Poeticanet: 5ο Τεύχος


Σχ�διο του Λόρκα 

ΤΟ ΠΕΜΠΤΟ ΤΕΥΧΟΣ ΤΟΥ POETICANET έχει ήδη αναρτηθεί στον ιστοχώρο
www.poeticanet.gr
www.poeticanet.com

Περιεχόμενα Τεύχους 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Peter Riley: Ο Σπήλιος Αργυρόπουλος συνομιλεί με τον Peter Riley (μετάφραση από τα αγγλικά: Μαρία Τσάτσου)

ΔΟΚΙΜΙΑ
ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΡΘΑΛΙΤΗΣ: Περί ποιήσεως λόγος Γερμανικός, απο τον συμβολισμό στον εξπρεσιονισμό
ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ: Η ποιητική του ξίφους
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΔΑΝΑΣΣΗΣ: O Πολιτικός Σολωμός. Ο μέγας 19ος αιώνας — όψεις του ανολοκλήρωτου
ΜΑΡΙΑ ΛΕΚΑΚΗ: Εικόνες του Κάτω Κόσμου. Μια περιδιάβαση στην Κόλαση, από το βιβλίο Η ζωή μετά το διάβολο
ΧΡΙΣΤΟΣ ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΑΚΗΣ: Τάκης Σινόπουλος ή ο Εμφύλιος ως καθολική ήττα
ΝΙΚΟΛΑΣ ΣΕΒΑΣΤΑΚΗΣ: Πέντε σχόλια στον Βαλερύ
ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ: Τάκης Σινόπουλος, Η ποίηση σαν μυθιστόρημα

ΠΟΙΗΣΗ

ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ: ΠΑΛΑΜΑΣ, ΚΩΣΤΗΣ
JOHN BURNSIDE : τέσσερα ποιήματα (Μετάφραση:Δ. Κωτούλα)
GERHARD FALKNER : ένα ποίημα (Μετάφραση:Μ. Αγαθαγγελίδου)
ELIOT T . S : ένα ποίημα (Μετάφραση: Γ. Αντιόχου)
ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΝΤΙΟΧΟΥ: επτά ποιήματα
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΒΟΥΖΗΣ: δύο ποιήματα
ΧΡΥΣΑ ΚΟΝΤΟΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΥ: δύο ποιήματα
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΥΑΚΟΣ: ένα ποίημα
ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΛΥΜΠΕΡΗ: ένα ποίημα
ΠΑΥΛΙΝΑ ΠΑΜΠΟΥΔΗ: ένα ποίημα
ΣΩΤΗΡΗΣ ΠΑΣΤΑΚΑΣ: τρία ποιήματα
ΝΙΚΟΛΑΣ ΣΕΒΑΣΤΑΚΗΣ: δύο ποιήματα
ΛΑΜΠΡΟΣ ΣΠΥΡΙΟΥΝΗΣ: πέντε ποιήματα
ΓΙΑΝΝΗΣ ΥΦΑΝΤΗΣ: πέντε ποιήματα

ΚΡΙΤΙΚΗ
ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ: Πωλ Σελάν, Μήκων και Μνήμη
ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ: Δήμητρα Χριστοδούλου, ο Λιμός
ΧΡΙΣΤΟΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ: Κλεοπάτρα Λυμπέρη, Η μουσική των σφαιρών
ΧΡΙΣΤΟΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ: Σωτήρης Σαράκης, Η τελετή
ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ: Wallace Stevens, Δεκατρείς τρόποι να κοιτάς ένα κοτσύφι και άλλα ποιήματα (Μετάφραση: Χάρης Βλαβιανός)

ΠΡΟΘΗΚΗ ΝΕΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ: Παρουσιάζονται τα βιβλία των: Φραγίσκης Αμπατζοπούλου, Χάρη Βλαβιανού, Διονύση Καψάλη, Κλεοπάτρας Λυμπέρη και της Ματίνας Μόσχοβη. Επίσης παρουσιάζεται η ανθολογία της αλβανικής δημοτικής ποίησης των εκδόσεων ΡΟΕΣ και το ανθολόγιο ποιημάτων του Μαγιακόφσκη σε μετάφραση Γιώργου Κεντρωτή.

ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: Heather Raikes

ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ:
«Φεστιβάλ Ποίησης των Λαών της Μεσογείου» από την Παυλίνα Παμπούδη.

 Το ηλεκτρονικό περιοδικό ποίησης Poeticanet αποτελεί μια ακόμη από τις προσπάθειες που έχουν γίνει μέσα στο χώρο του internet με σκοπό την πορώθηση της ποίησης. Επισκεφθείτε το! Αξίζει τον κόπο ένα σας κλικ…

«Κουλτούρα να φύγουμε»: Μια νέα ραδιοφωνική εκπομπή για την ποίηση


Ίκαρος Μπαμπασάκης 

 

Τίτλος εκπομπής: «Κουλτούρα να φύγουμε»

Σάββατο 19:00-20:30

«Στο Κόκκινο» 105.5 FM

Κάθε Σάββατο, ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης, με μουσικές εξαίσιες μιλάει για τις φωνές της εβδομάδας, για πολιτιστικά δρώμενα, βιβλία, ταινίες, θεατρικά έργα και ό,τι άλλο άφησε ένα γλυκό και τρυφερό χνάρι στο πέρασμά του. Σχολιάζει και παρουσιάζει τα όσα μοιάζουν να επιβεβαιώνουν τη ρήση του ποιητή Λουί Αραγκόν «Όποια κι αν είναι η ερώτηση, η απάντηση είναι Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ».

Κι ακόμα, πάντα με χιούμορ και ευαισθησία, χωρίς περηφάνια και προκατάληψη, μακριά από κάθε έγκλημα και κάθε τιμωρία, περιπλανιέται στην ιστορία της λογοτεχνίας και παρουσιάζει κομμάτια κι αποσπάσματα από έργα που άφησαν εποχή, είτε ανήκουν στο Αστυνομικό Νουάρ, είτε στην Ποίηση, είτε στο Κοινωνικό Μυθιστόρημα.

Κατά καιρούς θα κάνει αφιερώματα σε σημαντικές προσωπικότητες της Τέχνης, ζωγράφους, μουσικούς, ποιητές, συγγραφείς (ενδεικτικά: Bob Dylan, Andy Warhol, Miles Davis, Jorge Louis Borges, και άλλοι), ενώ από το στούντιο και το μικρόφωνο της εκπομπής θα παρελαύνουν, ζεσταίνοντας την ατμόσφαιρα, πρόσωπα που διαμορφώνουν το πολιτιστικό μας τοπία (ενδεικτικά: Σώτη Τριανταφύλλου, Τάσος Γουδέλης, Γιάννης Οικονομίδης, Ακύλας Καραζήσης, Όλια Λαζαρίδου, Γιώργος Αυγερόπουλος, Τάσος Παυλόπουλος, και άλλοι).

Οι μουσικές της εκπομπής θα περιπλανιούνται γόνιμα και τερπνά από την jazz και τη rock, στην κλασική και την world, πάντα επιλεγμένες με κριτήριο την ποιότητα και τη γοητεία.

«Το Θρόισμα των Φύλλων»

Μία Εκπομπή για το Βιβλίο

Συνεχίζεται η καθημερινή εκπομπή για το βιβλίο «Το Θρόισμα των Φύλλων». Ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης παρουσιάζει ένα βιβλίο κάθε μέρα, στις 12:55 και στις 23:55, ντύνοντας την παρουσίαση με την κατάλληλη μουσική.

Βιογραφικό: Ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης γεννήθηκε στις 10 Απριλίου του 1960. Είναι ποιητής, μεταφραστής και συγγραφέας. Σπούδασε οικονομικά στην Ανωτάτη Βιομηχανική Σχολή Πειραιώς, κινηματογράφο στη Σχολή Σταυράκου, και φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο του Bielefeld, στη Γερμανία. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1970, γράφει σε έντυπα του λεγόμενου περιθωρίου, όπως το Ιδεοδρόμιο του Λεωνίδα Χρηστάκη και η Χιονάτη του Βαγγέλη Κοτρώνη, και συνθέτει ποιήματα και πεζογραφήματα. Κείμενά του δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά όπως η Οδός Πανός, ο Ήχος, το Κάππα, η Λέξη, η Πολιορκία, και άλλα. Ο τρόπος ζωής του τον οδήγησε στη συστηματική μελέτη των λεγόμενων «ιστορικών πρωτοποριών» (Φουτουρισμός, Dada, Υπερρεαλισμός), των Beat ποιητών και συγγραφέων, καθώς και του ρεύματος για την «υπέρβαση και την πραγμάτωση της Τέχνης» (Cobra, Λεττριστές, Καταστασιακοί). Καρπός αυτών των αναζητήσεών του είναι τα πολυσυζητημένα του βιβλία για τον William S. Burroughs, για την Internationale Situationniste, για τον Guy Debord, για τον Μάη του ’68. Ίδρυσε και διευθύνει την επιθεώρηση Propaganda, όπου δημοσιεύονται κρίσιμα κείμενα για την πολιτική και την κουλτούρα των καιρών μας. Πολυπράγμων και πάντα ανήσυχος, δεν έπαψε να προτιμά τις συλλογικές δραστηριότητες, να βρίσκει συνενόχους στο παιχνίδι της ζωής και στη ζωή του παιχνιδιού, να επιζητεί διαρκώς την περιπέτεια της ποίησης και την ποίηση της περιπέτειας. Οι εμπειρίες του τον ώθησαν στη σύνθεση αυτοβιογραφικών κειμένων, όπου συνδυάζεται αρμονικά μια εμπρηστική λογοτεχνικότητα με έναν μεστό δοκιμιακό λόγο. Όπως λέει συχνά, δρα και γράφει «με καρδιά από φλόγα και με μυαλό από πάγο». Συνεργάζεται τακτικά με τα περιοδικά Το Δέντρο και Σημειώσεις, καθώς και με το «Έψιλον» της «Ελευθεροτυπίας». Υπήρξε παραγωγός και παρουσιαστής των δυναμικών εκπομπών «Κάντε Πέρα την Εσπέρα» (Δεύτερο Πρόγραμμα), «Σύντομη Ζωή» (ΕΡΑ 4), «Άφησαν Εποχή» (ΕΡΑ 4), και «Τα Σάουντρακ των Βιβλίων» (Εν Λευκώ, 87.7 FM). Επιμελείται και παρουσιάζει την καθημερινή εκπομπή για το βιβλίο «Το Θρόισμα των Φύλλων» (105.5 «Στο Κόκκινο»).  Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.

Ευχόμαστε καλή επιτυχία στην προσπάθεια του Ίκαρου, αφού κάθε προσπάθεια για την ποίηση ειδικά όταν γίνεται από ανθρώπους που δεν δηλώνουν ποιητές αλλά είναι ποιητές, δίνει στην ποίηση την ώθηση για να βγει ξανά στην επιφάνεια των λογοτεχνικών «θολών» υδάτων της χώρας μας…

WILLIAM BLAKE: «Οι Γάμοι του Ουρανού και της Κόλασης»


Οι Γάμοι του Ουρανού και της Κόλασης

 

William Blake: «Οι Γάμοι του Ουρανού και της Κόλασης»

Μετάφραση-Εισαγωγή-Σημειώσεις: Χάρης Βλαβιανός

7η Έκδοση,

Εκδόσεις Νεφέλη

Καταλήγει ιδιαίτερα ενδιαφέρον για ένα παραδεδεγμένα τόσο δύσκολο και απροσπέλαστο ποιητικό έργο, όπως είναι το ποιητικό έργο του Μπλέηκ, η ποιητική σύνθεσή του «Οι Γάμοι του Ουρανού και της Κόλασης» να φθάνει στην έβδομη έκδοση μέσα σε δέκα έτη παρουσίας του, σε μετάφραση του ποιητή Χάρη Βλαβιανού, στην ελληνική λογοτεχνική αγορά. Και κάτι τέτοιο καταλήγει εντυπωσιακό δεδομένης της ανάσχεσης που παρουσιάζει η αγοραστική κίνηση της ποίησης στη χώρα μας, πόσο μάλλον για ένα ποιητικό έργο που αναφέρεται σε διαφορετική παράδοση.
Ο Μπλέηκ ένας από τους μείζονες ποιητές της Αγγλίας, αφού κρίθηκε μέσα από το κατατεθειμένο έργο του, πρώτα από το αμείλικτο βάρος και τη σημαντικότητα που επιφέρει ο χρόνος στη διαδρομή του, και ύστερα από την κριτική και τους εκάστοτε μελετητές παγκόσμια, κατάφερε να περάσει το κατώφλι του 21ου αιώνα ολοζώντανος, μεταφέροντας μια υπερβατική, μεταφυσική ποιητική παρακαταθήκη που στον αιώνα της πληροφορίας, των υπερκειμενικών διασυνδέσεων και ιεραρχιών και του διαδικτύου, όπου το «μετα», αποδίδει εννοιολογικά τη μετατόπιση, την ολοκλήρωση και τη νεωτερικότητα.
Έτσι αν και ο ελληνικός όρος της απόδοσης ενός ποιητικού κειμένου μπορεί να συμπίπτει με τον όρο μετάφραση, θα τολμούσα να πω πως η ποιητική σύνθεση του Μπλέηκ «Οι Γάμοι του Ουρανού και της Κόλασης», όπως αποδόθηκε ή καλύτερα μεταφράστηκε από τον Χάρη Βλαβιανό είναι μια μετα-μετάφραση (meta-translation) υπό την εποπτεία ότι το πρόθεμα «μετα» ολοκληρώνει και μεταγράφει το ποιητικό κείμενο προσδίδοντας όπως γράφει και ο ίδιος ο μεταφραστής την ετερότητα του έργου και την απόδοση στα ελληνικά της «ξενότητας» του.
Δεν θα σχολιάσω την πρώτη ελληνική μετάφραση του Λορεντζάτου που έγινε το 1953, αφού πολύ απέχω της ιδέας μιας σύγκρισης και αφού προσωπικά το μεταφρασμένο ποίημα από τον Βλαβιανό αποδίδει προσωπικά, πλήρως την κοσμολογία του Μπλέηκ. Όμως δεν μπορώ να μην επαινεθεί ο Βλαβιανός αφού καθιστά τον Μπλέηκ στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό έναν «ισχυρό ποιητή» και βέβαια αυτό συσχετίζεται άμεσα με τον «ισχυρό ποιητή» του Μπλουμ, όπως τον περιγράφει στο έργο του «Η Αγωνία της Επίδρασης». Θα σας παραθέσω αυτό που γράφει ακριβώς: «Με ενδιαφέρουν μόνο οι μείζονες μορφές, ισχυροί ποιητές, επίμονοι στην πάλη τους με τους δυνατούς προδρόμους, ακόμη και μέχρι θανάτου. Λιγότερο δυνατά ταλέντα εξιδανικεύουν˙ μορφές με ισχυρή φαντασία οικειοποιούνται για τον εαυτό τους. Τίποτα ωστόσο δεν αποκτάται χωρίς αντίτιμο και η οικειοποίηση προς ίδιον όφελος συνεπάγεται την ανείπωτη αγωνία της οφειλής, γιατί ποιος δυνατός δημιουργός επιζητεί την επίγνωση ότι απέτυχε να δημιουργήσει τον εαυτό του;». Ο Μπλέηκ είναι αυτή η περίπτωση του ποιητή που περιγράφει ο Μπλουμ και εκεί βασίζεται όλη του η αισθητική.
Όχι μόνο το έργο του είναι μια συνομιλία μεταξύ φωτός και σκιάς, αλλά και μέσα από τα έργα του, τις 27 χαλκογραφίες που συνοδεύουν το πρωτότυπο βλέπουμε αυτή ακριβώς τη συνομιλία.
Ο Βλαβιανός δεν μετέφρασε παρερμηνεύοντας αυτή τη συνομιλία, αλλά φαίνεται μέσα από τη μετάφρασή του πως κατανοεί και όχι απλώς αναγνωρίζει το νόμο των Αντιθέτων στον οποίο ο Μπλέικ βασίζει όλη του την κοσμολογία και τη φιλοσοφία: «…Χωρίς Αντίθετα δεν υπάρχει εξέλιξη. Έλξη και Απώθηση. Λογική και Ενέργεια. Αγάπη και Μίσος, είναι αναγκαία στην Ανθρώπινη ύπαρξη. Από αυτά τα αντίθετα πηγάζει ό,τι οι πιστοί ονομάζουν Καλό και Κακό…» γράφει ο ποιητής.
Ο προσεκτικός αναγνώστης του πρωτότυπου κειμένου του Μπλέηκ θα παρατηρήσει πως δεν χρησιμοποιεί τυχαία διαφορετικό χρώμα χάραξης στην χαλκογραφία, όταν αναφέρεται στα «Αντίθετα» (Contraries στο πρωτότυπο) και βέβαια αυτό δημιουργεί ειδοποιό διαφορά στη μεταφραστική προσέγγιση του Βλαβιανού, η οποία πέρα από αισθητική είναι και επιστημονικά πραγματολογική, μεταφράζοντας το progression ως εξέλιξη, και έχοντας έτσι παραλάβει το κλειδί μιας μυστικής, μυητικής και κάθετης ανάγνωσης του έργου του Μπλέικ.
Οι στίχοι του Μπλέηκ, ότι: «Ο Θεός μονάχα Ενεργεί και Είναι, σε υπαρκτά όντα ή Ανθρώπους» και το ότι: «…στο βιβλίο του Ιώβ, ο Μεσσίας του Μίλτον ονομάζεται Σατανάς» ταιριάζει απόλυτα με την εποπτεία του Μπλουμ που χρησιμοποιεί τον Σατανά του Μίλτον, τον ίδιο δηλαδή που περιγράφει και ο Μπλέηκ ως αρχέτυπο του μοντέρνου ποιητή στην πιο ισχυρή του μορφή, ενώ αντίθετα γίνεται αδύναμος, όταν σκέφτεται και συγκρίνει, πάνω στο όρος Νιφατής, κι έτσι αρχίζει εκείνη τη διαδικασία της πτώσης που κορυφώνεται στον Ξανακερδισμένο Παράδεισο, τελειώνοντας σαν το αρχέτυπο του μοντέρνου κριτικού στην πιο ασθενή του μορφή…
Ίσως αυτή ακριβώς η αντίληψη του Μπλέηκ, η οποία ήρθε σε αντίθεση με το ντετερμινισμό και τη λογική της αιτίας και του αποτελέσματος, αυτή δηλαδή την οριζόντια ανάγνωση του προβλήματος της ύπαρξης, κάνει σήμερα τόσο επίκαιρο, ένα έργο που δίνει τη δυνατότητα στον εκπεπτωκότα και διωγμένο από τον παράδεισο άνθρωπο να ενωθεί και πάλι με τον Θεό, να κοινωνήσει με Αυτόν.
Όπως σημειώνει ο Βλαβιανός στο εισαγωγικό σημείωμα: «ο διάβολος του Μπλέηκ συμβολίζει την ενέργεια—το καλό˙ ο Άγγελος του Σβέντενμποργκ τη συμβατική ηθική και τα επίσημα δόγματα—κάτι κακό».
Έτσι ο Βλαβιανός παραδίδει το έργο με τη γραμμικότητα που αυτό διατηρεί περισσότερο από δύο αιώνες, σαν ποίημα και έργο τέχνης δίχως να προσαρμόζει ή να θυσιάζει το κείμενο στο δικό του πιστεύω, ισχυροποιώντας τον αφορισμό του Μπλουμ πως: ο ποιητής είναι ο εκλεκτός μας και η συνείδηση του εκλεκτού προορισμού του εμφανίζεται σαν κατάρα˙ επαναλαμβάνω, όχι «Είμαι εκπεσών άνθρωπος», αλλά «Είμαι άνθρωπος και εκπίπτω» – ή μάλλον «Ήμουν Θεός, ήμουν Άνθρωπος (για έναν ποιητή είναι το ίδιο) και εκπίπτω από τον εαυτό μου». Όταν αυτή η συνείδηση του εγώ φτάνει στο απόλυτο κορύφωμά της, τότε ο ποιητής χτυπά στον πυθμένα της αβύσσου και με την πρόσκρουσή του αυτή δημιουργεί την Κόλαση. Λέει: «Φαίνεται ότι σταμάτησα να πέφτω˙ τώρα είμαι εκπεπτωκώς και, συνεπώς, βρίσκομαι εδώ, στην Κόλαση.».
Ο ποιητής ως Σατανάς (έχει αντίληψη της πλάνης και κατοικεί στην περιοχή της κατώτερης ψυχής) αποκτά την εμπειρία του πεπερασμένου, την έκφραση της γραμμικής διαστολής του χωροχρόνου που απομακρύνει την πηγή της εκδήλωσης από την ίδια την εκδηλωμένη δημιουργία. Το σύμπαν έτσι κι αλλιώς επιστημονικά μετά την Μεγάλη Έκρηξη και την πληθωριστική του κατάσταση, βρίσκεται σε μια αέναη διαστολή. (Κινδυνεύει άραγε να χυθεί στο τίποτα ή στο πουθενά από όπου ξεπετάχτηκε ως κβαντική διακύμανση με μάζα μηδαμινή και απέραντη απλότητα;)
Ο Σατανάς οικειοποιείται τον ποιητή και ο ποιητής τον Σατανά. Για τον Σατανά ο ποιητής είναι η επιβεβαίωση της ύπαρξής του μέσω της εγκαθίδρυσης της απολυταρχίας του Θεού, ενώ για τον ποιητή ο Σατανάς είναι περισσότερο ο εσωτερικός του προπονητής που ακούραστα τον γυμνάζει. Τον κατοικεί και τον πειράζει με σκοπό να τον κάμει ικανό στον οραματισμό, για να τον διαστείλει και για να τον διαχωρίσει. Η έννοια του διαχωρισμού του είναι απλή. Ο ποιητής φλέγεται διακαώς από επιθυμία να καθρεφτιστεί στο πρωταρχικό ύδωρ της δημιουργίας, έτσι ώστε να γνωρίσει τον εαυτό του. Αλίμονο η αντανάκλαση ως εικόνα στα νερά της πλάνης παράγει πάντα αρνητικό είδωλο και η επιθυμία του τον οδηγεί στον εγκλεισμό του στον κόσμο της μορφής ή συντελεί σε μια αδιαμφισβήτητη πτώση. Ως εκπεπτωκώς όμως αντιλαμβάνεται το εξωτερικό και το εσωτερικό και αναλαμβάνει την υποχρέωση να το υποκαταστήσει ως ολότητα με την εμπειρία της πτώσης του. Στην πραγματικότητα δεν συγκεντρώνει ότι απέμεινε, αλλά επαναδημιουργεί πάνω σε μια νέα βάση, προσπαθώντας να κατακτήσει τη γνώση.
Η διαστολή του ποιητή λοιπόν μοιάζει να είναι πολύ περισσότερο από μια απλή κατάρρευση των τειχών της φαντασίας. Είναι η θεία χάρη που κατείχε ως Εωσφόρος και που τον πριμοδοτεί με το χάρισμα να συνειδητοποιείται μέσα στο συλλογικό όνειρο της ανθρωπότητας επικυρώνοντας το όνειρο, κάνοντάς το υπαρκτό. Η υπερρεαλιστική εικόνα που ο ποιητής ονειρεύεται και καταγράφει είναι προϊόν συνειδητής εποπτείας σε κάποιο από τα στάδια της πλατωνικής ψυχής προς τον διανοητικό κόσμο.
Εν κατακλείδι δεν είναι περίεργη η έλξη και η γοητεία που ασκεί ένα τέτοιο ποιητικό κείμενο σήμερα, αφού η εποχή μας τα τελευταία είκοσι χρόνια εγκατέλειψε την ντετερμινιστική αντίληψη του κόσμου, την οριζόντια ανάγνωση της αιτίας και του αποτελέσματος και βρίσκεται πλέον σε μια μη γραμμική, χαοτική ανάγνωση της πραγματικότητας, αντιλαμβανόμενη κάθε φορά ότι προκειμένου να μετακινηθεί από την χαοτική δίνη θα πρέπει να μάθει να παρατηρεί τον ελκυστή και βέβαια σε τέτοιες προσεγγίσεις υπάρχει πάντοτε χώρος για την πιο παρακινδυνευμένη και ακραία μεταφυσική υπόθεση.

 Γιάννης Αντιόχου

T. S. ELIOT: O ΑΝΑΜΟΡΦΩΤΗΣ ΤΟΥ ΔΥΤΙΚΟΥ ΚΑΝΟΝΑ


Τ.Σ Έλιοτ

Αυτές οι τελευταίες ημέρες του Σεπτέμβρη είναι πάντα για μένα μέρες μελαγχολικές, έστω κι αν ο αίθριος καιρός της Αθήνας, δε θυμίζει φθινόπωρο, εντούτοις αυτή η τελευταία εβδομάδα του Σεπτέμβρη, επιβεβαιώνει το φθινόπωρο και το χειμώνα που ακολουθεί. Ακόμα πάντα θα είναι βαλμένη στη μνήμη μου η 26η του Σεπτέμβρη, αφενός σαν γενέθλια ημέρα της κόρης μου Σοφίας, αφετέρου σαν γενέθλια ημέρα του ποιητή που προσωπικά θαυμάζω περισσότερο από όλους όσους έχω διαβάσει.
Ασφαλώς, δεν κάνετε λάθος, αφού η φωτογραφία στην παράθεση, η αμείλικτη εικόνα, δείχνει τον Τόμας Στερν Έλιοτ. Ο Έλιοτ γεννήθηκε στον Σεντ Λούις του Μισούρι, στις ΗΠΑ, την 26η Σεπτεμβρίου του 1888.
Καταγόμενος από τον Χένρυ Γουέρ Έλιοτ και με παππού τον Ουίλιαμ Γκρίνλιφ Έλιοτ, γνωστό προτεστάντη αιρετικό, ο οποίος ίδρυσε τον Ουνιταρισμό, αίρεση που αρνιότανε την Ενσάρκωση και τη Θεία Δίκη και ιδρυτή εκκλησίας, πανεπιστημίου και σχολείων, ο Έλιοτ ανατράφηκε μέσα στον πουριτανικό κώδικα και τα πιστεύω της οικογένειας. Η μητέρα του Σαρλότ Σαμπ Στερνς ήτανε δασκάλα και ο ποιητής κράτησε το γένος της μητέρας του ως δεύτερό του όνομα. Η μητέρα του ήτανε ποιήτρια, όμως δεν μπόρεσε να δημοσιεύσει κάποιο έργο της και ανέθρεψε τον γιο της σύμφωνα με τους βιογράφους του Έλιοτ, εμπνέοντάς του όλη της την αγάπη για την ποίηση στο. Ο σύνδεσμος του ποιητή με τη μητέρα του είναι βαθύς, αφού ο Έλιοτ ακόμα και όταν κατοίκησε μόνιμα στην Αγγλία, οι επιστολές του προς εκείνη ήταν πάντα μακροσκελείς και περιείχαν λεπτομέρειες σχετικά με το έργο που ο ποιητής παρήγαγε.
Η ακαδημαϊκή μόρφωση του Έλιοτ περιλαμβάνει σπουδές στο Χάρβαρντ, τη Σορβόνη και την Οξφόρδη. Στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης γνωρίζει την πρώτη του γυναίκα, την Βιβιέν Χέιγκγουντ, η οποία ανήκε στους αριστοκρατικούς αγγλικούς κύκλους αλλά είχε ασταθή ψυχική υγεία. Το 1927 ο Έλιοτ λαμβάνει τη βρετανική υπηκοότητα και δέχεται το χρίσμα της Αγγλοκαθολικής Εκκλησίας, όμως μέσα στην ποίησή του παρατηρούμε ένα συγκριτικό πνεύμα σε ότι αφορά θρησκείες, δόγματα και πιστεύω. Ο Έλιοτ παντρεύτηκε το 1915 και ενώ από την αρχή εμφανίζονται αρκετά προβλήματα ο γάμος κρατάει και διατηρείται μέχρι και το 1932, έτος που ο Έλιοτ πηγαίνει στο Χάρβαρντ για να διδάξει και έτσι απομακρύνεται από τη Βίβιεν, η οποία και πεθαίνει σε ψυχιατρικό άσυλο το 1947. Το 1957 και σε ηλικία εξήντα οκτώ ο Έλιοτ παντρεύεται τη νεαρή του γραμματέα Βάλερι Φλέτσερ. Η Βάλερι είναι κατά τριάντα χρόνια νεότερη του Έλιοτ, όμως ο Έλιοτ δηλώνει πανευτυχής.
Παρόλη την ακαδημαϊκή μόρφωση και τα καθηγητικά του προσόντα, ο Έλιοτ προτίμησε να παραμείνει σε όλη του τη ζωή πιστός υπηρέτης της ποίησης. Έτσι εκτός από λίγα χρόνια που εργάζεται ως καθηγητής, κύρια ασχολείται με την επιμέλεια βιβλίων, τη γραφή κριτικών σημειωμάτων και δοκιμίων, καθώς και θεατρικών έργων. Ως επιμελητής εκδόσεων εργάζεται στον διάσημο οίκο της Αγγλίας Faber and Faber ως το τέλος της ζωής του.
«Η Έρημη Χώρα», ένα από τα διασημότερα ποιήματα του Έλιοτ, δημοσιεύθηκε το 1922 στη Νέα Υόρκη με αφιέρωση στον Έζρα Πάουντ, ο οποίος και όταν διάβασε το χειρόγραφο των χιλίων στίχων που του είχε δώσει ο Έλιοτ, το περιέκοψε αφήνοντας μόνο 433 στίχους. Στην Αγγλία, η «Έρημη Χώρα» γίνεται σιωπηλά έως ψυχρά αποδεκτή από το λογοτεχνικό κατεστημένο της εποχής.
Η ποίηση του Έλιοτ στηρίχτηκε στην παράδοση του δυτικού κανόνα, όμως εξελίχθηκε και έγινε ο ίδιος διαμορφωτής της ποίησης επηρεάζοντας ακόμη και μέχρι σήμερα τους ποιητές. Το 1948 τιμήθηκε με το Νόμπελ. Έκτοτε απολαμβάνει της φήμης του Νομπελίστα ποιητή και λαμβάνει μια πλειάδα τιμητικών τίτλων και διακρίσεων μέχρι και την 4η Ιανουαρίου του 1965, ημέρα θανάτου του ποιητή στο Λονδίνο.Δεδομένης της γενέθλιας ημέρας του, που είναι η 26η Σεπτεμβρίου και του ποιήματός του «Μαρίνα», το οποίο δημοσιεύθηκε την 25η του Σεπτέμβρη του 1930 και το παραθέτω παρακάτω μεταφρασμένο, θέλω μέσα σ’ αυτό το προσωπικό είδος ημερολογίου να τιμήσω έναν ποιητή που ομολογώ πως με έχει επηρεάσει σαφώς στη διαμόρφωση και της δικής μου ποιητικής, υποστηρίζοντας το μεγαλείο του ως ποιητή, διαμορφωτή του δυτικού κανόνα.

Οι μεταφράσεις των έργων του στα ελληνικά είναι πολλές. Έχει μεταφραστεί ακόμα και από τον Γιώργο Σεφέρη, όμως η μετάφραση που ξεχωρίζω για να διαβάζω είναι αυτή της Παυλίνας Παμπούδη, από τις εκδόσεις PRINTA, στη σειρά «Ποίηση για Πάντα» και την οποία σας συστήνω ανεπιφύλακτα. Η έκδοση είναι δίγλωσση, οπότε μπορεί κάποιος να διαβάσει από το πρωτότυπο τα:
1. Το Ερωτικό Τραγούδι του J. A. Prufork
2. Γερόντιον
3. Η Έρημη Χώρα
4. Τετάρτη της Σποδού
5. Τέσσερα Κουαρτέτα
και βέβαια σημειώσεις του Τ.Σ. Έλιοτ για την Έρημη Χώρα, μία συνέντευξη του ποιητή και την εργοβιογραφία του.

Βέβαια το να ακούς τη φωνή του ίδιου του ποιητή, να διαβάζει την Έρημη Χώρα είναι πραγματικά συγκινητικό. Έτσι ψάχνοντας στη βάση του YouTube βρήκα:

1. Η Έρημη Χώρα (διαβάζει ο ίδιος ο ποιητής)

2. Το ερωτικό τραγούδι του J.A. Prufork

3. Τα Τέσσερα Κουαρτέτα (διαβάζει ο Willem Dafoe)

Και για να γίνει πλήρης η αναφορά αυτή στον Έλιοτ στα ράφια των ελληνικών βιβλιοπωλείων θα βρείτε:

1. Τ.Σ. Έλιοτ, Άπαντα τα ποιήματα, Μετάφραση: Αριστοτέλης Νικολαΐδης, Εκδόσεις Κέδρος (1997)

2. Τ.Σ. Έλιοτ: Τέσσερα Κουαρτέτα, Μετάφραση: Αθανασίου Έφη, Εκδόσεις Ίκαρος (2002)

3. Τ.Σ. Έλιοτ: Η Τετάρτη των Τεφρών, Τα τραγούδια του Άριελ, Τέσσερα Κουαρτέτα, Μετάφραση: Κλείτος Κύρου, Εκδόσεις Ύψιλον (1994)

4. Τ. Σ. Έλιοτ: Το εγχειρίδιο πρακτικής γατικής του Γερο-Πόσουμ, Μετάφραση: Παυλίνα Παμπούδη, Εκδόσεις Άγρα (2000)

5. Τ.Σ. Έλιοτ: Δεν είναι η ποίηση που προέχει (Δοκίμια για την ποίηση και τους ποιητές), Μετάφραση: Στέφανος Μπεκατώρος, Εκδόσεις Πατάκη (2003)

6. Τ.Σ. Έλιοτ: Ποιήματα, Μετάφραση: Παυλίνα Παμπούδη, Εκδόσεις PRINTA (2002)

MARINA
By T.S. Eliot

Quis hic locus, quae regio, quae mundi plaga?

What seas what shores what grey rocks and what islands
What water lapping the bow
And scent of pine and the woodthrush singing through the fog
What images return
O my daughter.

Those who sharpen the tooth of the dog, meaning
Death
Those who glitter with the glory of the hummingbird, meaning
Death
Those who sit in the sty of contentment, meaning
Death
Those who suffer the ecstasy of the animals, meaning
Death

Are become insubstantial, reduced by a wind,
A breath of pine, and the woodsong fog
By this grace dissolved in place

What is this face, less clear and clearer
The pulse in the arm, less strong and stronger—
Given or lent? more distant than stars and nearer than the eye
Whispers and small laughter between leaves and hurrying feet
Under sleep, where all the waters meet.

Bowsprit cracked with ice and paint cracked with heat.
I made this, I have forgotten
And remember.
The rigging weak and the canvas rotten
Between one June and another September.
Made this unknowing, half conscious, unknown, my own.
The garboard strake leaks, the seams need caulking.
This form, this face, this life
Living to live in a world of time beyond me; let me
Resign my life for this life, my speech for that unspoken,
The awakened, lips parted, the hope, the new ships.

What seas what shores what granite islands towards my timbers
And woodthrush calling through the fog
My daughter.

ΜΑΡΙΝΑ
του Τ.Σ. Έλιοτ

Quis hic locus, quae regio, quae mundi plaga?

Ποιες θάλασσες ποιες ακτές ποια γκρίζα βράχια και ποια νησιά
Ποιο νερό γλείφοντας την πρώρα
Και ποιο άρωμα πεύκου κι η κίχλη τραγουδώντας μέσα απ’ την ομίχλη
Ποιες εικόνες επιστρέφουν
Ω κόρη μου εσύ.

Αυτοί που ακονίζουν το δόντι του σκύλου, εννοώντας
Θάνατο
Αυτοί που απαστράπτουν με τη δόξα του κολιμπριού, εννοώντας
Θάνατο
Αυτοί που κάθονται στο αχούρι της ικανοποίησης, εννοώντας
Θάνατο
Αυτοί που υποφέρουν την έκσταση των ζώων, εννοώντας
Θάνατο

Αυτοί εξαϋλώνονται, ελαττωμένοι από έναν άνεμο,
Μία του πεύκου αναπνοή, και την ομίχλη του δασώδους τραγουδιού
Από τη χάρη τούτη ξεθώριασαν επί τόπου

Ποιο είναι αυτό το πρόσωπο, ολοένα λιγότερο και λιγότερο καθαρό
Ο σφυγμός στο χέρι, ολοένα λιγότερο και λιγότερο δυνατός—
Δοσμένο ή δανεισμένο; περισσότερο μακρινό απ’ ότι τα αστέρια και πιο κοντά από ένα βλέμμα
Ψίθυροι και κρυφά γελάκια ανάμεσα στα φύλλα και επιταχύνοντας το βήμα
Στον ύπνο μέσα, εκεί που όλα τα νερά ενώνονται.

Πρόβολος σπασμένος με πάγο και μπογιά σκασμένη από τη ζέστα,
Εγώ το έκανα αυτό, το είχα ξεχάσει
Και το θυμάμαι.
Τα άρμενα αδύναμα και το καραβόπανο σάπιο
Ανάμεσα σε ένα Ιούνη και σ’ άλλο Σεπτέμβρη.
Αυτό το έκανα χωρίς να το ξέρω, μισοσυνείδητος, άγνωστος, εγώ ο ίδιος.
Των πιστρόφιων η σειρά μπάζει νερά, οι αρμοί χρειάζονται καλαφάτισμα.
Αυτό το σχήμα, αυτό το πρόσωπο, αυτή η ζωή
Ζώντας για να ζει σ’ ένα κόσμο του καιρού πέρα από μένα˙ ας
Παραιτηθώ απ’ τη ζωή μου γι’ αυτή τη ζωή, η λαλιά μου γι’ αυτό που δεν ειπώθηκε,
Αυτό που αφυπνίστηκε, χείλη μισανοιγμένα, την ελπίδα, τα νέα πλοία.

Ποιες θάλασσες ποιες ακτές ποια γρανιτένια νησιά μπροστά στα μαδέρια μου
Και η κίχλη καλώντας μέσα απ’ την ομίχλη
Κόρη μου.

First published September 25, 1930.
Numbered 29 in the series.
Drawings by E. McKnight Kauffer.
Numbered A17 in Gallup’s bibliography of Eliot’s works

Μετάφραση: Γιάννης Αντιόχου

SYLVIA PLATH: Η σύντομη ζωή μιας μεγάλης ποιήτριας


Ted Hughes and Sylvia Plath 

Τρίτη Πρωί, 16 Δεκεμβρίου 1958
…Έγραψα και ξανάγραψα το Τζώνυ Πάνικ και τη Βίβλο των Ονείρων και θα αρχίσω να το αποστέλλω. Σκέφτομαι ότι είμαι ικανή να υποφέρω τις απορρίψεις: ελπίζω μόνο ότι θα λαμβάνω επιστολές με σχόλια. Θέλω να το προωθήσω. Είναι τόσο περίεργο και κατά κάποιο τρόπο ιδιόρρυθμο και έτσι σκέφτομαι ότι ίσως έχει κάποια ελπίδα. Θα το στείλω δέκα φορές πριν μετανιώσω: ως τότε θα έχω γράψει δυο ή τρεις ιστορίες ακόμα…

Σάββατο, 10 Ιανουαρίου 1959
…Απόρριψη του Τζώνυ Πάνικ , χωρίς ούτε ένα σημείωμα από το Yale Review: όλα μου τα όνειρα για να εκδώσω κάτι εκεί εξαφανίστηκαν: έτσι το γράψιμο συνεχίζω να το χρησιμοποιώ ως απόδειξη της ταυτότητας μου. Πίκρα για τα κατορθώματα των άλλων…

Τετάρτη, 4 Νοεμβρίου 1959
Πάλι παραλυμένη. Πώς σπαταλώ τις μέρες μου; Αισθάνομαι μπλοκαρισμένη και η ψυχρότητα με διαπερνά σαν την αναισθησία. Αναρωτιέμαι, θα ξεφορτωθώ το Τζώνυ Πάνικ ποτέ; Δέκα χρόνια από τα επιτυχημένα μου δεκαεφτά, και μια ψυχρή φωνή λέει: Τι έχεις κάνει, τι έχεις κάνει; Κοιτώντας ψυχρά, βλέπω ότι έχω σπουδάσει, έχω σκεφτεί, και δεν έχω κάνει τίποτα περισσότερο από το να διδάξω για περίπου έναν χρόνο: ο νους μου παραμένει σ’ αγρανάπαυση. Δεν επιθυμώ διακαώς μια ζωή γεμάτη μελέτη, και ξανά μελέτη, χωρίς κανέναν μέντορα ή μαθητή εκτός του εαυτού μου. Έχω γράψει μια – δυο δυσάρεστες ψυχολογικές ιστορίες…

Δεν υπάρχει τερματικός σταθμός, μόνο αποσκευές/ Έξω απ’ τις οποίες ο ίδιος ο εαυτός ξεδιπλώνεται σα ρούχο / Αστόλιστος και λαμπερός, με τσέπες επιθυμιών,/ Ιδέες και εισιτήρια, σύντομες τροχιές και καθρέφτες διπλωμένους.

Φαινόμενο, σύμβολο, ιδιοφυΐα, μύθος. Γυναίκα ποιήτρια με έργο οξύαιχμο, σπαραχτικό κι ονειρικό. Γυναίκα στοιχειωμένη από την ίδια της την δημιουργικότητα, κατοικημένη από την ερμητική της αποστολή, αυτή του να μολύνει με αίσθηση τον κόσμο. Κι η «Βίβλος των Ονείρων» της μετά θάνατον εκδοθείσα, να ζωοποιεί τ’ άψυχο σώμα που ανασταίνει το ίδιο τ’ όνειρο. Τραγικό αλήθεια να μεταγράφει ο θάνατος τη ζωή, αποκρυπτογραφώντας τον αναχωρητικό δρόμο του ποιητή. Έναν δρόμο που με πλήρη συνειδητότητα, ο ποιητής καλείται να επιλέξει, προκειμένου να γνωρίσει τον ίδιο του τον εαυτό.
Η ποίηση είναι μεταμορφωτική και χαρακτηρίζει τη συνέχιση του πυθικού λόγου, αυτού του αμφίσημου και πολλές φορές πολύσημου λόγου που αναβλύζει απ’ τα σωθικά του δημιουργού. Πόσο αινιγματικός φαντάζει στους αναγνώστες ο κόσμος του ποιητή; Πόσο μελάνι έχει ξοδευτεί για ν’ αναλυθεί ο ποιητικός λόγος και κατ’ επέκταση ο ίδιος ποιητής μέσα από το ποιητικό έργο που έχει καταθέσει;
Η Sylvia Plath ως ιδανική αυτόχειρ έπλευσε στο πέλαγο της απελευθέρωσης – τελείωσης, μιας ζωής που ιστορήθηκε με τολμηρές λέξεις και υπερρεαλιστικές εικόνες. Μοιάζει πως κατανόησε ήδη από την εποχή της νεότητα της, αυτό που γι’ άλλους της τέχνης υπηρετούντες, γίνεται αντιληπτό την εποχή της βιολογικής τους αποχύμωσης. Κι αν οφείλω να καταδείξω πως ο πεζός μου λόγος δεν είναι ασαφής, τότε θα μιλήσω για την εποχή που το σώμα αρέσκεται να ξαπλώνει μόνο του στο στρώμα, για την εποχή που το κεφάλι παραχώνεται στο πούπουλου του μαξιλαριού, για να ξυπνήσει μετά από μερικές ώρες μεταμφιεσμένο. Κι η μάσκα χρειάζεται, δε λέω, ειδικά όταν πρόκειται να παίξεις κρυφτό στα σαλόνια του θανάτου. Γιατί αν είναι πρώτα-πρώτα η ποίηση, τότε συνοδοιπορεί με αυτό που ο Ελύτης ορίζει ως πρώτη αλήθεια, το θάνατο.
Το να πεθαίνει κανείς, είναι κάτι που η Sylvia Plath ήξερε να κάνει πολύ καλά. Το να πεθαίνει κανείς όμως σε ηλικία τριάντα ετών, αφήνοντας πίσω του δύο μικρά παιδιά και ένα τόσο σημαντικό ποιητικό έργο, είναι κάτι που ελάχιστοι τολμούν. Και σ’ αυτό το σημείο ας μη κατηγορηθώ ως επαινετής των απανταχού αυτοχείρων, ως θιασώτης του θανάτου και της μαύρης θλίψης, ως ο οποιοσδήποτε τέλος πάντων λιγοστεμένος από τη γλύκα της ζωής. Γιατί η Sylvia γνώριζε πολύ καλά τη γλύκα τόσο της ζωής, όσο και του θανάτου.
Τον Οκτώβριο του 1962, η ποιήτρια έρχεται σε διάσταση με τον σύζυγο της Ted Hughes ενώ έχει ήδη δύο παιδιά, την Frieda Rebecca και τον Nicholas. Καταφεύγει στη σιωπή, γράφοντας διαρκώς, και τότε οι λέξεις που κατατίθενται στα χειρόγραφα της, αρχίζουν να περιγράφουν, αυτό που για πολλούς που έρχονται σε επαφή με την ποίηση της, είναι μη μεταδόσιμο. Μέσα από ένα θαύμα καταφέρνει να συναρμόσει την εμπειρία της νεότητας της, γυρίζοντας σ’ εκείνο το χρονικό σημείο που της αποκαλύφθηκε για πρώτη φορά η μυστική φωνή. -Έτσι κι αλλιώς κάθε ποιητής άκουσε ή επαναληπτικά ακούει μια μυστική φωνή.- Η παραγωγή ποιημάτων κατά τα έτη 1962 και τους δύο πρώτους μήνες του 1963, (αυτοκτόνησε στις 11 Φεβρουαρίου), είναι κατακλυσμιαία.
Σαρώνει τον υπαρκτό κόσμο, τον μεταποιεί, τον μετατρέπει, τον μεταγράφει, αλλά παρόλα αυτά ο κόσμος της Plath είναι ολωσδιόλου αληθινός. Η Sylvia είναι λέαινα, είναι η βασίλισσα μέλισσα, είναι η Λαίδη Godiva που καλπάζει γυμνή στ’ άλογο της, γυμνή κι αόρατη για τους άλλους. Ταυτόχρονα μπορεί να γίνει το οποιοδήποτε αντικείμενο, όπως ευτελές ρούχο, βέλος, νεκρό αυγό, λευκή σοκολάτα Godiva, διατηρώντας όμως γέφυρες επικοινωνίας με την κοινωνική δομή και καταλαμβάνοντας τη θέση είτε του αρμοστή, είτε του εξυπηρετητή στον κόσμο των ανθρώπων. Είναι ο ίδιος ο Τζώνυ Πάνικ, είναι το πνεύμα, είναι η Αμερική που επαναστατεί στ’ αδιέξοδα, είναι η Αγγλία που μοιάζει κάπως σαν νεκροτομείο, κάπως σαν γηροκομείο, όπως αναφέρει ο Ted Hughes στα «Γράμματα Γενεθλίων». Ο κόσμος της ποίησης της, ο κόσμος της πρόζας της, των πεζών κειμένων της, δεν είναι ένας κόσμος ψευδαισθήσεων, αλλά ένας κόσμος που δεν καταμαρτυρείται ούτε από τους πιο θαρραλέους. Γι’ αυτό, όταν κανείς πλησιάζει το έργο της Plath, οφείλει να το διαβάσει δυνατά ακολουθώντας το ρυθμό της ίδιας του της αναπνοής. Να συγκεντρωθεί στον αέρα που εισέρχεται και εξέρχεται από τα ρουθούνια της μύτης του και ν’ αδειάσει. Ν’ αδειάσει παντελώς το είδωλο του κόσμου που κουβαλά. Μόνο τότε θ’ ανακαλύψει, έναν κόσμο που εμπεριέχει και ο ίδιος και είναι ταυτόσημος με τον κόσμο της ποιήτριας.

Σε μια συνέντευξη της το 1962 στον Peter Orr, ρωτήθηκε αν σχεδιάζει τα ποιήματα της με τρόπο τέτοιο, ώστε όταν απαγγέλλονται να αποκαλύπτουν έναν σαφή και δραστικό χαρακτήρα. Η Sylvia Plath απάντησε: «Αυτό είναι κάτι που δεν έκανα στα πρώτα μου ποιήματα. Για παράδειγμα, το πρώτο μου βιβλίο, Ο Κολοσσός, από το οποίο δεν μπορώ να διαβάσω κανένα ποίημα απαγγέλλοντας το. Δεν τα έγραψα για να τ’ απαγγείλω. Στην πραγματικότητα είναι κάπως ιδιωτικά, με πλήττουν. Ενώ αυτά που διάβασα, είναι νέα ποιήματα, μερικά πολύ πρόσφατα και πρέπει να πω ότι σ’ αυτά διαλέγομαι με τον εαυτό μου. Πιστεύω πως αυτή η εξέλιξη μου στο τρόπο γραφής, είναι κάτι καινούργιο για μένα, και οποιαδήποτε αντίληψη της αλήθειας, βγαίνει από το γεγονός ότι συνδιαλέγομαι με τον εαυτό μου, τα απαγγέλλω στον εαυτό μου». Ο Peter Orr συνεχίζοντας ρώτησε την Plath σχετικά με την συγγραφή των πεζών κειμένων της, των σύντομων ιστοριών της και εκείνη απάντησε: «Λοιπόν, ανέκαθεν ενδιαφερόμουν για τον πεζό λόγο. Σαν έφηβη, δημοσίευσα μικρές ιστορίες και πάντα ήθελα να γράψω ένα μυθιστόρημα. Τώρα που έφθασα σε μια ικανοποιητική ηλικία, και είχα εμπειρίες, αισθάνομαι ακόμα περισσότερο ενδιαφέρον για τον πεζό λόγο, για το μυθιστόρημα. Αισθάνομαι ότι σ’ ένα μυθιστόρημα για παράδειγμα μπορείς να χωρέσεις όλα τα παρελκυόμενα της καθημερινής ζωής, ενώ αυτό είναι δυσκολότερο στην ποίηση. Η ποίηση, αισθάνομαι, είναι μια τέχνη τυραννική, πρέπει να προχωρήσεις τόσο μακριά, τόσο γρήγορα, σ’ έναν τόσο περιορισμένο χώρο, που πρέπει να απομακρύνεις οτιδήποτε μη ουσιαστικό. Κι αυτό μου λείπει! Είμαι γυναίκα, μ’ αρέσει η οικογενειακή εστία, τα ευτελή πράγματα, και βρίσκω ότι στο μυθιστόρημα μπορώ να αδράξω περισσότερη ζωή, ίσως όχι τόσο έντονη ζωή, αλλά σίγουρα περισσότερη, κι έτσι έχω στρέψει το ενδιαφέρον μου ως αποτέλεσμα στο να γράψω μυθιστόρημα.»
Εντούτοις η Plath γράφει και για βιοποριστικούς σκοπούς. Ο πεζός λόγος της, της αποφέρει μερικές λίρες. Μικρές οικονομικές ανάσες σε μια ζωή που εκτιμάται, μετά τον χωρισμό της με τον Ted, από τα εισαγόμενα από την μητέρα της βοηθητικά τσεκ των 50 δολαρίων και τα χειροποίητα πλεχτά παιδικά ρουχαλάκια. Και ο λόγος της ακόμα κι αν εκτίθεται απ’ άκρη σ’ άκρη των χειρόγραφων σημειωματάριων της, εντούτοις έχει ρυθμό, και φόρμα, κι ανάσα, και μέτρο. Ο πεζός της λόγος δεν είναι επαρκώς πεζός, αλλά λόγος στικτός, ποιητικός. Ανοίγει την σκοτεινή κρύπτη τ’ ασυνείδητου κι ορμά να εξορύξει πολύεδρα κοσμήματα που ανακλούν το φως, την έκφανση της ανθρώπινης ύπαρξης μέσα στα οποιαδήποτε πεπερασμένα της όρια.

Η Plath παρόλο που υμνήθηκε από το φεμινιστικό κίνημα της εποχής, ως γυναίκα χειραφετημένη, εντούτοις η γραφή της δεν είναι καθόλου θηλυκή, αλλά γραφή έντονα αρσενική και καλυμμένη κάτω από ένα πλέγμα απόκρυφων συμβόλων που δύσκολα απομονώνονται. Ποιήματα όπως ο Κρεμασμένος, το Μυστικιστικό, τα ποιήματα για τις Μέλισσες, πεζά κείμενα όπως ο Τζώνυ Πάνικ και η Βίβλος των Ονείρων, καταδεικνύουν έναν ιδιαίτερο μυστικισμό, ο οποίος όμως είναι δυσανάγνωστος, όχι από έλλειψη κατανόησης της ποιήτριας, αλλά πιστεύω από την ανάγκη της να περιπλέξει τα σύμβολα και τις έννοιες για να αναδημιουργήσει τον προσωπικό της αποκρυφισμό. Η ίδια της η μοναξιά, είναι σημείο αποκάλυψης.
Η Plath αποκαλύπτει στο έργο της, πως έχασε τον ουσιαστικό της δρόμο, πως έχασε τον Κόσμο. Η προσωπική αντωνυμία «Εγώ» που τίθεται απέναντι στους «άλλους» και απαντά σε μια πληθώρα ποιημάτων, θέτει το διαχωριστικό όριο μεταξύ της ποιήτριας και του υπαρκτού κόσμου. Νιώθει τους άλλους ως εχθρούς, νιώθει ότι πολύ συχνά απειλείται και με αυτό τον τρόπο ίσως κατανοεί το νόμο των αντιθέτων. Έτσι αντιλαμβάνεται ότι ο κόσμος είναι δομημένος πάνω σ’ αντιθετικά ζεύγη˙ καλός-κακός, όμορφος-άσχημος, ψηλός-κοντός, κι αν το επίθετο χαρακτηρίζει το ουσιαστικό, τότε η Plath βρίσκεται πέρα από αυτή την αντιληπτική ικανότητα.
Ο δικός της κόσμος είναι αυτός στον οποίο όλα εν δυνάμει μπορούν να συμβούν. Είναι ένας κόσμος που δε βασίζεται σε δίπολα, αλλά είναι πολυσχιδής και γι’ αυτό το λόγο αναπάντεχος. Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει την επόμενη εικόνα της κι αυτό γιατί η Plath, παρόλο που βασίζει την ποίηση της στην εικονοποιεία, εντούτοις δεν οδηγεί σ’ αυτή την κατεύθυνση την πέννα της, αλλά οι εικόνες αναδύονται μέσα από μία βιωμένη υπαρξιακή εμπειρία. Η ποιήτρια ζει στην εικόνα. Είναι το εκάστοτε υποκείμενο που ενεργεί. Έτσι η Plath μπορεί να βαφτιστεί ως μία μετακειμενική ποιήτρια, μία μετακειμενική δημιουργός, αφού θέτει το προς ανάγνωση κείμενο της, ένα βήμα μετά. Οι αναγνώσεις του έργου της έχουν κάθε φορά διαφορετικό μήνυμα, σημασία, νόημα, εικόνα. Μπορεί λοιπόν κι αλλάζει πόλους, χτυπώντας τον αναγνώστη απευθείας στο σωματικο-ψυχο-νοητικό του άξονα. Ποτέ δεν τον απελευθερώνει, αλλά και για ποιο λόγο θα πρέπει να το προσπαθήσει αυτό; Είναι παγιδευμένη με τον ίδιο τρόπο που είναι και ο αναγνώστης της. Παγιδευμένη σαν πουλί σ’ ένα κλουβί που φτεροκοπά αδιάκοπα πιτσιλώντας μ’ αίμα τα μάτια αυτών που παρακολουθούν το φτεροκόπημα του.

Τον Φεβρουάριο του 1965, η Poetry Book Society, ονόμασε Ariel την «Ανοιξιάτικη Επιλογή» της για το έτος. Για το περιοδικό της εταιρείας ο Ted Hughes έγραψε ένα δίστηλο σχόλιο για το ποιητικό βιβλίο της Plath, «Ariel», το οποίο απλά τιτλοφορούνταν «Sylvia Plath». Μέσα σ’ άλλα έγραφε:
«Πίσω από αυτά τα ποιήματα, βρίσκεται μια μανιώδης και ασυμβίβαστη φύση. Υπάρχει επίσης ένα παιδί απελπιστικά ξετρελαμένο με τον κόσμο. Και επίσης υπάρχει μια παράξενη μούσα, γυμνή, λευκή και άγρια…η οποία υπερίπταται πάνω από ένα καιόμενο φωτεινό όραμα του Παραδείσου. Ενός Παράδεισου που την ίδια στιγμή φοβίζει παράξενα ένα αναλλοίωτο αποκαλυμμένο όραμα θανάτου… Άλλα το πραγματικά θαυμαστό πράγμα σχετικά με την Plath θα παραμείνει το γεγονός πως μέσα σε δύο χρόνια, ενώ ήταν σχεδόν πλήρως απασχολημένη με τα παιδιά και τις οικιακές δουλειές, υποβλήθηκε σε μία ποιητική ανάπτυξη, ξαφνική και ολοκληρωμένη. Η γέννηση του πρώτου της παιδιού φαίνεται ότι ενεργοποίησε τη διαδικασία. Εντελώς ξαφνικά μπορούσε να συνθέτει στο μάξιμουμ των ορίων της και με όλο της το είναι. Το δεύτερο παιδί ώθησε τα πράγματα, όσο μια γιγάντια δρασκελιά. Όλες οι διαφορετικές φωνές του χαρίσματος της συνενώθηκαν… Το βιβλίο της Ariel δεν είναι εύκολη ποίηση για κριτική. Δεν είναι σχεδόν σαν καμία άλλη ποίηση. Είναι εκείνη. Όλα όσα έκανε ήταν σαν κι αυτό, και αυτό είναι ακριβώς σαν κι εκείνη- άλλα μόνιμο».
Το έργο της, μοιάζει να έρχεται από το μέλλον. Είναι σαν την Ευγενική Κυρία, που με γλυκύτητα σε καθίζει στο σαλόνι της να σου προσφέρει ένα αχνιστό φλιτζάνι τσάι. Κι αφού κι οι δυο έχετε πάρει τις θέσεις σας, σου αποκαλύπτεται πως το τραπεζάκι του σαλονιού σου αιωρείται, πως το φθαρμένο δάπεδο χάσκει ορθάνοιχτο, φανερώνοντας το θάνατο που σε παραμονεύει και τα νεκρά χέρια, τα κυανά παιδιά, τους σκεπασμένους καθρέφτες, τα χρώματα, τη γλυκύτητα, την ποίηση την ίδια εντέλει, η οποία κατά την Plath είναι πίδακας αίματος.
Δυστυχώς το να προσπαθείς ν’ αναλύσεις την πραγματικότητα που η ίδια η Plath περιγράφει, είναι σα να στέκεις στην ακαδημαϊκή έδρα ζητώντας από τους φοιτητές σου να σου αναλύσουν τους στίχους από το ποίημα της Ariel:

κάτι διαφορετικό

αλλάζει την πορεία μου στον αέρα —
μηροί, μαλλιά˙
νιφάδες απ’ τις φτέρνες μου.

Οφείλεις αυτό το είδος της ποίησης να το πραγματώσεις, κι αν είναι δυνατό να αιωρηθείς, να πετάξεις μέσα στο ίδιο σου το σπίτι, γύρω από το μεγάλο τραπέζι της τραπεζαρίας. Κι ύστερα να βγάλεις τα σκληρά σου υποδήματα, να ελευθερώσεις τα πόδια σου, να βγάλεις το παντελόνι σου και να καθίσεις ανακούρκουδα στον υπναγωγό καναπέ σου. Να βάλεις τα χέρια σου να αιωρηθούν στους μηρούς, στα μαλλιά, να τρίψεις τις φτέρνες σου, που στην πραγματικότητα απολεπίζονται, στην ποίηση όμως της Sylvia Plath τα λέπια τους γίνονται νιφάδες. Και ευθύς, συμπτώματα ναυτίας σε καταλαμβάνουν για το ποίημα που ανέγνωσες χωρίς να στήσεις τις λέξεις μέσα στον δικό σου κόσμο, ο οποίος δεν είναι καθόλου διαφορετικός από αυτόν που καταγράφηκε ως προϊόν αισθητηριακής αντίληψης από την ποιήτρια.

Πρόλογοι, επίμετρα, κριτικές αναλύσεις μιλούν για μία αυτοκαταστροφική, μανιοκαταθλιπτική και ταλαντούχα προσωπικότητα. Δυστυχώς οι έρημοι συγγραφείς των παραπάνω αγνοούν την ίδια τη φύση της ποίησης, η οποία υπήρξε ανέκαθεν μεταφυσική και τρομακτική. Κι όταν είμαστε νέοι συνομολογούμε με τους ομηλίκους μας για το θαύμα της υπέρβασης που και θαυμάσιο και τρομακτικό είναι. Κι ύστερα έρχεται, το οφείλω, το πρέπει, το χρηστό, το δίκαιο, το φυσιολογικό και ξεχνούμε πως προσγειωνόμασταν με γδούπο στα κρεβάτια μας κοιμώμενοι, απορώντας αν αιωρούμαστε στ’ αλήθεια ή αν έχουμε προικιστεί μ’ αυτό το τάλαντο.
Η Sylvia Plath στην ποίηση της ίπταται, στραφταλίζει, είναι η δροσιά που αιωρείται, είναι το σώμα τριαντάφυλλο που κλείνει τα πέταλα του στους κήπους που πετρώνουν, είναι το μπλε, είναι το κόκκινο, είναι το πρόσωπο του μικρού της γιου που κοιτάζει τον κόσμο πίσω από ένα φουσκωμένο ροζ μπαλόνι, είναι ο γιος της που προσπαθεί να δαγκώσει αυτόν τον κόσμο, είναι η λίμνη που τα είδωλα καθρεφτίζονται θαυμάσια και κλασικά. Και ξέρετε, αυτή η λίμνη υπάρχει σ’ όλα τα σπίτια, γιατί η Plath στο μικροαστικό της διαμέρισμα μουλιάζει τα χέρια της στο νεροχύτη πλένοντας τα πιάτα της ημέρας κι ασφυκτιώντας σηκώνει το κεφάλι της αντικρίζοντας μια οροφή χωρίς ένα αστέρι και τούτο μεταγράφεται σε στίχους.
Η ανακάλυψη της ποιητικής της και του συγγραφικού της έργου, από κριτικούς και μελετητές, δυστυχώς με καθιστά ίσως το μοναδικό αναγνώστη της, ο οποίος δεν βλέπει πουθενά σημεία που καταδεικνύουν την Plath ως μία διαταραγμένη προσωπικότητα ή ακόμα καλύτερα ως ψυχασθενή. Σίγουρα συνυπάρχουν στοιχεία τα οποία θα μπορούσαν να σκιαγραφήσουν το πορτραίτο της, ως αυτό ενός τρελού, αλλά κατά βάση η φύση της αληθινής ποίησης, της πραγματικής τέχνης, αναδύεται μέσα από καταστάσεις παραληρηματικής μανίας. Ο ισχυρισμός πως μια γυναίκα ποιήτρια, σύζυγος ενός γοητευτικού και διάσημου ποιητή και μητέρα δύο παιδιών, είναι εν δυνάμει μια βόμβα έτοιμη να εκραγεί δεν μπορεί να στηριχθεί, κάτω από το επιχείρημα, ότι η τέχνη και δη η ποίηση κατατρώγει τον ίδιο της το δημιουργό, αφού τον τοποθετεί σ’ έναν επάλληλο κόσμο με αυτό της καθημερινότητας, όπου οι ήχοι έχουν μεγαλύτερη ένταση, τα χρώματα είναι ζωηρότερα, τα αισθήματα βιώνονται εντονότερα και γενικά υπάρχει ένα μέγεθος υπερβολής.

Ο Βύρων Λεοντάρης στο δοκίμιο του «Η ποίηση της προσωπικής ενοχής» γράφει: «Ο ποιητής συμπεριφέρεται σαν τον εγκληματία που επιστρέφει στον τόπο του εγκλήματος. Αναζητά ξανά το ρίγος της παλιάς συγκίνησης και τον παλιό του τρόμο. Ξαναζεί το έγκλημα. Ψηλαφεί και σβήνει τα ίχνη αφήνοντας νέα. Αλλάζει τον διάκοσμο των εικόνων, σκηνοθετεί νέες εκδόσεις του δράματος. Δημιουργεί την ιδιότυπη, αυστηρά προσωπική, ιδιωτική συμβολιστική του. Ή τρέμει με την ελπίδα πώς «τίποτε δεν έγινε», πώς θα προλάβει να αποτρέψει την τετελεσμένη πια πράξη… Συμμετέχει προπαντός στο σ τ ό λ ι σ μ α τ ο υ ν ε κ ρ ο ύ – όλη η αισθητική της προσωπικής ποίησης δεν είναι παρά στόλισμα και μοιρολόι του αγαπημένου νεκρού – μιας ζωής που αγαπήσαμε και σκοτώσαμε… Ανακατεύεται με το πλήθος των περίεργων, γίνεται κι αυτός θεατής, φυλάγεται και συγχρόνως εκθέτει τον εαυτό του στον κίνδυνο της αναγνώρισης του…» Και με αυτό τον τρόπο είναι έτοιμος να φορέσει την πιο απίθανη μάσκα, να μεταμφιεστεί, να μετακινηθεί στον ποιητικό ρυθμό και στη φόρμα, να δοκιμαστεί φτιάχνοντας τα ετερώνυμα του και γράφοντας επωδούς για τη ζωή που δεν ζει.
Ο Ted Hughes κατηγορήθηκε ότι δολοφόνησε την Sylvia, όπως και την επόμενη σύζυγο του, την Assia Welville που αυτοκτόνησε έξι χρόνια αργότερα. Κατηγορήθηκε γιατί εξαφάνισε τις σημειώσεις του τελευταίου ημερολογίου της ποιήτριας, όπου περιέγραφε αναλυτικά τα τρία τελευταία χρόνια της ζωής της. Πώς όμως κάποιος μπορεί να ισχυριστεί κάτι τέτοιο; Βασισμένος σε ποια στοιχεία μέσα από το ποιητικό της έργο μπορεί να συμπεράνει κανείς την ψυχολογική επιρροή-βία, την ισοπέδωση, που ασκήθηκε από τον σύζυγο της; Στο ποίημα της Ερωτική Επιστολή, γράφει:

Δεν είναι εύκολο να περιγράψω την αλλαγή που έκανες.
Αν τώρα είμαι ζωντανή, τότε ήμουν νεκρή,
Ωστόσο, σαν πέτρα, ανενόχλητη
Σταθερά προσκολλημένη στη συνήθεια.

Η Sylvia Plath γνώριζε πολύ καλά ποιόν είχε διαλέξει να ερωτευτεί, ν’ αγαπήσει και να παντρευτεί. Ποτέ δεν ανέχτηκε το μέτριο, το κοινό, το συμβατικό, πόσο μάλλον διαλέγοντας να ζήσει στο πλευρό ενός ποιητή, ο οποίος ήταν ο εμπνευστής, ο κριτικός και ο ιμπρεσάριος της. Ήξερε πως ο ποιητής δεν ανήκει ολοκληρωτικά σε κανέναν και τούτο το γνώριζε κι από τον ίδιο της τον εαυτό. Έτσι κι αλλιώς σ’ αυτό το σημείο μπορεί να επιβεβαιωθεί η διαφορά που υπάρχει μεταξύ του ερωτικού και του ερωτεύσιμου. Ο ποιητής από τη στιγμή που αποφασίζει να εκτεθεί, αυτομάτως μετατρέπεται σε ερωτικό σώμα. Ανήκει σε όλους. Καθένας θέλει να συνευρεθεί μαζί του κι αυτός οφείλει να υπομείνει αυτό το επαναληπτικό ξεγύμνωμα, το σκύλεμα. Δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Για τούτο τον λόγο και υποστηρίζω, πως η Plath, δεν μπορεί μέσα από ένα τέτοιου μεγέθους ποιητικό έργο που κατέθεσε, να μην κατανόησε αυτό. Ούτε πάλι μπορώ να πιστέψω, πως η Plath αποδύονταν το ρόλο της ποιήτριας και αναλάμβανε το ρόλο της συζύγου. Κι αν τούτο γίνονταν είχε τόση διάρκεια, όση ώρα χρειάζονται να κατευναστεί η μανία της καίγοντας τα χειρόγραφα του συζύγου της και τα δικά της.
Η Plath είναι ολόκληρη ένα σώμα. Αλλιώς αν η ποίηση της δεν ήταν σωματική, δεν θα ήταν μεγαλοφυής και όσο κι αν η ίδια η ποιήτρια έπλασε τον προσωπικό της μύθο με την αυτοχειρία της, το έργο της δεν θα επιβίωνε. Με αυτόν τον τρόπο ανακαλύπτουμε μια ποιήτρια, η οποία συνδυάζει αυτό που ελάχιστοι ποιητές καταφέρνουν μέσα στην παραγωγική τους διαδρομή, την ισόρροπη σύνδεση και ανάπτυξη της φύσης, της ιδιοφυΐας και του ενεργητικού τους εαυτού. Αυτό άλλωστε συμμερίζεται και ο Ted Hughes το 1966 στο δοκίμιο του «Σημειώσεις σε χρονολογική σειρά των ποιημάτων της Sylvia Plath».
Η Plath δοκιμάζει τις λέξεις της, χτυπά η μια πάνω στην άλλη, συνθέτοντας μια ιδιόρρυθμη προσωπική ποίηση. Η ηθική της διαστέλλεται μέσα σε μια καθημερινή εικονοποιεία. Έτσι, αναλαμβάνει το πρόσωπο του γιου της, της κόρης της˙ Καθρεφτίζεται προσπαθώντας να αναγνωρίσει τον ίδιο της τον εαυτό και λαμποκοπά, αστράφτει, στραφταλίζει σχεδόν σε κάθε ποίημα που μας παρέδωσε τους δύο τελευταίους μήνες της ζωής της.
Την ίδια ώρα, η Plath, ως θείο ερπετό, περιελίσσεται στον άξονα του τρίπτυχου που ο Ελύτης ορίζει ως Τέχνη – Τύχη – Τόλμη. Γράφει ο Ελύτης: «…ε ναι λοιπόν! Τέχνη, αφού, καλά ή κακά, θέλουμε να δώσουμε μια διέξοδο στην πυθική σπίθα, που δεν κοιτάει την ώρα να γίνει Λόγος και να μπει επικεφαλής μιας καινούργιας αποτίμησης του κόσμου˙ και Τύχη, αφού είναι αυτή που θα σμίξει τα χρώματα και τα σχήματα, τις ευωδιές και τους ήχους, την καρδιά μας και την καρδιά του Σύμπαντος σ’ ένα σημείο, το λυρικό σημείο που ονειρευόμαστε˙ και Τόλμη, αφού κάθε βήμα σωστό μέσα στην κοινωνία αυτή γραφτό είναι ν’ αφήνει πίσω του αίματα, καπνούς και δάκρυα…»

Η Sylvia Plath τολμάει και με αυτόν τον τρόπο συμπυκνώνει την ποίηση της. Εκτίθεται σ’ ένα αιχμηρό περιβάλλον γεμάτο αγκίστρια και θάνατο. Κι ο θάνατος που περιγράφει στήνει τα δόκανα του. Στο ποίημα της Words (Λέξεις,) προσομοιάζει αυτές, με τσεκούρια, εργαλεία της βίας και του βίαιου θανάτου και συνεχίζει γράφοντας στον τρίτο στίχο του ποιήματος: Κι αντίλαλοι!/ Αντίλαλοι π’ απλώνουν/ Φυγόκεντρα σαν άλογα… πλέκοντας μ’ αυτό τον τρόπο το θάνατο με τη ζωή. Τα τσεκούρια κτυπούν στους κορμούς, ενώ ο ήχος, ο αντίλαλος απλώνεται φυγόκεντρα, κληροδοτώντας αντίδραση στη δράση, μεταστοιχειώνοντας το θάνατο σε ζωή. Κι η ποιήτρια είναι ικανή ν’ αντιληφθεί αυτό, γιατί έμαθε, ή καλύτερα καλλιέργησε τη δυνατότητα να κρατά τη σιωπή και ν’ αφουγκράζεται εκ των έσω. Ο Steiner, στο περίφημο δοκίμιο του Η σιωπή και ο ποιητής γράφει: «Σε ποιο βαθμό του θορύβου, που τώρα μας κατακλύζει, οι λέξεις μεταμορφώνονται πράγματι σε λόγο – και που μας χρειάζεται η σιωπή αν είναι ν’ ακούσουμε αυτήν την μεταμόρφωση; Το δεύτερο ζήτημα είναι ένα ζήτημα πολιτικής με τη θεμελιώδη της σημασία. Είναι καλύτερο για τον ποιητή να κόψει τη γλώσσα του παρά να δώσει αξία στο απάνθρωπο είτε με το ταλέντο του είτε από αμέλειά του.»

Στο ποίημα της Edge (Άκρο) φανερώνει πλέον ότι είναι αποφασισμένη να συναντήσει το θάνατο.

Η γυναίκα έχει τελειοποιηθεί.
Το νεκρό
Κορμί της ντυμένο με το χαμόγελο της εκπλήρωσης,
Η ψευδαίσθηση μιας Ελληνικής αναγκαιότητας
Ρέει στις ταινίες της τηβέννου της,
Τα εκτεθειμένα της
Πόδια φαίνεται να λένε:
Ως εδώ φτάσαμε, αρκεί […]

Γραμμένο στις 5 Φεβρουαρίου του 1963, μόλις έξι ημέρες πριν το θάνατο της, αποκαλύπτει το σχέδιο της. «Ως εδώ φτάσαμε, αρκεί», γράφει η Plath και αναρωτιέται κανείς γιατί να συμβαίνει αυτό στη ζωή μιας τριαντάχρονης γυναίκας. Η Plath όμως, στάθηκε πέρα από τα όρια της ηλικίας, έμεινε έξω από τη συμβατικότητα, αποπροσωποποίησε την ύπαρξη της κι έκλεισε τα μάτια στο κοινωνικό περιεχόμενο του κόσμου της, επειδή η ίδια η ποίηση, την εγκατέλειψε. Επιστρέφοντας στο ποίημα Words, γραμμένο την 1η Φεβρουαρίου, η Plath γράφει:
Χρόνια αργότερα
Τυχαία τις συναντώ στο δρόμο—

Λέξεις ξερές και φευγαλέες,
Το αδιάκοπο ποδοβολητό των αλόγων.
Ενόσω
Από το βυθό της λίμνης, απλανή αστέρια
Κυβερνούν μια ζωή.

Οι λέξεις της οι ίδιες, οι λέξεις της ποιήσεως της, την έχουν εγκαταλείψει. Είναι πια λέξεις ξερές και φευγαλέες, λέξεις δίχως νόημα. Η εξομολογητική της ποίηση έχει φθάσει στο τέλος της. Μοιάζει να λειτουργεί ως τον πνευματικό που εξομολογεί το ποίμνιο του και στο τέλος του δίδει άφεση των αμαρτιών του. Έτσι απελευθερώνεται, έχοντας αμαρτήσει επαναληπτικά, είτε αμφισβητώντας, είτε ερευνώντας αυτό που βρίσκεται πέρα από την θέα του φυσικού κόσμου και αποφασίζει να κρατήσει τη σιωπή, ως μοναδική εναλλακτική λύση. O Steiner, ίσως περιγράφει αυτή ακριβώς την επιλογή της Sylvia Plath, γράφοντας: «¨Όταν οι λέξεις στην πολιτεία είναι φορτωμένες βαρβαρότητα και ψέμα, τίποτα δεν μιλάει δυνατότερα από ένα άγραφο ποίημα». Η σιωπή για την ποιήτρια ισοδυναμεί με το μοναδικό πραγματικό φιλοσοφικό πρόβλημα, αυτό που ο Καμύ αναλύει στο Μύθο του Σίσυφου, την αυτοκτονία.

Στο τελευταίο γράμμα στην μητέρα της, που ταχυδρομήθηκε στις 4 Φεβρουαρίου του 1963. Η Sylvia γράφει:

Αγαπητή Μητέρα,
  Σ’ ευχαριστώ τόσο πολύ για τα γράμματα σου… Δεν έγραψα σε κανέναν μέχρι τώρα γιατί δεν αισθανόμουν πολύ καλά… Δεν έχω καμία απολύτως διάθεση να επιστρέψω στην Αμερική. Τουλάχιστον όχι τώρα. Έχω το όμορφο εξοχικό σπιτάκι μου, αυτοκίνητο, και το Λονδίνο είναι η πόλη που πάντα ήθελα να ζήσω, με τους καλούς της γιατρούς, τους ευγενικούς γείτονες, τα πάρκα, τα θέατρα και το BBC. Δεν υπάρχει κάτι αντίστοιχο με το BBC στην Αμερική – εκεί δεν εκδίδουν την δουλειά μου, όπως γίνεται εδώ με τα ποιήματα και το μυθιστόρημα μου… Εκτιμώ πολύ την επιθυμία σου να δεις την Frieda, αλλά αν μπορείς να φανταστείς την συναισθηματική αναστάτωση που πέρασε χάνοντας τον πατέρα της και μετακομίζοντας, θα καταλάβεις ότι η ιδέα να την πάρεις με αεροπλάνο στην Αμερική δεν είναι πιθανή. Είμαι η μοναδική της ασφάλεια και το να την ξεριζώσεις είναι απερίσκεπτο και εγκληματικό….Δεν θα μπορούσα ν’ αντέξω τη ζωή στην Αμερική – Εδώ έχω τους καλύτερους γιατρούς, φροντίδα απολύτως δωρεάν, και με τα παιδιά αυτό είναι πραγματική ευλογία. Επίσης ο Ted βλέπει τα παιδιά μια φορά την εβδομάδα και αυτό τον κάνει πιο υπεύθυνο σχετικά με την διατροφή….Απλά θα πρέπει να πολεμήσω μόνη μου εδώ πέρα… Θα αρχίσω να επισκέπτομαι μια γυναίκα γιατρό, δωρεάν, στο Εθνικό Σύστημα Υγείας, στην οποία με παρέπεμψε ο πολύ καλός οικογενειακός γιατρός μου, και η οποία θα με βοηθήσει ν’ αντεπεξέλθω σ’ αυτή τη δύσκολη στιγμή. Δώσε τους χαιρετισμούς μου σ’ όλους.

Sivvy

Η 11η Φεβρουαρίου του 1963, ήταν απλά μια μέρα λίγο πιο σκοτεινή, λίγο πιο καταθλιπτική, λίγο πιο βαριά απ’ τις συνηθισμένες. Η Sylvia Plath δεν μπόρεσε να την αντέξει. Αυτοκτόνησε. Όσον αφορά τον σύζυγο της, Ted Hughes, γι’ αυτόν η Sivvy, ήταν δυνητικά ζωντανή μέχρι το τέλος της ζωής του. O Hughes ένα χρόνο πριν πεθάνει έλυσε τη σιωπή του και δημοσίευσε 88 ποιήματα κάτω από τον τίτλο «Γράμματα Γενεθλίων». Τα ποιήματα αυτά μεταφράστηκαν στη χώρα μας από τον Γιάννη Αντιόχου και κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Μελάνι.

Τα Γράμματα Γενεθλίων, ποιήματα, τα περισσότερα μακροσκελή, αποτελούν τα κεφάλαια μιας ποιητικής ιστορίας, την οποία θα πρέπει ο αναγνώστης να διαβάσει την πρώτη φορά με σειρά. Κανείς δεν γνωρίζει αν τα ποιήματα έχουν γραφεί με τη σειρά που εκδόθηκαν και μέσα από μία πραγματολογική τους ανάλυση σίγουρα αυτό δεν μπορεί να ισχύει. Το πλέον ασφαλές είναι ότι ακολουθούν τη χρονική σειρά της σχέσης του ζευγαριού.
Τα Γράμματα Γενεθλίων είναι ένα καθημερινό βιβλίο ποίησης που το κουβαλάς μαζί σου, που το έλκεις μέσα από την ίδια σου την ψυχή και το αναγιγνώσκεις για να κατανοήσεις το θάνατο. Είναι ένα κατακόκκινο, αιματοβαφές βιβλίο ποίησης, είναι ένα σωματικό βιβλίο ποίησης, είναι ένα εγχειρίδιο θανάτου, πολύ επικίνδυνο για τον αναγνώστη που βρίσκεται σε προχωρημένη νεύρωση, ή στα όρια της νεύρωσης για να μεταπηδήσει στην ψύχωση. Και το πιο επικίνδυνο είναι ότι αναφέρεται σε όλους. Δεν αναφέρεται σ’ ένα κοινό που αγαπά να διαβάζει ποίηση, αλλά σ’ ένα κοινό που έχει ερωτευτεί βαθιά και έχει ζήσει έναν έρωτα éternel et banal. Αυτό δικαιολογείται και από τα νούμερα των πωλήσεων που έχει κάνει στην Αγγλία και στην Αμερική. Περισσότερα από 700.000 αντίτυπα πουλήθηκαν, ανατρέποντας τον ισχυρισμό πως η ποίηση δεν κατατάσσεται στις λίστες των National Bestsellers.

Λαίδη Λάζαρος

Το έχω ξανακάνει.
Μια φορά κάθε δέκα χρόνια
Το καταφέρνω —

Κάποιος είδος κινούμενου θαύματος, το δέρμα μου
Φωτεινό σαν ναζιστικό πορτατίφ
Το δεξί μου πόδι

Ένα πρες-παπιέ,
Το πρόσωπο μου ένα άχρωμο, φίνο
Εβραϊκό λινό.

Ξετύλιξε το ύφασμα
Ω εχθρέ μου
Σε τρομάζω; —

Η μύτη, οι κόγχες των ματιών, η πλήρης οδοντοστοιχία;
Η όξινη αναπνοή
Θα εξαφανιστεί σε μια μέρα.

Σύντομα, σύντομα η σάρκα
Που η ταφική σπηλιά κατάπιε θα’ ναι
απάνω μου ταιριαστή

Κι εγώ μια χαμογελαστή γυναίκα
Είμαι μόνο τριάντα.
Και σαν τη γάτα, εννιά φορές έχω να πεθάνω.

Αυτή είναι η Τρίτη φορά.
Τι ανοησία
Να εκμηδενίζεις κάθε δεκαετία.

Πόσα εκατομμύρια ίνες.
Το πλήθος που μασουλά φιστίκια
Σπρώχνεται για να δει

αυτούς να με ξετυλίγουν χέρια και πόδια—
Το μεγάλο ξεγύμνωμα.
Κυρίες και κύριοι

Αυτά είναι τα χέρια μου
Τα γόνατα μου.
Ίσως έμεινα πετσί και κόκαλο,

Όπως και να’ χει, είμαι η ίδια κι απαράλλαχτη γυναίκα.
Την πρώτη φορά που συνέβη, ήμουν δέκα.
Ήταν ατύχημα.

Τη δεύτερη φορά σκόπευα
Να το πετύχω και να μην επανέλθω.
Λικνιζόμουν κλειστή

Σαν το στρείδι.
Έπρεπε να με φωνάξουν και να με ξαναφωνάξουν
Κι απόσπασαν τα σκουλήκια από πάνω μου σαν κολλώδη μαργαριτάρια.

Το να πεθαίνεις
Είναι ένα είδος τέχνης, όπως κι οτιδήποτε άλλο.
Το κάνω εξαιρετικά καλά.

Το κάνω έτσι που να μοιάζει με κόλαση.
Το κάνω έτσι που να μοιάζει αληθινό.
Στοιχηματίζω πως θα μπορούσατε να πείτε ότι έχω χάρισμα.

Είναι αρκετά εύκολο να το κάνεις σ’ ένα κελί.
Είναι αρκετά εύκολο να το κάνεις και να μην κάνεις ρούπι.
Είναι θεατρικό

Να επανέρχεσαι μέρα μεσημέρι
Στο ίδιο μέρος, το ίδιο πρόσωπο, η ίδια κτηνώδης
Κραυγή έκπληξης:

«Θαύμα!»
Τούτο μ’ εξαντλεί.
Υπάρχει κάποιο κόστος

Για την θέαση των πληγών μου, υπάρχει κάποιο κόστος
Για τ’ άκουσμα της καρδιάς μου—
Αληθινά χτυπάει.

Κι υπάρχει κάποιο κόστος, κάποιο αρκετά μεγάλο κόστος
Για μια λέξη ή ένα άγγιγμα
ή για μια σταγόνα αίμα

ή μια τούφα απ’ τα μαλλιά μου ή ένα κομμάτι απ’ τα ρούχα μου.
Λοιπόν, λοιπόν, Herr Doktor
Λοιπόν, Herr Εχθρέ.

Είμαι το έργο σου,
Είμαι το πολύτιμο σου
Το βρέφος από καθαρό χρυσάφι

που συνθλίβεται σε μια τσιρίδα.
Στριφογυρνώ και καίγομαι.
Μη νομίσεις ότι υποτιμώ το μεγάλο σου ενδιαφέρον.

Στάχτη, στάχτη —
Χώνεις τη μασιά κι ανασκαλεύεις.
Σάρκα, οστά, τίποτα δεν υπάρχει εδώ —

Μια κρούστα σαπουνιού,
Μια γαμήλια βέρα,
Ένα χρυσό σφράγισμα.

Herr Θεέ, Herr Εωσφόρε
Πρόσεχε
Πρόσεχε.

Μέσα απ’ τη στάχτη
Αναδύομαι με τα κόκκινα μαλλιά μου
Και τους άντρες σαν αέρα τους κάνω μια χαψιά.

 -*-*-*-*-

Πατερούλη

Δε μου κάνεις, δε μου κάνεις
πια, μαύρο παπούτσι
που μέσα σου έζησα σαν πόδι
για τριάντα χρόνια, φτωχό κι αγνό,
μόλις τολμώντας ν’ αναπνεύσω ή να φταρνιστώ.

Πατερούλη, έπρεπε να σ’ είχα σκοτώσει.
Πέθανες πριν προλάβω —
βαρύ μάρμαρο, τσουβάλι γεμάτο από Θεό,
τρομακτικό άγαλμα μ’ ένα γκρίζο δάχτυλο ποδιού
τεράστιο σαν φώκια του Frisco

κι ένα κεφάλι στον φρικτό Ατλαντικό
όπου βρέχει πράσινα μυαλά απάνω στο γαλάζιο.
Πέρα απ’ τα νερά του ωραίου Νουαζέτ.
Συνήθιζα να προσεύχομαι για να σε ξαναβρώ.
Ach, du.

Στη Γερμανική γλώσσα, στην Πολωνική πόλη
ισοπεδωμένος από τις ερπύστριες
των πολέμων, πολέμων, πολέμων.
Αλλά τ’ όνομα της πόλης συνηθισμένο.
Ο Πολωνός φίλος μου

Λέει πως υπάρχουν μια ντουζίνα ή δυο.
Έτσι ποτέ δεν θα μπορούσα να πω που
πάτησες το πόδι σου, που άπλωσες τη ρίζα σου,
ποτέ δεν θα μπορούσα να σου μιλήσω.
Η γλώσσα μου κολλάει στον ουρανίσκο.

Κολλάει σε μια αγκαθωτή συρμάτινη θηλιά.
Ich, ich, ich, ich
Δυσκολευόμουν να μιλήσω.
Πίστευα πως κάθε Γερμανός ήσουν εσύ.
Και η γλώσσα αισχρή

μια ατμομηχανή, μια ατμομηχανή,
με ρυμουλκούσε σαν Εβραία.
Μία Εβραία στο Νταχάου, στο Άουσβιτς, στο Μπέλσεν.
Άρχισα να μιλώ σαν Εβραία.
Σκέφτομαι ότι κάλλιστα θα μπορούσα να είμαι Εβραία.

Τα χιόνια του Τιρόλου, η ξανθιά μπύρα της Βιέννης
δεν είναι δα και τόσο αγνά ή αληθινά.
Με τη γύφτισσα πρόγονο μου και την παράξενη τύχη μου
την τράπουλα των Ταρώ μου, και την τράπουλα των Ταρώ μου
ίσως και να μοιάζω λίγο για Εβραία.

Πάντα σού ήμουν αφοσιωμένη,
με τη Luftwaffe σου, τα παράσημά σου
και το χαριτωμένο μουστάκι σου,
το Άρειό σου βλέμμα, λαμπερό γαλάζιο.
Μηχανοκίνητε άνθρωπε, μηχανοκίνητε άνθρωπε, ω Εσύ —

Που δεν είσαι Θεός αλλά μια σβάστικα
τόσο σκοτεινή που κανείς ουρανός δεν μπορεί να διαπεράσει.
Κάθε γυναίκα λατρεύει έναν Φασίστα,
την μπότα στο πρόσωπο, την κτηνώδη
την κτηνώδη καρδιά ενός κτήνους σαν κι εσένα.

Στέκεσαι στον μαυροπίνακα, πατερούλη,
στη φωτογραφία που κρατώ από σένα,
μια ουλή στο πηγούνι αντί στο πόδι σου
αλλά δεν είσαι λιγότερο από διάβολος για δαύτο, όχι,
τίποτα λιγότερο από τον μαυροντυμένο άνδρα που

έσκισε την όμορφη κόκκινη καρδιά μου στα δυο.
Δέκα χρονών ήμουν όταν σε θάψανε.
Στα είκοσι αποπειράθηκα να σκοτωθώ
και να γυρίσω πίσω, πίσω, πίσω σε σένα.
Σκέφτηκα πως ακόμα και τα κόκαλα μου φτάνανε.

Αλλά με τράβηξαν έξω από το σάκο,
με συναρμολόγησαν με κόλλα.
Και τότε ήξερα τι να κάνω.
Κατασκεύασα ένα αντίγραφο σου,
έναν άνδρα μαυροντυμένο με ύφος Meinkampf

κι αγάπη για τη φάλαγγα και τον κοχλία.
Κι είπα δέχομαι, δέχομαι.
Έτσι, πατερούλη, σε ξεπέρασα.
Τα μαύρα τηλέφωνα χαλασμένα από τη βάση τους,
Οι φωνές απλά δεν μπορούν να βγουν απ’ τα σύρματα.

Εάν σκότωσα έναν άνδρα, σκότωσα δύο—
Ο βρικόλακας που είπες ήσουν εσύ
και μου ρούφηξες το αίμα ένα χρόνο,
επτά χρόνια, αν θες να ξέρεις στ’ αλήθεια.
Πατερούλη, μπορείς να ησυχάσεις τώρα.

Υπάρχει ένα παλούκι στην χοντρή μαύρη σου καρδιά
και οι χωρικοί ποτέ δε σε συμπάθησαν.
Χορεύουν και σε τσαλαπατάνε.
Πάντα ήξερα ότι ήσουν εσύ.
Πατερούλη, Πατερούλη, κάθαρμα. Σε ξεπέρασα.

Σύλβια Πλαθ
ΑΡΙΕΛ
Μετάφραση: Γιάννης Αντιόχου
(υπό έκδοση, εκδόσεις Μελάνι)

 

Μέρος του κειμένου έχει δημοσιευθεί ως επίμετρο στο βιβλίο: «Ο Κυρ-Πανικός και η Βίβλιος των Ονείρων και άλλες ιστορίες», μετάφραση: Μυρσίνη Γκανά, εκδόσεις Μελάνι.

Από τις εκδόσεις Μελάνι ακόμα κυκλοφορούν:

1. Τεντ Χιουζ, «Γράμματα Γενεθλίων», Εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια: Γιάννης Αντιόχου

2. Ρόναλντ Χάιμαν, «Ο Θάνατος και η Ζωή της Σύλβια Πλαθ», μετάφραση: Έφυ Φρυδά

3. Σύλβια Πλαθ, «Ο Κυρ-Πανικός και η Βίβλος των Ονείρων και άλλες Ιστορίες», μετάφραση: Μυρσίνη Γκανά,   επίμετρο: Γιάννης Αντιόχου

4. Σύλβια Πλαθ, «Άριελ», Μετάφραση: Γιάννης Αντιόχου, (υπό έκδοση)

Ακόμα ψάχνοντας την τεράστια βάση με βίντεο του YouTube ανακάλυψα δύο βίντεο που η Πλαθ διαβάζει τα ποιήματα Ariel και Daddy, δεν έχετε παρά να κάνετε ένα κλικ για να τα παρακολουθήσετε.

ΟΙ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ


Arthur Rimbaud 

Στην προηγούμενη παράθεση που έκανα για τον Ηλία Λάγιο, έβαλα ως επεξηγηματική του τίτλου, την πρόταση: «Ένας ρομαντικός, σκοτεινός και καταραμένος ποιητής», για το λόγο ότι πιστεύω και τα τρία αυτά επίθετα, πως μπορούν να χαρακτηρίζουν την ποιητική ιδιοσυγκρασία. Εξάλλου ο Πολ Βερλέν είχε γράψει ήδη από το 1884 το κριτικό σχολίασμα “Les poètes maudits”, που στα ελληνικά έχει μεταφραστεί από τον Αλέξη Ζήρα και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αιγόκερως, με επίμετρο και σχόλια του μεταφραστή.
Ο Βερλέν στο βιβλίο αυτό αναφέρεται στο έργο του Τριστάν Κορμπιέρ (Tristan Corbiere), του Αρθούρου Ρεμπώ (Arthur Rimbaud) και του Στεφάν Μαλαρμέ (Stephane Mallarme) και λειτουργεί ως πιστοποιητικό γεννήσεως, όπως γράφει ο Αλέξης Ζήρας, του όρου καταραμένος, ενός όρου που έκτοτε κάλυψε αρκετούς γάλλους και άγγλους λογοτέχνες. «Καταραμένος» για τον Βερλέν είναι ο ποιητής που αδικήθηκε από τη μοίρα του, που για διάφορους λόγους δεν αναγνωρίστηκε η προσφορά του στα γράμματα της εποχής του. «Καταραμένος», όμως, είναι παρόμοια και ο ποιητής που αρνήθηκε να μπει στο παιχνίδι των λογοτεχνικών συμβάσεων και που αιρετικός, στους εκφραστικούς του τρόπους αλλά και στην ίδια του τη ζωή του, απέναντι στη συμβατική ζωή των άλλων, διάλεξε το περιθώριο.
Πέρα λοιπόν από αυτό το μικρό τομίδιο με το οποίο ο Βερλέν βαφτίζει τους ποιητές αυτούς ως καταραμένους, αναλογίζομαι και προσπαθώ να παρατηρήσω στην πλειοψηφία που ονομάζει εαυτόν ως ποιητή, περιφερόμενες σε κάθε συγκέντρωση, πάρτι, εκδήλωση, συνεστίαση, κ.λ.π., την κατάρα. Ποιος ζει αντισυμβατικά και το εκφράζει με την ποίησή του; Ποιος αρνείται τον συμβιβασμό της λογοτεχνικής συντεχνίας;
Βέβαια δεν ομολογώ την πίστη μου, πως ο ποιητής πρέπει να είναι περιθωριακός τύπος, αλλά διευκρινίζω πως το να ζει κανείς στο περιθώριο δεν σημαίνει πως είναι αλκοολικός, αναρχικός και ό,τι άλλο μπορεί να συμπεριλάβει το περιθώριο, αλλά κύρια σημαίνει πως ζει μια ζωή λιτή και μοναχική υπηρετώντας την τέχνη, την ποίηση. Προσθέτω πως δεν είναι ανάγκη να σκεφτούμε και να επιλέξουμε ως μοντέλο ζωής την αντικοινωνικότητα, αλλά εννοώ το να μη γίνεται κάποιος μαϊντανός (ξέρετε φαντάζομαι τι γίνεται με τον μαϊντανό;). Γράφει ο Καβάφης στο ποίημα «Όσο Μπορείς» πως τη ζωή σου:

[…]

όσο μπορείς μην την εξευτελίζεις

μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου

μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.

[…]

Μια τέτοια στάση ζωής εγγράφεται στο έργο του ποιητή και βέβαια από εκεί και μετά θα ακολουθήσει το δρόμο του αναγνώστη. Όλοι οι μεγάλοι έλληνες ποιητές, όλοι αυτοί που το έργο τους μνημονεύεται και θα μνημονεύεται όσο κρατάει αυτή η χώρα τη γλώσσά της, περισώζοντας έτσι το έργο τους, καταραμένοι ήταν… Αυτά λοιπόν γιατί ο καιρός περνά και η μνήμη μας ασθενεί και ξεχνά…

ΗΛΙΑΣ ΛΑΓΙΟΣ: Ένας ρομαντικός, σκοτεινός και καταραμένος ποιητής


Ηλίας Λάγιος 

Σε μια από τις παραθέσεις που αναρτήθηκαν σε αυτό το blog έγραψα πως θα πρέπει να τιμούμε τους νεκρούς ποιητές μας. Χθες το βράδυ, καλεσμένος στο σπίτι ενός φίλου ποιητή, μιλήσαμε και θυμηθήκαμε τον πρόσφατα χαμένο ποιητή Ηλία Λάγιο. Ο Λάγιος πέθανε ύστερα από κάποιες μέρες νοσηλείας του σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας, αφού αποπειράθηκε να τερματίσει τη ζωή του πηδώντας από το μπαλκόνι μιας πολυώροφης πολυκατοικίας.
Δεν θα αποπειραθώ σ’ αυτή την παράθεση να φτιάξω ένα νεκρολόγιο για τον αγαπημένο Ηλία Λάγιο. Αυτό που θέλω μέσα από την καρδιά μου είναι να αντιγράψω στον υπολογιστή μου δυο του ποιήματα και να σας τα μεταφέρω.
Ο Λάγιος βαθύς γνώστης της ελληνικής, είχε ενσωματώσει στη γραφή του, αναδιαμορφώνοντας την ποίηση που γράφεται στις μέρες μας, ρυθμούς και μέτρα, ρίμες και προσωδία από όλο το φάσμα της ελληνικής ποιητικής παράδοσης, έτσι η ποίησή του είναι αναγνωρίσιμη σε κάποιον που έχει διαβάσει κάποιο από τα έργα του.
Το πρώτο ποίημα είναι και το τελευταίο της ενότητας «Ο τελικός κύκλος» από την ποιητική συλλογή: «Φεβρουάριος 2001» (εκδόσεις Ερατώ) και το δεύτερο είναι από τη συλλογή «Πράξη Υποταγής», εκδόσεις Ερατώ. Κρίνοντας απλά και επιδερμικά μπορούμε να διακρίνουμε το σκοτάδι που καλύπτει το ποίημα και κατ’ επέκταση τον ποιητή. Η ελπίδα του έχει πια ολότελα σβηστεί, και μοιάζει με μια άγραφη εφημερίδα, όπως περιγράφει η εικόνα του δεύτερου ποιήματος στους δύο καταληκτικούς στίχους.
Ο Λάγιος, ρομαντικός, σκοτεινός και καταραμένος ποιητής, είναι από αυτούς τους ελάχιστους ποιητές που κέρδισε την υστεροφημία με το έργο του και όχι με μια «πράξη υποταγής», όπως πολλοί εννοούν σήμερα την αυτοχειρία. Ο χρόνος είναι μπροστά και καθώς λένε: «θα δείξει ο καιρός» ή «ο καιρός θα το δείξει». Όπως και να’ ναι, όλοι εμείς οι ζωντανοί που διαβάζουμε, θα πρέπει να θυμόμαστε καλά ένα πράγμα, που είχε γραφτεί από τον Κάφκα σε μια επιστολή του στον Όσκαρ Πόλακ το 1904, πως: […] Τα βιβλία που χρειαζόμαστε είναι αυτά που επιδρούν απάνω μας σαν κακοτυχία, αυτά που μας κάνουν να υποφέρουμε, όπως υποφέρουμε για το θάνατο κάποιου που αγαπάμε περισσότερο από τους εαυτούς μας, αυτά που μας κάνουν να αισθανόμαστε σαν να είμαστε στα όρια της αυτοκτονίας ή χαμένοι σ’ ένα απόμερο δάσος για όλη την ανθρώπινη ενδιαίτηση — ένα βιβλίο πρέπει να χρησιμεύει ως τσεκούρι για την παγωμένη θάλασσα εντός μας […].

Χ

Και πάντα να ψυχορραγής τέσσερις το πρωί σκληρά χαράματα κοντά,
σε μιαν ολάδεια σάλα ψυχιατρείου˙

μ’ έναν φραπέ σε πλαστικό ποτήρι σύντροφό σου και παρηγοριά,
με φώτα πετρωμένα ηλεκτρικά να σε ρυθμίζουν˙

με την ρωγμή στο πρόσωπο και βουρκωμένα μάτια˙

και μήτε κάποιας το κορμί, και μήτε κάποιας τ’ όνομα˙

μόνον τα ηλίθια παράθυρα, άψυχα και απαθή, να σε παρατηρούνε,
χωρίς κουβέντα και φιλία, με δίχως καν εχθρότητα˙

ξάφνω, σώμα φωτός δειλή σκιά κρυφοπερνώντας,
χάραξε το αμετάβατο σκοτάδι —πια καταδικό μου.

Ηλίας Λάγιος
από την ενότητα: «Ο τελικός κύκλος»
στο βιβλίο «Φεβρουάριος 2001»
Εκδόσεις Ερατώ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Θεού πληρότης. Ο καφές μου, το τσιγάρο,
η κλινική που κάθε βράδυ με σταυρώνει
σ’ ενός τα χέρια, που κοιμάται στο τιμόνι.
Το μάννα εξ ουρανού που αρνήθηκαν να πάρω.

Ο τρόμος. Ο στρεβλός εφιάλτης. Ο ιδρώτας.
Μια ρίμα που σφυρίζει, βρίζει κι επιμένει
να’ ρθη γραφή μου, για να βγη ολικώς σβησμένη.
Ο έσω Καιάδας που τον δρόσιζ’ ο Ευρώτας

Σ’ ένα παράθυρο ανοιχτό, τ’ ανάστημά μου
αθώο, φυλλομετριέται μ’ ύφος ακακίας.
Θα εμψυχωθή στον κερασφόρο της κακίας
να σκούξουν τίποτε, επί εκτάσεως άσπρης άμμου.

Η ώρα κυλάς. Διαβάζω μιαν εφημερίδα˙
με δίχως τίτλους, γράμματα, μαντάτα, ελπίδα.

Ηλίας Λάγιος
από το βιβλίο: «Πράξη Υποταγής»
Εκδόσεις Ερατώ

ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ


Ο ποιητής και μεταφραστής Γιώργος Μπλάνας, διατηρεί ένα ιστολόγιο με τίτλο: «ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ» και υπότιτλο: «Ενάντια στον μεταμοντέρνο μικροαστισμό». Ο Γιώργος Μπλάνας έχει κάνει μια εκπληκτική δουλειά, καθώς με το που βρίσκεσαι στο ιστολόγιο, χάνεσαι μέσα στα ποιήματα κορυφαίων ποιητών, που έχει μεταφράσει ο ίδιος.

Διαβάστε απαραίτητα το «Ημερολόγιο ενός Τρελού» του Λου Χσουν και βέβαια μη παραλείψτε να επιλέξτε το ιστολόγιο στα αγαπημένα σας. Αξίζει τον κόπο.

Δείτε το στη διεύθυνση: http://yorgosblanas.blogspot.com/

Nick Flynn… ένας νέος αμερικανός ποιητής


Nick Flynn

Πολλές φορές μέσα από το διαδίκτυο, θέλοντας να βρω κάποια βιβλία από τα ηλεκτρονικά βιβλιοπωλεία, όπως αυτό της Amazon ή το Barnes and Noble (δείτε τις ηλεκτρονικές διευθύνσεις δίπλα στο Blogroll), ανακάλυψα και κάποια ποιητικά βιβλία νέων αμερικανών ή άγγλων ποιητών. Πολλοί τίτλοι μέσα σε αυτά τα ηλεκτρονικά βιβλιοπωλεία σου δίνουν τη δυνατότητα να φυλλομετρήσεις τα βιβλία, βλέποντας τα περιεχόμενα και διαβάζοντας κάποιες επιλογές από τις σελίδες των βιβλίων.

Έτσι θα είναι περισσότερο από δύο χρόνια που ανακάλυψα τον Nick Flynn, γνωστός πλέον αμερικανός ποιητής και πεζογράφος. Αγόρασα το ποιητικό του βιβλίο «Some Ether», έτος έκδοσης: 2000, GRAYWOLF PRESS, SAINT PAUL, MN, USA. Από το βιβλίο του Flynn χρησιμοποίησα μερικούς στίχους ως motto στο δεύτερο βιβλίο μου «Στη Γλώσσα Του» (εκδόσεις Γαβριηλίδης), τους οποίους βρήκα πολύ έξυπνους και βέβαια κρίνοντάς τους ποιητικά, οι στίχοι και τα ποιήματα του Nick Flynn ανήκουν στο είδος εκείνο της ποίησης που προτιμώ να διαβάζω «την εξομολογητική ποίηση».

Τότε είχα μεταφράσει κάποια από τα ποιήματά του που είχαν ενδιαφέρον και σήμερα ξεθάβωντάς τα από τα αρχεία μου σας τα παρουσιάζω, έτσι ώστε να πάρετε μια ιδέα για το τι γράφουν οι σημερινοί αμερικανοί ποιητές, το έργο των οποίων δεν περνά απαρατήρητο και ασχολίαστο από την κριτική.

Το βιβλίο μπορείτε να το βρείτε στα ηλεκτρονικά βιβλιοπωλεία που προανέφερα, ενώ ο Nick Flynn διδάσκει στο πανεπιστήμιο του Houston. Έχει κερδίσει αρκετές διακρίσεις και υποτροφίες και έχει συνεργαστεί με τα μεγαλύτερα λογοτεχνικά περιοδικά των ΗΠΑ και της Ευρώπης. Η προσωπική του ιστοσελίδα βρίσκεται στη διεύθυνση: http://www.nickflynn.org 

Ορίστε λοιπόν δυο από τα ποιήματά του:

Φυσική Κινουμένων Σχεδίων, μέρος 1

Τα παιδιά κάτω των δέκα, λένε, θα πρέπει να γνωρίζουν
ότι το σύμπαν είναι ες αεί διαστελλόμενο,
αμείλικτα ωθώντας στο κενό, γαλαξίες

γινόμενα αβαθή από τους γαλαξίες, ολόκληρα

ηλιακά συστήματα καταρρέουν, όλο αυτό
πραγματοποιήθηκε στη σιωπή. Στα δέκα ακόμα μαθαίνουμε

τους κανόνες των κινουμένων σχεδίων,

ότι δηλαδή εάν ένας άνθρωπος ζωγραφίζει μια πόρτα σ’ έναν βράχο
μόνο αυτός μπορεί να περάσει διαμέσου της.
Οποιοσδήποτε άλλος προσπαθεί

θα συντριφτεί στο βράχο. Δεκάχρονα
θα πρέπει να συνδεθούν με φλεγόμενα σπίτια, ερείπια αυτοκινήτων,
πλοία που βυθίζονται – πεζές, χειροπιαστές

καταστροφές, αρένες

όπου μπορούν να γίνουν ήρωες. Μπορείς να τρέξεις
πίσω σ’ ένα φλεγόμενο σπίτι, τα καταβυθιζόμενα πλοία

έχουν ναυαγοσωστικές λέμβους, τα πυροσβεστικά οχήματα θα ‘ρθουνε
με τις σκάλες τους, εάν πηδήξεις

θα σωθείς. Ένα κοριτσάκι

βάζει το χέρι του στο καπό ενός σχολικού λεωφορείου
και οδηγεί κατά μήκος μιας πόλης από άμμο. Γνωρίζει
το ακριβές σημείο που θ’ ανατραπεί, σε ποιο σημείο
η γέφυρα θα υποχωρήσει, ποιος θα θελήσει να κολυμπήσει μ’ ασφάλεια
και ποιος θα τραβηχτεί από τους καρχαρίες κάτω. Θα μάθει

ότι εάν ένας άνθρωπος το σκάει στην κορυφή ενός γκρεμού
δεν θα πέσει

μέχρι ν’ αντιληφθεί το λάθος του.

                    -*-*-*-*-*-*

 Φυσική Κινουμένων Σχεδίων, μέρος 2

Χρόνια πριν, μόνη στο δωμάτιο της, η μητέρα μου έκανε
  μια τρύπα στον αέρα

κι εξαφανίστηκε. Η είδηση αναρτήθηκε και
  θορύβησε, ακολουθούμενη στενά από μια συγκλο-

νιστική σιωπή, ένα κουδούνισμα
  στ’ αυτιά. Σήμερα πιάνω ένα κομμάτι κιμωλία

και ζωγραφίζω μια πόρτα στον τοίχο. Σύμφωνα με τους κανόνες
  φυσικής των κινουμένων σχεδίων μόνο εγώ

μπορώ ν’ ανοίξω αυτή την πόρτα. Θέλω
  να ‘ρθει μαζί μου, όπως σ’ ένα όνειρο όντας νεκρός,

το μέγαρο γέμισε με κρεβάτια νοσοκομείου,
  ένα για τον καθένα που κάποτε γνώρισα. Αυτή η επιθυμία

μπορεί να είναι ένα κλουβί, ένα όνειρο που σταλάζει
  στο ξύπνημα, μέχρι να περιπλανηθώ σ’ αυτή την πόλη

σαν ένα μαδημένο επικήδειο τριαντάφυλλο. Μια φορά
  κι έναν καιρό, ας πούμε, η μητέρα μου βημάτισε

εντός της και κανείς
  δεν μπόρεσε να την ακολουθήσει. Περισσότερο από μια φορά

διαπραγματεύτηκα τούτο, μέχρι που μεταμορφώθηκε σε μια ιστορία
  η μετουσίωση της επιθυμίας,

Θα τ’ απαγγείλω όπως ποτέ δεν το ανέφερα σε κανέναν,
  και επειδή έτσι το αισθάνθηκα,

γιατί προσπάθησα να μην κλάψω μολονότι πάντα
  ήθελα, και ο ακροατής

πάντα θα με κρατούσε. Επάνω το νερό
  σε διοχετεύει μακριά, πίσω

στη γη, ή στο ποτάμι, μέσα από σωλήνες
  βαθιά κρυμμένους σ’ αυτούς τους τοίχους. Σου είπα την ιστορία

του πρώτου μαθήματος να γράψω το ίδιο μου τ’ όνομα, η κιμωλία
  ακατάληπτα γράφει στην πόρτα του γκαράζ μας,

έτσι που όταν η μητέρα μου την τράβηξε κάτω
  εμφανίσθηκα, όπως σε ταινία.

Nick Flynn

Some Ether

Graywolf Press, USA

Μετάφραση: Γιάννης Αντιόχου

 

Η Θηριώδης Μούσα


ΣΑΡΑ ΤΙΣΝΤΕΙΛ

Ξημέρωσε και ο Θεός τη μέρα του… αλλά είναι πάλι και σήμερα παρόν αυτό που με βαραίνει…  Σκύβω κοιτάζω εντός, τίποτα  δεν έχει αλλάξει. Σκέφτομαι πως ίσως να είμαι επηρρεασμένος από την ανάγνωση που έκανα χθες στο βιβλίο η «Θηριώδης Μούσα» που σύντομα θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις «Μικρή Άρκτος». Το βιβλίο αποτελεί μια προσπάθεια ανθολόγησης επτά αυτόχειρων αμερικανών ποιητών του 20ου αιώνα, με ποιήματα που έχουν ως θέμα τους τη μοναξιά, τη ματαιότητα, το θάνατο και την αυτοχειρία.  Οι ποιητές είναι: ο Βάτσελ Λίντσεϊ, ο Χάρτ Κρέιν, η Σάρα Τίσντεϊλ, η Σύλβια Πλαθ, ο Ράνταλ Τζάρελ, ο Τζον Μπέριμαν και η Ανν Σέξτον.

Μπορείτε να δείτε από κάθε ποιητή, δυο ποιήματα μαζί μέ ένα σύντομο βιογραφικό σημείωμα έτσι όπως δημοσιεύθηκαν στο αφιέρωμα που έκανε για την «ξένη ποίηση», το ηλεκτρονικό πολιτιστικό περιοδικό «Ηριδανός» στο 11ο τεύχος του. ( http://www.hridanos.gr/volume11/poetry/index.php) ΄

Τώρα το πως η ποίηση ή η Μούσα της Ποίησης γίνεται μία σκληρή και θηριώδης μούσα καταβροχθίζοντας τον γεννήτορά της, ο οποίος εξαιτίας της πρωτόγνωρης δημιουργικής δυναμικής της, δεν μπορεί να τη χαλιναγωγήσει, ίσως μπορεί να απαντηθεί μέσα από την προσέγγιση της επιστήμης και της φιλοσοφίας και υπάρχει και ένα σχετικό δοκίμιο στο βιβλίο, το οποίο και παραθέτει κάποιες απόψεις σχετικά με το θέμα.

Από το βιβλίο αυτό θα ξεχωρίσω και θα παραθέσω δύο έμμετρα ποιήματα της Σάρα Τίσντεϊλ (1884-1933), έτσι για να έχουμε δύναμοι εμείς οι ζωντανοί να φροντίζουμε και να νοιαζόμαστε για τους νεκρούς ποιητές.

 ΣΑΡΑ ΤΙΣΝΤΕΪΛ

(Μτφ.: Γιάννης Αντιόχου)

******

Συνθέτοντας μια Ωδή

Σαν παιδί κακοποιημένο ούρλιαξε η καρδιά μου
όλη τη νύχτα, συνεχώς·
Όφειλα εγώ να πάρω τ’ ουρλιαχτά μου
και σε ωδή να τα υφάνω εντός.

Μία, στα μαύρα μεσάνυχτα, ήτανε κραυγή
κι άλλη μία, του πετεινού η πρώτη η φωνή—
Σαν παιδί κακοποιημένο η καρδιά μου,
κι όμως ποτέ δεν το ’μαθε κανείς.

Ζωή, στο χρέος σου μ’ έχεις υπολογίσει
κι αρμόζει εγώ να σε υπηρετώ καιρό—
Αλλά ω! αβάσταχτη η οφειλή
που με ωδή αυτή θα πρέπει να εξοφληθεί.

******

Μόνη

Μόνη, σε πείσμα της αγάπης,
σε πείσμα όλων όσων παίρνω και δίνω εγώ—
Σε πείσμα της τρυφερότητάς σου όλης,
κάποιες φορές δεν είμαι ευτυχής να ζω.

Μόνη, λες κι έχω σταθεί
στου εξαντλημένου γκρίζου κόσμου την ψηλότερη κορφή,
για μένα μόνο το στροβιλώδες χιόνι,
και αυτό το αχανές διάστημα που από πάνω μου ξεδιπλώνει·

Με γη κι ουρανό κρυμμένους,
και με του πνεύματός μου την περηφάνια μοναχά,
απ’ την ειρήνη αυτών, να με βαστά,
που έχοντας πεθάνει, μονάχοι τους δεν είναι πια.

 

 

Μετάφραση: Γιάννης Αντιόχου
από το βιβλίο: «Η Θηριώδης Μούσα»
Εκδόσεις Μικρή Άρκτος
(κυκλοφορεί προσεχώς)