Déjà vu


Archangel

Καμιά φορά νιώθεις πως κάτι το έχεις ξαναζήσει. Επισκεπτόμενος ένα μέρος για πρώτη φορά σου φαίνεται οικείο και γνωστό. Το ίδιο μπορεί να συμβεί και με ένα πρόσωπο. Σήμερα λοιπόν θα εξομολογηθώ στο blog μου την απίστευτη σειρά συμπτώσεων που με γνώρισαν με το πρόσωπο και το έργο μιας νέας ποιήτριας, της Ευτυχίας Παναγιώτου. Πιο συγκεκριμένα δίνοντας υλικό για το ηλεκτρονικό περιοδικό e-poema του δημοσιογράφου και ποιητή Βασίλη Ρούβαλη, αποφάσισα να δώσω ένα κείμενο για την Σέξτον και μερικά ποιήματά της τα οποία έχω μεταφράσει και θα εκδοθούν στις αρχές του 2008 από τις εκδόσεις «Μικρή Άρκτος». Όταν μπήκα στο περιοδικό για να δω το κείμενο με έκπληξη διαπίστωσα δύο λήμματα στα περιεχόμενα για την Ανν Σέξτον, το δικό μου και ένα ακόμα το οποίο ήταν της Ευτυχίας Παναγιώτου και πληροφορούσε πως μετέφραζε Σέξτον για τις εκδόσεις «Τυπωθήτο». Με έπιασε τεταρταίος πυρετός, αλλά γρήγορα ησύχασα καθώς διαβάζοντας προσεκτικά είχε διαλέξει άλλη ποιητική συλλογή από ότι είχα εγώ μεταφράσει. Παρόλα αυτά θέλησα να έρθω σε επαφή μαζί της, έτσι ώστε να είμαι βέβαιος σχετικά με τη μετάφρασή μου.
Στο τηλέφωνο απάντησε μια γλυκιά, συνεσταλμένη θα έλεγα νεανική φωνή, η Ευτυχία Παναγιώτου, η οποία έμενε έκπληκτη καθώς μου είπε πως είχε τον ίδιο σκοπό, να μου τηλεφωνήσει, γιατί είχε την περιέργεια να γνωρίσει τον άνθρωπο που είχε γράψει ένα ομότιτλο με δικό της ποίημα. Έτσι η πρώτη έκπληξη ακολουθήθηκε από μια δεύτερη καθώς στο τεύχος του Εντευκτηρίου η Ευτυχία Παναγιώτου είχε δημοσιεύσει το ποίημά της «Funeral March» ενώ εγώ ταυτόχρονα δημοσίευα στο e-poema το ποίημα «Marche Funèbre», δηλαδή δυο ποιήματα με τον ίδιο τίτλο, μόνο που το δικό μου ήταν στα γαλλικά και της Ευτυχίας Παναγιώτου στα Αγγλικά. Κύρια όμως η σημασία στρεφότανε στο ότι και τα δύο ποιήματα είναι εμπνευσμένα και χρησιμοποιούν στην ανάπτυξη τους την ομότιτλη σονάτα του Σοπέν (Sonata op.35).
Συνάντησα τη νεαρή Ευτυχία Παναγιώτου και απέκτησα μια πολύ καλή φίλη, αφού ο διάλογος μεταξύ μας είχε αναπτυχθεί πριν δει ο ένας τον άλλο και μάλιστα σε παράλληλο χρόνο. Έτσι δεν ξέρω αν το Déjà vu ή το γερμανικό Zeitgeist περιγράφουν το γεγονός που προανέφερα, αλλά σίγουρα δεν είναι κάτι συμπτωματικό ή τυχαίο.
Είναι θα έλεγα δικαίωμά μου να πιστεύω σε κάτι το υπερβατικό το οποίο συνδέει τους εγκεφάλους των ανθρώπων, τις καρδιές τους, τις ψυχές τους. Η Ευτυχία Παναγιώτου λοιπόν αναμένεται να εκδώσει εντός του 2008 το πρώτο της ποιητικό βιβλίο. Εγώ αναδημοσιεύω το ποίημα της και το δικό μου, όπως τελικά θα έπρεπε να είναι, μαζί.

Καληνύχτα φίλοι μου, καληνύχτα…

Frédéric Chopin
SONATA (op. 35), «Funeral March»

I. Grave – Doppio movimento

το χέρι που κράταγε σφιχτά το αίμα μου ήταν ωραίος νεκροθάφτης.
μου έδωσε ένα μαχαίρι κάτω απ’ το χώμα να εξολοθρεύω τα σκουλήκια.
κι έπειτα από ένα ταξίδι αιματηρό έμαθα πως ποτέ δεν θα πεθάνω.
γιατί δεν θα ’σαι δω μπροστά μου να κρατάς, ψυχοπομπός,
μια νόθα αναγγελία του θανάτου.
το σώμα μου έγινε όμορφο, τα μαλλιά μου κυματίζουν
έχω γίνει μια λίμνη που ριγεί όταν τη βρέχουν οι σταγόνες.
το πρόσωπό μου είναι λευκό, μπορώ τώρα τα όνειρα να δω στα μάτια.

με το χέρι που μέτραγε κρυφές πληγές τώρα σου γράφω
τώρα σου γράφω ήρεμα και μη φοβάσαι.
δεν πενθώ, λαμπρό είναι το φεγγάρι.
όσοι το βλέπουνε μισό, να ξέρεις, λένε ψέματα.
είναι που η όψη τους δεν πλησιάζει πιο κοντά στο φως του.
εδώ δεν παύουν τα όνειρα, πεθαίνουν οι εφιάλτες
και ετούτη η ζωή δεν έχει τέλος.
γιατί, παράξενο, η κίνηση εδώ δεν μοιάζει να ’ναι τρόμος
μόνο στη μουσική αφήνεται ο χορός
και κατανυχτικά, συθέμελα, υψώνονται όσοι νιώθουν
την κάθε του απονεκρωμένη αίσθηση.

μην κλαις: όπου η αγάπη μάς δωρίζεται με έπαρση
μια πεταλούδα αργοπεθαίνει πάντα και πετάει.
φιλώ ευλαβικά το χέρι σου που μου ’δωσε το θάνατο.
ευχή μου, αν με κατανοείς, έτοιμος να ’σαι να πεθάνεις.

III. Marche Funèbre

με κοιτάς από ένα τηλεσκόπιο όπως κοιτάνε οι θνητοί τα άστρα
με απορία και άγνοια όπως κοιτάνε οι ξένοι
όμως εμένα κλαίνε τα μάτια μου τώρα που αρρωσταίνεις
καθώς το λάρυγγά σου πνίγει μια νεκρική σιγή.
μπροστά στη λάμψη δεν μπορείς τίποτα ν’ αντικρίσεις
και δεν θυμάσαι πια γιατί μόνοι ερχόμαστε στη γη.
το χέρι σου πλέει σε μια χοϊκή πανσέληνο που καίει
στάχτη το γέλιο και θρηνείς στον τάφο όταν με βλέπεις.
εγώ δεν είμαι εκεί, είμαι ψηλά, γιατί δεν με πιστεύεις;
επάνω σου χαιρέκακα ακροβατούν δυο νυχτερίδες
μαύρες στροφές στο σώμα σου συνέχεια πόσες κάνουν
σε χαϊδεύουν πονηρά να σε κατασπαράξουν.
σβήνει η φωνή μου πριν σε φτάσει και φωνάζω,
όταν φωνάζω, σε φωνάζω να ξυπνήσεις.
ο ήχος απ’ το κλάμα μου φτάνει στα πόδια κούφιος
και χάνεται αβέβαιος, παρά την προσευχή.

έχει νυχτώσει, είναι αργά, για να σου δώσω την ευχή μου.

IV. Finale-Presto

η ομορφιά σου θα κριθεί μονάχα με τον πόνο.
στρόβιλος η κατάρα σε ρουφά αμείλικτα και τρέμει
όλη η φύση άφωνη κοιτά με δέος το νόμο
ανεπιστρεπτί πώς τιμωρεί, τυφλή, η δικαιοσύνη.
φοβάσαι αγάπη μου και χάνεσαι, από το χώμα πέφτεις
μοιάζει με εφιάλτη το σκυλί, το σώμα σου όλο σέρνει
τα χέρια σου σκορπούν, τα πόδια παραιτούνται,
τρόμος και φρίκη σε ωθούν μπροστά από μια πύλη.
τα μάτια κλείνουν απλανή.
σώπασε.
πια τίποτα δεν βλέπεις.

Ευτυχία Παναγιώτου

MARCHE FUNEBRE
(ΠΟΙΗΜΑ ΣΕ ΤΡΕΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ)

ΠΡΑΞΗ 1η
(ΣΤΗΝ ΚΑΜΑΡΑ ΤΟΥ ΑΚΡΩΤΗΡΙΑΣΜΕΝΟΥ ΠΟΙΗΤΗ)

Και τη ζωή δαγκώνοντας
βαθαίνει κανείς την προσήλωση
Ολονυχτίς να ψέλνεται μια προσευχή
Μα μη θαρρείς
πως τούτο και μόνο
σε γλιτώνει

Αφού μέσα στο νου στριμώχνονται:
ο πίθηκος
ο άνθρωπος
και ο θεός

Αλλιώς:
ένα τέταρτο Ελβετικών Άλπεων
δυο κλάσματα ωκεανού
μια έρημος
κι η πόλη

Φτιάχνοντας αυτό που είναι όνειρο
μα είναι και εφιάλτης

Έτσι κι αλλιώς
το θηρίο του σκότους
αιώνια θα εξημερώνεται
σε φως του πρωινού

ΠΡΑΞΗ 2η
(MARCHE FUNEBRE)

Ύστερα με μια λεπτή φέτα από την ημισέληνο
και ένα μέρος ορίζοντα που διέφυγε
η μετρονόμος γραφομηχανή πήρε μπρος να συντονίσει
τον ρυθμό αυτού που όλη τη νύχτα ακουγότανε
στην κάμαρα του ακρωτηριασμένου ποιητή:

το αντηχείο μιας αποσπασματικής θλίψης

μια μονήρης νυκτωδία δίχως παρελθόν και μέλλον

η μελαγχολική σουίτα για πιάνο του Σοπέν
που εδώ και χρόνια ονομάζω: μπαλέτο των νεκρών στον Άδη
και συ: Marche Funèbre
Και ξημερώνοντας πια για τα καλά
ό,τι απομένει:
ο βίαιός σου ψίθυρος
κι ο ερυθρός σηματοδότης των χειλιών σου
ακινητώντας όλα όσα
μου είχες πει σούπερ-ήρωα
πως θα με μάθαινες ν’ αντέχω˙
για να στερούμαι τη ζωή
εξοικονομώντας πόνο και συναίσθημα˙

Δεν αντιλέγω˙
καλά τα κατάφερα˙
κρατώντας απ’ την αρχή τα δάκρυα και την αναπνοή μου
κάνοντας στη συνέχεια μακροβούτια με τη μύτη ορθάνοιχτη
ρέουσα απ’ τις ουσίες
έξω απ’ το νερό
μέσα στον αέρα
ασθμαίνοντας να συντηρούμαι

Σκοντάφτοντας όμως τώρα
πάνω στο πτώμα σου—
κατάλαβα πως τούτη ήταν η δική σου ώρα
αφού η βασιλική αράχνη
που φωλιάζει στη μπροστινή θήκη
του μπλε σκούρου νεσεσέρ με τα χάπια και τις αλοιφές
τα δύο τελευταία χρόνια
είχε υφάνει στον ιστό της
της Κοιμήσεως μια ζωγραφιά
να ίπτασαι οιακίζοντας
τα βαθυγάλανα χαράματα της ψυχής
καταντικρύ στο θάνατο

κι όπως λέω συχνά: Δεν ξέρω… κουράγιο κάνω

Ν’ αγκαλιαστώ και να παλέψω με τον κωμικό σκελετό
γνωρίζοντας πως και το τελευταίο μου κέρμα
ξοδεύτηκε στη σκόνη και τα χάπια;

Να διαγράψω παντελώς τη σχολική ενθύμηση
του οβολού και της ομηρικής υστεροφημίας
που τόσα χρόνια με έχει βασανίσει;

ΠΡΑΞΗ 3η
(ΜΕΤΡΩΝΤΑΣ ΟΠΩΣ ΣΤΟ ΚΡΥΦΤΟ)

Βουτώντας αξημέρωτα
μέσα στην ομίχλη των βουνών
δάκρυσες τα μάτια
και καταπώς ξεσπά η καταιγίδα
βάλθηκε κι η ζωή σου
αντίστροφα να μετρηθεί
κρυφοκοιτάζοντας
την κρυψώνα σου να δει
και να σ’ ανακαλύψει

ένα…δύο…τρία…
βγαίνω…

Φωνάζοντας
Σείοντας μ’ όλη μου τη δύναμη το ακίνητο κορμί σου
Παρακαλώντάς σε:
«Σήκω σήκω, πρέπει να ξυπνήσεις».

Γιάννης Αντιόχου

Advertisements

One thought on “Déjà vu

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s