ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΩΓΟΥ: Ο Νόστος μιας ποιήτριας


gwgou4.jpg

Αν θέλαμε να απαριθμήσουμε στην Ελλάδα τους ποιητές που εκτός από το έργο τους, η όλη στάση της ζωής τους αποδεικνύεται ποιητική, σίγουρα δεν θα μπορέσουμε ούτε στα δάχτυλα του ενός χεριού να τους μετρήσουμε. Ακόμα περισσότερο οι δυνατές γυναικείες φωνές στην ελληνική ποίηση είναι κι αυτές μετρημένες και περίκλειστες μέσα σε ένα δικό τους σύμπαν, όπου οι όροι της εκδοτικής αγοράς και τα εκάστοτε λογοτεχνικά συμφέροντα τις αναφέρουν ή τις αποσιωπούν. Δεν είναι λίγες οι φορές που είμαι παρών ακούγοντας την φράση κλισέ: «Μόνο ένας άντρας μπορεί να είναι ποιητής» και θα αντιτάξω εδώ τη Σίλβια Πλαθ, την Ανν Σέξτον, τη Μίνα Λόι, τη Σάρα Τισντέιλ, την Άννα Αχμάτοβα, την Βισουάβα Σιμπόρσκα ή τις δικές μας: Μελισσάνθη, Μαρία Πολυδούρη, Ζωή Καρέλλη, Ελένη Βακαλό, Ζέφη Δαράκη, Βερονίκη Δαλακούρα, Μαρία Λαϊνά, Δήμητρα Χριστοδούλου, Κική Δημουλά και τόσες άλλες που η αποτύπωση και μόνο των ονομάτών τους θα χρειαζότανε να γεμίσω αυτό το blog από την αρχή μέχρι το τέλος.

Παρόλα αυτά μια από τις μεγαλύτερες και σπουδαιότερες Ελληνίδες ποιήτριες έχει πέσει σε μια παγίδα που θα την ονομάσω «τεχνική της αφάνειας». Αυτό πιστεύω ότι συμβαίνει με την Κατερίνα Γώγου, ειδάλλως δεν εξηγείται το γεγονός των επανεκδόσεων των βιβλίων της και της παντελούς απουσίας της σε αναφορές, αφιερώματα και ανθολογίες.

Η Γώγου γεννήθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου του 1940 και πέθανε αυτοκτονώντας με χάπια στις 3 Οκτώβρη 1993.

Έγινε γνωστή πανελλήνια μέσα από τις συμμετοχές της στις ταινίες της Φίνος-Φιλμ. Πρωταγωνιστικούς ρόλους έχει παίξει στις ταινίες: «Το Βαρύ Πεπόνι» (1977), «Παραγγελιά» (1980) και «Όστρια» (1984).

Η Γώγου όμως κύρια γράφει. Η Γώγου είναι ποιήτρια. Γράφει για να εκφραστεί, γράφει για να διαμαρτυρηθεί, γράφει για να συμπαρασταθεί σε όλους όσους πιστεύει πως αδικούνται. Εκδίδει τις ποιητικές συλλογές:

1. “Tρία κλίκ αριστερά “1978

2. “Ιδιώνυμο” 1980,

3. “Το Ξύλινο Πάλτο” 1982,

4. “Απόντες” 1986,

5. “Ο μήνας των παγωμένων σταφυλιών”1988,

6. “Νόστος” 1990

Ακόμη και σήμερα είναι ιδιαίτερα αγαπητή στο αναγνωστικό κοινό και έχει ονομαστεί ως «Ο Μαγιακόφσκι της Πλατείας Εξαρχείων», επειδή συχνάζε στα Εξάρχεια και πολιτικά δήλωνε την πίστη της στον αντιεξουσιαστικό χώρο με κάθε τρόπο διαμαρτυρίας. Συνελήφθηκε πολλές φορές, ανακρίθηκε και εξευτελίστηκε από τα όργανα της εξουσίας.

Σήμερα τα βιβλία της έχουν φθάσει να ξεπεράσουν ορισμένα ακόμα και τις είκοσι πέντε εκδόσεις, παρόλα αυτά δεν μπορώ να καταλάβω γιατί δεν μνημονεύεται στις «έγκυρες ποιητικές ανθολογίες», οι οποίες και ακυρώνονται ακριβώς από τέτοιου είδους ατοπήματα. Σημασία έχει πως ο αιχμηρός, πολιτικός, οργισμένος και συνάμα ερωτικός, σωματικός και τρυφερός λόγος της Γώγου περνά άμεσα στο αναγνωστικό κοινό. Η ιστορία δικαιώνει πάντα και στην περίπτωση της Γώγου, αυτό ήδη έχει αρχίσει να διαφαίνεται, θα δικαιώσει το πολύ μεγάλο και σημαντικό έργο που άφησε πίσω της.

Δρώντας πρωταρχικά ως ποιητής θα σας εκμυστηρευτώ ότι ζήλεψα πολύ διαβάζοντας το ποίημα «Η Μνήμη» από τη συλλογή της Κατερίνας Γώγου «Νόστος» (Εκδόσεις Καστανιώτη). Και η εκδήλωση ζήλειας από μέρους μου, έγκειται στο ότι θα ήθελα πολύ να είχα γράψει εγώ αυτό το ποίημα, που  τόσο μου μιλά στο νου, στην ψυχή και στο σώμα μου. Αυτό είναι άλλωστε η διαρκής συνομιλία της δημιουργίας στο χώρο της ποίησης. Τιμώντας την μνήμη της και υπενθυμίζοντας στους νεώτερους πως η Γώγου ήταν μία από τις μεγαλύτερες μορφές της ελληνικής ποίησης σας παραθέτω το ποίημά της «Η Μνήμη». Το ποίημα συμβολίζει την κάθοδο στου «θανάτου το άλλο βασίλειο» που θα έλεγε και ο Τ. Σ. Έλιοτ, ενώ η αναφορά στην πύλη του Δάντη και τα ανασηκωμένα χέρια των νεκρών που ψιθυρίζουν στην ποιήτρια δημιουργούν ένα βαθύ μεταφυσικό ποίημα.

Η μνήμη

η έχιδνα αυτή

με τις ερμαφρόδιτες παχύσαρκες κόρες της

τις Τέχνες —εφτά τον αριθμό.

Η μνήμη μου στον αριστερό μου κρόταφο

στο σιδερένιο τρίγωνο της στρογγυλής πλατείας

πέντε φορές είναι πυρπολημένη.

Βαθιά πολύ

στα έγκατα

στα βάθη

κάτω από το χώμα

κάτω από τη φωτιά

τον αέρα, τη βροχή, σε κόκκαλα αρχαιότητας

είναι καλά κρυμμένη.

Λέξεις ανάκατες

ασφυκτιούν, σαλεύουνε

χωρίς αίμα να πάρουν αίμα

στο φως θέλουν να βγούνε.

Να βρουν θέλουνε

την πρωταρχική τους Αρχή.

Ο Λόγος είναι πράξη.

Εγώ κατάφερα

να μη με θυμάται,

να μη με γνωρίζεινα μη με γυρεύει.

Να μη μ’ εξωθεί.

Και το δεξί μου δάχτυλο

αυτό που συνέχεια με δείχνει

με σκαλίζει

με καταγράφει με βρόμικο σπασμένο γυαλί

πέντε φορές το έσφαξα

πέντε ράμματα έμεινα.

Πεντάλφα της Μαγείας.

Δεν έχω Μνήμη, Αύρα, Ποίημα, Μουσική.

Άγγελοι του Σκότους

Προδότες του Φωτός την Πύλη του Δάντη με

υπόκωφη βοή μ’ ανοίγουνε

ίσα ίσα μόλις λοξά περνάω.

Χέρια που τελειώνουν κι όλο μακραίνουν

βγαίνουνε σούρνοντας από τον αιώνιο σεισμό

εκμαγείο στο πρόσωπό μου σφραγίζουνε το σημάδι

του Κάιν, «Κι άλλους κι άλλους» ψιθυριστά

ουρλιάζουνε, «φέρε μας εδώ να πληθύνουμε,

κατέβασε κι άλλους».

Μνήμη του Δικαίου

γύρισε για μια στιγμή

μια λέξη μικρή ολομόναχη

σαν εμένα είναι…

ΟΧΙ

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s