Άννα Αχμάτοβα: Η θυελλώδης ζωή μιας μεγάλης ποιήτριας


Άννα Αχμάτοβα 

Η θυελλώδης προσωπική ζωή της μεγάλης ρωσίδας ποιήτριας Αννας Αχμάτοβα, οι απογοητεύσεις, οι διωγμοί, αλλά και το ποιητικό της ταλέντο, αποτυπώνονται σ’ αυτή τη βιογραφία του Βόλφγκανγκ Χέσνερ.
Το πραγματικό της όνομα ήταν Αννα Αντρέγεβνα Γκορένκο. Γεννήθηκε το 1889 και πέρασε το μεγαλύτερο κομμάτι της παιδικής της ηλικίας στην Αγία Πετρούπολη και τη γύρω περιοχή. Όταν άρχισε να γράφει ποίηση ο πατέρας της την ανάγκασε να υιοθετήσει ένα ψευδώνυμο, για να μη χαλάσει το καλό όνομα της οικογένειάς της ως «παρακμιακή ποιήτρια». Η Αννα διάλεξε το επώνυμο Αχμάτοβα, που ανήκε σε μία προγιαγιά της από τη φυλή των Τατάρων, απόγονη του θρυλικού Τζένγκις Χαν. Το όνομα ακουγόταν ρομαντικό και μυστήριο, γεμάτο αυτοπεποίθηση, υπογραμμίζοντας μια αίσθηση πεπρωμένου που είχε νιώσει η Αννα από πολύ νωρίς και που ποτέ δεν την εγκατέλειψε. Η Αννα Αχμάτοβα χαρακτηρίστηκε από το σοβιετικό καθεστώς «αγία και πόρνη». Μία ασκητική φιγούρα που κατάφερε να μετουσιώσει το προσωπικό της δράμα σε συλλογική εμπειρία και να εκφράσει μέσα από τα ποιήματά της τον πόνο ενός ολόκληρου λαού, που την ανακήρυξε αγία μαθαίνοντας απέξω τους στίχους της και απαγγέλλοντάς τους κρυφά, μακριά από τα αυτιά του Στάλιν.
Συγχρόνως όμως ήταν μια γυναίκα που εξέπεμπε τεράστια γοητεία και έκανε τους άντρες να τρέχουν πίσω της μαγεμένοι. Αλλά αυτή η όμορφη και υπεροπτική γυναίκα, αντί να εκμεταλλεύεται τους θαυμαστές της, κατέληγε σχεδόν πάντα παρατημένη και απογοητευμένη. Οι δυστυχισμένοι γάμοι και οι καταστροφικές σχέσεις συνεχίστηκαν μέχρι το τέλος σχεδόν της ζωής της.
Η παρούσα έκδοση περιλαμβάνει επίσης πολλά ποιήματά της, σχόλια και εξηγήσεις, προσφέροντας έτσι μια σε βάθος γνωριμία με την ποιήτρια και το έργο της.

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μελάνι σε μετάφραση της Αννίτα Συριοπούλου και μετάφραση των ποιημάτων από τον Γιάννη Αντιόχου. Σας παραθέτω κάποια χαρακτηριστικά ποιήματα της Αχμάτοβα.

(Χωρίς τίτλο)

Μισάνοιχτες οι πόρτες,
Κι οι φλαμουριές πως σείονται γλυκά…
Πάνω στο τραπέζι ξεχασμένα
Το μαστίγιο, το γάντι.

Από την λάμπα ένας κίτρινος κύκλος…
Αφουγκράζομαι ένα θρόισμα.
Γιατί έφυγες;
Δεν το καταλαβαίνω…

Λαμπερή και διάφανη
Το πρωί θα’ ναι η μέρα.
Κι όμως η ζωή είναι ωραία,
Καρδιά, και τώρα να’ σαι έξυπνη.

Είσαι πολύ, μα πολύ κουρασμένη,
Χτυπάς άτονα κι υπόκωφα…
Διάβασα εγώ, να ξέρεις,
Πως οι ψυχές είναι αθάνατες.

Ο ΓΚΡΙΖΟΜΑΤΗΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ

Δόξα σε σένα αιώνιε πόνε!
Χθες πέθανε ο γκριζομάτης βασιλιάς,

Κόκκινο το φθινόπωρο κι η νύχτα μελαγχολική,
Ο άνδρας μου επιστρέφοντας είπε με ησυχία:

«Ξέρεις, κάτω απ’ τη παλιά τον βρήκαμε την δρυ,
απ’ το κυνήγι τον κουβάλησαν τέσσερις άνδρες εκεί.

Τόσο νέος…Θλίβομαι για τη βασίλισσα.
Μέσα σε μια νύχτα της άσπρισαν τα μαλλιά».

Βρήκε την πίπα του στην παραστιά,
Κι έφυγε όπως συνήθιζε το βράδυ στη δουλειά

Τώρα την μικρή μου κόρη θα ξυπνήσω,
Και τα ματάκια της, τα γκρίζα, θα αντικρύσω.

(Χωρίς τίτλο)

Έξω απ’ το παράθυρο οι λεύκες οι ψηλές θροΐζουν στην αυλή
«Ο Βασιλιάς σου δεν πια στη γη…»
Δεν θα πιούμε απ’ το ίδιο ποτήρι
Ούτε νερό, ούτε γλυκό κρασί,
Ξημερώνοντας δεν θα βυθιστούμε σ’ ένα φιλί
Και το δειλινό δεν θα κοιτάζουμε απ’ το ίδιο παραθύρι.
Να μας φωτίζουνε πρέπει, εσένα ο ήλιος, εμένα το φεγγάρι
Αλλά να μας ενώνει εμάς τους δυο γνωρίζει η αγάπη.

Μαζί μου πάντα ο καλός κι ο φίλος ο πιστός.
Μαζί σου της φιλενάδας σου ο ξέγνοιαστος καιρός.
Τον φόβο όμως κατάλαβε, στα μάτια την αιδώ
Σου ανήκει όλο το φταίξιμο για τούτον τον καημό.
Να μη βλεπόμαστε συχνά – προς τι;
Θα πρέπει να φυλάξουμε δική μας τη σιωπή.

Μόνο περνάει μέσ’ απ’ το ποίημα μου η φωνή σου.
Πνοή μέσ’ απ’ τους στίχους σου είναι η αναπνοή μου.
Ω μια φλόγα καίει εκεί πέρα
Απ’ το φόβο ή τη λησμονιά…
Κι αν ήξερες, πόσο με θέλγουν
Τα ροδοκόκκινα ξερά σου χείλια, πόσο με θέλγουν.

(Χωρίς τίτλο)

Μια πίπα μαύρη εσύ φουμάρεις
Αλλόκοτος τριγύρω της καπνός.
Φορώ μια φούστα κολλημένη στο μηρό
Να γίνομαι ωραία, να σε προκαλώ.

Παράθυρα ερμητικά κλειστά.
Τι να’ ναι έξω, άνοιξη ή παγωνιά;
Στα μάτια σου καρφώθηκε το βλέμμα
Γάτας που καρτερεί προσεκτικά.

Ω πόσο η καρδιά μου λαχταρά
Του θάνατου τα ύστερα λεπτά;
Αχ, αυτή, που ακόμα εδώ χορεύει
Στην κόλαση θα καίγεται παντοτινά.

Η Γυναίκα του Λωτ

Και ο ενάρετος άνθρωπος ακολούθησε του Θεού τον απεσταλμένο
Θεόρατο και φωτεινό, ψηλά στο μαύρο το βουνό
Μα η οδύνη μίλησε στη σύζυγο του βροντερά:
Μπορείς ακόμα να κοιτάξεις της είπε, δεν είναι δα και τόσο αργά

Στων οικείων σου Σοδόμων τα κόκκινα κάστρα
Στην γωνιά που τραγούδησες, στην αυλή που έκλωσες
Στου θεόρατου σπιτιού τ’ αδειανά παράθυρα
Εκεί που του λατρεμένου σου συζύγου το παιδί του γέννησες.

Εκείνη κοίταξε, παρέλυσε, πόνος θανατερός,
Τα μάτια της ποτέ δεν άνοιξαν ξανά•
Το σώμα της αλάτι, διαυγής σωρός
Τα σβέλτα πόδια της στον τόπο ρίζωσαν διαπαντός.
Κανείς δεν θα κλάψει για τούτη τη γυναίκα;
Μηδαμινή απώλεια στην κολασμένη μοίρα;
Μα η καρδιά μου πάντα θα την θυμάται για ένα
Που τη ζωή της έδωσε για ένα μονάχα βλέμμα.

24, Φεβρουαρίου 1924.

Συκοφαντία

Ολούθε συντροφιά μου συκοφαντία μ’ απειλεί.
Στ’ όνειρο το έρπον της το βήμα, εμένα ακολουθεί.
Και στην πόλη τη νεκρή με τον άσπλαχνο ουρανό
Ψωμί και δώμα άσκοπα τριγυρίζω για να βρω.
Και η αντανάκλασή της σε κάθε μάτι καίει,
Τώρα σαν την προδοσία, τώρα σαν την αθώα τη φοβία.
Δεν τη φοβάμαι αυτή. Για κάθε νέα κατηγορία
Αξιοπρεπή και αυστηρή έχω δικαιολογία.
Αλλ’ ήδη βλέπω πως θα’ ρθει η αναπόδραστη ημέρα—
Που στο φως της χαραυγής, οι φίλοι μου θα επισκεφθούν εμένα
Και τα γλυκύτερα μου όνειρα λυγμούς θα τα γεμίσουν,
Στο παγωμένο στήθος μου εικόνα θ’ ακουμπήσουν.
Τότε, στον καθένα άγνωστη, εκείνη θα εισέλθει,
Το αχόρταγό το στόμα της με το αίμα μου βαμμένο,
Φριχτές για μένα προσβολές θα μου απαριθμήσει
Και η φωνή να μπλέκεται με την ακολουθία.
Και το επονείδιστο της παραλήρημα θα φτάσει στον καθένα,
Έτσι που ν’ αποφεύγονται γειτόνων οι ματιές
Και το κορμί μου σε κενό πελώριο ν’ αφεθεί,
Πως η ψυχή μου για στερνή φορά ν’ αναφτεί
Σε γήινη λιγοθυμιά, πετά μακριά στη χαραυγή
Με φόβο τρελό για την εγκαταλειμμένη πίσω γη.

(Χωρίς τίτλο)

Τα πουλιά του θανάτου στο ζενίθ.
Το Λένινγκραντ ποιος να σώσει θα’ ρθει;

Ησύχασε— αναπνέει,
Ακόμα ζει, τα πάντα ακούει•

Πώς στον βυθό της Βαλτικής
Οι γιοί του μέσα στον ύπνο τους στενάζουν,

Πώς μέσα απ’ τα βάθη βγαίνουνε κραυγές: «Ψωμί!»
Που φτάνουν ώς τον θόλο του ουρανού…

Μ’ αυτή, η στέρεα η γη, ανάλγητη.
Κι ατενίζοντας απ’ όλα τα παράθυρα — θάνατος.

28 Σεπτεμβρίου 1941
(Στο αεροπλάνο)

Nox

To άγαλμα «Νύχτα» στον Θερινό Κήπο

Μικρή μου νύχτα!
Ντυμένη αστέρια,
Με πένθιμες παπαρούνες, μ’ ένα άγρυπνο νυχτοπούλι…
Μικρή μου κόρη!
Σε κρύψαμε κάτω
Απ’ του κήπου το φρέσκο χώμα.
Τώρα του Διονύσου τα ποτήρια αδειανά,
Τα βλέμματα του έρωτα με δάκρυα κηλιδωμένα …
Διασχίζοντας τον ουρανό της πόλης μας
Οι τρομερές σου αδερφές.

30 Μαΐου 1942

Μετάφραση: Γιάννης Αντιόχου

Advertisements

One thought on “Άννα Αχμάτοβα: Η θυελλώδης ζωή μιας μεγάλης ποιήτριας

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s