ΣΧΟΛΙΑΖΟΝΤΑΣ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟ BLOG…


ΦΕΝΤΕΡΙΚΟ ΓΚΑΡΘΙΑ ΛΟΡΚΑ

Το blogging είναι εξαιρετικά εθιστικό. Αν και είχα την πολυτέλεια να έχω υπολογιστή από τα φοιτητικά μου χρόνια και να τον χρησιμοποιώ και ως μέσω επικοινωνίας από το 1995 που τα πρώτα chats σε πλατφόρμα java είχαν κάνει την εμφάνισή τους, εντούτοις καθυστέρησα θα μπορούσα να πω να ασχοληθώ με το blogging.

Κύρια καθυστέρησα λόγω των αυξημένων μου υποχρεώσεων στην εργασία αλλά και προσπαθώντας να παρατηρήσω που θα οδηγούνταν τα blogs, τα οποία στην πλειοψηφία τους στημένα ανώνυμα, περνούν γενιές δεκατέσσερις τον καθένα που θα πέσει στην πένα του δεινού σχολιαστή (με τα πολλά κόμπλεξ). Και δε λέω, καλά κάνουν και περνούν γενιές δεκατέσσερις τον οποιοδήποτε.

Βέβαια κάποτε καταρρέει και η ανωνυμία και οι άγνωστοι γίνονται γνωστοί. Οι μάσκες δεν προφυλάγουν, αλλά θα έλεγα τελικά ότι δυναμιτίζουν, ειδικά αν πρόκειται για αρνητικούς σχολιασμούς. Ακόμα δεν πιστεύω ότι εγώ θα ξεφύγω από την αρνητική κριτική, δεν θα την γλιτώσω τελικά, αφού δεν είναι δυνατό όλοι να είναι αρεστοί σε όλους, όμως όσο μπορώ θα συντηρώ το συγκεκριμένο blog, αφού η ποίηση για μένα, εκτός από το μέσο της έκφρασής μου είναι και πάθος.

Το πάθος της ποίησης από τη μια και το ποιητικό άλγος του ποιητή από την άλλη, συνωμότησαν στο να χρειαστεί πέρα από την προσωπική μου ιστοσελίδα http://yiannisantiochou.6te.net να στηθεί και αυτό το blog. Τώρα πια όμως είναι εθιστικό, αφού δεν ξέρω τι να πρωτοπαρουσιάσω, έστω και αν ο αναγνώστης είναι άγνωστος. Αυτό σκέφτομαι ότι έχει μεγαλύτερη αξία. Μοιάζει με έναν μονόλογο εσωτερικό, όπου η φωνή σου ηχεί κρίνοντας πάντα πιο αυστηρά, αρκεί αυτός ο εσωτερικός μονόλογος μη καταντήσει να είναι αυτιστικός.

Σε ένα δοκίμιο μου, το οποίο βρίσκεται δημοσιευμένο στην ιστοσελίδα μου, αναφέρομαι μεταξύ άλλων στην ποίηση όπως εγώ τη βιώνω ως αναγνώστης αλλά και ως ποιητής. Ο Ουμπέρτο Σάμπα στο δοκίμιο του «Τι μένει να κάνουν οι ποιητές», γράφει μεταξύ άλλων τα εξής: «…Ενώ δηλαδή μιλώντας για ένα μυθιστόρημα, για ένα διήγημα, για ένα έργο τέχνης ή στοχασμού, αναφέρουμε μονάχα τα γεγονότα, τα αισθήματα ή τις ιδέες που εκφράζονται σε αυτά, αντιθέτως, μιλώντας για έναν ποιητή ούτε λίγο ούτε πολύ επαναλαμβάνουμε τους ίδιους του τους στίχους…». Έτσι καταλήγει φανερό ότι το όχημα ενσάρκωσης του ποιητικού λόγου, το ποιητικό σώμα ακούσιο μεταφέρεται στο χωροχρόνο.  Ταυτόχρονα επειδή ο στίχος έχει εγγενή φανερό ή μη, αισθητό ρυθμό, εγγράφεται ευκολότερα στη μνήμη και αποδίδεται πρωτότυπα και όχι σαν αντιγραφή – αποτέλεσμα της εποπτείας του εκάστοτε που τον απαγγέλλει. Η από μνήμης απαγγελία ενός στίχου κατά την διαλογική συνεύρεση δυο ή και περισσοτέρων ανθρώπων, έχει σχεδόν την ίδια δυναμική που θα είχε η ανάγνωση από το τυπογραφικό δελτίο καθ’ επιλογή του αναγνώστη.

Η λέξη επιλογή μου φέρνει στο νου τα ράφια της ποίησης των μεγάλων Αθηναϊκών βιβλιοπωλείων που δεν θα κατονομάσω, αλλά θα οριοθετήσω στον εκδοτικό άξονα της οδού Σόλωνος και στους πνευματικούς δρόμους της πρωτεύουσας, δηλαδή την Οδό Πανεπιστημίου και την οδό Ακαδημίας και βέβαια όλες τις άλλες οδούς που διασταυρώνονται σε αυτή τη νοητή ευθεία από την πλατεία Ομονοίας έως και την πλατεία Συντάγματος. Και θα μιλήσω γι’ αυτά, γιατί τα περιφερειακά βιβλιοπωλεία δεν γνωρίζουν τη λέξη ποίηση, έστω κι αν επιχειρούν σε μια χώρα που έχει δυο νόμπελ ποίησης και την μεγαλύτερη ποιητική παράδοση στην ιστορία του ανθρώπου.  Σε αυτά λοιπόν τα κέντρα εμπορίου, η εκδοτική βιομηχανία έχει εκτοπίσει την ποίηση σε στενές κλίμακες με ράφια. Κι εκ πρώτης άποψης αυτό ακούγεται μεταφορικά ποιητικό. Δηλαδή για να διαλέξει κάποιος ένα βιβλίο ποιητικό θα πρέπει ν’ ανέλθει από μια στενή σκάλα. Στην πραγματικότητα όμως η ποίηση έχει εξοστρακιστεί εκεί, γιατί είναι το πιο επικίνδυνο είδος της λογοτεχνίας. Είναι εκείνος ο λόγος που εκπολιτίζει, αναδημιουργεί, ανυψώνει. Είναι η γλώσσα του λαού που κατανοεί ότι η λέξη που κρεμιέται κάθε στιγμή στο στόμα του έχει τη δύναμη να αλλάξει τον κόσμο. Υπάρχουμε μέσα από το λόγο που αρθρώνουμε. Αντίθετα οι στήλες με τις νέες εκδόσεις, τα  κατ’ επίφαση ευπώλητα, οι υπερμεγέθεις προθήκες με διαφημίσεις που κατασκευάζουν υπηκόους, τα βιβλία σήμερα γενικά, γραμμένα κατά το πλείστον πρόχειρα, χειραγωγούν ένα λαό, ο οποίος όπως λέει και ο Πάουντ: «όταν ένας λαός συνηθίζει σιγά-σιγά τον τσαπατσούλικο τρόπο γραφής, είναι ένας λαός που πάει να χάσει τον έλεγχο είτε του περιβάλλοντός του, είτε του εαυτού του…» και αυτό είναι ότι πιο επικίνδυνο συνέβη στην ιστορία της γραφής, αφού αν συνδέσουμε την βιολογική θεωρία της αυτοποίησης και τη χρησιμοποιήσουμε ως δημιουργική μεταφορά, κατανοούμε ότι δεν υπάρχει περιβάλλον αυτοαναφορικότητας και από την άλλη διαρρηγνύεται η μεμβράνη και καταργείται η εσωτερική κλειστότητα που είναι αναγκαία για τη διατήρηση της ομοιοστασίας. Αυτό μας κάνει μάζα, όχλο.

Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο αναδύεται ο χαρακτήρας του ποιητή, ο οποίος σύμφωνα με τον Philippe Van Tieghem, παλεύει ανελέητα ενάντια στις τεχνικές δυσκολίες, υποχρεώνεται, καθώς το ένστικτό του χαλιναγωγείται ή λοξοδρομεί αδιάκοπα, να θέτει στον εαυτό του χίλια προβλήματα που τον αναγκάζουν να μελετά και συχνά ν’ ανακαλύπτει τη λειτουργία του πνεύματός του  και συνεχίζοντας ο Van Tieghem λέει: «Η ποιητική εργασία όχι μόνο θ’ αποκαλύψει στον ποιητή τον άνθρωπο, αλλά θα τον μεταμορφώσει… Αν ο ποιητής έγραφε μόνο για τον εαυτό του, η ανακάλυψη του εαυτού του ή η επίδραση της τέχνης πάνω του θα ήταν σχετικά απλή υπόθεση. Αλλά ο ποιητής είναι υποχρεωμένος να αρέσει σε κάποιο κοινό, είτε πρόκειται για πλήθος είτε για μια elite». Ο ποιητής σήμερα βέβαια απευθύνεται σε μια ελίτ, σε μια κάστα ανθρώπων που διαβάζουν –ακόμα δεν έχω καταλάβει αν διαβάζουν από υποχρέωση ο ένας τον άλλο. Ο ποιητής σήμερα απευθύνεται στους ποιητές, σε κάποιους από τους λογοτέχνες (όχι σε όλους σίγουρα) και βέβαια στους κριτικούς. Οι κριτικοί υπάρχουν γιατί υπάρχουν οι ποιητές και είναι τόσο αναγκαίοι για το ποιητικό έργο, όσο και η ίδια η διαδικασία εξόρυξης αυτής της πρωθύλης που κάμει ποίηση. Έτσι λοιπόν εκτός ορισμένων εξαιρέσεων ο βίος ενός ποιητή που εκδίδει το πρώτο του βιβλίο στην ηλικία των τριάντα ετών είναι κάπως έτσι: Θα εκδώσει ένα πρώτο βιβλίο, συνήθως με δικά του έξοδα, θα το αποστείλει με τη βοήθεια του εκδότη στον κριτικό μηχανισμό και στους ενεργούς ποιητές, θα αρχίσει ο διάλογος και θα ετοιμαστεί για ένα δεύτερο βιβλίο ποίησης. Πόσα αντίτυπα θα πουλήσει στο βιβλιοπωλείο; Αυτό στην πραγματικότητα δεν τον ενδιαφέρει και δεν πρέπει να τον ενδιαφέρει. Γιατί το ποιητικό βιβλίο όπως προείπα μεταφέρει ακούσιο το ποιητικό σώμα με το αίμα και τη σάρκα του στο χωροχρόνο. Επιβιώνει και χωρίς τον ποιητή. Συνήθως αν ο ποιητής έχει να συνδιαλεχθεί ικανοποιητικά με την ελίτ στην οποία απευθύνεται, μετά το τρίτο ή τέταρτο ποιητικό βιβλίο αρχίζει να εξακοντίζει το πυρηνικό του υλικό και στην εξωτερική στιβάδα, αυξάνοντας έτσι το αναγνωστικό του κοινό και δημιουργώντας όλο και περισσότερους αναγνώστες, οι οποίοι περιμένουν την παραμυθία του επόμενου βιβλίου του. Συνήθως όμως συμβαίνει ο ποιητής να έχει γεράσει και η κατάβασή του στη σπηλιά της πρωθύλης να μεταγράφει την συνδιαλλαγή του με το θάνατο και να του παραδίδεται υπερβαίνοντάς τον. Τα παραπάνω δεν είναι ασφαλώς μόνο δική μου παρατήρηση. Συνήθως μουρμουρίζονται σε ποιητικές και λογοτεχνικές συγκεντρώσεις, αλλά ουδέποτε καταγράφονται στα σύγχρονα περί ποιήσεως κείμενα.

Ο ποιητής Στέφανος Μπεκατώρος στην εισαγωγή – πρόλογο του για τα δοκίμια του Τ. Σ. Έλιοτ συγκεντρώνει τέτοιου είδους απόψεις και ανάμεσά τους απομονώνω τα εξής: «…η σημερινή ποίηση, όπως την έχουμε μάθει μέσα στα τελευταία τριάντα μεταμοντέρνα χρόνια του 20ου αιώνα –με εξαιρέσεις φυσικά—,  γίνεται ολοένα και πιο μηδενιστική, πιο αντιπνευματική, πιο α-ηθική, πιο αθεϊστική, δηλαδή ολοένα και περισσότερα αποξενώνεται από τα μείζονα ζητήματα της ζωής και των ανθρώπων (όχι του ανθρώπου γενικώς και αορίστως). Είναι μια ποίηση χωρίς ομφάλιο λώρο… Μια ποίηση υλιστική, που δεν αποβλέπει πουθενά, παρά μόνο στην έκφραση της ποιητικής ενόχλησης του ποιητή από τα ενδόμυχα και τα ερωτικά του, καθώς και από το «περιβάλλον», που δεν τον διαβάζει, που δεν τον προσέχει, που δεν ενδιαφέρεται γι’ αυτόν (μα για ποιους και για τι ενδιαφέρεται αυτός;) που δεν τον αφήνει να δοξασθεί! Ποίηση που αποβλέπει δηλαδή στον εαυτό της, «the love of art for its own sake», που δεν γράφεται από πνευματικούς ανθρώπους, αλλά από «καλλιτέχνες» και μήτε καν από διανοούμενους…, αλλά από αλλόκοτα υβρίδια «επαγγελματιών» και παρασίτων, οι οποίοι αφού η ποίηση δεν είναι ευπώλητη στρέφονται προς το πλέον ευπώλητο είδος (την πεζογραφία) και κατ’ εξοχήν προς τις δημόσιες σχέσεις και την διαπλοκή… με κάθε λογής εξουσίες (ο καθείς και τα «μέσα» του) και γίνονται ποιητές καθεστωτικοί, «εξουσιακοί» … ό,τι πιο αντιποιητικό και αντιπνευματικό δηλαδή. Η συμπεριφορά αυτή εξηγεί και την απόλυτη σιωπή τους… Αποφεύγουν να εκτίθενται οι άνθρωποι, προσέχουν με όλους να τα έχουν καλά, δεν έχουν ουσιαστικά καμία ιδεολογία, καμία πίστη, κανένα συλλογικό όραμα, μιαν έγνοια μόνο: βραβεία, μεταφράσεις, ταξίδια-συνέδρια, πωλήσεις, δημοσιότητα – όπως το σύνολο σχεδόν των «διανοουμένων» στον τόπο μας.». Οι παρατηρήσεις του κ. Μπεκατώρου είναι σκληρές, αλλά αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς με τους εαυτούς μας, τέτοιες παρατηρήσεις θα πρέπει να τις λάβουμε σοβαρά υπόψη μας.    

Γιάννης Αντιόχου

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s