φίδι τυλιγμένο στο λαιμό μου…» ξεφυλλίζοντας τους δυο τόμους των ποιημάτων του Μίλτου Σαχτούρη, μάρτυρας ενός ποιητικού έργου που παρεκτρέπει την πραγματικότητα. Ενός ποιητικού έργου γεμάτου από ηλεχτρικές κουρτίνες σ’ άλλη εποχή, σκύλους και φεγγάρια μ’ ορθάνοιχτα στόματα και περισσότερο μαρτυρώ ένα καταθλιπτικό, νυχτερινό και θανατερό ποιητικό σύμπαν. Αλλιώς ένα παραισθητικό ποιητικό σύμπαν που αριθμεί δεκατέσσερις ποιητικές συλλογές, από τις οποίες, οι περισσότερες οργανώνονται κάτω από τίτλους που καθορίζουν αυτήν ακριβώς την παραισθητική εποπτεία του ποιητή, όπως: «Η Λησμονημένη», «Παραλογαίς», «Φάσματα», «Τα Στίγματα», «Σφραγίδα ή Η Όγδοη Σελήνη», «Χρωμοτραύματα», «Εκτοπλάσματα», «Καταβύθιση», «Ανάποδα Γυρίσαν τα Ρολόγια».

Μοσχοβολούσε το φεγγάρι/ σκύλοι μ’ άσπρα λουλούδια στο κεφάλι/ περνούσανε στο δρόμο εκστατικοί/ κι ο δρόμος κάτω έφεγγε κρύσταλλο/ και μέσα φαίνονταν/ τα σφυριά και τα μαχαιριά/ … γράφει ο ποιητής το 1958 στη συλλογή: «Φάσματα ή Η Χαρά στον Άλλο Δρόμο» και χτίζει ένα εφιαλτικό τοπίο για τον αναγνώστη, ο οποίος έλκεται από την σκοτεινή ανάγνωση μιας ποίησης που είναι πιο συγγενής σ’ έναν ακραιφνή ρομαντισμό, με λέξεις επαναλαμβανόμενες και ενδογενή ρυθμό από όμοια φωνήεντα ή σύμφωνα.

Στην ποίηση του Σαχτούρη, το ποίημα όπως διατυπώνει και ο Χάρολντ Μπλουμ στην Αγωνία της Επίδρασης, αναλαμβάνει το ρόλο μιας σκόπιμης παρερμηνείας από τον ίδιο τον ποιητή, ως ποιητή, ενός προηγούμενου ποιήματος ή της ποίησης εν γένει. Συνεχίζοντας ο Μπλουμ, αναφερόμενος στον μελετητή, στον κριτικό ή στον αναγνώστη υποστηρίζει: «Αν γνωρίσεις κάθε ποίημα μέσω του κλίναμέν του, θα «γνωρίσεις» το συγκεκριμένο ποίημα μ’ έναν τρόπο που δεν προσπορίζεται γνώση από την απώλεια της δύναμης του ποιήματος» και χρησιμοποιώ τον όρο κλίναμεν για να επιβεβαιώσω την ποιητική παρατύπωση ή την παρεκτροπή, ενός ποιητή που μολονότι κατατάχθηκε στους υπερρεαλιστές, εντούτοις η ποίησή του αν και ελλειπτική είναι άμεσα καταληπτή και τούτο είναι το σαφές πλεονέκτημά της.

Το παραισθητικό έργο του Σαχτούρη δίνει την δυνατότητα στον ίδιο τον αναγνώστη ν’ ανακαλύψει ακαριαία την παρεκτροπή μέσα στην πραγματικότητα και τον τοποθετεί να αναγιγνώσκει χαμηλόφωνα ή δυνατά – δεν έχει τούτο σημασία- την ίδια του την ιστορία, που ως εκείνη τη στιγμή αισθανότανε μ’ ένα αίσθημα πρωτόγονο αλλά χωρίς συναίσθημα σ’ έναν χωροχρόνο με ιδιαιτερότητες. Έναν χώρο ορισμένο αφηρημένα, έτσι ώστε το περιβάλλον του να μη κινδυνεύσει να καταρρεύσει από την ύπαρξη λεπτομερειών και έναν χρόνο μη γραμμικό, ο οποίος εμφανίζεται σαν έκπληξη μέσα στον ιστό ανθρώπινων προσώπων, των πουλιών και των ζώων που διανθίζουν το ποιητικό του έργο.

Ο σκύλος αυτός πρόβαλε πρώτη φορά σε δρόμο σκισμένο από κοφτερά γυαλιά/ ύστερα φάνηκε στον ουρανό/ μέσα σε ένα σκοτεινό πηγάδι τ’ ουρανού/ έπινε ένα φως αστραφτερό σκυλίσιο/ συνόδεψε ένα ραγισμένο χέρι λίγα βήματα/ ύστερα γινήκανε φωτιά/ έκλαιγε σαν κακό πουλί/ έκαιγε σαν ελπίδα/ ποιος ξέρει από που ήρθε και πως έφυγε/ Μα εγώ ξέρω πως θα γίνει θάνατος μια μέρα.

Η ποίηση του Σαχτούρη χαρακτηρίστηκε από τον Λειβαδίτη ως παραισθητική και ο ίδιος ο ποιητής από τον Αλέξη Ζήρα (1994) ως ποιητής που συνταυτίζει υποκειμενικό και αντικειμενικό, λογικό και παράλογο, υπαρκτό και ανύπαρκτο. Κι αν είναι έτσι, ο ποιητής μοιάζει να ξεδιπλώνει έναν ατέλειωτο ποιητικό καμβά τοποθετώντας κάθε συλλογή του πάνω σ’ αυτόν και αποτυπώνοντας μετά τόσα έτη ποιητικής δημιουργίας τον δικό του υποκειμενικό, παράλογο ποιητικό εφιάλτη, ο οποίος δεν είναι άλλο παρά μια παρεκτροπή της πραγματικότητας, ένα κάτοπτρο σε καθρέφτη πολυκαιρισμένο και οξειδωμένο, του οποίου όμως η γοητεία προέρχεται ακριβώς από την ικανότητα του να μορφοποιεί το είδωλο πέρα απ’ αυτό που φαίνεται, χωρίς ποτέ όμως αυτό το είδωλο να εμφανίζεται ως εσωστρεφές, αλλά ως μια οντότητα η οποία βαφτίζεται εκ των προτέρων για να κατοικήσει στις σελίδες ενός ποιητικού βιβλίου και στη γλώσσα ενός υποκριτή αναγνώστη.

Ο θάνατος για τον Σαχτούρη είναι μια αυτοτελής παραισθητική εικόνα την οποία έντεχνα αποφεύγει να προσωποποιήσει. Παρόλα αυτά ο θάνατος μέσα στο ποιητικό του έργο είναι συμπαγής, σωματικός, υπαρξιακός και τοποθετημένος σε μια κάθετη ανάγνωση προκαλώντας έκπληξη στον αναγνώστη και αυτό το αναπάντεχο συναίσθημα ότι το ποίημα τον έχει αγγίξει, τον έχει παρασύρει, τον έχει συνθλίψει. Λειτουργεί θα λέγαμε άμεσα και ακαριαία και αυτό το επιτυγχάνει με την εφεύρεση μιας γλώσσας γυμνής από στολίδια και επίθετα, η οποία και ανακαλύπτει την δύναμη της στην επανάληψη λέξεων, ακόμα και φράσεων και στο μικρό μέγεθος των ποιημάτων του. Περαιτέρω ο θάνατος είναι συνυφασμένος μ’ αυτό που λέμε αντικειμενικό κόσμο αλλά έχει τη δυνατότητα ν’ απαγάγει τον αναγνώστη σ’ έναν κόσμο γεμάτο παραισθήσεις.

Ο ίδιος ο ποιητής στα τελευταία χρόνια της ζωής του δήλωνε: «Δεν διαβάζω τίποτα τελευταία, τίποτα. Όνειρα δεν βλέπω πια…» μα μας είχε κληροδοτήσει με ποιήματα όνειρα, με μικρές περιπέτειες του αστρικού κόσμου, όπου το φεγγάρι, οι εξαϋλωμένες μορφές, τα φάσματα, τα χρωμοτραύματα, οι καταβυθίσεις και τα εκτοπλάσματα του, αλληλοδιαπερνούν τον γενναίο ύπνο των ανθρώπων και τον αφυπνίζουν. Στο ποίημα του Μενέλαος από την συλλογή: «Εκτοπλάσματα» γράφει: «μην τις φοβάστε τις μαύρες τις φτερούγες/ του πουλιού/ μες στο κεφάλι σας/ στον ύπνο/ και ξάφνου αρχίζει/ να τις τινάζει λυσσασμένα/ και ξυπνάτε/ …» ή στο ποίημα Οι Γενναίοι: «… πάντοτε ο δαίμονας τους παραστέκει/ σηκώνει την κάννη, το τουφέκι του/ στο κέντρο της καρδιάς/ τους σημαδεύει.» Εκδηλώνοντας στο τέλος του ποιητικού του έργου την αποδοχή, ότι ο άνθρωπος εγκατοικείται από την σκιά του. Έτσι η σκέψη του Σαχτούρη, προϊόν κατά τη γνώμη μου των εμμονών του δεν μπορεί ν’ αρνηθεί ένα ιδιότυπο είδος ποιητικής διαύγειας, το οποίο οργανώνεται άριστα καθώς οι λέξεις συναρμόζονται και χτίζουν το ποίημα.

Ο Σαχτούρης δίνει το πλεονέκτημα μιας αφηρημένης και παραισθητικής, δαιμονικής και μεταφυσικής ποίησης, η οποία συναντά την πλειονότητα του αναγνωστικού κοινού για να συνδιαλεχθεί μαζί του. Κι αν όπως και ο ίδιος δήλωνε για τον ποιητή, δηλαδή πως «τίποτα δεν τον εγγίζει, ούτε ο χρόνος. Γιατί έχει μέσα του το παιδικό, το γεροντικό και το δαιμονικό συγχρόνως», τον τιμώ και τον ευχαριστώ γι’ αυτή την παραισθητική οπτική που μου χάρισε μέσα απ’ το έργο του.

Όταν κλείνω τα μάτια
ξεκινάει από μακριά
η αγαπημένη έρχεται
και με κοιτάζει

όταν σβήνω το φως
έρχεται ο θάνατος και
  μου φιλά τα χέρια.

Το κείμενο δημοσιεύθηκε σε αφιέρωμα για τον ποιητή που έγινε με επιμέλεια της Αγγελικής Κωσταβάρα για το περιοδικό ΑΝΤΙ περίοδος β΄, τεύχος 858/859, 30 Δεκεμβρίου 2005.

Γιάννης Αντιόχου

…και επειδή ο Σαχτούρης είναι από τους ποιητές που κανείς ποτέ δεν τον χορταίνει, παραθέτω κάποια ακόμα ποιήματά του

Η ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗ
 

Ἡ δύσκολη Κυριακή
Ἀπ᾿ τὸ πρωὶ κοιτάζω πρὸς τ᾿ ἀπάνω ἕνα πουλὶ καλύτερο
ἀπ᾿ τὸ πρωὶ χαίρομαι ἕνα φίδι τυλιγμένο στὸ λαιμό μου

Σπασμένα φλυτζάνια στὰ χαλιὰ
πορφυρὰ λουλούδια τὰ μάγουλα τῆς μάντισσας
ὅταν ἀνασηκώνει τῆς μοίρας τὸ φουστάνι
κάτι θὰ φυτρώσει ἀπ᾿ αὐτὴ τὴ χαρά
ἕνα νέο δέντρο χωρὶς ἀνθοὺς
ἢ ἕνα ἁγνὸ νέο βλέφαρο
ἢ ἕνας λατρεμένος λόγος
ποῦ νὰ μὴ φίλησε στὸ στόμα τὴ λησμονιά

Ἔξω ἀλαλάζουν οἱ καμπάνες
ἔξω μὲ περιμένουν ἀφάνταστοι φίλοι
σηκώσανε ψηλὰ στριφογυρίζουνε μιὰ χαραυγὴ
τί κούραση τί κούραση
κίτρινο φόρεμα -κεντημένος ἕνας ἀετός-
πράσινος παπαγάλος -κλείνω τὰ μάτια- κράζει
πάντα πάντα πάντα
ἡ ὀρχήστρα παίζει κίβδηλους σκοποὺς
τί μάτια παθιασμένα τί γυναῖκες
τί ἔρωτες τί φωνὲς τί ἔρωτες
φίλε ἀγάπη αἷμα φίλε
φίλε δῶσ᾿ μου τὸ χέρι σου τί κρύο

Ἤτανε παγωνιὰ
δὲν ξέρω πιὰ τὴν ὥρα ποὺ πέθαναν ὅλοι
κι ἔμεινα μ᾿ ἕναν ἀκρωτηριασμένο φίλο
καὶ μ᾿ ἕνα ματωμένο κλαδάκι συντροφιὰ

Ὁ σωτήρας
Μετρῶ στὰ δάχτυλα τῶν κομμένων χεριῶν μου
τὶς ὦρες ποὺ πλανιέμαι στὰ δώματα αὐτὰ τ᾿ ἀνέμου
δὲν ἔχω ἄλλα χέρια ἀγάπη μου κι οἱ πόρτες
δὲ θέλουνε νὰ κλείσουν κι οἱ σκύλοι εἶναι ἀνένδοτοι

Μὲ τὰ γυμνά μου πόδια βουτηγμένα στὰ βρώμια αὐτὰ νερὰ
μὲ τὴ γυμνὴ καρδιά μου ἀναζητῶ (ὄχι γιὰ μένα)
ἕνα γαλανὸ παράθυρο
πῶς χτίσανε τόσα δωμάτια τόσα βιβλία τραγικὰ
δίχως μιὰ χαραμάδα φῶς
δίχως μιὰ ἀναπνοὴ ὀξυγόνου
γιὰ τὸν ἄρρωστο ἀναγνώστη

Ἀφοῦ κάθε δωμάτιο εἶναι καὶ μιὰ ἀνοιχτὴ πληγὴ
πῶς νὰ κατέβω πάλι σκάλες ποὺ θρυμματίζονται
ἀνάμεσα ἀπ᾿ τὸ βοῦρκο πάλι καὶ τ᾿ ἄγρια σκυλιὰ
νὰ φέρω φάρμακα καὶ ρόδινες γάζες
κι ἂν βρῶ τὸ φαρμακεῖο κλειστὸ
κι ἂν βρῶ πεθαμένο τὸ φαρμακοποιὸ
κι ἂν βρῶ τῇ γυμνὴ καρδιά μου στὴ βιτρίνα τοῦ φαρμακείου

Ὄχι ὄχι τέλειωσε δὲν ὑπάρχει σωτηρία

Θὰ μείνουν τὰ δωμάτια ὅπως εἶναι
μὲ τὸν ἄνεμο καὶ τὰ καλάμια του
μὲ τὰ συντρίμια τῶν γυάλινων προσώπων ποὺ βογγᾶνε
μὲ τὴν ἄχρωμη αἱμορραγία τους
μὲ χέρια πορσελάνης ποὺ ἁπλώνονται σὲ μένα
μὲ τὴν ἀσυχώρετη λησμονιὰ

Ξέχασαν τὰ δικά μου σάρκινα χέρια ποὺ κόπηκαν
τὴν ὥρα ποὺ μετροῦσα τὴν ἀγωνία τους

ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΓΕΛΑΕΙ
Καίει
καίει ἡ νύχτα
οἱ ἄνθρωποι τρῶνε
ὀνομάζοντας σκοτεινὲς ἀρρώστειες
ἡ γυναίκα λέει γιὰ ἕνα γάμο
ἀνεβαίνει
ἀνεβαίνει φωτεινὴ ρουκέτα
  στὸν οὐρανὸ ἡ νύφη
ὁ γαμπρὸς κόλλησε στὴ γῆ
γεμάτος κόκκινα στίγματα καὶ στάχτη
κλαίει ἡ γυναίκα
τὸ φεγγάρι γελάει
τὸ φεγγάρι κλαίει
ἡ γυναίκα γελάει

ΕΙΚΟΝΕΣ
1 – Ἡ βροχὴ
ἔρχεται
μέσα στὸ μυαλό μου
πλένει
τὰ ὄνειρά μου

2 – Ἕνα αὐτοκίνητο
ξεκοιλιασμένο
στὸ δρόμο
περιμένει
τὸ χασάπη
τῶν Χριστουγέννων

3 – Ἕνα τσιγάρο
δυὸ τσιγάρα
στὸ μοναχικὸ
δωμάτιο
ὁ ἄντρας εἶναι πυγμάχος
ἡ γυναίκα εἶναι καρφίτσα

4 – Φοβερὴ ἱστορία
ἡ μανία
τοῦ βοριᾶ
πάνω στὸ παράθυρο
σταύρωσε
μιὰ παιδούλα

5 – Ἕνα φύλλο ἔπεσε
ἀπὸ τὸ δέντρο
τὸ βράδυ
κι ἄρχισε
νὰ πηδάει
πάνω στὸ χῶμα
οὐρλιάζοντας

ΧΙΟΝΙ
Χιόνι ποὺ πέφτει ἔξω!
σὰν παγοπώλης τοῦ θανάτου
ὁ Θεὸς
μὲ κόκκινα ἀπ᾿ τὸν πυρετὸ
τὰ μάτια

Καπνὸς θεοῦ στὴ στέγη
οὐρλιάζει ἡ γυναίκα
στὸ κρεβάτι
σὰν παγωμένο περιστέρι
χιόνι ποὺ πέφτει ἔξω!

ΧΕΙΜΩΝΑΣ
Τί ὡραῖα ποὺ μαραθῆκαν τὰ λουλούδια
τί τέλεια ποὺ μαραθῆκαν
κι αὐτὸς ὁ τρελὸς νὰ τρέχει στοὺς δρόμους
μὲ μιὰ φοβισμένη καρδιὰ χελιδονιοῦ
χειμώνιασε καὶ φύγανε τὰ χελιδόνια
γέμισαν οἱ δρόμοι λάκκους μὲ νερὸ
δυὸ μαῦρα σύννεφα στὸν οὐρανὸ
κοιτάζονται στὰ μάτια ἀγριεμένα
αὔριο θὰ βγεῖ στοὺς δρόμους καὶ ἡ βροχὴ
ἀπελπισμένη
μοιράζοντας τὶς ὀμπρέλλες της
τὰ κάστανα θὰ τὴ ζηλέψουν
καὶ θὰ γεμίσουν μικρὲς κίτρινες ζαρωματιὲς
θὰ βγοῦν κι οἱ ἄλλοι ἔμποροι
αὐτὸς ποὺ πουλάει τ᾿ ἀρχαῖα κρεβάτια
αὐτὸς ποὺ πουλάει τὶς ζεστὲς-ζεστὲς προβιὲς
αὐτὸς ποὺ πουλάει τὸ καυτὸ σαλέπι
κι αὐτὸς ποὺ πουλάει θῆκες ἀπὸ κρύο χιόνι
γιὰ τὶς φτωχὲς καρδιές

ΟΠΩΣ ΤΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ
Δύσκολα χρόνια
τρομαγμένα παιδιὰ
σιάχνουν μὲ χαρτὶ κοκοράκια
τὰ βάφουν μαῦρα
σὰ σβησμένα κεριὰ
τὰ βάφουν κόκκινα
σὰ ματωμένα λουλούδια
κι ἀποροῦν οἱ μανάδες
ποὺ ὕστερα ἔρχεται
ὁ μεγάλος φίλος
ὁ κατάμαυρος φίλος
μὲ τὰ χρυσὰ χέρια
καὶ τὰ παίρνει

ΞΕΝΕ
Ξένε
μὲ τὸ μαῦρο κοστούμι σου
ποὺ χτυπᾶς τὴν πόρτα μου
καὶ μοῦ δείχνεις τ᾿ ἄσπρα αὐτὰ πιάτα
ποῦ ἔχεις κρύψει τὸ πιστόλι σου;
ποῦ ἔχεις κρύψει τὸ μαχαίρι σου;
ἔχεις ἕν᾿ ἄστρο κόκκινο μέσ᾿ τὸ κεφάλι σου
καὶ ψευδίζεις
θέλεις τὰ χρήματα
τὰ χρήματα ποὺ σμίξαν μὲ τὸ αἷμα καὶ χαθῆκαν
τὰ χρήματα ποὺ σμίξαν μὲ τὸν ὕπνο καὶ χαθῆκαν
ἱκετεύεις
φύγε
φύγε ξένε
μέσ᾿ τὴν καρδιά μου ἔχω ἕνα ἥμερο πουλὶ
ἂν τ᾿ ἀφήσω νὰ βγεῖ
τὰ δόντια του θὰ σὲ κατασπαράξουν

ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ
Μέσ᾿ τὸ δωμάτιο
μιὰ βροχὴ ἀπὸ κάτουρο
πετοῦν ἁγνὲς κοπέλες μὲ φτερὰ
ψοφίμια μὲ ρὸζ στὴν καρδιά τους οὐρανὸ
κι ἄνθρωποι μ᾿ οὐρανὸ γεμάτο σάπιο αἷμα
κρέμονται κι ἀνεμίζουν τ᾿ ἄσπρα πόδια τους
ἀπὸ τὰ μάτια τους βγαίνουνε μαχαίρια
τεράστιες μαῦρες ἀνεμῶνες φυτρώνουνε
  στὸ στῆθος τους
καθὼς πετᾶνε σφάζουν κι ἀγκαλιάζονται
οἱ ἁγνὲς κοπέλες τὰ ψοφίμια οἱ σάπιοι
  ἄνθρωποι
κάτω ἀπὸ ἕναν κατουρημένο οὐρανό

*
Δάσος παράξενο μαγεύει τὴ φωνή μου
κάθε μου λέξη μία σταγόνα αἷμα
ὅλο μου τὸ τραγούδι ἕνα δέντρο
ἀπὸ τὸ αἷμα ποτισμένο τῶν φονιάδων
χίλιοι φονιάδες χίλια ἄγρια δέντρα
δάσος παράξενο ποὺ μαγεύει τὴ φωνή μου

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s