Τι συνέβη τη Δευτέρα 12.11.2007;


000blog-karaoke1.jpg

fot0658.jpg

fot08261.jpg

fot0636.jpg

Μα ασφαλώς μιλώ για την πρωτότυπη ιδέα της ομάδας intothepill.net, η οποία και διοργάνωσε αυτό το πολύ έξυπνο event, happening, γεγονός, εκδήλωση (χρησιμοποιώ τόσες πολλές εναλλακτικές…) γιατί είναι αλήθεια: Το Karaoeke poetry bar λειτούργησε και μάλιστα απέδωσε περισσότερα από ό,τι ανέμεναν συντελεστές και καλλιτέχνες του event.

yianstank-small1.jpg

Στις 20.30 τη Δευτέρα το «πρώτο Karaoke poetry bar» έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα του με τη συμμετοχή πλήθους κόσμου και των καλλιτεχνών που είχαν συντελέσει έτσι ώστε με ποίημα ή με video δημιουργήθηκε μια νέα πραγματικότητα, μια υπερπργαματικότητα θα μπορούσαμε να πούμε:  η οποία αποκάλυψε πως η ποίηση έστω κι αν παραδοσιακά λειτουργεί κατά την ιδιωτική ανάγνωση της, μια τυχαία επιλογή από ένα Karaoke poetry machine, ένας εξαίσιος gothic, ambienτ χώρος, μπορούν να φανερώσουν το σώμα του ποιήματος μέσα στο χώρο, σε πλήθος ανθρώπων που ανοίγουν αυτό το ηλιακό συναισθματικό τους πλέγμα για να συγκινηθούν όχι με το κεφάλι αλλά με το σώμα.

Σε ό,τι αφορά την ποίηση αυτή διαρκώς παρούσα στο χώρο διαβάζονταν από τους συμμετέχοντες πάνω στα τραπεζάκια του bar, στην οθόνη του karaoke και πλημμύριζε με τη δύναμη της το χώρο. Βέβαια φταίει και ό,τι η συμμετοχή των ποιητών ήτανε μια αντιπροσωπευτική συμμετοχική προσπάθεια της γενιάς του 90 («της αθέατης γενιάς» που χθες είχε φανερωθεί) και βέβαια χτυπούσε τα καμπανάκια ότι η ποίηση, η ελληνική ποίηση έχει πια αλλάξει δρόμο πλεύσης και στρέφει το ποίημα, το αναδιπλώνει προς τα έξω… όπως σα να προβαλλότανε σαν κάτοπτρο.

Αυτό που κατάλαβα στην εκδήλωση, ήταν ό,τι όσο κι αν ο ποιητής θεωρεί τα ποίηματά του δικά του κομμάτια, αλλό τόσο μπορεί να ισχύει αυτό και για τον αναγνώστη.

Το Karaoke Poetry Bar θα λειτουργεί όλη την εβδομάδα στον Πολυχώρο 417, Κεραμεικού 53 .

Ταυτόχρονα έχει εκδωθεί και μια ανθολογία με τα ποίηματα που περιλαμβάνονται στην εκδήλωση από τις εκδόσεις Futura, η οποία διατίθεται στο χώρο και από την επόμενη εβδομάδα θα διατίθεται και στα βιβλιοπωλεία.

 Σας περιμένουμε….

Advertisements

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΕΡΚΥΡΑΪΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ (Δελτίο τύπου)


ΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΚΕΡΚΥΡΑΪΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΠΥΡΟ ΠΛΑΣΚΟΒΙΤΗ ΣΤΙΣ 16 ΚΑΙ 17 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2007
Την Παρασκευή 16 Νοεμβρίου (18.00 έως 20.40) και το Σάββατο 17 Νοεμβρίου (09 έως 13.20 και 18.00 έως 21) θα διεξαχθούν οι εργασίες του Επιστημονικού Συνεδρίου της Εταιρείας Κερκυραϊκών Σπουδών Μουσείο Σολωμού, Μουράγια), υπό την αιγίδα του Δήμου Κερκυραίων, για τον κερκυραίο πεζογράφο Σπύρο Πλασκοβίτη (1917-2000),με προσέγγιση του φάσματος της πεζογραφίας του αλλά και της ευρύτερης δραστηριότητάς του (ο δοκιμιογράφος, ο «πολιτικός»).
Στην εναρκτήρια συνεδρία της 16ης Νοεμβρίου, με γενικό τίτλο «Καταβολές – Βιώματα – Προσανατολισμός», θα εισηγηθούν οι:Περικλής Παγκράτης:Εισαγωγικά – Η μετουσίωση του βιώματος. Ο Σπύρος Πλασκοβίτης στο χώρο και τον χρόνο,Κώστας Στεργιόπουλος: Τα υπαρξιακά και θρησκευτικά στοιχεία στην πεζογραφία του Σπύρου Πλασκοβίτη, Γιώργος Ρωμαίος: Ο «πολιτικός» Πλασκοβίτης, Βασίλης Λέτσιος: Ο Σπύρος Πλασκοβίτης και η Γενιά του ’30,Νίκιας Λούντζης:Σπύρος Πλασκοβίτης-Διονύσιος Ρώμας. Μια παράλληλη ανάγνωση, Ερωτόκριτος Μωραΐτης: Ο Σπύρος Πλασκοβίτης και οι ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. Παράλληλη πορεία..
Στις 17 Νοεμβρίου θα διεξαχθούν 4 συνεδρίες.
Στην πρωινή, με γενικό τίτλο «Ο πεζογράφος του ήθους», θα εισηγηθούν οι: Αριστείδης Κάντας: «Το Φράγμα»,
Γιάννης Καβάσιλας: « Η Πόλη». Μια ακόμα προσέγγιση, Νάσος Μαρτίνος: Τα μετά την «Πόλη», Σωτήρης Τριβιζάς: Ο Πλασκοβίτης διηγηματογράφος. Από το «Γυμνό Δέντρο» στο «Ραντάρ»,  Θεοτόκης Ζερβός: Πολιτική ηθική. «Το Συρματόπλεγμα» του Σπύρου Πλασκοβίτη, Νίκος Κοσκινάς: Αφηγηματικές τεχνικές στον Πλασκοβίτη. 

Στη μεσημβρινή («Σε άλλα πεδία»), θα εισηγηθούν οι:

Ρένα Κρουαζιέ: Προσωπική εμπειρία: το πορτρέτο και η προτομή του Σπύρου Πλασκοβίτη,Παναγιώτης Περιστέρης: «Το Φράγμα» στον κινηματογράφο. «Η Πόλη» στην τηλεόραση.

Στη συνεδρία αυτή περιλαμβάνεται και προβολή κινηματογραφικών / τηλεοπτικών αποσπασμάτων.

 Στην απογευματινή συνεδρία («Η πρόσληψη – Η απήχηση»), εισηγούνται οι: Δημήτρης Κονιδάρης: Η κριτική για τον Σπύρο Πλασκοβίτη,  Δημήτρης Φίλιας: Η απήχηση του έργου του Πλασκοβίτη στη Γαλλία, HansB. Schlumm: Η πρόσληψη του έργου του Σπύρου Πλασκοβίτη στη Γερμανία, Κώστας Αγγελάκος: Αναζητώντας αναγνώστες του έργου του Σπύρου Πλασκοβίτη στην εκπαίδευση. 

Στη βραδινή, τέλος, συνεδρία («Μια παλινδρομική κίνηση») εισηγούνται οι: Γιώργος Ανδρειωμένος: Το ιδεολογικό σύμπαν του Σπύρου Πλασκοβίτη,

Γιώργος Κεντρωτής: Σπύρος Πλασκοβίτης και Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Θεοδόσης Πυλαρινός: Ο Σπύρος Πλασκοβίτης δοκιμιογράφος. 

Το Σάββατο 17 Νοεμβρίου και ώρα 12.00 μεσημέρι  θα διεξαχθεί μικρή τελετή ονομασίας «Πλατεία Σπύρου Πλασκοβίτη»  (στην οδό Φιλελλήνων, δίπλα στον Μητροπολιτικό ναό)., με χαιρετισμό από τον Δήμαρχο Κερκυραίων κ. Σωτ. Μικάλεφ και τον Πρόεδρο της Επιτροπής Ονοματοθεσίας κ. Γιάννη Πιέρη, Πρόεδρο της Αναγνωστικής Εταιρίας Κερκύρας.

Σ’ όλες τις εκδηλώσεις η είσοδος είναι ελεύθερη.

Ο ΠΑΡΑΙΣΘΗΤΙΚΟΣ ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ


ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ 

«Απ’ το πρωί κοιτάζω προς τ’ απάνω ένα πουλί καλύτερο/ απ’ το πρωί χαίρομαι ένα φίδι τυλιγμένο στο λαιμό μου…» ξεφυλλίζοντας τους δυο τόμους των ποιημάτων του Μίλτου Σαχτούρη, μάρτυρας ενός ποιητικού έργου που παρεκτρέπει την πραγματικότητα. Ενός ποιητικού έργου γεμάτου από ηλεχτρικές κουρτίνες σ’ άλλη εποχή, σκύλους και φεγγάρια μ’ ορθάνοιχτα στόματα και περισσότερο μαρτυρώ ένα καταθλιπτικό, νυχτερινό και θανατερό ποιητικό σύμπαν. Αλλιώς ένα παραισθητικό ποιητικό σύμπαν που αριθμεί δεκατέσσερις ποιητικές συλλογές, από τις οποίες, οι περισσότερες οργανώνονται κάτω από τίτλους που καθορίζουν αυτήν ακριβώς την παραισθητική εποπτεία του ποιητή, όπως: «Η Λησμονημένη», «Παραλογαίς», «Φάσματα», «Τα Στίγματα», «Σφραγίδα ή Η Όγδοη Σελήνη», «Χρωμοτραύματα», «Εκτοπλάσματα», «Καταβύθιση», «Ανάποδα Γυρίσαν τα Ρολόγια».

Μοσχοβολούσε το φεγγάρι/ σκύλοι μ’ άσπρα λουλούδια στο κεφάλι/ περνούσανε στο δρόμο εκστατικοί/ κι ο δρόμος κάτω έφεγγε κρύσταλλο/ και μέσα φαίνονταν/ τα σφυριά και τα μαχαιριά/ … γράφει ο ποιητής το 1958 στη συλλογή: «Φάσματα ή Η Χαρά στον Άλλο Δρόμο» και χτίζει ένα εφιαλτικό τοπίο για τον αναγνώστη, ο οποίος έλκεται από την σκοτεινή ανάγνωση μιας ποίησης που είναι πιο συγγενής σ’ έναν ακραιφνή ρομαντισμό, με λέξεις επαναλαμβανόμενες και ενδογενή ρυθμό από όμοια φωνήεντα ή σύμφωνα.

Στην ποίηση του Σαχτούρη, το ποίημα όπως διατυπώνει και ο Χάρολντ Μπλουμ στην Αγωνία της Επίδρασης, αναλαμβάνει το ρόλο μιας σκόπιμης παρερμηνείας από τον ίδιο τον ποιητή, ως ποιητή, ενός προηγούμενου ποιήματος ή της ποίησης εν γένει. Συνεχίζοντας ο Μπλουμ, αναφερόμενος στον μελετητή, στον κριτικό ή στον αναγνώστη υποστηρίζει: «Αν γνωρίσεις κάθε ποίημα μέσω του κλίναμέν του, θα «γνωρίσεις» το συγκεκριμένο ποίημα μ’ έναν τρόπο που δεν προσπορίζεται γνώση από την απώλεια της δύναμης του ποιήματος» και χρησιμοποιώ τον όρο κλίναμεν για να επιβεβαιώσω την ποιητική παρατύπωση ή την παρεκτροπή, ενός ποιητή που μολονότι κατατάχθηκε στους υπερρεαλιστές, εντούτοις η ποίησή του αν και ελλειπτική είναι άμεσα καταληπτή και τούτο είναι το σαφές πλεονέκτημά της.

Το παραισθητικό έργο του Σαχτούρη δίνει την δυνατότητα στον ίδιο τον αναγνώστη ν’ ανακαλύψει ακαριαία την παρεκτροπή μέσα στην πραγματικότητα και τον τοποθετεί να αναγιγνώσκει χαμηλόφωνα ή δυνατά – δεν έχει τούτο σημασία- την ίδια του την ιστορία, που ως εκείνη τη στιγμή αισθανότανε μ’ ένα αίσθημα πρωτόγονο αλλά χωρίς συναίσθημα σ’ έναν χωροχρόνο με ιδιαιτερότητες. Έναν χώρο ορισμένο αφηρημένα, έτσι ώστε το περιβάλλον του να μη κινδυνεύσει να καταρρεύσει από την ύπαρξη λεπτομερειών και έναν χρόνο μη γραμμικό, ο οποίος εμφανίζεται σαν έκπληξη μέσα στον ιστό ανθρώπινων προσώπων, των πουλιών και των ζώων που διανθίζουν το ποιητικό του έργο.

Ο σκύλος αυτός πρόβαλε πρώτη φορά σε δρόμο σκισμένο από κοφτερά γυαλιά/ ύστερα φάνηκε στον ουρανό/ μέσα σε ένα σκοτεινό πηγάδι τ’ ουρανού/ έπινε ένα φως αστραφτερό σκυλίσιο/ συνόδεψε ένα ραγισμένο χέρι λίγα βήματα/ ύστερα γινήκανε φωτιά/ έκλαιγε σαν κακό πουλί/ έκαιγε σαν ελπίδα/ ποιος ξέρει από που ήρθε και πως έφυγε/ Μα εγώ ξέρω πως θα γίνει θάνατος μια μέρα.

Η ποίηση του Σαχτούρη χαρακτηρίστηκε από τον Λειβαδίτη ως παραισθητική και ο ίδιος ο ποιητής από τον Αλέξη Ζήρα (1994) ως ποιητής που συνταυτίζει υποκειμενικό και αντικειμενικό, λογικό και παράλογο, υπαρκτό και ανύπαρκτο. Κι αν είναι έτσι, ο ποιητής μοιάζει να ξεδιπλώνει έναν ατέλειωτο ποιητικό καμβά τοποθετώντας κάθε συλλογή του πάνω σ’ αυτόν και αποτυπώνοντας μετά τόσα έτη ποιητικής δημιουργίας τον δικό του υποκειμενικό, παράλογο ποιητικό εφιάλτη, ο οποίος δεν είναι άλλο παρά μια παρεκτροπή της πραγματικότητας, ένα κάτοπτρο σε καθρέφτη πολυκαιρισμένο και οξειδωμένο, του οποίου όμως η γοητεία προέρχεται ακριβώς από την ικανότητα του να μορφοποιεί το είδωλο πέρα απ’ αυτό που φαίνεται, χωρίς ποτέ όμως αυτό το είδωλο να εμφανίζεται ως εσωστρεφές, αλλά ως μια οντότητα η οποία βαφτίζεται εκ των προτέρων για να κατοικήσει στις σελίδες ενός ποιητικού βιβλίου και στη γλώσσα ενός υποκριτή αναγνώστη.

Ο θάνατος για τον Σαχτούρη είναι μια αυτοτελής παραισθητική εικόνα την οποία έντεχνα αποφεύγει να προσωποποιήσει. Παρόλα αυτά ο θάνατος μέσα στο ποιητικό του έργο είναι συμπαγής, σωματικός, υπαρξιακός και τοποθετημένος σε μια κάθετη ανάγνωση προκαλώντας έκπληξη στον αναγνώστη και αυτό το αναπάντεχο συναίσθημα ότι το ποίημα τον έχει αγγίξει, τον έχει παρασύρει, τον έχει συνθλίψει. Λειτουργεί θα λέγαμε άμεσα και ακαριαία και αυτό το επιτυγχάνει με την εφεύρεση μιας γλώσσας γυμνής από στολίδια και επίθετα, η οποία και ανακαλύπτει την δύναμη της στην επανάληψη λέξεων, ακόμα και φράσεων και στο μικρό μέγεθος των ποιημάτων του. Περαιτέρω ο θάνατος είναι συνυφασμένος μ’ αυτό που λέμε αντικειμενικό κόσμο αλλά έχει τη δυνατότητα ν’ απαγάγει τον αναγνώστη σ’ έναν κόσμο γεμάτο παραισθήσεις.

Ο ίδιος ο ποιητής στα τελευταία χρόνια της ζωής του δήλωνε: «Δεν διαβάζω τίποτα τελευταία, τίποτα. Όνειρα δεν βλέπω πια…» μα μας είχε κληροδοτήσει με ποιήματα όνειρα, με μικρές περιπέτειες του αστρικού κόσμου, όπου το φεγγάρι, οι εξαϋλωμένες μορφές, τα φάσματα, τα χρωμοτραύματα, οι καταβυθίσεις και τα εκτοπλάσματα του, αλληλοδιαπερνούν τον γενναίο ύπνο των ανθρώπων και τον αφυπνίζουν. Στο ποίημα του Μενέλαος από την συλλογή: «Εκτοπλάσματα» γράφει: «μην τις φοβάστε τις μαύρες τις φτερούγες/ του πουλιού/ μες στο κεφάλι σας/ στον ύπνο/ και ξάφνου αρχίζει/ να τις τινάζει λυσσασμένα/ και ξυπνάτε/ …» ή στο ποίημα Οι Γενναίοι: «… πάντοτε ο δαίμονας τους παραστέκει/ σηκώνει την κάννη, το τουφέκι του/ στο κέντρο της καρδιάς/ τους σημαδεύει.» Εκδηλώνοντας στο τέλος του ποιητικού του έργου την αποδοχή, ότι ο άνθρωπος εγκατοικείται από την σκιά του. Έτσι η σκέψη του Σαχτούρη, προϊόν κατά τη γνώμη μου των εμμονών του δεν μπορεί ν’ αρνηθεί ένα ιδιότυπο είδος ποιητικής διαύγειας, το οποίο οργανώνεται άριστα καθώς οι λέξεις συναρμόζονται και χτίζουν το ποίημα.

Ο Σαχτούρης δίνει το πλεονέκτημα μιας αφηρημένης και παραισθητικής, δαιμονικής και μεταφυσικής ποίησης, η οποία συναντά την πλειονότητα του αναγνωστικού κοινού για να συνδιαλεχθεί μαζί του. Κι αν όπως και ο ίδιος δήλωνε για τον ποιητή, δηλαδή πως «τίποτα δεν τον εγγίζει, ούτε ο χρόνος. Γιατί έχει μέσα του το παιδικό, το γεροντικό και το δαιμονικό συγχρόνως», τον τιμώ και τον ευχαριστώ γι’ αυτή την παραισθητική οπτική που μου χάρισε μέσα απ’ το έργο του.

Όταν κλείνω τα μάτια
ξεκινάει από μακριά
η αγαπημένη έρχεται
και με κοιτάζει

όταν σβήνω το φως
έρχεται ο θάνατος και
  μου φιλά τα χέρια.

Το κείμενο δημοσιεύθηκε σε αφιέρωμα για τον ποιητή που έγινε με επιμέλεια της Αγγελικής Κωσταβάρα για το περιοδικό ΑΝΤΙ περίοδος β΄, τεύχος 858/859, 30 Δεκεμβρίου 2005.

Γιάννης Αντιόχου

…και επειδή ο Σαχτούρης είναι από τους ποιητές που κανείς ποτέ δεν τον χορταίνει, παραθέτω κάποια ακόμα ποιήματά του

Η ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗ
 

Ἡ δύσκολη Κυριακή
Ἀπ᾿ τὸ πρωὶ κοιτάζω πρὸς τ᾿ ἀπάνω ἕνα πουλὶ καλύτερο
ἀπ᾿ τὸ πρωὶ χαίρομαι ἕνα φίδι τυλιγμένο στὸ λαιμό μου

Σπασμένα φλυτζάνια στὰ χαλιὰ
πορφυρὰ λουλούδια τὰ μάγουλα τῆς μάντισσας
ὅταν ἀνασηκώνει τῆς μοίρας τὸ φουστάνι
κάτι θὰ φυτρώσει ἀπ᾿ αὐτὴ τὴ χαρά
ἕνα νέο δέντρο χωρὶς ἀνθοὺς
ἢ ἕνα ἁγνὸ νέο βλέφαρο
ἢ ἕνας λατρεμένος λόγος
ποῦ νὰ μὴ φίλησε στὸ στόμα τὴ λησμονιά

Ἔξω ἀλαλάζουν οἱ καμπάνες
ἔξω μὲ περιμένουν ἀφάνταστοι φίλοι
σηκώσανε ψηλὰ στριφογυρίζουνε μιὰ χαραυγὴ
τί κούραση τί κούραση
κίτρινο φόρεμα -κεντημένος ἕνας ἀετός-
πράσινος παπαγάλος -κλείνω τὰ μάτια- κράζει
πάντα πάντα πάντα
ἡ ὀρχήστρα παίζει κίβδηλους σκοποὺς
τί μάτια παθιασμένα τί γυναῖκες
τί ἔρωτες τί φωνὲς τί ἔρωτες
φίλε ἀγάπη αἷμα φίλε
φίλε δῶσ᾿ μου τὸ χέρι σου τί κρύο

Ἤτανε παγωνιὰ
δὲν ξέρω πιὰ τὴν ὥρα ποὺ πέθαναν ὅλοι
κι ἔμεινα μ᾿ ἕναν ἀκρωτηριασμένο φίλο
καὶ μ᾿ ἕνα ματωμένο κλαδάκι συντροφιὰ

Ὁ σωτήρας
Μετρῶ στὰ δάχτυλα τῶν κομμένων χεριῶν μου
τὶς ὦρες ποὺ πλανιέμαι στὰ δώματα αὐτὰ τ᾿ ἀνέμου
δὲν ἔχω ἄλλα χέρια ἀγάπη μου κι οἱ πόρτες
δὲ θέλουνε νὰ κλείσουν κι οἱ σκύλοι εἶναι ἀνένδοτοι

Μὲ τὰ γυμνά μου πόδια βουτηγμένα στὰ βρώμια αὐτὰ νερὰ
μὲ τὴ γυμνὴ καρδιά μου ἀναζητῶ (ὄχι γιὰ μένα)
ἕνα γαλανὸ παράθυρο
πῶς χτίσανε τόσα δωμάτια τόσα βιβλία τραγικὰ
δίχως μιὰ χαραμάδα φῶς
δίχως μιὰ ἀναπνοὴ ὀξυγόνου
γιὰ τὸν ἄρρωστο ἀναγνώστη

Ἀφοῦ κάθε δωμάτιο εἶναι καὶ μιὰ ἀνοιχτὴ πληγὴ
πῶς νὰ κατέβω πάλι σκάλες ποὺ θρυμματίζονται
ἀνάμεσα ἀπ᾿ τὸ βοῦρκο πάλι καὶ τ᾿ ἄγρια σκυλιὰ
νὰ φέρω φάρμακα καὶ ρόδινες γάζες
κι ἂν βρῶ τὸ φαρμακεῖο κλειστὸ
κι ἂν βρῶ πεθαμένο τὸ φαρμακοποιὸ
κι ἂν βρῶ τῇ γυμνὴ καρδιά μου στὴ βιτρίνα τοῦ φαρμακείου

Ὄχι ὄχι τέλειωσε δὲν ὑπάρχει σωτηρία

Θὰ μείνουν τὰ δωμάτια ὅπως εἶναι
μὲ τὸν ἄνεμο καὶ τὰ καλάμια του
μὲ τὰ συντρίμια τῶν γυάλινων προσώπων ποὺ βογγᾶνε
μὲ τὴν ἄχρωμη αἱμορραγία τους
μὲ χέρια πορσελάνης ποὺ ἁπλώνονται σὲ μένα
μὲ τὴν ἀσυχώρετη λησμονιὰ

Ξέχασαν τὰ δικά μου σάρκινα χέρια ποὺ κόπηκαν
τὴν ὥρα ποὺ μετροῦσα τὴν ἀγωνία τους

ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΓΕΛΑΕΙ
Καίει
καίει ἡ νύχτα
οἱ ἄνθρωποι τρῶνε
ὀνομάζοντας σκοτεινὲς ἀρρώστειες
ἡ γυναίκα λέει γιὰ ἕνα γάμο
ἀνεβαίνει
ἀνεβαίνει φωτεινὴ ρουκέτα
  στὸν οὐρανὸ ἡ νύφη
ὁ γαμπρὸς κόλλησε στὴ γῆ
γεμάτος κόκκινα στίγματα καὶ στάχτη
κλαίει ἡ γυναίκα
τὸ φεγγάρι γελάει
τὸ φεγγάρι κλαίει
ἡ γυναίκα γελάει

ΕΙΚΟΝΕΣ
1 – Ἡ βροχὴ
ἔρχεται
μέσα στὸ μυαλό μου
πλένει
τὰ ὄνειρά μου

2 – Ἕνα αὐτοκίνητο
ξεκοιλιασμένο
στὸ δρόμο
περιμένει
τὸ χασάπη
τῶν Χριστουγέννων

3 – Ἕνα τσιγάρο
δυὸ τσιγάρα
στὸ μοναχικὸ
δωμάτιο
ὁ ἄντρας εἶναι πυγμάχος
ἡ γυναίκα εἶναι καρφίτσα

4 – Φοβερὴ ἱστορία
ἡ μανία
τοῦ βοριᾶ
πάνω στὸ παράθυρο
σταύρωσε
μιὰ παιδούλα

5 – Ἕνα φύλλο ἔπεσε
ἀπὸ τὸ δέντρο
τὸ βράδυ
κι ἄρχισε
νὰ πηδάει
πάνω στὸ χῶμα
οὐρλιάζοντας

ΧΙΟΝΙ
Χιόνι ποὺ πέφτει ἔξω!
σὰν παγοπώλης τοῦ θανάτου
ὁ Θεὸς
μὲ κόκκινα ἀπ᾿ τὸν πυρετὸ
τὰ μάτια

Καπνὸς θεοῦ στὴ στέγη
οὐρλιάζει ἡ γυναίκα
στὸ κρεβάτι
σὰν παγωμένο περιστέρι
χιόνι ποὺ πέφτει ἔξω!

ΧΕΙΜΩΝΑΣ
Τί ὡραῖα ποὺ μαραθῆκαν τὰ λουλούδια
τί τέλεια ποὺ μαραθῆκαν
κι αὐτὸς ὁ τρελὸς νὰ τρέχει στοὺς δρόμους
μὲ μιὰ φοβισμένη καρδιὰ χελιδονιοῦ
χειμώνιασε καὶ φύγανε τὰ χελιδόνια
γέμισαν οἱ δρόμοι λάκκους μὲ νερὸ
δυὸ μαῦρα σύννεφα στὸν οὐρανὸ
κοιτάζονται στὰ μάτια ἀγριεμένα
αὔριο θὰ βγεῖ στοὺς δρόμους καὶ ἡ βροχὴ
ἀπελπισμένη
μοιράζοντας τὶς ὀμπρέλλες της
τὰ κάστανα θὰ τὴ ζηλέψουν
καὶ θὰ γεμίσουν μικρὲς κίτρινες ζαρωματιὲς
θὰ βγοῦν κι οἱ ἄλλοι ἔμποροι
αὐτὸς ποὺ πουλάει τ᾿ ἀρχαῖα κρεβάτια
αὐτὸς ποὺ πουλάει τὶς ζεστὲς-ζεστὲς προβιὲς
αὐτὸς ποὺ πουλάει τὸ καυτὸ σαλέπι
κι αὐτὸς ποὺ πουλάει θῆκες ἀπὸ κρύο χιόνι
γιὰ τὶς φτωχὲς καρδιές

ΟΠΩΣ ΤΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ
Δύσκολα χρόνια
τρομαγμένα παιδιὰ
σιάχνουν μὲ χαρτὶ κοκοράκια
τὰ βάφουν μαῦρα
σὰ σβησμένα κεριὰ
τὰ βάφουν κόκκινα
σὰ ματωμένα λουλούδια
κι ἀποροῦν οἱ μανάδες
ποὺ ὕστερα ἔρχεται
ὁ μεγάλος φίλος
ὁ κατάμαυρος φίλος
μὲ τὰ χρυσὰ χέρια
καὶ τὰ παίρνει

ΞΕΝΕ
Ξένε
μὲ τὸ μαῦρο κοστούμι σου
ποὺ χτυπᾶς τὴν πόρτα μου
καὶ μοῦ δείχνεις τ᾿ ἄσπρα αὐτὰ πιάτα
ποῦ ἔχεις κρύψει τὸ πιστόλι σου;
ποῦ ἔχεις κρύψει τὸ μαχαίρι σου;
ἔχεις ἕν᾿ ἄστρο κόκκινο μέσ᾿ τὸ κεφάλι σου
καὶ ψευδίζεις
θέλεις τὰ χρήματα
τὰ χρήματα ποὺ σμίξαν μὲ τὸ αἷμα καὶ χαθῆκαν
τὰ χρήματα ποὺ σμίξαν μὲ τὸν ὕπνο καὶ χαθῆκαν
ἱκετεύεις
φύγε
φύγε ξένε
μέσ᾿ τὴν καρδιά μου ἔχω ἕνα ἥμερο πουλὶ
ἂν τ᾿ ἀφήσω νὰ βγεῖ
τὰ δόντια του θὰ σὲ κατασπαράξουν

ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ
Μέσ᾿ τὸ δωμάτιο
μιὰ βροχὴ ἀπὸ κάτουρο
πετοῦν ἁγνὲς κοπέλες μὲ φτερὰ
ψοφίμια μὲ ρὸζ στὴν καρδιά τους οὐρανὸ
κι ἄνθρωποι μ᾿ οὐρανὸ γεμάτο σάπιο αἷμα
κρέμονται κι ἀνεμίζουν τ᾿ ἄσπρα πόδια τους
ἀπὸ τὰ μάτια τους βγαίνουνε μαχαίρια
τεράστιες μαῦρες ἀνεμῶνες φυτρώνουνε
  στὸ στῆθος τους
καθὼς πετᾶνε σφάζουν κι ἀγκαλιάζονται
οἱ ἁγνὲς κοπέλες τὰ ψοφίμια οἱ σάπιοι
  ἄνθρωποι
κάτω ἀπὸ ἕναν κατουρημένο οὐρανό

*
Δάσος παράξενο μαγεύει τὴ φωνή μου
κάθε μου λέξη μία σταγόνα αἷμα
ὅλο μου τὸ τραγούδι ἕνα δέντρο
ἀπὸ τὸ αἷμα ποτισμένο τῶν φονιάδων
χίλιοι φονιάδες χίλια ἄγρια δέντρα
δάσος παράξενο ποὺ μαγεύει τὴ φωνή μου

«Διψάς Αγάπη μου;» Ασημίνα Χασάνδρα


ΑΣΗΜΙΝΑ ΧΑΣΑΝΔΡΑ

 ΑΣΗΜΙΝΑ ΧΑΣΑΝΔΡΑ: «Διψάς Αγάπη μου;» Lady (D)elear

Το διαδίκτυο βοήθησε αρκετούς ανθρώπους να εκδώσουν ολόκληρα ιστολόγια blogs τα οποία διατηρούσαν σαν ένα κάποιο είδος προσωπικού ημερολογίου και το μοιραζόταν με τους τυχαίους επισκέπτες του παγκόσμιου ιστού. Δεν ξέρω αν η Ασημίνα Χασάνδρα είναι η πρώτη που εκδίδει το ιστολόγιο της, ωστόσο το εκδοτικό αποτέλεσμα καταλήγει ενδιαφέρον.
Μικρά κείμενα, ποιητικά κείμενα εκτίθενται μέσα στις σελίδες του βιβλίου «Διψάς Αγάπη μου:» στη σειρά Black Box των εκδόσεων Ανατολικός.
Το πρώτο κείμενο επιγράφεται: «Λίγο αέρα παρακαλώ…». Εκεί γράφει λοιπόν η Χασάνδρα:

Tuesday, February 20, 2007 at 9:41 PM EET

«Εξάλλου η ποίηση του millennium μοιάζει να υπολανθάνει μιας γενιάς ανύπαρκτης ή καθόλα αντιπροσωπευτικής «… του χάους» στο μύθο του ο καθένας εξοργίζει πρώτα από όλα τον εαυτό του για να είναι γνήσιος και έπειτα το κοινό. προετοιμαστείτε πάντως για τις ακριβές λέξεις στον πυθμένα ενός κορμιού που το βιάζει η ίδια η δημοσιότητα. Κι αν δεν διαρκεί στον ενστώτα διαρκεί αρκούντως στο παρελθόν και τανάπαλιν και για να ακριβολογούμε μέσα στα μυστήρια παρά μιαν Τάξη τα βιβλία που έχω στο σαλόνι μου, μού αρκούν για μια δεκαετία ακόμη, και μιλάω γι’ αυτά που δεν έχουν τυπωθεί και είναι στην κλίμακα του συνερμείτω και τα πιθανής ιονικής σουίτας του Μάνου Χατζιδάκι… Καλή εκδοτική χρονιά είπαμε;Posted by ΑΣΗΜΙΝΑ ΧΑΣΑΝΔΡΑ on Tuesday, February 20, 2007 at 9:41 PM EETPost Tags: business
Post Comments: (214) Comments

Καταλήγω στη σκέψη ότι μοιάζει η «Θλίψη» του έρωτα να γεμίζει τις εκτοπίσεις από τα υπαίθριά σου χόμπι όπως η ποδηλασία και το clubbing με την έννοια να είσαι ο εαυτός σου ξανά ακόμη και στις στροφές των δωματίων μια αδυναμία, ακριβώς εκεί όπου η λεπτομέρεια που την συνδιαλέγεσαι σε αποκαθιστά… Με την συνήθεια που έχεις να εκδίδεις περιοδικό, το Να ένα Μήλο και να γράφεις σε εφημερίδα, η μόνη δικαιολογία για την ποδηλασία ως χόμπι είναι η διάθεσή σου «να μαγευτείς και να μεθύσεις»…Posted by ΑΣΗΜΙΝΑ ΧΑΣΑΝΔΡΑ on Friday, January 27, 2006, at 9:41 PM EETΑυτό το ποιητικό blog βρήκε το θάρρος και εκδόθηκε. Να περιμένουμε κι άλλα; Το μέλλον θα δείξει

ΤΖΟΝ ΜΠΕΡΙΜΑΝ (JOHN BERRYMAN)


JOHN BERRYMAN

Ο Μπέριμαν γεννήθηκε έχοντας το όνομα Τζον Άλιν Σμιθ Τζούνιορ, στο Μακάλιστερ της Οκλαχόμα και ήταν γιος του τραπεζίτη Τζον Άλιν Σμιθ και της Μάρθας Λιτλ. O πατέρας του αυτοκτόνησε το 1926 λόγω χρεοκοπίας. Τρεις μήνες αργότερα η μητέρα του παντρεύτηκε τον Τζον Μακάλπιν Μπέριμαν, ο οποίος και έδωσε το όνομά του στον Τζον Μπέριμαν.
Η οικογένεια μετακόμισε στη Νέα Υόρκη. Ακολούθησαν δύσκολες εποχές, όπως η κρίση του χρηματιστηρίου το 1929 και ο νεαρός τότε Τζον επιχείρησε το 1931 να αυτοκτονήσει. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του εκδήλωσε το ποιητικό του ταλέντο δημοσιεύοντας ποιήματα σε ονομαστά περιοδικά της εποχής.
Η πρώτη συλλογή με ποιήματά του εμφανίσθηκε στο Five Young American Poets το 1940. Το 1942 παντρεύεται την Άιλιν Μούλιγκαν και τον επόμενο χρόνο εκδίδει τη συλλογή κάτω από τον τίτλο «Ποιήματα» (Poems). Η ποιητική και η ακαδημαϊκή του καριέρα εξελίσσεται γρήγορα. Χωρίζει από την Άιλιν το 1953 και απολύεται από το πανεπιστήμιο της Αϊόβα λόγω σύλληψής του για μέθη και διατάραξη της κοινής ησυχίας. Το 1955 παίρνει τη θέση του λέκτορα στο πανεπιστήμιο της Μινεσότα. Ο κύκλος σχεδόν έχει κλείσει. Βρίσκεται μόνο 30 μίλια μακριά από τον τόπο που αυτοκτόνησε ο πατέρας του. Εκεί αρχίζει να γράφει τα «Ονειρικά Τραγούδια». Αφού έχει χωρίσει το 1956, παντρεύεται μόλις μια εβδομάδα αργότερα την 24χρονη Ανν Λεβάιν και ταυτόχρονα τιμάται με το βραβείο Πούλιτζερ για το έργο του «Homage to Mistress Bradstreet». Τον επόμενο χρόνο προάγεται σε αναπληρωτή καθηγητή.
Το 1958 νοσηλεύεται λόγω υπερκόπωσης και ταυτόχρονα έχει χωρίσει και νόμιμα από την Ανν. Το 1959 νοσηλεύεται εκ νέου λόγω νευρικού κλονισμού και αλκοολισμού. Διδάσκει στο πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϊ στην Καλιφόρνια, στο Βέρμοντ και στο πανεπιστήμιο Μπράουν, ενώ τα βραβεία για το ποιητικό του έργο διαδέχονται το ένα το άλλο. Το 1961 παντρεύεται την 22 ετών Κέητ Ντόναχιου και αποκτά μαζί της δύο κόρες. Το 1970 ακολουθεί πρόγραμμα απεξάρτησης από τον αλκοολισμό και προσπαθεί για τουλάχιστον άλλες τρεις φορές μέσα στη διάρκεια του 1970. Αρχίζει να εμπλέκεται με τη θρησκεία, μελετά τον Ιουδαϊσμό, τον Καθολικισμό και γράφει το έργο του Recovery, το οποίο αποτελεί μια ασαφή αυτοβιογραφία σχετική με την απεξάρτηση από τον αλκοολισμό. Στοιχειωμένος από την αυτοκτονία του πατέρα του και με τη μικρότερή του κόρη να είναι μόλις έξι μηνών, ο Μπέριμαν αυτοκτονεί πηδώντας από την γέφυρα της Washington Avenue στη Μιννεάπολη.

Από τη συλλογή «Έντεκα Προσαγορεύσεις προς τον Θεό»
1.

Κύριε της ομορφιάς, τεχνίτη της νιφάδας του χιονιού,
αμίμητε επινοητή,
προικοδότη της τόσο υπέροχης και διαφορετικής από τη
  βαρετή Σελήνη Γης,
σ’ ευχαριστώ γι’ αυτήν καθώς είναι το δώρο μου.

Έχω συνθέσει μια πρωινή προς εσένα προσευχή
περιέχουσα μ’ ακρίβεια όλα όσα έχουν όντως σημασία.
Με το «Γενηθήτω το θέλημά Σου» ξεκινά αυτή.
Μου πήρε πάνω-κάτω δυο μέρες. Δεν επιδιώκει να είναι
  εύγλωττη.

Έχεις σπεύσει για τη σωτηρία μου ξανά και ξανά
στ’ αδιάβατά μου, απελπιστικά μερικές φορές, χρόνια.
Επέτρεψες στους λαμπρούς μου φίλους να καταστρέψουν
  τους εαυτούς τους
κι είμαι ακόμα εδώ, σοβαρά ζημιωμένος, αλλά λειτουργικός.

Ανεπίδεκτος μαθήσεως, καθώς άγνωστος είμαι στα πειραματόζωά μου:
πώς μπορώ εγώ να «σ’ αγαπώ»;
Εγώ μοναχά στο μέτρο της ευγνωμοσύνης και του δέους
με πεποίθηση και ζωντάνια απολύτως.

Δεν έχω ιδέα αν θα ζήσουμε ξανά.
Δεν φαίνεται πιθανό
είτε από επιστημονικής είτε από φιλοσοφικής
  απόψεως
αλλά βέβαια όλα είναι πιθανά για σένα,

και πιστεύω τόσο ακλόνητα στις Αναστάσιμες εμφανίσεις,
  στον Πέτρο και στον Παύλο,
όσο πιστεύω πως κάθομαι σ’ αυτήν τη μπλε καρέκλα.
Μόνο αυτό μπορούσε να είναι μια ειδική περίπτωση
για να εγκαθιδρύσουν την πρωταρχική τους πίστη.

Οποιοδήποτε κι αν θα είναι το τέλος σου, δέξου το θαυμασμό μου.
Ίσως σταθώ ώς το θάνατο για πάντα σε στάση προσοχής
για την όποια σου οδηγία ή επιφοίτηση.
Είμαι σίγουρος ακόμη ότι θα με βοηθήσεις και πάλι, Κύριε
  της ενόρασης και της ομορφιάς.

(Μετάφραση: Γιάννης Αντιόχου)

Από τη συλλογή «Το παιχνίδι του, το όνειρό του, η ανάπαυσή του»

147.

Του Χένρι το μυαλό όσο περισσότερο σκεφτότανε ωρίμαζε σκοτεινότερο.
Αντίκρισε τον κόσμο σαν το έργο μιας γριάς πουτάνας.
Ντέλμορ, Ντέλμορ.
Εξακοντίστηκε σε κομμάτια κι αυτά χτύπησαν στο έδαφος.
Τίποτα δεν ήταν αληθινό αλλά ό,τι ο Μάρκος ο Αυρήλιος δίδαξε,
«Όλα αυτά είναι δυσωδία και αίμα σε μια τσάντα».

Αντίκρισε τον κόσμο όπως τ’ αποφάγια μιας μάγισσας.
Η αγάπη του πέθανε σχεδόν απ’ αυτόν πια.
Η μητέρα του και ο Ουίλιαμ
ήσαν ζωντανοί στην ίδια επιστολή που ο Ντέλμορ πέθανε.
Ο κόσμος είναι τρελός. Αυτός είναι ο τελευταίος γύρος.
Ντέλμορ, Ντέλμορ.

Ψηλά στα καλοκαιρινά κλαδιά ο ποιητής τραγούδησε.
Πόνεσε το λαρύγγι του, και άλλο πια να τραγουδήσει δεν μπορεί.
Όλα τ’ αφτιά έκλεισαν
κατά μήκος των υψωμάτων όπου ο Ντέλμορ και η Γερτρούδη ξεπρόβαλλαν
εδώ και τόσο καιρό, στη δόξα των οποίων αυτό συνετέθη.
Ντέλμορ, Ντέλμορ!

(Μετάφραση: Γιάννης Αντιόχου)

Σύντομα θα κυκλοφορήσει το βιβλίο «Η Θηριώδης Μούσα» από τις εκδόσεις Μικρή Άρκτος, το οποίο και περιλαμβάνει μεταφράσεις από τις ποιητικές συλλογές του Μπέριμαν. Δείτε σχετικά στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ηριδανός