Μετά τις εκλογές τι;


ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ

Και μετά τις εκλογές τι; Ασφαλώς για μένα και πάλι η ποίηση θα είναι… δεν ξέρω για τους πολλούς άλλους, τους χαμένους, τους κερδισμένους από την πολυκομματική μας πλέον βουλή, αλλά ελπίζω κάτι να αλλάξει, να αλλάξει για το μέλλον αυτού του τόπου. Και η ευχή μου είναι απαίτηση, μια ισχυρή απαίτηση να ενσκήψουν οι πολιτικοί στον πολιτισμό και την παιδεία, αλλιώς η χώρα των δύο Νόμπελ, η χώρα που γέννησε την ποίηση και το δράμα, κινδυνεύει από την ολοκληρωτική της πια αλλοτρίωση.

Σα χαρακτήρας θα έλεγα ότι είμαι μάλλον δειλός και αποφεύγω να κραυγάσω ζητώντας το αυτονόητο. Μέσα όμως σε αυτές τις γραμμές θεωρώ υποχρέωσή μου να συστήσω τη δική μου πολιτική κυβέρνηση, ίσως και τη δική μου βουλή, η οποία θα αποτελείται από ποιητές. Δεν έχω κανένα πρόβλημα συνύπαρξης με τους συγγραφείς και όλους τους άλλους εκπροσώπους του γραπτού λόγου, οι ποιητές όμως είναι πιο περιεκτικοί, πιο συμπυκνωμένοι, ολιγόλογοι. Ό,τι έχουν να πουν θα το χτίσουν μέσα σ’ ένα ποίημα. Το ποίημα θα ταξιδέψει, τυπωμένο, από χέρι σε χέρι, ενίοτε από στόμα σε στόμα και θα βρει στόχο. Είμαι σίγουρος πως ένα αληθινό ποίημα πάντα βρίσκει το στόχο του.

Στο προηγούμενο post, στο οποίο αναφέρθηκα στην ποίηση της Βακαλό προσπάθησα να σας δείξω πως το έργο ενός ποιητή, αποτελεί το κειμενικό του σώμα και πως αυτό το σώμα δεν είναι πολύτομο, αλλά τις περισσότερες φορές είναι επίτομο, για να μπορεί κάποιος να το μεταφέρει, όπως είχε πει νομίζω κάποτε και ο Ελύτης, μέσα στο σακίδιο του. Τι καλύτερη συντροφιά υπάρχει άραγε σ’ έναν κόσμο ο οποίος έμαθε να ζει με το ψέμα, την αδικία, την καπήλευση της ιδεολογίας του, η οποία έχει πια ισοπεδωθεί.

Που είναι η ιδεολογία σήμερα; Γεννημένος το 1969, δεν θυμάμαι τη χούντα και ελάχιστα θυμάμαι από την μεταπολίτευση. Κύρια θυμάμαι το ξύλο που μου είχε δώσει η συνοδός στο σχολικό λεωφορείο, όταν φώναζα ένα σύνθημα περιπαικτικό που είχα ακούσει για τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, ο οποίος και ήρθε να ανορθώσει το πολίτευμα. Έτσι και από τα χρόνια της μεταπολίτευσης λίγα θυμάμαι. Όμως θυμάμαι έντονα πως σταματήσαμε να φοράμε ξαφνικά τις ποδιές στο δημοτικό και μετά στο γυμνάσιο σταματήσαμε να βάζουμε στις λέξεις μας τα πνεύματα και τους περιττούς κατά τον αναμορφωτή Ανδρέα Παπανδρέου τόνους, κρατώντας μόνο την οξεία και βγάζοντας από τον κόπο τους ανορθόγραφους έλληνες.

Και περάσανε τα χρόνια και οι έλληνες ακόμα και χωρίς τόνους ανορθόγραφοι είναι και απαίδευτοι και… ένα σωρό άλλα. Έτσι πρώτα να απαντήσω στον εαυτό μου: τι με μέλλει που δεν διαβάζουν ποίηση και μετά να τα λέω και στους άλλους.

Κύρια μου λείπει η υπομονή. Υπομονή να δω που θα φτάσει όλη αυτή η κουταμάρα… Νοιάζομαι αν τα παιδιά μου μπορούν να διαβάζουν κάποτε τον Ελύτη και τον Σεφέρη, το Σολωμό και τον Κάλβο, τον Καβάφη και τον Καρυωτάκη. Εγώ δηλώνω πως θα προσπαθήσω να τα παιδέψω… για να μπορούν να νιώθουν, ότι ένιωσα και εγώ διαβάζοντας από το σχολικό εγχειρίδιο του Ελεύθερους Πολιορκημένους.

Έτσι λοιπόν παραθέτω τους στίχους του Σολωμού από τις ενότητες Ι και ΙΙ του Β΄ σχεδιάσματος των Ελεύθερων Πολιορκημένων. Στίχοι που θα παραμείνουν αξεπέραστοι στην ελληνική ποίηση για να θυμόμαστε πως ως Έλληνες είμαστε σε μια παντοτινή κατάσταση πολιορκίας. Απλά σας προτρέπω να αναρωτηθείτε ποιος είναι ο εχθρός σήμερα.

Ελεύθεροι Πολιορκημένοι
(Από το Β’ Σχεδίασμα)

Ι

Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει•
λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι η μάνα το ζηλεύει.
Τα μάτια η πείνα εμαύρισε• στα μάτια η μάνα μνέει•
στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα καί κλαίει:
«Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τι σ’ έχω γω στο χέρι;
οπού συ μού ΄γινες βαρύ κι ο Αγαρηνός το ξέρει».

ΙΙ

Ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν καί γελούνε,
κι όσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ’ άρματα σε κλειούνε.
……………………………………………………………………..
Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει,
και μες στη θάλασσα βαθιά ξαναπετιέται πάλι,
π’ ολονυχτίς εσύσμιξε με τ’ ουρανού τα κάλλη.
Και μες στης λίμνης τα νερά, όπ’ έφθασε μ’ ασπούδα,
έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια πεταλούδα,
που ευώδιασε τον ύπνο της μεσα στον άγριο κρίνο•
το σκουληκάκι βρίσκεται σ’ ώρα γλυκειά κι εκείνο.
Μάγεμα η φύσις κι όνειρο στην ομορφιά και χάρη•
η μαύρη πέτρα ολόχρυση καί το ξερό χορτάρι.
Με χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κρένει:
«Όποιος πεθάνει σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει».
[…]

Διονύσιος Σολωμός

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s