Karaoke Poetry Bar (12-18.11.2007)


Karaoke poetry map

 Το intothepill.net πρόκειται να οργανώσει και να παρουσιάσει στα πλαίσια των παράλληλων εκδηλώσεων, και με την υποστήριξη της 1ης Μπιενάλε της Αθήνας, το έργο Karaoke Poetry Bar, στον πολυχώρο 417 στην πλατεία Μεταξουργείου (Κεραμικού 53 και Μυλλέρου) το οποίο θα διαρκέσει από τις 12 ως τις 18 Νοεμβρίου (λήξη των εκδηλώσεων της Μπιενάλε).

Tο έργο Karaoke Poetry Bar αποτελεί μια πολυσύνθετη εγκατάσταση στην οποία συναντιούνται η ποίηση, η performance και το βίντεο. Πρόκειται για ένα πολυσυμμετοχικό έργο που στηρίζεται στην ιδέα της μεταστροφής, της αλλαγής χρήσης ενός χώρου η οποία θα τον ενεργοποιήσει ως πεδίο παιχνιδιού, εμπλέκοντας τους συμμετέχοντες και τους θεατές-παίκτες στο ενδεχόμενο μιας ουτοπίας.
Tο έργο Karaoke Poetry Bar είναι ένα πραγματικό αλλά εφήμερο μπαρ-καραόκε, στο οποίο τα λαικά τραγούδια, έχουν αντικατασταθεί από ποιήματα νέων ελλήνων ποιητών και στέκονται προκλητικά, απέναντι στο θάρρος και τις προθέσεις των θαμώνων, στην απαγγελία.. Στο χώρο του καραόκε-μπαρ θα λειτουργεί βιντεοεγκατάσταση, όπου σύγχρονοι έλληνες καλλιτέχνες καταγράφουν με το μέσο του βίντεο, performances στις οποίες διερευνούν τρόπους απόδοσης και απαγγελίας ποιημάτων ελλήνων ποιητών του 20 αιώνα, μέσα σε δημόσιους χώρους της Αθήνας.
Στο Karaoke Poetry bar η έκθεση των καλλιτεχνών και του κοινού στην απαγγελία της ποίησης με διάφορους τρόπους, αποτελεί μια μεταφορά για την λειτουργία της ίδιας της τέχνης που για να την προσεγγίσεις πρέπει να παραιτηθείς από την ασφάλεια της πλοκής , την απαίτηση για νόημα και την προυπόθεση της χρήσης.
concept, επιμέλεια και σχεδιασμός της εγκατάστασης : intothepill.net
ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΥΝ:
Με videos:
Αλέξης Αβρανάς, Βαγγέλης Αρτέμης, Αικατερίνη Γεγισιάν, Αλέξανδρος Γεωργίου+Mamali Shafahi, Νίκος Γιαβρόπουλος, Γιάννης Γρηγοριάδης, Γιώργος Γυπαράκης, Γιώργος Δρίβας, Γιάννης Θεοδωρόπουλος, Λίνα Θεοδώρου, Γιάννης Ισιδώρου, Κώστας Ιωαννίδης, Κατερίνα Κανά, Γεωργία Κοτρέτσος+Paul Zografakis, Γιάννης Κουφόπουλος, Νίνα Κοταμανίδου, Τάσσος Λάγγης, Βασιλική Λευκαδίτη, Ιωάννα Μύρκα, Λία Πέτρου, Λίλα Πολενάκη, Γιάννης Σαββίδης, Γιώργος Σαπουντζής, Ανδρέας Σιτορένγκο, Θάνος Σταθόπουλος, Shifty Tongue, Αθηνά Σταμάτη, Δέσποινα Στόκου, Βασιλεία Στυλιανίδου+Χρύσα Τσαμπάζη, Παναγιώτα Τζαμουράνη, Δημήτρης Χρηστίδης, Μάκης Φάρος.

Με Ποιήματα:
Βασίλης Αμανατίδης, Δημήτρης Άλλος, Γιάννης Αντιόχου, Φοίβη Γιαννίση, Κατερίνα Ηλιοπούλου, Δούκας Καπάνταης, Δήμητρα Κωτούλα, Πατρίτσια Κολαΐτη, Δημήτρης Λεοντζάκος, Γιώργος Λίλλης, Γιάννα Μπούκοβα, Σταμάτης Πολενάκης, Έφη Πυρπάσου, Βασίλης Ρούβαλης, Γιάννης Στίγκας, Μαρία Τοπάλη, Γιώργος Χαντζής, Χάρης Ψαρράς.
 Το project συνοδεύεται από δίγλωσση εικονογραφημένη έκδοση που θα περιλαμβάνει και δίγλωσση (ελληνικά-αγγλικά) ανθολογία των ποιημάτων, από τις εκδόσεις Futura

Σχετικά με το intothepill:
Το intothepill.net είναι δικτυακή πλατφόρμα με κεντρική αναφορά στο βίντεο και τον πειραματικό κινηματογράφο. Σκοπός του είναι η δημιουργία ενός κοινού τόπου ανταλλαγών, έρευνας και πειραματισμού μεταξύ των καλλιτεχνών που δραστηριοποιούνται στην χρήση των νέων μέσων της εικόνας. Ιδρύθηκε και λειτουργεί από τον Φεβρουάριο του 2006 έχει συμμετάσχει σε φεστιβάλ, καθώς επίσης έχει οργανώσει βίντεο παρουσιάσεις, εγκαταστάσεις και προβολές σε γκαλερί μουσεία και ανεξάρτητους χώρους.

Για περισσότερες πληροφορίες και ενημέρωση:
www.karaokepoesie.blogspot.com
www.intothepill.net

Advertisements

Θανάσης Κωσταβάρας


Θανάσης Κωσταβάρας 

Κι ενώ η βροχή ποτίζει όλη τη νύχτα το διψασμένο χώμα της Αττικής γης… είναι για να μπορέσει με γη και ύδωρ να αναπαυθεί ο Θανάσης Κωσταβάρας.

Το newsletter του Poeticanet.com πληροφορεί:

Παρασκευή βράδυ έφυγε από τη ζωή ο ποιητής Θανάσης Κωσταβάρας

Ένας από τους σημαντικότερους ποιητές της Πρώτης Μεταπολεμικής γενιάς, ο Θανάσης Κωσταβάρας, γεννήθηκε στο Βόλο το 1927. Σε ηλικία δεκαπέντε χρόνων, ως Επονίτης, προσχωρεί στον ΕΛΑΣ. Το 1944 τραυματίζεται σε μάχη με τους Γερμανούς. Με το τέλος του πολέμου έρχεται στην Αθήνα και γράφεται στην Οδοντιατρική Σχολή Αθηνών το 1946. Τον Ιανουάριο του 1949 συλλαμβάνεται στα Εξάρχεια, δικάζεται και μεταφέρεται στις φυλακές Βούρλων. Το Νοέμβριο του 1948 εκτοπίζεται στη Μακρόνησο, όπου παρέμεινε τέσσερα χρόνια. Με την απόλυσή του ολοκληρώνει τις σπουδές του και ξεκινά να εργάζεται ως οδοντίατρος, παραμένοντας έως σήμερα μάχιμος, «ταγμένος στο όνειρο για έναν καλύτερο κόσμο», όπως έλεγε ο ίδιος.

Ήταν παντρεμένος με τη δοκιμιογράφο Αγγελική Κωσταβάρα και είχε ένα γιο.

Από το 1956 που κυκλοφόρησαν τα πρώτα του ποιήματα («Αναζήτηση»), μέχρι σήμερα εξέδωσε είκοσι ποιητικές συλλογές (Ο μουγκός τραγουδιστής, Ιστορήματα, Τα ερωτικά, Ο φόβος του ακροβάτη, Κήποι στον Παράδεισο, Στο βάθος του χρώματος, Το ημερολόγιο της αυριανής εξορίας, Η μακρινή άγνωστη χώρα κ. ά.) με τελευταία την εκτός εμπορίου αφιερωμένη στην απώλεια της αγαπημένης του Αγγελικής. Έγραψε δοκίμια, διηγήματα, θέατρο, που ανέβηκαν από τη «Δωδεκάτη Αυλαία» (1960) και το Θέατρο Τέχνης την περίοδο 1977-78, ενώ Τα ιερά και τα όσια παρουσιάστηκαν τον Νοέμβριο του 1983 από την ΕΤ1. Ήταν μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού Μανδραγόρας. Αφιερώματα για το έργο του έγιναν από τα περιοδικά Ελί-τροχος, (τχ. 3, 2001), Μανδραγόρας, (τχ. 25, Ιούλιος 2001), Θέματα λογοτεχνίας, κ. ά.

Η κηδεία του θα γίνει την Τρίτη 23 Οκτώβρη 2007 και ώρα 3.30μμ από το νεκροταφείο Χαλανδρίου.

Για την ώρα μόνο σιωπή, μόνο σιωπή, ο ήχος της βροχής, ο δυνατός νοτιάς.

ΜΟΝΟΝ Ο ΥΠΝΟΣ


Μόνον ο ύπνος σε παίρνει από κοντά μου.
Ο ύπνος σου.
Σε φέρνει σε άλλους δρόμους.
Κι εσύ γλιστράς αθόρυβα.
Με ιστορίες παράξενες κινάς και ταξιδεύεις.
Σε ξεχασμένους θρύλους χάνεσαι.
Και σε τοπία ερημικά ξεχνιέσαι αποστηθίζοντας
αρχαία ερωτικά ποιήματα.
Κλείνεις σε σχήματα θαμπά, γνωστά κι άγνωστα
πρόσωπα.
Στέλνεις μ’ αυτά μηνύματα αινιγματικά.
Μόνον ο ύπνος σε παίρνει από κοντά μου.
Ο ύπνος σου.
Άδεια και φοβισμένη μένει η καρδιά μου.
Τις ώρες που η άγρια μοναξιά
αφήνει λυτά τα σκυλιά της ξοπίσω μου.
Έρημοι οι δρόμοι που περπατήσαμε.
Σκοτεινιάζουν τ’ αστέρια. Και τα πουλιά
κουρνιάζουν βουβά και λυπημένα στον κήπο μου.
Μόνον ο ύπνος σου σε παίρνει από κοντά μου.
Κι η μόνη μου πάντα παρηγοριά
είναι πως θα συναντηθούμε αύριο πάλι.
Γι’ ακόμα μια φορά θα μου χαρίσεις τα μάτια σου.
Θα μου μιλήσεις για την Αγάπη.
Όλη τη μέρα θα είσαι δικιά μου.
Κι η αγκαλιά μου
θα είναι μια ζεστή φωλιά.
Να φωλιάζεις με τα φτερωτά σου λόγια.
Και τα κελαηδιστά τραγούδια σου.
Ώσπου να σε πάρει πάλι ο ύπνος.
Αυτός: ο λατρεμένος μάγος της νύχτας.
Ο μοναδικός μου αντίζηλος.

Η αγάπη δεν είναι ζάλη


Η αγάπη δεν είναι ζάλη.
Δεν είναι άνθος που μεθάει απ’ το φιλί της άνοιξης.
Μυρωμένο τραγούδι που απλώνεται πάνω στη σάρκα γλυκά.
Η αγάπη είναι φόβος.
Δεν είναι σώμα που ζητάει να βρει παρηγοριά.
Tρυφερή αύρα που λικνίζει τα νοσταλγικά απογεύματα.
Είναι ποτάμι που περνάει μέσα από τα μαύρα λιβάδια.
Άγριος αγέρας που σπάζει τα κλαδιά στους κήπους και στα όνειρα.
Δεν είναι ζάλη η αγάπη. Δεν είναι σιγανή φωτιά.
Ούτε χωράει στα κλειστά, στα σίγουρα βράδια.
Βγαίνει έξω και χτυπιέται με το δαίμονα.
Παλεύει όλη νύχτα στ’ αναμμένα αλώνια.
Βαδίζει στα τυφλά πάνω στο τεντωμένο σύρμα.
Όταν κάτω απ’ τα πόδια ανοίγονται
Τα κοφτερά φαράγγια.
Όμως δεν είναι ζάλη η αγάπη.
Αγάπη είναι ο τρόμος που η ζωή μετράει το ανάστημά της.
Μετριέται με το άδειο πρόσωπο που βγαίνει απ’ το σκοτάδι

                             *-*           

Διάβασα πάλι όλα μου τα ποιήματα
που έχω γράψει για σένα.
Τόσα πολλά λόγια
και τόσα λίγα τα ειπωμένα, τόσα στο βάθος τ’ ανείπωτα.

Όμως εσύ που μπορείς να διαβάσεις
τους άγραφους νόμους του μέσα μου σύμπαντος
εσύ που έχεις ακούσει το μοναχικό τριζόνι της νύχτας
που είδες το αόρατο φέγγος μιας τρομερής αποκάλυψης
εσύ, προπάντων εσύ
που συνεχίζεις ν’ ανθίζεις
πάνω στο μαύρο χιόνι που απλώνεται γύρω μου
μη βιαστείς να με κρίνεις
να κλείσεις τους δρόμους, να διαβάσεις λάθος το μήνυμα.

Κοίταξέ με μόνο στα μάτια
μέτρησε τη βαθιά πληγή που ανοίγεται μέσα τους
άκου τη σιωπή που κάνει να τρίζουν τα φύλλα στις αστροφεγγιές τους
κι όταν ημερέψεις το φόβο
που σαν το παγιδευμένο αγρίμι ουρλιάζει
τότε θα καταλάβεις.

Θα δεις τι πόθοι ασφυκτιούν
το πάθος συντηρούν στις κρύπτες τους
τα ζυγιασμένα λόγια.

Θανάσης Κωσταβάρας

Έξω άρχισε να βρέχει…


Dora Maar by Picasso

Ξημερώνει Δευτέρα 22 Οκτωβρίου και άπαντα τα ΜΜΕ μιλούν για την επερχόμενη κακοκαιρία η οποία θα πλήξει με έντονες βροχοπτώσεις την Αθήνα και τις πυρόπληκτες περιοχές. Ήδη από τις 10.00 το βράδυ άρχισε να βρέχει με ένταση στον Πειραιά και φαντάζομαι σε όλο το λεκανοπέδιο. Μέσα από την ασφάλεια του σπιτιού μου, παρέα πάντοτε με τα ποιητικά μου βιβλία θέλω να μοιραστώ μαζί σας ένα ποίημα ακόμα. Γι’ αυτό και ανατρέχω με βιασύνη όλη μου τη βιβλιοθήκη, αναζητώντας ένα ποίημα βροχερό και λασπώδες και πάντα γίνεται το θαύμα να βρίσκω το ποίημα, ένα ποίημα που έγραψα δυο-τρία χρόνια πριν και τελειώνει με το στίχο: «… Έξω άρχισε να βρέχει».

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΦΥΣΙΚΗΣ ΜΟΥ ΥΠΑΡΞΗΣ

Σε φυσητό γυαλί
Της βασκανίας οφθαλμός ασημοσκαλισμένος
παρατηρεί την ευταξία της βιβλιοθήκης

…………………………………………………

Μέσα στις σελίδες ξαπλωμένος
—Άλγος του νου μονότονο—
τα στοιχεία του Γουτεμβέργιου αναδιαρθρώνω

Φυσά ο άνεμος κι ανοίγει παρενθέσεις
επεξηγηματικά σύμβολα μιας ζωής
υφιστάμενης μέσα σε χαρτιά ληξιαρχείου

Υπάρχω χαρτοσημασμένος
σφραγισμένος με ένα μελάνι κυανόμαυρο
πολυκαιρισμένος

Απόψε δεν θα αναζητήσω τίποτα άλλο
Θα ανοίξω μεγάλες παρενθέσεις
ώστε να γίνουνε πανιά
Θα γλιστρήσω μέχρι την τελευταία μου σελίδα
—Έτσι κι αλλιώς, τελείες, ποτέ δεν έμαθα να βάζω—
και περπατώντας εκατέρωθεν των μακροσκελών προτάσεων
θα πλεύσω σε ρήματα νησιά
αρθρώνοντας θηλυκά και οικεία ονόματα:
Αθανασία
Αναστασία
Ρεγγίνα
Σοφία

Στις πεδιάδες του χαρτιού
επιθετικών προσδιορισμών σπορέας
το αμυδρό φως του δειλινού
κόσμημα περίτεχνο
θα ιχνογραφήσω

—Αυτή κι αν είναι Οδύσσεια—

Ω! πώς χαράζω το χαρτί
Από τη νύχτα ως το πρωί
και τανάπαλιν

Σώμα που ρέει ο εαυτός
και αριθμεί σελίδες

Σκιά αιχμάλωτη η ψυχή
που αν αφεθεί θα πνίξει
τον καπετάνιο
το σκαρί
το πλήρωμα του βίου

Κουπιά, πανιά ή μηχανές
Ο νους δεν ξαποσταίνει
Όλα τα λάθη μονομιάς
Κεφάλαια του τέλους

Φτάνω στο οπισθόφυλλο
Μια μυρωδιά θανάτου

Κι είναι το κόσμημα σταυρός
Που γράφει τ’ όνομα μου

Τελεία
Σημείο του τέλους δεικτικό
Ύφαλος
Ξέρα
Ή γκρεμός

Όπως και να ’ναι
Εύσαρκοι αποχωριζόμαστε την οφθαλμαπάτη

Κόπασε ο άνεμος
Κλείσανε οι παρενθέσεις

Έξω άρχισε να βρέχει.

Γιάννης Αντιόχου

Samuel Beckett


Samuel Beckett

Ο Μπέκετ δεν είναι γνωστός σαν ποιητής, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το ποιητικό του έργο δεν άξιο προσοχής. Κάθε άλλο θα έλεγα, εκφράζοντας τη δική μου ασήμαντη προσωπική κρίση. Η ποίησή του είναι συμπυκνωμένη. Κάθε στίχος του εκφράζει αυτό που εικάζεται και ανακλάται στο εσωτερικό κάθε ανθρώπου. Τα ποιήματά του, ολιγόστιχα είναι ποιήματα βαθιάς εσωτερικής ωρίμανσης και ενατένισης. Μοιάζουν με τα κοάν της ανατολικής φιλοσοφίας καθώς κάποιος μπορεί να διαλογιστεί με τους στίχους του.
Ο Μπέκετ πάντοτε αυτοσαρκαζόμενος ονομάζει αυτά τα ολιγόστιχα του ποιήματα ως «σαχλοκουβέντες».

θα’ θελα η αγάπη μου να πέθαινε
θα’ θελα να’ βρεχε στο κοιμητήρι
και στα δρομάκια που διαβαίνω
κλαίγοντας αυτήν που πίστεψε ότι μ’ αγάπησε

 *-*

κρανίο μονάχο έξω και μέσα
κάπου ενίοτε
σαν κάτι

κρανίο καταφύγιο τελευταίο
δοσμένος απ’ έξω
φτυστός Bocca μες στον καθρέφτη

το μάτι στον έσχατο φόβο
ανοίγει διάπλατα ξανακλείνει
μην έχοντας πια τίποτα

έτσι ενίοτε
σαν κάτι
απ’ τη ζωή όχι αναγκαστικά

 *-*

κάθε μέρα επιθυμείς
να’ σαι μια μέρα ζωντανός
όχι βέβαια χωρίς να λυπάσαι
μια μέρα που γεννήθηκες

 *-*

τίποτα μηδαμινό
δεν θα’ χε υπάρξει
για το τίποτα
τόσο υπαρκτό
τίποτα
μηδαμινό

 *-*

βήμα το βήμα
πουθενά
κανένας μόνος
δεν ξέρει πώς
μικρά βήματα
πουθενά
επίμονα.

Αυτός είναι ο Μπέκετ ως ποιητής. Τα παραπάνω ποιήματα περιλαμβάνονται στην έκδοση: Samuel Beckett: «ΠΟΙΗΜΑΤΑ συνοδευόμενα από ΣΑΧΛΟΚΟΥΒΕΝΤΕΣ», Εκδόσεις Ερατώ, Εισαγωγή-Μετάφραση: Γιώργος Βίλλιος

Déjà vu


Archangel

Καμιά φορά νιώθεις πως κάτι το έχεις ξαναζήσει. Επισκεπτόμενος ένα μέρος για πρώτη φορά σου φαίνεται οικείο και γνωστό. Το ίδιο μπορεί να συμβεί και με ένα πρόσωπο. Σήμερα λοιπόν θα εξομολογηθώ στο blog μου την απίστευτη σειρά συμπτώσεων που με γνώρισαν με το πρόσωπο και το έργο μιας νέας ποιήτριας, της Ευτυχίας Παναγιώτου. Πιο συγκεκριμένα δίνοντας υλικό για το ηλεκτρονικό περιοδικό e-poema του δημοσιογράφου και ποιητή Βασίλη Ρούβαλη, αποφάσισα να δώσω ένα κείμενο για την Σέξτον και μερικά ποιήματά της τα οποία έχω μεταφράσει και θα εκδοθούν στις αρχές του 2008 από τις εκδόσεις «Μικρή Άρκτος». Όταν μπήκα στο περιοδικό για να δω το κείμενο με έκπληξη διαπίστωσα δύο λήμματα στα περιεχόμενα για την Ανν Σέξτον, το δικό μου και ένα ακόμα το οποίο ήταν της Ευτυχίας Παναγιώτου και πληροφορούσε πως μετέφραζε Σέξτον για τις εκδόσεις «Τυπωθήτο». Με έπιασε τεταρταίος πυρετός, αλλά γρήγορα ησύχασα καθώς διαβάζοντας προσεκτικά είχε διαλέξει άλλη ποιητική συλλογή από ότι είχα εγώ μεταφράσει. Παρόλα αυτά θέλησα να έρθω σε επαφή μαζί της, έτσι ώστε να είμαι βέβαιος σχετικά με τη μετάφρασή μου.
Στο τηλέφωνο απάντησε μια γλυκιά, συνεσταλμένη θα έλεγα νεανική φωνή, η Ευτυχία Παναγιώτου, η οποία έμενε έκπληκτη καθώς μου είπε πως είχε τον ίδιο σκοπό, να μου τηλεφωνήσει, γιατί είχε την περιέργεια να γνωρίσει τον άνθρωπο που είχε γράψει ένα ομότιτλο με δικό της ποίημα. Έτσι η πρώτη έκπληξη ακολουθήθηκε από μια δεύτερη καθώς στο τεύχος του Εντευκτηρίου η Ευτυχία Παναγιώτου είχε δημοσιεύσει το ποίημά της «Funeral March» ενώ εγώ ταυτόχρονα δημοσίευα στο e-poema το ποίημα «Marche Funèbre», δηλαδή δυο ποιήματα με τον ίδιο τίτλο, μόνο που το δικό μου ήταν στα γαλλικά και της Ευτυχίας Παναγιώτου στα Αγγλικά. Κύρια όμως η σημασία στρεφότανε στο ότι και τα δύο ποιήματα είναι εμπνευσμένα και χρησιμοποιούν στην ανάπτυξη τους την ομότιτλη σονάτα του Σοπέν (Sonata op.35).
Συνάντησα τη νεαρή Ευτυχία Παναγιώτου και απέκτησα μια πολύ καλή φίλη, αφού ο διάλογος μεταξύ μας είχε αναπτυχθεί πριν δει ο ένας τον άλλο και μάλιστα σε παράλληλο χρόνο. Έτσι δεν ξέρω αν το Déjà vu ή το γερμανικό Zeitgeist περιγράφουν το γεγονός που προανέφερα, αλλά σίγουρα δεν είναι κάτι συμπτωματικό ή τυχαίο.
Είναι θα έλεγα δικαίωμά μου να πιστεύω σε κάτι το υπερβατικό το οποίο συνδέει τους εγκεφάλους των ανθρώπων, τις καρδιές τους, τις ψυχές τους. Η Ευτυχία Παναγιώτου λοιπόν αναμένεται να εκδώσει εντός του 2008 το πρώτο της ποιητικό βιβλίο. Εγώ αναδημοσιεύω το ποίημα της και το δικό μου, όπως τελικά θα έπρεπε να είναι, μαζί.

Καληνύχτα φίλοι μου, καληνύχτα…

Frédéric Chopin
SONATA (op. 35), «Funeral March»

I. Grave – Doppio movimento

το χέρι που κράταγε σφιχτά το αίμα μου ήταν ωραίος νεκροθάφτης.
μου έδωσε ένα μαχαίρι κάτω απ’ το χώμα να εξολοθρεύω τα σκουλήκια.
κι έπειτα από ένα ταξίδι αιματηρό έμαθα πως ποτέ δεν θα πεθάνω.
γιατί δεν θα ’σαι δω μπροστά μου να κρατάς, ψυχοπομπός,
μια νόθα αναγγελία του θανάτου.
το σώμα μου έγινε όμορφο, τα μαλλιά μου κυματίζουν
έχω γίνει μια λίμνη που ριγεί όταν τη βρέχουν οι σταγόνες.
το πρόσωπό μου είναι λευκό, μπορώ τώρα τα όνειρα να δω στα μάτια.

με το χέρι που μέτραγε κρυφές πληγές τώρα σου γράφω
τώρα σου γράφω ήρεμα και μη φοβάσαι.
δεν πενθώ, λαμπρό είναι το φεγγάρι.
όσοι το βλέπουνε μισό, να ξέρεις, λένε ψέματα.
είναι που η όψη τους δεν πλησιάζει πιο κοντά στο φως του.
εδώ δεν παύουν τα όνειρα, πεθαίνουν οι εφιάλτες
και ετούτη η ζωή δεν έχει τέλος.
γιατί, παράξενο, η κίνηση εδώ δεν μοιάζει να ’ναι τρόμος
μόνο στη μουσική αφήνεται ο χορός
και κατανυχτικά, συθέμελα, υψώνονται όσοι νιώθουν
την κάθε του απονεκρωμένη αίσθηση.

μην κλαις: όπου η αγάπη μάς δωρίζεται με έπαρση
μια πεταλούδα αργοπεθαίνει πάντα και πετάει.
φιλώ ευλαβικά το χέρι σου που μου ’δωσε το θάνατο.
ευχή μου, αν με κατανοείς, έτοιμος να ’σαι να πεθάνεις.

III. Marche Funèbre

με κοιτάς από ένα τηλεσκόπιο όπως κοιτάνε οι θνητοί τα άστρα
με απορία και άγνοια όπως κοιτάνε οι ξένοι
όμως εμένα κλαίνε τα μάτια μου τώρα που αρρωσταίνεις
καθώς το λάρυγγά σου πνίγει μια νεκρική σιγή.
μπροστά στη λάμψη δεν μπορείς τίποτα ν’ αντικρίσεις
και δεν θυμάσαι πια γιατί μόνοι ερχόμαστε στη γη.
το χέρι σου πλέει σε μια χοϊκή πανσέληνο που καίει
στάχτη το γέλιο και θρηνείς στον τάφο όταν με βλέπεις.
εγώ δεν είμαι εκεί, είμαι ψηλά, γιατί δεν με πιστεύεις;
επάνω σου χαιρέκακα ακροβατούν δυο νυχτερίδες
μαύρες στροφές στο σώμα σου συνέχεια πόσες κάνουν
σε χαϊδεύουν πονηρά να σε κατασπαράξουν.
σβήνει η φωνή μου πριν σε φτάσει και φωνάζω,
όταν φωνάζω, σε φωνάζω να ξυπνήσεις.
ο ήχος απ’ το κλάμα μου φτάνει στα πόδια κούφιος
και χάνεται αβέβαιος, παρά την προσευχή.

έχει νυχτώσει, είναι αργά, για να σου δώσω την ευχή μου.

IV. Finale-Presto

η ομορφιά σου θα κριθεί μονάχα με τον πόνο.
στρόβιλος η κατάρα σε ρουφά αμείλικτα και τρέμει
όλη η φύση άφωνη κοιτά με δέος το νόμο
ανεπιστρεπτί πώς τιμωρεί, τυφλή, η δικαιοσύνη.
φοβάσαι αγάπη μου και χάνεσαι, από το χώμα πέφτεις
μοιάζει με εφιάλτη το σκυλί, το σώμα σου όλο σέρνει
τα χέρια σου σκορπούν, τα πόδια παραιτούνται,
τρόμος και φρίκη σε ωθούν μπροστά από μια πύλη.
τα μάτια κλείνουν απλανή.
σώπασε.
πια τίποτα δεν βλέπεις.

Ευτυχία Παναγιώτου

MARCHE FUNEBRE
(ΠΟΙΗΜΑ ΣΕ ΤΡΕΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ)

ΠΡΑΞΗ 1η
(ΣΤΗΝ ΚΑΜΑΡΑ ΤΟΥ ΑΚΡΩΤΗΡΙΑΣΜΕΝΟΥ ΠΟΙΗΤΗ)

Και τη ζωή δαγκώνοντας
βαθαίνει κανείς την προσήλωση
Ολονυχτίς να ψέλνεται μια προσευχή
Μα μη θαρρείς
πως τούτο και μόνο
σε γλιτώνει

Αφού μέσα στο νου στριμώχνονται:
ο πίθηκος
ο άνθρωπος
και ο θεός

Αλλιώς:
ένα τέταρτο Ελβετικών Άλπεων
δυο κλάσματα ωκεανού
μια έρημος
κι η πόλη

Φτιάχνοντας αυτό που είναι όνειρο
μα είναι και εφιάλτης

Έτσι κι αλλιώς
το θηρίο του σκότους
αιώνια θα εξημερώνεται
σε φως του πρωινού

ΠΡΑΞΗ 2η
(MARCHE FUNEBRE)

Ύστερα με μια λεπτή φέτα από την ημισέληνο
και ένα μέρος ορίζοντα που διέφυγε
η μετρονόμος γραφομηχανή πήρε μπρος να συντονίσει
τον ρυθμό αυτού που όλη τη νύχτα ακουγότανε
στην κάμαρα του ακρωτηριασμένου ποιητή:

το αντηχείο μιας αποσπασματικής θλίψης

μια μονήρης νυκτωδία δίχως παρελθόν και μέλλον

η μελαγχολική σουίτα για πιάνο του Σοπέν
που εδώ και χρόνια ονομάζω: μπαλέτο των νεκρών στον Άδη
και συ: Marche Funèbre
Και ξημερώνοντας πια για τα καλά
ό,τι απομένει:
ο βίαιός σου ψίθυρος
κι ο ερυθρός σηματοδότης των χειλιών σου
ακινητώντας όλα όσα
μου είχες πει σούπερ-ήρωα
πως θα με μάθαινες ν’ αντέχω˙
για να στερούμαι τη ζωή
εξοικονομώντας πόνο και συναίσθημα˙

Δεν αντιλέγω˙
καλά τα κατάφερα˙
κρατώντας απ’ την αρχή τα δάκρυα και την αναπνοή μου
κάνοντας στη συνέχεια μακροβούτια με τη μύτη ορθάνοιχτη
ρέουσα απ’ τις ουσίες
έξω απ’ το νερό
μέσα στον αέρα
ασθμαίνοντας να συντηρούμαι

Σκοντάφτοντας όμως τώρα
πάνω στο πτώμα σου—
κατάλαβα πως τούτη ήταν η δική σου ώρα
αφού η βασιλική αράχνη
που φωλιάζει στη μπροστινή θήκη
του μπλε σκούρου νεσεσέρ με τα χάπια και τις αλοιφές
τα δύο τελευταία χρόνια
είχε υφάνει στον ιστό της
της Κοιμήσεως μια ζωγραφιά
να ίπτασαι οιακίζοντας
τα βαθυγάλανα χαράματα της ψυχής
καταντικρύ στο θάνατο

κι όπως λέω συχνά: Δεν ξέρω… κουράγιο κάνω

Ν’ αγκαλιαστώ και να παλέψω με τον κωμικό σκελετό
γνωρίζοντας πως και το τελευταίο μου κέρμα
ξοδεύτηκε στη σκόνη και τα χάπια;

Να διαγράψω παντελώς τη σχολική ενθύμηση
του οβολού και της ομηρικής υστεροφημίας
που τόσα χρόνια με έχει βασανίσει;

ΠΡΑΞΗ 3η
(ΜΕΤΡΩΝΤΑΣ ΟΠΩΣ ΣΤΟ ΚΡΥΦΤΟ)

Βουτώντας αξημέρωτα
μέσα στην ομίχλη των βουνών
δάκρυσες τα μάτια
και καταπώς ξεσπά η καταιγίδα
βάλθηκε κι η ζωή σου
αντίστροφα να μετρηθεί
κρυφοκοιτάζοντας
την κρυψώνα σου να δει
και να σ’ ανακαλύψει

ένα…δύο…τρία…
βγαίνω…

Φωνάζοντας
Σείοντας μ’ όλη μου τη δύναμη το ακίνητο κορμί σου
Παρακαλώντάς σε:
«Σήκω σήκω, πρέπει να ξυπνήσεις».

Γιάννης Αντιόχου

Αξιοπιστία


Τεντ Χιουζ (Ted Hughes)

Βλέποντας σήμερα το βράδυ την εικόνα που διάλεξα και έβαλα στην παράθεση του Καρυωτάκη, σκέφτηκα πως έκανα κατά κάποιο τρόπο φρικιαστικό το χώρο και μου ήρθε στο μυαλό ο Γιώργος Καραβασίλης, ο ποιητής που είδα τρία περίπου χρόνια νεκρό στο Β Νεκροταφείο Αθηνών, ύστερα από την μάχη που έδωσε με τον καρκίνο (σας υπόσχομαι να γράψω στο μέλλον ένα εκτενές άρθρο για εκείνον και το έργο του) και εικόνα την εικόνα, αυτό το μυαλό, που καλά το λένε πολλοί «τρελό πίθηκο», έφθασε να μου θυμίσει πως εκείνη την ημέρα της κηδείας, αφήνοντας το αυτοκίνητο μου έξω, κλειδώνοντας και τοποθετώντας την τσάντα με τον υπολογιστή μου στο πορτ-μπαγκάζ , μετά το έθιμο του καφέ της παρηγοριάς και τα λόγια της συγχώρεσης στην οικογένεια του θανόντος, είχε παραβιαστεί το αυτοκίνητό μου, είχε κλαπεί ο υπολογιστής μου, όπως επίσης και το πορτοφόλι με τις πιστωτικές μου κάρτες. Και για να μην μακρυγορώ, επειδή δεν είμαι αριθμομνήμων είχα γράψει τους κωδικούς των πιστωτικών καρτών σε ένα χαρτάκι μέσα στο πορτοφόλι διευκολύνοντας έτσι τους κλέφτες να εισπράξουν πάνω από είκοσι χιλιάδες ευρώ. Και ενώ συνέβαινε΄αυτό, δηλαδή οι κλέφτες τραβούσαν χρήματα, εγώ σκεφτόμουν πως τι κρίμα, γιατί μέσα στην τσάντα μου είχα το βιβλίο «Birthday Letters» του Ted Hughes το οποίο και είχα αρχίσει να μεταφράζω.

Την συγκεκριμένη μέρα είχα μεταφράσει το ποίημα «Αξιοπιστία», ενώ είχα αισθανθεί μια πρωτόγνωρη αίσθηση και είχα νιώσει πια πλήρως την εκλεκτική συγγένεια στη γραφή του Hughes και σε ότι έγραφα εγώ εκείνη την περίοδο.

Τελικά αφού απασχολήθηκα για περισσότερο από μισή ώρα σχετικά με το ότι είχα χάσει όλα τα περιεχόμενα του σκληρού μου δίσκου και ιδιαίτερα την μεταφραστική μου απόπειρα στο έργο του Χιουζ, έχασα επιπλέον πολύτιμο χρόνο και χρήματα, αφού ακύρωσα αργά πια και μάλιστα στο αστυνομικό τμήμα τις πιστωτικές μου κάρτες (τις οποίες ακόμα ξεχρεώνω), όμως ξαναπήρα την ίδια νύχτα μέσω του διαδικτύου (από την Amazon) τα «ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΓΕΝΕΘΛΙΩΝ», και σήμερα είμαι περήφανος που κατάφερα να μεταφράσω  έναν τόσο μεγάλο ποιητή, ίσως τον σημαντικοτέρο άγγλο ποιητή, μετά τον Έλιοτ.

Αξιοπιστία λοιπόν από τον Τεντ Χιουζ, από τα 88 «Γράμματα Γενεθλίων», εκδόσεις ΜΕΛΑΝΙ

ΑΞΙΟΠΙΣΤΙΑ

Κάπου έπρεπε να μείνω. Τριγυρνούσα
Απλά, δελεάζοντας σε,
Επιπλέοντας στην παλίρροια του πρωινού και μισομεθυσμένος
Από το εικοστό πέμπτο έτος μου. Εκ των έσω, ανακαινισμένο
Σύμφωνα με τη μόδα, το Alexandra’s House
Έγινε ίδρυμα σίτισης απόρων. Εκείνες ήταν οι μέρες
Πριν την avant-garde των καφέ-μπαρ.
Το καφενείο του Βρετανικού Εστιατορίου,
Του πολέμου απομεινάρι,
Ήταν ακόμα το μέρος να ισορροπήσεις το ξενύχτι τρώγοντας πρωινό.
Αλλά το Alexandra’s House ήταν το μέρος που θα σ’ έβλεπα.
Τα κορίτσια που το δούλευαν έμεναν από πάνω
Με μια ακολουθία χαμένων, τεμπέληδων
Αποκαμωμένων από τα ξενύχτια. Με κάποιο τρόπο
Απέκτησα ένα στρώμα εκεί, σ’ ένα δωμάτιο ψηλά,
Έχοντας θέα το Petty Cury. Ένα στρώμα
Γυμνό, σε γυμνά σανίδια, σ’ ένα γυμνό δωμάτιο.
Όλα όσα είχα, το σημειωματάριο μου κι αυτό το στρώμα.
Κάτω απ’ το φεγγίτη, σκαιά βλαστάρια καρυδιάς,
Κατά τον Ιούνη, η δουλειά μου χαλάρωσε. Απασχολήθηκα
Μόνο με σένα, σκορπίζοντας όλες τις οικονομίες που είχα.
Αποδεσμευμένος απ’ το Πανεπιστήμιο αιωρήθηκα
Στις ελευθερίες του. Κάθε βράδυ
Κοιμήθηκα σ’ αυτό το στρώμα, σκεπασμένος με μια κουβέρτα,
Μ’ ένα αξιαγάπητο κορίτσι, μόλις ελευθερωμένο
Από τον σύζυγο της από την πρώτη γραμμή
Εργασίας στο ίδρυμα σίτισης των απόρων. Τι
Ιπποτισμός με κατέλαβε τότε; Το σκέφτομαι
Σαν κάποιο χρονικό διάστημα που δεν μπορεί να παρέλθει,
Και που ποτέ ωστόσο δεν ήταν του χαρακτήρα μου τέτοια παράδοση.
Αυτή και εγώ κοιμηθήκαμε αγκαλιασμένοι,
Γυμνοί και απλοί σαν εραστές, κάθε νύχτα για έναν μήνα,
Ούτε μια φορά δεν κάναμε έρωτα. Ένας ιερός νόμος
Είχε προκύψει αφ’ εαυτού, με κάποιο τρόπο, για μένα.
Αλλά κι αυτή επίσης τον ακολουθούσε, σαν ιέρεια,
Με ευαισθησία, ευγένεια και παντελή γύμνια επιπρόσθετα.
Αποκρυπτογράφησε τα φρέσκα σημάδια που είχες χαράξει
Κατά μήκος της πλάτης μου, δείχνοντας να συμμετέχει
Στο πάθος μου, στην επικέντρωση μου,
Ώστε να κρατήσει την πρότερη μου απασχόληση ανέγγιχτη.
Ούτε μια φορά δεν με προκάλεσε, ποτέ δεν μ’ έβαλε σε πειρασμό.
Και ποτέ δεν άπλωσα ούτε το δαχτυλάκι μου εκτός
Της αδελφικής αγκαλιάς. Ήταν σα να ‘μουν αδελφή της.
Ποτέ δεν φάνηκε αφύσικο. Προσηλωμένος,
Τόσο κλειδωμένος πάνω σου, και συ τόσο λαμπερή,
Που όλα όσα δεν ήσουν εσύ έμοιαζαν με τυφλό σημείο.
Ακόμα προσπαθώ να το αποκρυπτογραφήσω όλο αυτό- αμφίβολος, τώρα,
Αν πρέπει να ζηλέψω τον εαυτό μου, ή να τον λυπηθώ. Η φίλη της,
Που είχε ένα μεγαλύτερο δωμάτιο, ήταν πιο άγρια.
Μετακομίσαμε μαζί της. Αυτή η σοφίτα
Έγινε υπνοδωμάτιο και αρχηγείο
Εναλλακτικό του St. Botolph. Παχουλή και νόστιμη,
Μ’ ένα ξεδιάντροπο γέλιο π’ άφηνε τ’ αραιά της δόντια να φαίνονται, η φίλη της
Έκανε ότι ήταν δυνατόν για να με πάρει μέσα της.
Και ποτέ δεν θα μάθεις τι είδους μάχη
Αναγκάστηκα να δώσω ώστε να κρατήσω το νόημα των λόγων μου
Ακλόνητο με τον κόσμο που είχαμε σχεδιάσει.
Φοβόμουν, εάν έχανα εκείνη τη μάχη
Ίσως κάτι μας εγκατέλειπε. Αίροντας
Καθένα από εκείνα τα γυμνά κορίτσια, καθώς μου χαμογέλασαν
Στα άγουρα είκοσι χρόνια τους, τ’ ακούμπησα
Στο κατώφλι του απίθανου μέλλοντος μας
Σαν αυτούς που ζητούν προστασία για τη θεμελίωση ενός νέου σπιτιού
Και συνηθίζουν να θάβουν, στα θεμέλια,
Ένα αναμάρτητο παιδί.

Μετάφραση: Γιάννης Αντιόχου

ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΓΕΝΕΘΛΙΩΝ

ΤΕΝΤ ΧΙΟΥΖ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΕΛΑΝΙ

Κ. Γ. Καρυωτάκης


Ο ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ ΝΕΚΡΟΣ

Πολλές φορές μόνο και μόνο η απλή παράθεση του ονόματός του συνδέει άμεσα τον άνθρωπο με την πράξη της αυτοχειρίας του. Ο απλός έλληνας αναγνώστης γνωρίζει τη σημαντικότητα του έργου και τον κατατάσσει σε εκείνους τους ποιητές που γράφουν απλά μελαγχολική ποίηση. Οι δεινοί μελετητές της ελληνικής ποίησης γνωρίζουν τη δράση του ποιητικού του έργου ως έργου αναμορφωτικού της σύγχρονης ελληνικής ποίησης, το οποίο επηρρέασε βαθειά ό,τι γεννήθηκε από εκεί και μετά, βρήκε επίσης πάμπολους μιμητές και ταυτόχρονα αναγνωρίζουν τη σπουδαιότητα του ποιητικού του έργου, έτσι άλλωστε μπορεί ο ερευνητής της καρυωτακικής ποίησης να βρει πάμπολα άρθρα, δοκίμια, μελέτες και σχολιασμούς σχετικά με το έργο του ποιητή.
Ο Καρυωτάκης γεννήθηκε στην Τρίπολη το 1896 και ως παιδί νομομηχανικού ακολουθεί τις μεταθέσεις του πατέρα του, μεγαλώνοντας σε διάφορα μέρη της Ελλάδας όπως: Λευκάδα, Λάρισσα, Καλαμάτα και Αθήνα, όπου και δέχεται τις ιδιαίτερες επιρροές από τα ήθη και τα έθιμα του κάθε τόπου. Το διάστημα της εφηβείας του (1909-1911) τον βρίσκει στην Αθήνα, όπου από την ηλικία των δεκατεσσάρων ετών δείχνοντας την κλίση του στην ποίηση δημοσιεύει ποιήματά του στο περιοδικό «Η Διάπλασις των Παίδων», όπως και στα περιοδικά της εποχής: «Ελλάς» και «Παρνασσός».
Μία μετάθεση του πατέρα του από την Αθήνα για τα Χανιά, αναγκάζει και τον νεαρό ποιητή να μετακινηθεί και αποφοιτήσει από το Γυμνάσιο των Χανίων, ξαναγυρίζοντας στην Αθήνα για να σπουδάσει στη Νομική Σχολή. Εκείνο δε το διάστημα ο Καρυωτάκης γνωρίζει τοβ πρώτο του έρωτα, την Άννα Σκορδίλη.
Ξεσπά ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος, ο Καρυωτάκης συνεχίζει τις σπουδές του, ενώ το 1915 η Άννα Σκορδίλη παντρεύεται.
Μεταξύ του 1915-1917 ο Καρυωτάκης απαγγέλει ποίησή του στο σύλλογο «Αρμονία», δίνει διαλέξεις στο σύλλογο Εμποροϋπαλλήλων και δημοσιεύει ποιήματα στην «Ακρόπολη» του Γαβριηλίδη. Το 1917 η Ελλάδα εισέρχεται στον Α παγκόσμιο πόλεμο και το 1918 ο Καρυωτάκης επιστρατεύεται, αλλά καταφέρνει καιπαίρνει αναστολή. Από το 1917 έως και το 1919 προετοίμασε και εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο: «Ο Πόνος του Ανθρώπου και των Πραμάτων», ενώ συνεργάζεται με τα γνωστά περιοδικά της εποχής «Νουμά» και συμμετέχει με συνεκδότη τον Άγη Λεβέντη να εκδώσει το σατιρικό περιοδικό «Η Γάμπα», το οποίο λογοκρίνεται αφού ήδη έχει προλάβει να εκδώσει έξι τεύχη.
Στο τέλος του 1919 και συγκεκριμένα το Νοέμβρη, ο Καρυωτάκης διορίζεται στη Θεσσαλονίκη με τίτλο: «Υπουργικός Γραμματέας ‘Αλφα», ενώ το Φεβρουάριο του 1920 κατατάσσεται στο στρατό, απαλλάσσεται όμως για λόγους υγείας. Διορίζεται στη Νομαρχία της Σύρου και κατόπιν στην Νομαρχία Άρτης, ενώ το 1921 διορίζεται στη Νομαρχία Αττικής. Τον Αύγουστο γράφει τη συλλογή του τα «Νηπενθή» και το 1922 γνωρίζει τη Μαρία Πολυδούρη. Η Πολυδούρη γυναίκα φεμινιστρία για την εποχή της, και ταυτόχρονα ποιήτρια του προτείνει γάμο, όμως ο Καρυωτάκης της εκμυστηρεύεται πως πάσχει από σύφιλη.
Το 1923 για να μπορέσει να μείνει κοντά στην Πολυδούρη παραιτείται από το Υπουργείο Εσωτερικών και λαμβάνει τη θέση του εισηγητή στο υπουργείο Πρόνοιας εκείνης της εποχής. Το Δημόσιο μεν του εξασφαλίζει τη σιγουριά και τη μονιμότητα, όμως πραγματικά ο Καρυωτάκης ασφυκτιά τηρώντας το πρωτόκολλο. Το 1924 ταξιδεύει στη Γερμανία και στην Ιταλία, ενώ σχεδιάζει να γίνει παραγγελιοδόχος. Το 1926 πηγαίνει στη Ρουμανία, όμως ονειρεύεται να ζήσει στην κοιτίδα παραγωγής της λογοτεχνίας του καιρού του, το Παρίσι.
Το 1927 εκδίδει το Ελεγεία και Σάτυρες, ενώ το 1928 συγκρούεται με του προϊστάμενούς του και παίρνει δυσμενή απόσπαση για Πάτρα. Η νόσος του αργά αλλά σταθερά προοδεύει και αναγκάζεται να επισκεφθεί το Παρίσι για μια σειρά εξετάσεων, ενώ τον Μάη του ίδιου έτους λαμβάνει την μετάθεσή του για τη Νομαρχία Πρεβέζης. Στις 18 Ιουνίου επισκέπτεται για τελευταία φορά στη Σψτηρία την Πολυδούρη και φεύγει για την Πρέβεζα ελπίζοντας σε μια άμεση απόσπαση στην Αθήνα, ή έστω να απολαύσει τα προνόμια των δημοσίων υπαλλήλων όπως αυτό της αναρρωτικής άδειας.
Τη νύχτα 20ης προς 21η Ιουλίου, στο Μονολίθι, γδύνεται και πέφτει στη θάλασσα να πνιγεί. Δεν τα καταφέρνει όμως και ξημερώματα το κύμα τον ξεβράζει στο Μύτικα της Αιτωλοακαρνανίας. Με τη βοήθεια ενός αγρότη βρίσκει τα ρούχα του και επιστρέφει σπίτι του. Παίρνει το πρόγευμα του και ντυμένος άψογα με κοστούμι, γραβάτα και ψαθάκι, αγοράζει ένα πιστόλι. Κάθεται στο καφενείο «Ο Ουράνιος Κήπος» γράφοντας το τελευταίο του σημείωμα. Μετά πηγαίνει στην παραλία του Αγίου Σπυρίδωνα, ξαπλώνει κάτω από έναν ευκάλυπτο και αυτοκτονεί με μια σφαίρα στην καρδιά του.

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΠΙΣΤΟΛΗ

Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου. Το μεγαλύτερό μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθεια μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς τις περσότερες να μπορώ να τις αισθανθώ. Τη χυδαία όμως πράξη που μου αποδίδεται τη μισώ, Εζήτησα μόνο την ιδεατή της ατμόσφαιρά της, την έσχατη πικρία. Ούτε είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για το επάγγελμα εκείνο. Ολόκληρο το παρελθόν μου πείθει γι’ αυτό. Κάθε πραγματικότητης μού ήτανε αποκορουστική.
Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο που ήρθε τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους ή εθεώρησαν την ύπαρξή τους παιχνίδι χωρίς ουσία. Τους βλέπω να έρχονται ολοένα περσότεροι μαζί με τους αιώνες. Σ’ αυτούς απευθύνομαι.
Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές!! είμαι έτοιμος για έναν ατιμωτικό θάνατο. Λυπούμαι τους δυστυχισμένους γονείς μου, λυπούμαι τα αδέλφια μου. Αλλά φεύγω με το μέτωπο ψηλά. Ήμουν άρρωστος.
Σας παρακαλώ τηλεγραφήστε, για να προδιαθέσει την οικογένειά μου, στο θείο μου, Δημοσθένη Καρυωτάκη, οδός Μονής Προδρόμου, πάροδος Αριστοτέλους, Αθήνας.

Κ. Καρυωτάκης

Και για ν’ αλλάξουμε τόνο: Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουνε ποτέ να αυτοκτονήσουν διά θαλάσσης. Όλη νύχτα απόψε, επί δέκα ώρες εδερνόμουν με τα κύματα. Ήπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πως, το σώμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια. Ορισμένως, κάποτε, όταν μου δοθεί η ευκαιρία, θα γράφω τις εντυπώσεις ενός πνιγόμενου.

ΣΕ ΠΑΛΑΙΟ ΣΥΜΦΟΙΤΗΤΗ
Φίλε, η καρδιά μου τώρα σα να εγέρασε.
Τελείωσεν η ζωή μου της Αθήνας,
που όμοια γλυκά και με το γλέντι επέρασε
και με την πίκρα κάποτε της πείνας.
Δε θα ‘ρθω πια στον τόπο που η πατρίδα μου
τον έδωκε το γιόρτασμα της νιότης,
παρά περαστικός, με την ελπίδα μου,
με τ’ όνειρο που εσβήστη, ταξιδιώτης.
Προσκυνητής θα πάω κατά το σπίτι σου
και θα μου πουν δεν ξέρουν τι εγίνης.
Μ’ άλλον μαζί θα ιδώ την Αφροδίτη σου
κι άλλοι το σπίτι θα ‘χουν της Ειρήνης.
Θα πάω προς την ταβέρνα, το σαμιώτικο
που επίναμε για να ξαναζητήσω.
Θα λείπεις, το κρασί τους θα’ ναι αλλιώτικο,
όμως εγώ θα πιω και θα μεθύσω.
Θ’ ανέβω τραγουδώντας και τρεκλίζοντας
στο Ζάππειο που ετραβούσαμεν αντάμα.
Τριγύρω θα ‘ναι ωραία πλατύς ο ορίζοντας,
και θα ‘ναι το τραγούδι μου σαν κλάμα.

ΕΣΠΕΡΑ
 Έτσι προχθές ήταν γλυκιά η εσπέρα…
Η σκέψη μου νοσταλγικά ενυχτώθη
στον κήπο, στη λιμνούλα και στη σέρα
που εσβήνανε τριαντάφυλλα σαν πόθοι
κι επέθαινε στα τζάμια πάνω η μέρα.
Έτσι προχθές ήταν γλυκιά η εσπέρα…
Ένας καημός που ακόμα δεν εδόθη
γινόταν άστρο. Σύννεφο από πέρα
μεγάλωνε (ίδιο σάβανο που κλώθει
με μοχθηρή σπουδή μοιραία μητέρα).
Έτσι προχθές ήταν γλυκιά η εσπέρα…
Όταν το δέος μου αξήγητον απλώθη,
το στερνό ρόδο θα ‘χανε η σέρα
και η λίμνη με νεκρόφυλλα θα εστρώθη.
Τ’ άστρα ζυγώνανε, καημοί , από πέρα.
Έτσι προχθές ήταν γλυκιά η εσπέρα…

ΠΟΙΗΤΕΣ
Πώς σβήνετε, πικροί ξενιτεμένοι!
Ανθάκια μου χλωμά, που σας επήραν
σε κήπους μακρινούς να σας φυτέψουν…
Βιολέτες κι ανεμώνες, ξεχασμένες
στα ξένα που πεθαίνετε παρτέρια,
κρατώντας, αργυρή δροσοσταλίδα,
βαθιά σας την ελπίδα της πατρίδας…
Χτυπιούνται, πληγωμένες πεταλούδες,
στο χώμα σας οι θύμησες κι οι πόθοι.
Το φώς, που κατεβαίνει, της ημέρας,
κι απλώνεται γλυκύτατο και παίζει
μ’ όλα τριγύρω τ’ άλλα λουλουδάκια,
περνάει από κοντά σας και δε βλέπει
τον πόνο σας ωραίο, για να χαϊδέψει
τα πορφυρά θρηνητικά μαλλιά σας.
Ειδυλλιακές οι νύχτες σας σκεπάζουν,
κι η καλωσύνη αν χύνεται των άστρων,
ταπεινοί καθώς είστε, δε σας φτάνει.
Ολούθε πνέει, σα λίβας, των ανθρώπων
η τόση μοχθηρία και σας μαραίνει,
ανθάκια μου χλωμά, που σας επήραν
σε κήπους μακρινούς να σας φυτέψουν.

ΠΕΘΑΙΝΟΝΤΑΣ
Μάταιη ψυχή, στην ατονία εσπέρας εαρινής,
ενώ θα κλείνεις τα χρυσά φτερά σου πληγωμένη,
την ώρα που σα λύτρωση κάτι θα καρτερείς,
φτωχή καρδιά, θανάσιμα μα αιώνια λυπημένη•
όταν, φτασμένη απάνω στον ορίζοντα, θα ιδείς
μίση να φεύγουν οι έρωτες, χολή τα πάθη σου όλα,
όταν ανέβει από τα εξαίσια τ’ άνθη της ζωής
μύρον η απογοήτευση, ψυχή μου ονειροπόλα
την ώρα την υπέρτατη που θε να θυμηθείς
μ’ ένα μόνο χαμόγελο τα φίλα και τα ενάντια —
μάταιη ψυχή, στο πέλαγο, στο αγέρι τι θα πεις;
ω, τι θα πεις, στενή καρδιά, στη χλωμή δύση αγνάντια;

ΙΔΑΝΙΚΟΙ ΑΥΤΟΧΕΙΡΕΣ
Γυρίζουν το κλειδί στην πόρτα, παίρνουν
τα παλιά, φυλαγμένα γράμματά τους,
διαβάζουν ήσυχα, κι έπειτα σέρνουν
για τελευταία φορά τα βήματά τους.
Ήταν η ζωή τους, λένε, τραγωδία.
Θεέ μου, το φρικτό γέλιο των ανθρώπων,
τα δάκρυα, ο ίδρως, η νοσταλγία
των ουρανών, η ερημιά των τόπων.
Στέκονται στο παράθυρο, κοιτάνε
τα δέντρα, τα παιδιά, πέρα τη φύση,
τους μαρμαράδες που σφυροκοπάνε,
τον ήλιο που για πάντα θέλει δύσει.
Oλα τελείωσαν. Το σημείωμα να το,
σύντομο, απλό, βαθύ, καθώς ταιριάζει,
αδιαφορία, συγχώρηση γεμάτο
για κείνον που θα κλαίει και θα διαβάζει.
Βλέπουν τον καθρέφτη, βλέπουν την ώρα,
ρωτούν αν είναι τρέλα τάχα ή λάθος,
«όλα τελείωσαν» ψιθυρίζουν «τώρα»,
πως θ’ αναβάλουν βέβαιοι κατά βάθος…

ΕΜΒΑΤΗΡΙΟ
ΠΕΝΘΙΜΟ ΚΑΙ ΚΑΤΑΚΟΡΥΦΟ
Στο ταβάνι βλέπω τους γύψους.
Μαίανδροι στο χορό τους με τραβάνε.
Η ευτυχία μου, σκέπτομαι, θα ‘ναι
ζήτημα ύψους.
Σύμβολα ζωής υπερτέρας,
ρόδα αναλλοίωτα, μετουσιωμένα,
λευκές άκανθες ολόγυρα σ’ ένα
Αμάλθειο κέρας.
(Ταπεινή τέχνη χωρίς ύφος,
πόσο αργά δέχομαι το δίδαγμα σου!)
Όνειρο ανάγλυφο, θα ‘ρθω κοντά σου
κατακορύφως.
Οι ορίχοντες θα μ’ έχουν πνίξει.
Σ’ όλα τα κλίματα, σ’ όλα τα πλάτη,
αγώνες για το ψωμί και το αλάτι,
έρωτες, πλήξη.
Α! πρέπει τώρα να φορέσω
τ’ ωραίο εκείνο γύψινο στεφάνι.
Έτσι, με πλαίσιο γύρω το ταβάνι,
πολύ θ’ αρέσω.

ΩΧΡΑ ΣΠΕΙΡΟΧΑΙΤΗ
Ήταν ωραία σύνολα τα επιστημονικά
βιβλία, οι αιματόχαρες εικόνες τους, η φίλη
που αμφίβολα κοιτάζοντας εγέλα μυστικά,
ωραίο κι ό,τι μας εδίναν τα φευγαλέα της χείλη…
Το μέτωπό μας έκρουσε τόσο απαλά, με τόση
επιμονή, που ανοίξαμε για να ‘μπει σαν κυρία
η Τρέλα στο κεφάλι μας, έπειτα να κλειδώσει.
Τώρα η ζωή μας γίνεται ξένη, παλιά ιστορία.
Το λογικό, τα αισθήματα μάς είναι πολυτέλεια,
βάρος, και τα χαρίζουμε του κάθε συνετού.
Κρατούμε την παρόρμηση, τα παιδικά μας γέλια,
το ένστικτο ν’ αφηνόμεθα στα χέρι του Θεού.
Μια κωμωδία η πλάση Του σαν είναι φρικαλέα,
Εκείνος, που έχει πάντοτε την πρόθεση καλή,
ευδόκησε στα μάτια μας να κατεβάσει αυλαία
— ω, κωμωδία! — το θάμπωμα, τ’ όνειρο, την άχλυ.
…Κι ήταν ωραία ως σύνολο η αγορασμένη φίλη,
στο δείλι αυτό του μακρινού πέρα χειμώνος, όταν,
γελώντας αινιγματικά, μας έδινε τα χείλη
κι έβλεπε το ενδεχόμενο, την άβυσσο που ερχόταν.

ΜΙΚΡΗ ΑΣΥΜΦΩΝΙΑ ΣΕ Α ΜΕΙΖΟΝ
Α! κύριε, κύριε Μαλακάση,
ποιος θα βρεθεί να μας δικάσει,
μικρόν εμέ κι εσάς μεγάλο
ίδια τον ένα και τον άλλο;
Τους τρόπους, το παράστημά σας,
το θελκτικό μειδίαμά σας,
το monocle που σας βοηθάει
να βλέπετε μόνο στο πλάι
και μόνο αυτούς να χαιρετάτε
όσοι μοιάζουν αριστοκράται,
την περιποιημένη φάτσα,
την υπεροπτική γκριμάτσα
από τη μια μεριά να βάλει
της ζυγαριάς, κι από την άλλη
πλάστιγγα να βροντήσω κάτου,
μισητό σκήνωμα, θανάτου
άθυρμα, συντριμμένο βάζον,
εγώ, κύμβαλον αλαλάζον.
Α! κύριε, κύριε Μαλακάση,
ποιος τελευταίος θα γελάσει;

ΠΡΕΒΕΖΑ
Θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται
στους μαύρους τοίχους και τα κεραμύδια,
θάνατος οι γυναίκες, που αγαπιούνται
καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια.
Θάνατος οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοι
με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους,
ο ελαιώνας, γύρω η θάλασσα, κι ακόμη
ο ήλιος, θάνατος μες στους θανάτους.
Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει
για να ζυγίση μια «ελλειπή» μερίδα,
θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι,
κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.
Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης.
Την Κυριακή θ’ ακούσουμε την μπάντα.
Επήρα ένα βιβλιάριο Τραπέζης
πρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα.
Περπατώντας αργά στην προκυμαία,
«Υπάρχω;» λες, κ’ ύστερα «δεν υπάρχεις!»
Φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία.
Ίσως έρχεται ο Κύριος Νομάρχης.
Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους
αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία…
Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους,
θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.

ΝΥΧΤΑ

Είναι αξημέρωτη νύχτα η ζωή.
Στις μεσονύχτιες στράτες περπατάνε
αποσταμένοι οι έρωτες
κι οι γρίλιες των παράθυρων εστάξανε
τον πόνο που κρατάνε
Στις στέγες εκρεμάστη το φεγγάρι
σκυμμένο προς τα δάκρυα του
κι η μυρωμένη λύπη των τριαντάφυλλων
το δρόμο της θα πάρει
Ολόρθο το φανάρι μας σωπαίνει
χλωμό και μυστηριώδικο
κι η πόρτα του σπιτιού μου είναι σα ν’ άνοιξε
και λείψανο να βγαίνει.
Σαρκάζει το κρεβάτι τη χαρά τους
κι αυτοί λέν πως έτριξε•
δε λεν πως το κρεβάτι οραματίζεται
μελλοντικούς θανάτους.
Και κλαίνε οι αμανέδες στις ταβέρνες
τη νύχτα την αστρόφεγγη
που θα ’πρεπε η αγάπη ναν την έπινε
και παίζουν οι λατέρνες.
Χυμένες στα ποτήρια καρτερούνε
οι λησμονιές γλυκύτατες•
οι χίμαιρες τώρα θα ειπούν το λόγο τους
και οι άνθρωποι θ’ ακούνε
Καθημερνών χαμώνε κοιμητήρι
το πάρκον ανατρίχιασε
την ώρα που νεκρός κάποιος εκίνησε
να πάει στη χλόη να γείρει.

[ΟΤΑΝ ΚΑΤΕΒΟΥΜΕ ΤΗ ΣΚΑΛΑ…]
Όταν κατέβουμε τη σκάλα τι θα πούμε
στους ίσκιους που θα μας υποδεχτούνε,
αυστηροί, γνώριμοι, αόριστοι φίλοι,
μ’ ένα χαμόγελο στ’ ανύπαρκτα τους χείλη;
Τουλάχιστον δωπέρα είμαστε μόνοι.
Περνάει η μέρα μας, η άλλη ξημερώνει,
και μες στα μάτια μας διατηρούμε ακόμα
κάτι που δίνει στα πράγμα χρώμα.
Αλλά εκεί κάτου τι να πούμε, πού να πάμε;
Αναγκαστικά ένας τον άλλον θα κοιτάμε,
με κομμένα τα χέρια στους αγκώνες,
ασάλευτοι σαν πρόσωπα σε εικόνες.
Αν έρθη κανείς την πλάκα μας να χτυπήση,
θα φαντάζεται πως έχουμε ζήσει.
Αν πάρη ένα τριαντάφυλλο ή αφίση χάμου,
το τριαντάφυλλο θα ‘ναι της άμμου.
Κι αν ποτέ στα νύχια μας ανασηκωθούμε,
τις βίλλες του Posillipo θα ιδούμε,
Κύριε, Κύριε, και το τερραίν του Παραδείσου
όπου θα παίζουν crieket οι οπαδοί σου.—

ΒΡΑΔΥ
Τα παιδάκια που παίζουν στ’ ανοιξιάτικο δείλι
μια ιαχή μακρυσμένη —
τ’ αεράκι που λόγια με των ρόδων τα χείλη
ψιθυρίζει και μένει,

τ’ ανοιχτά παραθύρια που ανασαίνουν την ώρα,
η αδειανή κάμαρά μου,
ένα τραίνο που θα ‘ρχεται από μια άγνωστη χώρα,
τα χαμένα όνειρά μου,
οι καμπάνες που σβήνουν, και το βράδυ που πέφτει
ολοένα στην πόλη,
στων ανθρώπων την όψη, στ’ ουρανού τον καθρέφτη,
στη ζωή μου τώρα όλη…

Τέλος θα ήθελα να σημειώσω πως ο Καυρωτάκης έχει μελοποιηθεί από σημαντικούς έλληνες δημιουργούς. Προσωπικά θεωρώ πως η μουσικοσυνθετική απόδοσή του από τη Λένα Πλάτωνος είναι ότι καλύτερο έχω ακούσει τα τελευταία χρόνια ως μελοποιημένη ποίηση.
Ποιήματα μπορείτε να βρείτε online στον παρακάτω δεσμό:

http://www.papaki.panteion.gr/teuxos2/_private/kariotakis/karyoindex.htm

Αργυρώ Μαντόγλου: «Η εξαίρεση του κανόνα»


Αργυρώ Μαντόγλου

Αν και πιστός μελετητής και αναγνώστης της ποίησης στην παρούσα παράθεση θα κάνω μία εξαίρεση, παρουσιάζοντας την Αργυρώ Μαντόγλου και πιο συγκεκριμένα θα παραθέσω μια βιβλιοκριτική που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Index για το διακειμενικό μεταμοντέρνο μυθιστόρημά της: 69 Bodyland ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΑΣΩΜΑΤΩΝ. Έτσι το δημοσιεύω και στο blog αφού για μένα η γραφή της Μαντόγλου είναι η εξαίρεση του κανόνα στη λογοτεχνίας μας και ως κανόνα θεωρώ αυτή την fast-food βιβλιοπαραγωγή.

Όποιος διαβάσει αυτό το βιβλίο, είμαι βέβαιος πως θα συμφωνήσει πως  είναι ό,τι καλύτερο ή από τα καλύτερα (για να μην κριθώ ως υπερβολικός) από ό,τι διαθέτει η λογοτεχνία της χώρας μας σήμερα. Η Μαντόγλου δεν είναι όπως γράφω και παρακάτω λογοτέχνης που διατηρεί φαστφουντάδικο, το κείμενο της είναι σημερινό, κατλαβαίνει όμως κανείς διαβάζοντάς την και την τύχη του έργου της στο μέλλον. Είναι περισσότερο μια καλά δομημένη ποιητική πρόζα, ένα μεγάλο ποίημα με αρχή, μέση και τέλος, με χαρακτήρες γυναίκες της καθημερινής ζωής, με ιστορίες της ίδιας της ζωής… και η ζωή της Μαντόγλου φτάνει να περιγράφει τα άκρα και να προκαλεί.

Ο χαμένος ταξιδιωτικός χάρτης της ΧΩΡΑΣΩΜΑΤΩΝ

Μαντόγλου, Αργυρώ
Εκδόσεις Κέδρος
Σελίδες 267
ISBN 960-04-2843-3

Ο λόγος της Αργυρώς Μαντόγλου κατατίθεται μέσα από μια μεταμοντέρνα αφήγηση χωρίς νόμους και συμβάσεις, μια ελεύθερη αφήγηση που έχει καταφέρει να ελέγξει τον ίδιο της τον εαυτό και ας τολμήσω να πω πως είναι σύμφωνος με την απόλαυση της ελευθερίας που περιγράφει η Βιρτζίνια Γουλφ στο δοκίμιο της «Πώς πρέπει να διαβάζει κανείς ένα βιβλίο».

Το “BODYLAND ΧΩΡΑΣΩΜΑΤΩΝ” ξεκινά με την εισαγωγική ιστορία-αφήγηση της Άγνωστης Χ. Η Άγνωστη Χ θέλει να επέμβει στην πλαδαρότητα, στην ένδεια της γυναικείας σεξουαλικής ρητορικής. Και το όνομα της Χ είναι η μεταβλητή Χ που τίθεται στους άξονες των μαθηματικών και λαμβάνει την οποιαδήποτε τιμή, «όνομα». Ανά-λογα με τα δεδομένα παριστάνει μιας διαφορετικής πάντα κατανομής συνάρτηση: κανονική καμπύλη, καμπύλη κατά Gauss, αριστερόστροφη, δεξιόστροφη κατανομή, αυτό δεν έχει σημασία. Το σημαντικό είναι πως οποιοδήποτε όνομα κι αν παίρνει η Άγνωστη Χ, αυτό επενεργεί με τη σημαντικότητα της τιμής που σημασιολογεί η λέξη «όνομα», που της αποδίδεται από την συγγραφέα, όπως: Λευκή, Αρετή, Ευαγγελία, Νίκη, Αυγή, Βικτορία, Αλεξάνδρα, Μίνα, Ευγενία, Σταματία, Αρετή, Αλίκη, Ευτυχία, Σα-λώμη.

Κάθε μια από τις ηρωίδες της αφήγησης εκθέτει ανυπάκουα την ιστορία της, την κρυφή της ιστορία, η οποία είναι πέρα από το φαίνεσθαι και είναι «είναι». Οι αφηγήσεις τους είναι σύγχρονες αναπαραστάσεις ενός reality show, μια παγκοσμιοποιημένη διήγηση με γλώσσα που αναδεικνύει τις ιστορίες και τους προσδίδει μια διαρκή κατάσταση πάθους με την τραγική του σημασία. Το λάθος που προηγείται και το μάθος που έπεται από τον άξονα της τραγικής αφήγησης είναι το ολοκληρωμένο δράμα που ζει ο αναγνώστης στα περιθώρια της αφήγησης. Με αυτόν τον τρόπο το βιβλίο απογειώνεται, αυξάνοντας ταχύτητα στην διαδρομή των ιστοριών που αφηγείται.

Οι γυναίκες δεν είναι οι έξαλλες και υστερικές γυναίκες που μαθαίνουν να υπομέ-νουν από την εγκατάλειψη, την επιβολή και την βία που τους ασκείται από τους εκάστοτε συνταξιδιώτες τους, τους αρσενικούς ήρωες ή τους Άγνωστους Ψ –θα μπορούσαμε να πούμε- με τους οποίους αλληλεπιδρούν στη διαδρομή των σελίδων και ενός κάθετου χρόνου που χαρακτηρίζει το βιβλίο.

Οι ηρωίδες είναι πολύ περισσότερο οι αγγελιαφόροι μιας νέας μυθιστορηματικής, μυθοπλαστικής πραγματικότητας, που σημαίνει πως επιτέλους στη λογοτεχνία της χώρας μας η γυναικεία γραφή δεν κατασκευάζει γυναίκες θυμωμένες, γυναίκες έξω από τα όρια. Έτσι η συγγραφέας καταφέρνει κάτι πρωτότυπο και θαυμάσιο, οι ηρωίδες της, οι πολλαπλές και σημαίνουσες τιμές της Άγνωστης Χ να είναι γυναίκες της διπλανής πόρτας που καθημερινά γράφουν τη δική τους ιστορία παθητικά ή ενεργητικά, υπομένοντας το θαύμα της αποτυχημένης χειραφέτησής τους σε μια κοι-νωνία που πάντα θα περιμένει να τις ημερώσει, εξημερώσει και έτσι ταυτίζει το υποκείμενο της ανάγνωσης με τις πολλαπλές μεταμορφώσεις της Άγνωστης Χ.

Η γραφή της Μαντόγλου χαρακτηρίζεται ως κάθετη και ενώ ακολουθεί κατά βάση τους κανόνες της μυθοπλασίας, εντούτοις επεκτείνεται χωροχρονικά δημιουργώντας ένα περιβάλλον αναφοράς που θα μπορέσει να επιβιώσει με την πάροδο των ετών, αφού δεν εμπλέκεται με τα κλισέ της κατεστημένης διήγησης, αλλά προτιμά να ανατρέψει σε πολλά σημεία την κληρονομημένη και μιμητική λογοτεχνία της χώρας μας. Έτσι, ενώ η Αλεξάνδρα συμμετέχει ερήμην της, προσκεκλημένη από την Ανθή, καθηγήτρια της, στα δρώμενα ενός reality show, στο Ναύπλιο, ένας ερωτευμένος Κολοκοτρώνης υφαίνεται στην αφήγηση πυρπολώντας την κλειστή διήγηση.

Η Μαντόγλου δημιουργεί ηθελημένα, ανοικτές, χαίνουσες πληγές αναδιαμορφώ-νοντας το περιεχόμενο της αφήγησής της. Αποφεύγει την πεπατημένη και διαγράφει μια μυθοπλασία η οποία είναι αδύνατον προβλεφθεί από τον αναγνώστη και με αυτόν τον τρόπο τον εκπλήσσει. Η γραφή της θυμίζει την ανατρεπτικότητα της ζωής, την τραγικότητα της. Αν αυτό προέρχεται από την εμπειρία της συγγραφέως, τότε έχει επιτύχει να ενσωματώσει στη γραφή της τον μεγαλύτερο και αρτιότερο κανόνα του λόγου, αυτού της απόλυτης ελευθερίας. Και με αυτόν τον τρόπο ο Λόγος γίνεται σάρκα και μετά πληγή, και ποτέ δεν κλείνει. Τα τραύματα σε κάνουν να μιλάς. Οι κα-κουχίες σου… αρθρώνει η Static Woman, η Σταματία.

Η ΧΩΡΑΣΩΜΑΤΩΝ χωρίζεται σε δύο ενότητες, τις ιστορίες του δρόμου και τις ιστορί-ες του τρόμου:

Οι ιστορίες του δρόμου, ιστορίες που διηγούνται την καθημερινή υπαρξιακή δια-δρομή των γυναικών σε δημόσιους χώρους —καζίνα, νοσοκομεία, γιορτές, πλατείες, κ.λ.π.— διηγούνται την έκθεση των ηρωίδων τους μέσα από ιστορίες που φαινομε-νικά θα μπορούσαν να αποτελούν κεφάλαια και πράξεις της ζωής του καθενός μας.

Οι ιστορίες του τρόμου από την άλλη, βιώνουν τον κίνδυνο μέσα από πλήθος ανα-τροπές ή αποκαλύψεις. Είναι τα θρίλερ, ο ίδιος ο τρόμος, η ανασφάλεια. Είναι η μεγάλη αποκάλυψη, το μεγάλο μυστικό που κρύβει μέσα του ο καθένας, διπλοκλειδωμένο. Αυτό που κανείς δεν τολμά να μουρμουρίσει στον ίδιο του τον εαυτό και απροσδόκητα αποκαλύπτεται στον άλλο. Αυτό που σε κάνει ν’ αναφωνήσεις «Τι είναι αυτά που μου συμβαίνουν;». Η Μαρία, η Μίνα, η Ευγενία, η Σαλώμη, η Ευτυχία, οι ηρωίδες του τρόμου ζουν και κινούνται ανάμεσά μας. Ίσως τις έχουμε κάποιοι συ-ναντήσει, ίσως να τις συναντήσουμε.

Οι ιστορίες τους, ενώ καταγράφονται ως ρεαλιστικές, εντούτοις αποδίδονται δραματικά σκηνοθετημένες και δημιουργούν μια αίσθηση υπερπραγματικότητας. Αυτό τις κάνει ξεχωριστές και αρμοστές στην πληροφοριακή και τηλεματική εποχή μας. Η πρόζα της Μαντόγλου δεν είναι φτηνή, fast-food πρόζα και κύρια δεν επικεντρώνεται στην ύλη αλλά στην ιδέα. Δεν ξέρω αν η Μαντόγλου, γράφει με σκοπό να φωτίσει τις σκοτεινές πλευρές του εαυτού της, να γνωρίσει τον εαυτό της, αλλά το περιβάλλον αυτοαναφοράς της δεν είναι η επιδερμίδα, ο φλοιός όπως αλλιώς θα μπορούσαμε να πούμε.

Η Μαντόγλου καταγράφει την αντανάκλαση των μορφών της που εισπράττει από μια συγκεκριμένη οπτική, παρόλα αυτά, όσο ρεαλιστικές κι αν είναι οι καταγραφές της, οι ήρωές της δεν έχουν συγκεκριμένη ταυτότητα, αλλά μοιάζουν με κάτι ασαφές και αχαρακτήριστο έχοντας την απόλυτη ελευθερία να εγκλωβίσουν τον αναγνώστη, εμπλέκοντάς τον στην ιστορία.

Η Άγνωστη Χ περιδιαβαίνει τις επικράτειες της ΧΩΡΑΣΩΜΑΤΩΝ, έχει γράψει τις ιστορί-ες δρόμου και τρόμου, έχει κρατήσει σημειώσεις για το νέο της βιβλίο συνεχώς διερωτώμενη: «Ποια είμαι;» ώσπου και γίνεται ΕυΧή, δηλαδή f(x).

«…κάρφωσε το βλέμμα στη φωτεινή οθόνη του υπολογιστή και έγραψε, έγραψε, έ-γραψε… Και έγραφε για ώρα πολύ. Διόρθωση: έγραφε και διέγραφε.».

Στο τέλος, πέρα από τον υπαινιγμό της ανάγκης μιας μεγαλύτερης αφήγησης η οποία θα ενσωματώνει όλες τις ιδιότητες που μας εξέθεσαν οι ηρωίδες, υπάρχει και μια σαφής δήλωση για τη γραφή του επόμενου έργου της Άγνωστης Χ, του συγγραφικού Alter ego, μέσα από ένα ευφυές μεταμοντέρνο παιχνίδι μετατόπισης και παστίς, δηλώνοντας τα ονόματα των ηρώων με τους οποίους θα καταπιαστεί: Σταύρος και Αυγή, ονόματα με κρυφό συμβολισμό και προοπτική, αφήνοντας το κείμενο ανοιχτό και τον αναγνώστη στην αναμονή της αφηγηματικής συνέχειας…

Και ένα σύντομο εργοβιογραφικό της συγγραφέως: Η Αργυρώ Μαντόγλου σπούδασε Αγγλική Λογοτεχνία, Φιλοσοφία και Κριτική Θεωρία στην Αγγλία. Κείμενά της και κριτικά σημειώματα έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες. Συνεργάζεται με το ένθετο «Βιβλιοθήκη» της «Ελευθεροτυπίας». Το «Βλέφαρα με τατουάζ» είναι το δεύτερο μυθιστόρημά της μετά από δύο ποιητικές συλλογές και έναν αριθμό μεταφράσεων. Έργα της: «Κατήχηση της Άνοιξης» (Γκοβόστης, 1992). «Γενέθλια βροχή» (Δελφίνι, 1995). «Βιρτζίνια Γουλφ cafe» (Aπόπειρα, 1999). «Βλέφαρα με τατουάζ» (Πατάκης, 2001) κ.ά.

Τίτλοι στη βάση ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ:

(2007) Πες μου μια ιστορία , Μελάνι, [μετάφραση]

(2006) Η τυχαία , Ελληνικά Γράμματα, [μετάφραση]

(2006) Καλημέρα, μεσάνυχτα , Μελάνι, [μετάφραση]

(2006) Κλοπή: Μια ερωτική ιστορία , Ελληνικά Γράμματα, [μετάφραση]

(2005) Bodyland Χωρασωμάτων , Κέδρος

(2005) Θάνατος το καλοκαίρι , Ελληνικά Γράμματα, [μετάφραση]

(2005) Ορλάντο , Ελληνικά Γράμματα, [μετάφραση]

(2005) Το μάθημα του δασκάλου , Μελάνι, [μετάφραση]

(2004) Ο πλαστογράφος , Ελληνικά Γράμματα, [μετάφραση]

(2003) Η τυφλή πιανίστρια , Μεταίχμιο, [μετάφραση]

(2003) Νύφη από πολυεστέρα , Μεταίχμιο

(2003) Ο άγγελος της οργής , Μεταίχμιο, [μετάφραση]

(2003) Ο αδύνατος άντρας , Μεταίχμιο, [μετάφραση]

(2001) Βλέφαρα με τατουάζ , Πατάκη

(2001) Η ματωμένη κάμαρα , Χατζηνικολή, [μετάφραση]

(2001) Σαν Φρανσίσκο , Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη, [μετάφραση]

(1999) Βιρτζίνια Γουλφ Café , Απόπειρα

(1999) Δοκίμια , Scripta, [μετάφραση]

(1999) Το ανθρώπινο κροκέ , Scripta, [μετάφραση]

(1997) Το πέπλο , Πατάκη, [μετάφραση]

Γιάννης Αντιόχου