Κ. Γ. Καρυωτάκης


Ο ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ ΝΕΚΡΟΣ

Πολλές φορές μόνο και μόνο η απλή παράθεση του ονόματός του συνδέει άμεσα τον άνθρωπο με την πράξη της αυτοχειρίας του. Ο απλός έλληνας αναγνώστης γνωρίζει τη σημαντικότητα του έργου και τον κατατάσσει σε εκείνους τους ποιητές που γράφουν απλά μελαγχολική ποίηση. Οι δεινοί μελετητές της ελληνικής ποίησης γνωρίζουν τη δράση του ποιητικού του έργου ως έργου αναμορφωτικού της σύγχρονης ελληνικής ποίησης, το οποίο επηρρέασε βαθειά ό,τι γεννήθηκε από εκεί και μετά, βρήκε επίσης πάμπολους μιμητές και ταυτόχρονα αναγνωρίζουν τη σπουδαιότητα του ποιητικού του έργου, έτσι άλλωστε μπορεί ο ερευνητής της καρυωτακικής ποίησης να βρει πάμπολα άρθρα, δοκίμια, μελέτες και σχολιασμούς σχετικά με το έργο του ποιητή.
Ο Καρυωτάκης γεννήθηκε στην Τρίπολη το 1896 και ως παιδί νομομηχανικού ακολουθεί τις μεταθέσεις του πατέρα του, μεγαλώνοντας σε διάφορα μέρη της Ελλάδας όπως: Λευκάδα, Λάρισσα, Καλαμάτα και Αθήνα, όπου και δέχεται τις ιδιαίτερες επιρροές από τα ήθη και τα έθιμα του κάθε τόπου. Το διάστημα της εφηβείας του (1909-1911) τον βρίσκει στην Αθήνα, όπου από την ηλικία των δεκατεσσάρων ετών δείχνοντας την κλίση του στην ποίηση δημοσιεύει ποιήματά του στο περιοδικό «Η Διάπλασις των Παίδων», όπως και στα περιοδικά της εποχής: «Ελλάς» και «Παρνασσός».
Μία μετάθεση του πατέρα του από την Αθήνα για τα Χανιά, αναγκάζει και τον νεαρό ποιητή να μετακινηθεί και αποφοιτήσει από το Γυμνάσιο των Χανίων, ξαναγυρίζοντας στην Αθήνα για να σπουδάσει στη Νομική Σχολή. Εκείνο δε το διάστημα ο Καρυωτάκης γνωρίζει τοβ πρώτο του έρωτα, την Άννα Σκορδίλη.
Ξεσπά ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος, ο Καρυωτάκης συνεχίζει τις σπουδές του, ενώ το 1915 η Άννα Σκορδίλη παντρεύεται.
Μεταξύ του 1915-1917 ο Καρυωτάκης απαγγέλει ποίησή του στο σύλλογο «Αρμονία», δίνει διαλέξεις στο σύλλογο Εμποροϋπαλλήλων και δημοσιεύει ποιήματα στην «Ακρόπολη» του Γαβριηλίδη. Το 1917 η Ελλάδα εισέρχεται στον Α παγκόσμιο πόλεμο και το 1918 ο Καρυωτάκης επιστρατεύεται, αλλά καταφέρνει καιπαίρνει αναστολή. Από το 1917 έως και το 1919 προετοίμασε και εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο: «Ο Πόνος του Ανθρώπου και των Πραμάτων», ενώ συνεργάζεται με τα γνωστά περιοδικά της εποχής «Νουμά» και συμμετέχει με συνεκδότη τον Άγη Λεβέντη να εκδώσει το σατιρικό περιοδικό «Η Γάμπα», το οποίο λογοκρίνεται αφού ήδη έχει προλάβει να εκδώσει έξι τεύχη.
Στο τέλος του 1919 και συγκεκριμένα το Νοέμβρη, ο Καρυωτάκης διορίζεται στη Θεσσαλονίκη με τίτλο: «Υπουργικός Γραμματέας ‘Αλφα», ενώ το Φεβρουάριο του 1920 κατατάσσεται στο στρατό, απαλλάσσεται όμως για λόγους υγείας. Διορίζεται στη Νομαρχία της Σύρου και κατόπιν στην Νομαρχία Άρτης, ενώ το 1921 διορίζεται στη Νομαρχία Αττικής. Τον Αύγουστο γράφει τη συλλογή του τα «Νηπενθή» και το 1922 γνωρίζει τη Μαρία Πολυδούρη. Η Πολυδούρη γυναίκα φεμινιστρία για την εποχή της, και ταυτόχρονα ποιήτρια του προτείνει γάμο, όμως ο Καρυωτάκης της εκμυστηρεύεται πως πάσχει από σύφιλη.
Το 1923 για να μπορέσει να μείνει κοντά στην Πολυδούρη παραιτείται από το Υπουργείο Εσωτερικών και λαμβάνει τη θέση του εισηγητή στο υπουργείο Πρόνοιας εκείνης της εποχής. Το Δημόσιο μεν του εξασφαλίζει τη σιγουριά και τη μονιμότητα, όμως πραγματικά ο Καρυωτάκης ασφυκτιά τηρώντας το πρωτόκολλο. Το 1924 ταξιδεύει στη Γερμανία και στην Ιταλία, ενώ σχεδιάζει να γίνει παραγγελιοδόχος. Το 1926 πηγαίνει στη Ρουμανία, όμως ονειρεύεται να ζήσει στην κοιτίδα παραγωγής της λογοτεχνίας του καιρού του, το Παρίσι.
Το 1927 εκδίδει το Ελεγεία και Σάτυρες, ενώ το 1928 συγκρούεται με του προϊστάμενούς του και παίρνει δυσμενή απόσπαση για Πάτρα. Η νόσος του αργά αλλά σταθερά προοδεύει και αναγκάζεται να επισκεφθεί το Παρίσι για μια σειρά εξετάσεων, ενώ τον Μάη του ίδιου έτους λαμβάνει την μετάθεσή του για τη Νομαρχία Πρεβέζης. Στις 18 Ιουνίου επισκέπτεται για τελευταία φορά στη Σψτηρία την Πολυδούρη και φεύγει για την Πρέβεζα ελπίζοντας σε μια άμεση απόσπαση στην Αθήνα, ή έστω να απολαύσει τα προνόμια των δημοσίων υπαλλήλων όπως αυτό της αναρρωτικής άδειας.
Τη νύχτα 20ης προς 21η Ιουλίου, στο Μονολίθι, γδύνεται και πέφτει στη θάλασσα να πνιγεί. Δεν τα καταφέρνει όμως και ξημερώματα το κύμα τον ξεβράζει στο Μύτικα της Αιτωλοακαρνανίας. Με τη βοήθεια ενός αγρότη βρίσκει τα ρούχα του και επιστρέφει σπίτι του. Παίρνει το πρόγευμα του και ντυμένος άψογα με κοστούμι, γραβάτα και ψαθάκι, αγοράζει ένα πιστόλι. Κάθεται στο καφενείο «Ο Ουράνιος Κήπος» γράφοντας το τελευταίο του σημείωμα. Μετά πηγαίνει στην παραλία του Αγίου Σπυρίδωνα, ξαπλώνει κάτω από έναν ευκάλυπτο και αυτοκτονεί με μια σφαίρα στην καρδιά του.

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΠΙΣΤΟΛΗ

Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου. Το μεγαλύτερό μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθεια μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς τις περσότερες να μπορώ να τις αισθανθώ. Τη χυδαία όμως πράξη που μου αποδίδεται τη μισώ, Εζήτησα μόνο την ιδεατή της ατμόσφαιρά της, την έσχατη πικρία. Ούτε είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για το επάγγελμα εκείνο. Ολόκληρο το παρελθόν μου πείθει γι’ αυτό. Κάθε πραγματικότητης μού ήτανε αποκορουστική.
Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο που ήρθε τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους ή εθεώρησαν την ύπαρξή τους παιχνίδι χωρίς ουσία. Τους βλέπω να έρχονται ολοένα περσότεροι μαζί με τους αιώνες. Σ’ αυτούς απευθύνομαι.
Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές!! είμαι έτοιμος για έναν ατιμωτικό θάνατο. Λυπούμαι τους δυστυχισμένους γονείς μου, λυπούμαι τα αδέλφια μου. Αλλά φεύγω με το μέτωπο ψηλά. Ήμουν άρρωστος.
Σας παρακαλώ τηλεγραφήστε, για να προδιαθέσει την οικογένειά μου, στο θείο μου, Δημοσθένη Καρυωτάκη, οδός Μονής Προδρόμου, πάροδος Αριστοτέλους, Αθήνας.

Κ. Καρυωτάκης

Και για ν’ αλλάξουμε τόνο: Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουνε ποτέ να αυτοκτονήσουν διά θαλάσσης. Όλη νύχτα απόψε, επί δέκα ώρες εδερνόμουν με τα κύματα. Ήπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πως, το σώμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια. Ορισμένως, κάποτε, όταν μου δοθεί η ευκαιρία, θα γράφω τις εντυπώσεις ενός πνιγόμενου.

ΣΕ ΠΑΛΑΙΟ ΣΥΜΦΟΙΤΗΤΗ
Φίλε, η καρδιά μου τώρα σα να εγέρασε.
Τελείωσεν η ζωή μου της Αθήνας,
που όμοια γλυκά και με το γλέντι επέρασε
και με την πίκρα κάποτε της πείνας.
Δε θα ‘ρθω πια στον τόπο που η πατρίδα μου
τον έδωκε το γιόρτασμα της νιότης,
παρά περαστικός, με την ελπίδα μου,
με τ’ όνειρο που εσβήστη, ταξιδιώτης.
Προσκυνητής θα πάω κατά το σπίτι σου
και θα μου πουν δεν ξέρουν τι εγίνης.
Μ’ άλλον μαζί θα ιδώ την Αφροδίτη σου
κι άλλοι το σπίτι θα ‘χουν της Ειρήνης.
Θα πάω προς την ταβέρνα, το σαμιώτικο
που επίναμε για να ξαναζητήσω.
Θα λείπεις, το κρασί τους θα’ ναι αλλιώτικο,
όμως εγώ θα πιω και θα μεθύσω.
Θ’ ανέβω τραγουδώντας και τρεκλίζοντας
στο Ζάππειο που ετραβούσαμεν αντάμα.
Τριγύρω θα ‘ναι ωραία πλατύς ο ορίζοντας,
και θα ‘ναι το τραγούδι μου σαν κλάμα.

ΕΣΠΕΡΑ
 Έτσι προχθές ήταν γλυκιά η εσπέρα…
Η σκέψη μου νοσταλγικά ενυχτώθη
στον κήπο, στη λιμνούλα και στη σέρα
που εσβήνανε τριαντάφυλλα σαν πόθοι
κι επέθαινε στα τζάμια πάνω η μέρα.
Έτσι προχθές ήταν γλυκιά η εσπέρα…
Ένας καημός που ακόμα δεν εδόθη
γινόταν άστρο. Σύννεφο από πέρα
μεγάλωνε (ίδιο σάβανο που κλώθει
με μοχθηρή σπουδή μοιραία μητέρα).
Έτσι προχθές ήταν γλυκιά η εσπέρα…
Όταν το δέος μου αξήγητον απλώθη,
το στερνό ρόδο θα ‘χανε η σέρα
και η λίμνη με νεκρόφυλλα θα εστρώθη.
Τ’ άστρα ζυγώνανε, καημοί , από πέρα.
Έτσι προχθές ήταν γλυκιά η εσπέρα…

ΠΟΙΗΤΕΣ
Πώς σβήνετε, πικροί ξενιτεμένοι!
Ανθάκια μου χλωμά, που σας επήραν
σε κήπους μακρινούς να σας φυτέψουν…
Βιολέτες κι ανεμώνες, ξεχασμένες
στα ξένα που πεθαίνετε παρτέρια,
κρατώντας, αργυρή δροσοσταλίδα,
βαθιά σας την ελπίδα της πατρίδας…
Χτυπιούνται, πληγωμένες πεταλούδες,
στο χώμα σας οι θύμησες κι οι πόθοι.
Το φώς, που κατεβαίνει, της ημέρας,
κι απλώνεται γλυκύτατο και παίζει
μ’ όλα τριγύρω τ’ άλλα λουλουδάκια,
περνάει από κοντά σας και δε βλέπει
τον πόνο σας ωραίο, για να χαϊδέψει
τα πορφυρά θρηνητικά μαλλιά σας.
Ειδυλλιακές οι νύχτες σας σκεπάζουν,
κι η καλωσύνη αν χύνεται των άστρων,
ταπεινοί καθώς είστε, δε σας φτάνει.
Ολούθε πνέει, σα λίβας, των ανθρώπων
η τόση μοχθηρία και σας μαραίνει,
ανθάκια μου χλωμά, που σας επήραν
σε κήπους μακρινούς να σας φυτέψουν.

ΠΕΘΑΙΝΟΝΤΑΣ
Μάταιη ψυχή, στην ατονία εσπέρας εαρινής,
ενώ θα κλείνεις τα χρυσά φτερά σου πληγωμένη,
την ώρα που σα λύτρωση κάτι θα καρτερείς,
φτωχή καρδιά, θανάσιμα μα αιώνια λυπημένη•
όταν, φτασμένη απάνω στον ορίζοντα, θα ιδείς
μίση να φεύγουν οι έρωτες, χολή τα πάθη σου όλα,
όταν ανέβει από τα εξαίσια τ’ άνθη της ζωής
μύρον η απογοήτευση, ψυχή μου ονειροπόλα
την ώρα την υπέρτατη που θε να θυμηθείς
μ’ ένα μόνο χαμόγελο τα φίλα και τα ενάντια —
μάταιη ψυχή, στο πέλαγο, στο αγέρι τι θα πεις;
ω, τι θα πεις, στενή καρδιά, στη χλωμή δύση αγνάντια;

ΙΔΑΝΙΚΟΙ ΑΥΤΟΧΕΙΡΕΣ
Γυρίζουν το κλειδί στην πόρτα, παίρνουν
τα παλιά, φυλαγμένα γράμματά τους,
διαβάζουν ήσυχα, κι έπειτα σέρνουν
για τελευταία φορά τα βήματά τους.
Ήταν η ζωή τους, λένε, τραγωδία.
Θεέ μου, το φρικτό γέλιο των ανθρώπων,
τα δάκρυα, ο ίδρως, η νοσταλγία
των ουρανών, η ερημιά των τόπων.
Στέκονται στο παράθυρο, κοιτάνε
τα δέντρα, τα παιδιά, πέρα τη φύση,
τους μαρμαράδες που σφυροκοπάνε,
τον ήλιο που για πάντα θέλει δύσει.
Oλα τελείωσαν. Το σημείωμα να το,
σύντομο, απλό, βαθύ, καθώς ταιριάζει,
αδιαφορία, συγχώρηση γεμάτο
για κείνον που θα κλαίει και θα διαβάζει.
Βλέπουν τον καθρέφτη, βλέπουν την ώρα,
ρωτούν αν είναι τρέλα τάχα ή λάθος,
«όλα τελείωσαν» ψιθυρίζουν «τώρα»,
πως θ’ αναβάλουν βέβαιοι κατά βάθος…

ΕΜΒΑΤΗΡΙΟ
ΠΕΝΘΙΜΟ ΚΑΙ ΚΑΤΑΚΟΡΥΦΟ
Στο ταβάνι βλέπω τους γύψους.
Μαίανδροι στο χορό τους με τραβάνε.
Η ευτυχία μου, σκέπτομαι, θα ‘ναι
ζήτημα ύψους.
Σύμβολα ζωής υπερτέρας,
ρόδα αναλλοίωτα, μετουσιωμένα,
λευκές άκανθες ολόγυρα σ’ ένα
Αμάλθειο κέρας.
(Ταπεινή τέχνη χωρίς ύφος,
πόσο αργά δέχομαι το δίδαγμα σου!)
Όνειρο ανάγλυφο, θα ‘ρθω κοντά σου
κατακορύφως.
Οι ορίχοντες θα μ’ έχουν πνίξει.
Σ’ όλα τα κλίματα, σ’ όλα τα πλάτη,
αγώνες για το ψωμί και το αλάτι,
έρωτες, πλήξη.
Α! πρέπει τώρα να φορέσω
τ’ ωραίο εκείνο γύψινο στεφάνι.
Έτσι, με πλαίσιο γύρω το ταβάνι,
πολύ θ’ αρέσω.

ΩΧΡΑ ΣΠΕΙΡΟΧΑΙΤΗ
Ήταν ωραία σύνολα τα επιστημονικά
βιβλία, οι αιματόχαρες εικόνες τους, η φίλη
που αμφίβολα κοιτάζοντας εγέλα μυστικά,
ωραίο κι ό,τι μας εδίναν τα φευγαλέα της χείλη…
Το μέτωπό μας έκρουσε τόσο απαλά, με τόση
επιμονή, που ανοίξαμε για να ‘μπει σαν κυρία
η Τρέλα στο κεφάλι μας, έπειτα να κλειδώσει.
Τώρα η ζωή μας γίνεται ξένη, παλιά ιστορία.
Το λογικό, τα αισθήματα μάς είναι πολυτέλεια,
βάρος, και τα χαρίζουμε του κάθε συνετού.
Κρατούμε την παρόρμηση, τα παιδικά μας γέλια,
το ένστικτο ν’ αφηνόμεθα στα χέρι του Θεού.
Μια κωμωδία η πλάση Του σαν είναι φρικαλέα,
Εκείνος, που έχει πάντοτε την πρόθεση καλή,
ευδόκησε στα μάτια μας να κατεβάσει αυλαία
— ω, κωμωδία! — το θάμπωμα, τ’ όνειρο, την άχλυ.
…Κι ήταν ωραία ως σύνολο η αγορασμένη φίλη,
στο δείλι αυτό του μακρινού πέρα χειμώνος, όταν,
γελώντας αινιγματικά, μας έδινε τα χείλη
κι έβλεπε το ενδεχόμενο, την άβυσσο που ερχόταν.

ΜΙΚΡΗ ΑΣΥΜΦΩΝΙΑ ΣΕ Α ΜΕΙΖΟΝ
Α! κύριε, κύριε Μαλακάση,
ποιος θα βρεθεί να μας δικάσει,
μικρόν εμέ κι εσάς μεγάλο
ίδια τον ένα και τον άλλο;
Τους τρόπους, το παράστημά σας,
το θελκτικό μειδίαμά σας,
το monocle που σας βοηθάει
να βλέπετε μόνο στο πλάι
και μόνο αυτούς να χαιρετάτε
όσοι μοιάζουν αριστοκράται,
την περιποιημένη φάτσα,
την υπεροπτική γκριμάτσα
από τη μια μεριά να βάλει
της ζυγαριάς, κι από την άλλη
πλάστιγγα να βροντήσω κάτου,
μισητό σκήνωμα, θανάτου
άθυρμα, συντριμμένο βάζον,
εγώ, κύμβαλον αλαλάζον.
Α! κύριε, κύριε Μαλακάση,
ποιος τελευταίος θα γελάσει;

ΠΡΕΒΕΖΑ
Θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται
στους μαύρους τοίχους και τα κεραμύδια,
θάνατος οι γυναίκες, που αγαπιούνται
καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια.
Θάνατος οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοι
με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους,
ο ελαιώνας, γύρω η θάλασσα, κι ακόμη
ο ήλιος, θάνατος μες στους θανάτους.
Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει
για να ζυγίση μια «ελλειπή» μερίδα,
θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι,
κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.
Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης.
Την Κυριακή θ’ ακούσουμε την μπάντα.
Επήρα ένα βιβλιάριο Τραπέζης
πρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα.
Περπατώντας αργά στην προκυμαία,
«Υπάρχω;» λες, κ’ ύστερα «δεν υπάρχεις!»
Φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία.
Ίσως έρχεται ο Κύριος Νομάρχης.
Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους
αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία…
Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους,
θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.

ΝΥΧΤΑ

Είναι αξημέρωτη νύχτα η ζωή.
Στις μεσονύχτιες στράτες περπατάνε
αποσταμένοι οι έρωτες
κι οι γρίλιες των παράθυρων εστάξανε
τον πόνο που κρατάνε
Στις στέγες εκρεμάστη το φεγγάρι
σκυμμένο προς τα δάκρυα του
κι η μυρωμένη λύπη των τριαντάφυλλων
το δρόμο της θα πάρει
Ολόρθο το φανάρι μας σωπαίνει
χλωμό και μυστηριώδικο
κι η πόρτα του σπιτιού μου είναι σα ν’ άνοιξε
και λείψανο να βγαίνει.
Σαρκάζει το κρεβάτι τη χαρά τους
κι αυτοί λέν πως έτριξε•
δε λεν πως το κρεβάτι οραματίζεται
μελλοντικούς θανάτους.
Και κλαίνε οι αμανέδες στις ταβέρνες
τη νύχτα την αστρόφεγγη
που θα ’πρεπε η αγάπη ναν την έπινε
και παίζουν οι λατέρνες.
Χυμένες στα ποτήρια καρτερούνε
οι λησμονιές γλυκύτατες•
οι χίμαιρες τώρα θα ειπούν το λόγο τους
και οι άνθρωποι θ’ ακούνε
Καθημερνών χαμώνε κοιμητήρι
το πάρκον ανατρίχιασε
την ώρα που νεκρός κάποιος εκίνησε
να πάει στη χλόη να γείρει.

[ΟΤΑΝ ΚΑΤΕΒΟΥΜΕ ΤΗ ΣΚΑΛΑ…]
Όταν κατέβουμε τη σκάλα τι θα πούμε
στους ίσκιους που θα μας υποδεχτούνε,
αυστηροί, γνώριμοι, αόριστοι φίλοι,
μ’ ένα χαμόγελο στ’ ανύπαρκτα τους χείλη;
Τουλάχιστον δωπέρα είμαστε μόνοι.
Περνάει η μέρα μας, η άλλη ξημερώνει,
και μες στα μάτια μας διατηρούμε ακόμα
κάτι που δίνει στα πράγμα χρώμα.
Αλλά εκεί κάτου τι να πούμε, πού να πάμε;
Αναγκαστικά ένας τον άλλον θα κοιτάμε,
με κομμένα τα χέρια στους αγκώνες,
ασάλευτοι σαν πρόσωπα σε εικόνες.
Αν έρθη κανείς την πλάκα μας να χτυπήση,
θα φαντάζεται πως έχουμε ζήσει.
Αν πάρη ένα τριαντάφυλλο ή αφίση χάμου,
το τριαντάφυλλο θα ‘ναι της άμμου.
Κι αν ποτέ στα νύχια μας ανασηκωθούμε,
τις βίλλες του Posillipo θα ιδούμε,
Κύριε, Κύριε, και το τερραίν του Παραδείσου
όπου θα παίζουν crieket οι οπαδοί σου.—

ΒΡΑΔΥ
Τα παιδάκια που παίζουν στ’ ανοιξιάτικο δείλι
μια ιαχή μακρυσμένη —
τ’ αεράκι που λόγια με των ρόδων τα χείλη
ψιθυρίζει και μένει,

τ’ ανοιχτά παραθύρια που ανασαίνουν την ώρα,
η αδειανή κάμαρά μου,
ένα τραίνο που θα ‘ρχεται από μια άγνωστη χώρα,
τα χαμένα όνειρά μου,
οι καμπάνες που σβήνουν, και το βράδυ που πέφτει
ολοένα στην πόλη,
στων ανθρώπων την όψη, στ’ ουρανού τον καθρέφτη,
στη ζωή μου τώρα όλη…

Τέλος θα ήθελα να σημειώσω πως ο Καυρωτάκης έχει μελοποιηθεί από σημαντικούς έλληνες δημιουργούς. Προσωπικά θεωρώ πως η μουσικοσυνθετική απόδοσή του από τη Λένα Πλάτωνος είναι ότι καλύτερο έχω ακούσει τα τελευταία χρόνια ως μελοποιημένη ποίηση.
Ποιήματα μπορείτε να βρείτε online στον παρακάτω δεσμό:

http://www.papaki.panteion.gr/teuxos2/_private/kariotakis/karyoindex.htm

Advertisements

One thought on “Κ. Γ. Καρυωτάκης

  1. Παράθεμα: Adorable Creatures: Κ.Γ.Καρυωτάκης « Που είναι η πανοπλία μου;

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s