…μνημονεύοντας έναν από τους κύκλους της κόλασης


JOYCE MANSOUR 

Συνεχίζοντας να ανεβάζω πληροφορίες για ποιητές και ποιήτριες, φθάνω στην παρουσίαση του έργου της γαλλόφωνης ποιήτριας, Τζόις Μανσούρ (Joyce Mansour). Με το έργο τής Μανσούρ ήρθα σε επαφή μέσα από την απόδοση ενός μέρους του από τον ποιητή Έκτορα Κακναβάτο, αφού τα γαλλικά μου δυστυχώς, παραμένουν στο επίπεδο της γυμνασιακής γνώσης, για να μπορέσω να τη διαβάσω από το πρωτότυπο.

Έχοντας όμως εμπιστοσύνη στην ικανότητα και στο γλωσσικό αισθητήριο του Έκτορα Κακναβάτου, εντρύφησα σε μία ποίηση σπαρακτική. Μελαγχολική και οδυνηρή γραφή. Υπερρεαλιστικές εικόνες και θάνατος. Ο θάνατος ως ρυθμιστής του χωροχρόνου. Ο τόπος και ο χώρος που η Μανσούρ ξεδιπλώνει τη γραφή της. Η Μανσούρ είναι στ’ αλήθεια αυτό που κάποτε είχε γράψει ο Maurice Chappaz: «Το να μνημονεύεις την Τζόις Μανσούρ σ’ ένα πανόραμα σχετικό με τον έρωτα, είναι σα να μνημονεύεις έναν από τους κύκλους της κόλασης».

Αντλώντας πληροφορίες για το βιογραφικό της από το εισαγωγικό σημείωμα της απόδοσης των συλλογών της: «Κραυγές, Σπαράγματα, Όρνια», που αποτελούν και τον τίτλο του βιβλίου (εκδόσεις Άγρα) που σας προτείνω, μεταφέρω συνοπτικά:

Η Τζόις Μανσούρ γεννήθηκε το 1928 στο Bowden της Αγγλίας. Η οικογένεια της ήταν Αιγύπτιοι έτσι όλη η κουλτούρα που της μεταδόθηκε είχε ανατολική προέλευση. Η οικογένεια της ήταν αγγλόφωνη και η Μανσούρ έκανε σπουδές στην Αγγλία και την Ελβετία. Παντρεύτηκε τον Σαμίρ Μανσούρ, ο οποίος την συνάντησε στο Κάιρο στις λεμβοδρομίες του Yacht Club, αφού η Τζόις ασχολήθηκε με τον αθλητισμό. Μετά το γάμο της μοιραζότανε το χρόνο της μεταξύ Καΐρου και Παρισιού.

Σε ηλικία είκοσι χρόνων παραιτήθηκε από τις αθλητικές της δραστηριότητες και στράφηκε στην ποίηση, γράφοντας τη συλλογή «Κραυγές», την οποία στενοί της φίλοι και ο Pierre Segher ενδιαφέρθηκαν να εκδώσουνε. Ο Μπρετόν ενθουσιάστηκε και την αποκάλεσε «κονδυλώδες τέκνο του ανατολικού παραμυθιού» και από τότε η Μανσούρ και ο Μπρετόν έγιναν αχώριστοι φίλοι. Ο Μπρετόν κατακτήθηκε από αυτήν, καθώς δεν ήταν μόνο ικανή ποιήτρια, μα υπήρξε και γοητευτική γυναίκα.

Ο Phillipe Audoin στο έργο του Les Surréalistes (Seuil, Paris 1973), γράφει για την Μανσούρ: «[…] όλα τα μάτια στράφηκαν σε μια νεαρή ταξιδιώτισσα, που μόλις είχε φθάσει από την Αίγυπτο. Είναι μια καταπληκτική ομορφιά˙ παρατηρώντας το οξύ της προφίλ, τη βαριά περικεφαλαία των κατάμαυρων μαλλιών της, τα χείλη της, τα βλέφαρά της, τα γραμμένα φρύδια, θα ορκιζόταν κανείς πως μόλις δραπέτευσε από το ανάκτορο όπου γραφιάδες και οι ιερείς του ήλιου επαγρυπνούν στις πριγκηπέσες, κόρες του Ακενατόν».

Στο οπισθόφυλλο της έκδοσης ο Κακναβάτος σημειώνει για το έργο της Μανσούρ τα εξής: «Εκείνο που δεσπόζει στην ποίησή της είναι η δίχως μεταπτώσεις αναφορά της στο χαοτικό διάστημα ανάμεσα Έρωτα και Θανάτου… που εκδηλώνεται όχι σπάνια σε τόνους ντελίριου. Φτάνει στο σημείο να ωθήσει τον έρωτα σ’ επίθεση, ρίχνοντάς τον πάνω στα τείχη του θανάτου, να τα παραβιάσει, να εισβάλλει στην ενδοχώρα του. Ο οραματισμός της, γι’ αυτό δεν ορρωδεί μπροστά στο μακάβριο: ωθεί την ερωτική αναζήτηση, την ερωτική έλξη και επαφή να συνεχίζεται ανάμεσα στους ενταφιασμένους, εκεί, μέσα στον τάφο, ενώ η σήψη προχωρεί ραγδαία, και όχι ανάμεσα στις ψυχές τους που διέφυγαν σε κάποια ουράνια ενδιαιτήματα που θέλει μια άλλη μεταφυσική εξαλλοσύνη, στους αντίποδες της δικής της. Θέλει τον έρωτα να διαπερνά το θάνατο πέρα για πέρα διότι βλέπει το θάνατο ακατανίκητο δόκανο να πολιορκεί τον έρωτα σαν να’ ναι το περίγραμμά του. Τον έρωτα διαπερατό από τον θάνατο. Τον θάνατο διαμπερή από τον έρωτα. Τον έρωτα εντεταγμένο στους κώδικες της μορφογένεσης. Τον θάνατο φάση της ανακύκλωσης των μορφών. Και είναι γι’ αυτό η ποιήτρια πληγωμένη, είναι μελαγχολική, είναι πικρή, είναι αηδιασμένη, είναι δραματική, είναι χλευαστική, είναι αναστατωμένη, είναι επαναστατική… Και είναι ασύστολη. Ο λόγος της ενδίδει στην ασέλγεια, στη σεξουαλική φρενίτιδα που διακλαδίζεται στον κανιβαλισμό, στη λαγνεία, στο λεσβιασμό, στο βίτσιο, στο μακάβριο, στη διαστροφή, σ’ όλες τις παρενέργειες του ερωτικού παροξυσμού, επιστρατεύοντας και την αναισχυντία, προκειμένου να διασαλπίσει πως είναι απαράδεκτος ο θάνατος».

Η Μανσούρ πεθαίνει το 1986 σε ηλικία πενηνταοχτώ ετών. Ο καημός του θανάτου που διατρέχει το έργο της και κορυφώνεται στις τελευταίες της συλλογές, προέρχεται και από την ασθένεια της. Η Μανσούρ έπασχε από καρκίνο μαστού. Στο έργο της Le Grand jamais (1981) είχε γράψει:

Αν το άλογο είναι η πατρίδα του νομάδα
η μύγα στο παραβάν του τυφλού
και το στήθος ο στόχος του καρκίνου
ο πόλεμος δεν είναι παρά το όνειρο του τουφεκιού.

Η απόδοση των ποιημάτων από τον Κακναβάτο μεταφέρει όλη αυτή την ορμή, τη μελαγχολία, την ειρωνεία, τη φρενίτιδα του πόθου. Αναμφισβήτητα πρόκειται για μια κορυφαία ποιήτρια που το έργο της στέκει ως σημαντικό μεταξύ των ποιητικών έργων του 20ου αιώνα. Πληροφοριακά κυκλοφορούσε άλλο ένα βιβλίο με ποιήματα της Μανσούρ και πάλι μεταφρασμένα από τον Έκτορα Κακναβάτο που φέρει τον τίτλο «Ερωτικά» (εκδόσεις Κείμενα) και είχε εκδοθεί το 1978. Τα ποιήματα σε αυτό το βιβλίο περιλαμβάνονται στη συλλογή που έχει εκδοθεί μεταγενέστερα από τις εκδόσεις Άγρα.

Παραθέτω τρία ποιήματα, ένα από κάθε συλλογή που περιέχονται στο βιβλίο, σε απόδοση του ποιητή Έκτορα Κακναβάτου.

από τις «Κραυγές» (1953)

Ο άνθρωπος που αμύνεται
μπροστά σε δικαστήριο πιθήκων
Ο άνθρωπος που ρωτά, ο άνθρωπος που ικετεύει
Το κεφάλι του κρύβεται ανάμεσα στις μαλλιαρές του
  γάμπες
κ’ οι πίθηκοι περιμένουν
κ’ οι πίθηκοι κατηγορούνε συνηγορούν γελάνε
πριν να καταβροχθίσουνε τον άνθρωπο τη σάπια αυτή
  μπανάνα

από τα «Σπαράγματα» (1955)

Πέταξες τα μάτια μου στη θάλασσα
ξερίζωσες από τα χέρια μου τα όνειρά μου
ξέσκισες τον μελανιασμένο αφαλό μου
και μες στα πράσινα των μαλλιών μου φύκια π’ ανεμίζουν
το έμβρυο έχεις πνίξει

από τα «Όρνια» (1960)

Αφότου σε γνώρισα
ψυχή της ψυχής μου
η κάθε νεροφίδα που ρουφώ αλλάζει σε φαντάσματα
Οι θλιβερές φαγούρες
των γυναικών που’ ναι κλειστές στον έρωτα
βαραίνουν πάνω στις γάμπες μου σαν φωλιές βατράχων
κ’ η νεραγκούλα των νερόλακκων ανοίγει μπροστά σου
σαν στόμα βρώμικο καταυγασμένο από κοροϊδία
Ομορφαίνεις το δρόμο μου
ψυχή του απέραντου έρωτά μου
όπως ένα φύλλο πάνω σε τάφο
όπως ένα δάκρυ μέσα στη σούπα
Σε κοχεύω τη νύχτα τεντωμένη στο έσχατο,
ρισκάροντας να τσακιστώ
τον ερχομό σου ευχόμενη που ακόμα δεν με ξέρεις
Κοίτα που μια μπίλια ολολυγμών πάει να σπάσει,
στα ξεχαρβαλωμένα μου σαγόνια ανάμεσα τσιρίζει

Ποίηση: Joyce Mansour
Απόδοση: Έκτωρ Κακναβάτος
από το βιβλίο: Κραυγές, Σπαράγματα, Όρνια (Εκδόσεις Άγρα)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s