header image
 

Ναρκωτικά

Είναι αλήθεια πως τον τελευταίο καιρό έχω εγκαταλείψει το blog μου και γενικά τη ζωή μου, όμως αυτό είναι μια συνειδητή επιλογή για να μπορέσω να ορθοποδήσω γι’ άλλη μια φορά. Είμαι από τους ανθρωπούς που υποφέρουν από το φάντασμα μιας αδιόρατης θανατολαγνείας και μισώντας τον εαυτό τους στρέφονται εναντίον του προσπαθώντας να τον πλήξουν με όσα μέσα έχουν και μπορούν.

Δεν σας κρύβω πως οι επιρροές μου ανασταίνονται όλες σε σπίτια με άδεια δωμάτια και ένα στρώμα πεταμένο σε ένα υπνοδωμάτιο που τις περισσότερες φορές υποφέρει ένα νέο αγόρι ή ένα νέο κορίτσι ξερνώντας τα σωθικά του. Σύνδρομο στέρησης από την ηρωίνη ονομάζεται αυτό το οποίο σε κοπανάει για τέσσερις μέρες και συνήθως δεν μπορείς να το ξεπεράσεις και υποτροπιάζεις ξανά και ξανά μέχρι να πεθάνεις.

Μια κοπέλλα όμορφη σαν μοντέλο του Γκωτιέ, βυζαντινή και λεπτή ομορφιά. Με πράσινα μάτια και ολόξανθη, μικροκαμωμένη διπλωνότανε χθες το πρωί παρακαλώντας με να την πάω στην οδό Γερανίου με το αυτοκίνητό μου για να εξασφαλίζει την ντρόγκα της (τη δόση της). ‘Ενα γραμμάριο 15 ευρώ, δύο γραμμάρια τριάντα, ένα δυομισάρι 50 ευρώ.

Δεν μπόρεσα να αντισταθώ, δεν μπορούσα να την βλέπω να σέρνεται στο πάτωμα και να κρέμεται από το νιπτήρα του μπάνιου. Την πήρα μαζί μου και ξεκίνησα 7.00 το πρωί για το κέντρο της Αθήνας. Στο δρόμο πετάχτηκε πολλές φορές έξω από το αυτοκίνητο προσπαθώντας να ανακουφιστεί από το οξύ γαστρεντερικό σύνδρομο που σου προκαλεί η έλλειψη του ναρκωτικού.

Φθάσαμε στην Γερανίου, στρίβωντας από Πειραιώς στο ξενοδοχείο Dorian Gray Inn και ευθύς αμέσως ένας άλλος κόσμος ανοίχτηκε μπροστά μας. Ένας κόσμος που τα μάτια του επικοινωνούσαν με το άπειρο, άνθρωποι που τα σώματά τους έγερναν, τα πόδια τους δεν τους βαστούσαν.

Χρειάστηκε να περιμένουμε πέντε λεπτά μέχρι να εξασφαλίσει τη δόση και μετά κατηφορίζοντας από την Ευρυπίδου, μπροστά από το περιοδικό της Νέας Εστίας ένα ασθενοφόρο του ΟΚΑΝΑ περιμάζευε τα ρετάλια της νύχτας.

Άνθρωποι σκιές που είπε και η Κατερινά Μάτσα στο βιβλίο της και εγώ συνοδοιπόρος των ανθρώπων αυτών που πιστέψτε με δεν είναι τόσο κακοί, τόσο τίποτα, όσο θέλει η κοινωνία να τους παρουσιάζει.

Άρρωστοι άνθρωποι θα πεθάνουν πριν φθάσει η σειρά τους για μεθαδόνη. Αυτή είναι η χώρα μας, αυτή είναι η Ελλάδα μας, αυτή είναι η Αθήνα μας.

Από το ένα άκρο ως το άλλο, η πρωτεύουσα δοκιμάζει ουσίες. Στον Κολωνό, στην Λένορμαν, στην Ομόνοια, στην Πλατεία Καραϊσκάκη, στον Σταθμό Λαρίσης, στην οδό Βουλιαγμένης, στα δικαστήρια του Πειραιά, στο τελωνείο, κ.άλλου….

Αν ήθελε η αστυνομία να σταματήσει αυτό το κακό, αυτή την σύγχρονη ανθρωποθυσία είμαι σίγουρος πως θα μπορούσε να το καταφέρει. Πιθανώς δεν θέλει μια και το βρώμικο χρήμα που διακινείται αγγίζει τις πολλές χιλιάδες ευρώ την ημέρα… το χρήμα είναι η πρέζα, οι μπάτσοι πουλάνε πρέζα… έλεγε κάποτε η Γώγου…

Θα συνεχίζω να αγαπάω όλα αυτά τα παιδιά… μπορεί άλλωστε να ήτανε τα παιδιά μου… και θα συνεχίσω να κλαίω στα σκοτεινά γιατί έχω τους λόγους μου….

Καλημέρα

Ο θρύλος των Μπητ: Τζακ Κέρουακ (Jack Kerouac)- Bowery Blues

Jack Kerouac, Beat Generation

Ο Τζακ Κέρουακ, βασιλιάς του κινήματος των μπητ, συγγραφέας και ποιητής, γεννήθηκε στις 12 Μαρτίου του 1922 στο Λόουελ της Μασαχουσέτης και πέθανε από αιμορραγία κιρσών του οισοφάγου και κίρρωση του ήπατος, την 21η Οκτωβρίου του 1969.

Το πιο γνωστό του έργο, ορόσημο της λογοτεχνίας του 20ου αιώνα είναι το μυθιστόρημα “Στο Δρόμο” (On the Road).

Διαβάζοντας τα ποιήματά του μετέφρασα για τους επισκέπτες του μπλογκ μου το εξαιρετικό του ποίημα “Το Μπλουζ του Μπάουερι”.

ΜΠΛΟΥΖ ΤΟΥ ΜΠΑΟΥΕΡΙ

Του Ζαν Λουί

Για μένα
Προφητεύω
Ότι η νύχτα
Θα ‘ναι φωτεινή
Με το παλιό
Χρυσάφι
Μέσα στο πανδοχείο.

Καφετέρια Κούπερ Γιούνιον – όψιμο παγωμένο απόγευμα του Μάρτη, ο δρόμος (η Τρίτη Λεωφόρος) λιθόστρωτος, παγωμένος, έρημος με βαγόνια του τραμ – Κάποιος άνδρας στην γωνία κάνει σήμα με το χέρι του Κάποιος του αρνείται κατηγορηματικά και εκτός οπτικού πεδίου πίσω από μια μαύρη και λευκή κολώνα, παγωμένοι κλόουν στη στιγμή τρόμου του κόσμου – Ένα παιδί από το Πουέρτο Ρίκο μ’ ένα πράσινο  ραβδί, σκύβοντας να χτυπήσει το πεζοδρόμιο αλλά αλλάζοντας γνώμη και σταματώντας – Δυο καινούργια μικρά φορτηγά παρκαρισμένα – Το εγκαταλελειμμένο γκρίζο ρόδινο πέτρινο κτίριο στο δρόμο απέναντι με την πάχνη του να υψώνεται στον γαλήνιο χειμωνιάτικο ουρανό, εντός υπάρχουν ήσυχοι εργαζόμενοι κάτω από γείσα νέον εξασκώντας μαθήματα εξαερισμού με τον φονικό Μάρμπο – Μια φλύαρη ξανθιά με απαίσιο διάπλατο χαμόγελο πιάνει με τα χείλη κουβέντα σ’ έναν γέρο Μποδισάτβα παππού στο πεζοδρόμιο, η ένταση ζωήρευε τις με δυσκολία αρθρωμένες λέξεις – Εν τω μεταξύ ένας αστείος αλήτης δίχως αίσθηση προσπαθεί να ζητιανέψει απ’ αυτούς και σπρώχνεται μακριά σκουντουφλώντας, δεν νοιάζεται για τις κοσμικές κυρίες εμποδισμένες με τις χαρτοσακούλες στα πεζοδρόμια – Ανείπωτα θλιμμένος ο σπασμένος χειμώνας θρυμμάτισε το πρόσωπο ενός διερχόμενου άντρα στον παγερό κυματισμό – Ακολουθούμενος από έναν Ρώσο μποξέρ με μια έκφραση Βαλτικής απώλειας, κάτι βλοσυρό και Σλαβικό και τόσο απελπιστικό πίσω από την υποθετική μου επίγνωση ή την αξιολογητική μου ικανότητα και πιστεύω ότι ανατριχιάζω όπως στο άγγιγμα μιας παγωμένης πέτρας όταν τον σκέφτομαι, η παλιά αρρωστημένη φρίκη του, σαν τις περσίδες στο παλιό ξύλινο καμιόνι ζύθου

Ο Σιν Μακ Οντάριο χωρίς
λεφτά, χωρίς στοιχήματα, χωρίς
υγεία, βαριέται
πασπατεύοντας την εσωτερική τσέπη του παλτού του
χωρίς ελπίδα να δει
ποτέ ξανά το Μαϊάμι
αφού έχασε τις πίκλες του
στην Όρχαρντ Στρήτ
και ο πατέρας του
τον τρέχει πέρα δώθε
στα νοσοκομεία
του γκρίζου
παγωμένου
οστού
στεγνώνοντας
στο φεγγάρι
που καταντροπιάζει το παλτό του
και λέξεις τραγουδούν
ό, τι το μυαλό
φέρνει
Αιμορραγώντας ματωμένους ναυτικούς
Της Ινδικής Αγγλίας
Πολιορκημένους στα πανωφόρια
Της Τρίτης Λεωφό ρου
Χωρίς αίσθηση και τα φρύδια τους
Χαραγμένα με βάμμα κρασιού
Αίμα ανόητων γλυκοκοιταγμάτων
Θλιβερές περιπέτειες
Πολύ μακριά απ’ το βαρέλι
Του Λίβερπουλ
Ο κόκκος του οστού
Μπουκάλι μαύρου Λίφφεϋ
Απόμακροι αιωρούμενοι αόρατοι
Μεγάλοι σκόρερ
Του ωκεάνιου κύματος.
Ο Θεός ευλογεί και τραγουδά γι’ αυτούς
Όπως εγώ δεν μπορώ

*

Τα μπλουζ του Κούπερ Γιούνιον
Το μουσικό χαλί είναι Ανυπόφορο.
Η ευθυμία του μνήματος
Κατασκευάζει υποψηφίους
Θρηνούν τα σωθικά μου
Και τα μυαλά μου
Είναι πλημμυρισμένα
Κάτω η πλευρά του
μπλε πορτοκαλί τραπεζιού
Μυξοκλαίγοντας κάπως σαρκαστικά
Ο Πορτορικανός ήρωας
Χτυπά βροντώντας
Την τσέπη του παλτού του
Γονθροκοπώντας την Εγγύτητα
Εκεί που ο Νεκροθάλαμος
Περιμένει για δόλωμα
(Τι είδους υπηρεσίες
Προσφέρουν τα σπασμένα βαρέλια;)
Ω δείξε έλεος
Μποδισάτβα
Της Πνευματικής
Ακτινοβολίας!
Σώσε τον κόσμο απ’ τα φρύδια της
Όμορφης παραίσθησης
Ελπίδα, Ω Ελπίδα
Ω Άρνηση, Ω Πάπα

*

Πλήθος φορώντας παλτά
Σε κάποια μπροστινή θέση
Αμάξι, γκρίζο & καταθλιπτικό
Συνεχίζει μέσα
Στον αγώνα του μπάσκετ

*

Διάφορες βλακώδεις παρελάσεις
Η αυστηρότητα της λεπτότητας
Αποφασιστικός άντρας με
Σπασμένη πλάτη
Κλωτσά την βαλίτσά του
Κάτω από της Ουάσινγκτον
Το κτίριο μέσα στη νύχτα
Προσπερνώντας μικρά μαραζωμένα
Παιδιά με Μαμάδες
Μελαγχολικής ελπίδας.

Πολύ θλιβερός, πολύ θλιβερός
Ο καλοστεκούμενος
Αμόλυντος
Φιλόπονος άνδρας.

Και ο πορνόγερος Ιρλανδός
Με αξιοπρέπεια δίχως βάση
Παραφουσκωμένος μπύρα στο σπίτι
Στη μισοκοιμισμένη άχαρη TV
Δείπνα ζωμού
Και χολής –
Φορώντας καινούργια παλιά παλτά
Προορισμένα να ‘ναι ατσαλάκωτα για τα νιάτα
Ζάρωσε στο βαρέλι του
καταπώς η θαλάσσια αύρα
Ξελογιάζει τα θαλασσινά βλέμματα
Να σκεφτούν
Ότι ρυτίδες & γηρατειά
Είναι αληθινά.

*

Κακόμοιρη νεαρή αγροτιά
Με παλτό από δέρμα

Τα σημάδια του σκαψίματος στις παλάμες
Για παγωμένους καφέδες
Έναντι του απογευματινού μισοσκόταδου
Που η δουλειά της πέτρας
Επιχορήγησε
Με αποκαμωμένη ελπίδα.
Ελπίδα Ω Ελπίδα
Ελπίδα του Κούπερ Γιούνιον
Ω Μπάουερι των Ελπίδων!
Ω απουσία
Ω φαιδρή αλήθεια
Που δεν ατενίζεις την αναψοκοκκινισμένη
Άγρια πραγματικότητα!
Κρύβεσαι στη νύχτα
Όπως ο νεκρός μου πατέρας
Βλέπω τα κρυστάλλινα
Θρύψαλα να μετατοπίζονται
Εκτός του οπτικού πεδίου
Σταλάζοντας περιστέρια του φωτός
Στον Σκατένιο Κόσμο

Ως εδώ, λυπημένοι –
Κάλπικα πέταλα
Του ιερού λωτού
Στις βιτρίνες των φαρμακείων
Όπου φλιτζάνια του Ω
Είμαστε καπνίσανε

Ο Ιρλανδός Μακ Γκίλλιγκαν
Μουρμουρίζει στο δρόμο
Μόλις έφτασε στην πόλη
Από το παγωμένο Κάλκι

Ο Πόλοκ Πατ με το σφουγγαρόπανο του
Σαν γάτος θυμωμένος
Σχεδόν σκοντάφτοντας
Στην ταινίας
Της νύχτα
Μέσα απ’ αυτά που βλέπει
Ζοφερές χώρες
Αόρατες
Σαν τη νύχτα περπατώντας
Στο υπερβατικό Γάλα
Στο δωμάτιο
Λυπημένοι Εβραίοι αξιοσέβαστοι
κουρελήδες με φορτηγά
Και παρατηρητές
Τινάζουν το πανί
Στο πεζοδρόμιο
Λέγοντας δεν ξέρω, ξέρω, ξέρω,
Καθώς το γκριζοπράσινο καπέλο
Κάθεται πάνω στα κεφάλια τους
Προστατεύοντάς τους
Από το Άπειρο άνωθεν
Π’ αστράφτει με λευκά
Πλατιά και σκούρα μαύρα σύννεφα
Σαν Ήλιος Ελευθερίας
Κορνάρει πάνω απ’ τη Θάλασσα
Στέλνοντας Πλοία
Από την εσώτερη θάλασσα
Ελεύθερα
Στην αποσταθεροποιημένη Υόρκη
Βλογιοκομμένη Πόλη της Αναλογίας
Ιδιωτικό Τρανό Γεράκι
Ανθρώπινη Κοπρώδη Πόλη
Ο αερολόγος Τσάρλι είναι Τρελός.

*

Απαίσιο γουρούνι
Ρεύεται
Στο πεζοδρόμιο
Καθώς σουρεαλιστικές
Δακτυλογράφοι
Κολυμπούν δίπλα τραγουδώντας
Και μεγαλύτεροι ναυτικοί
Σαν σαύρες γλιστρούν στην μεριά
Του μισοσκόταδου
Σαν νερό
Γιατί αυτή
Είναι η θάλασσα
Της
Πραγματικότητας.

*

Η ιστορία του ανθρώπου
Μ’ αρρωσταίνει
Μέσα, έξω,
Δεν ξέρω γιατί
Κάτι τόσο υποθετικό
Κι όλο μιλώ
Πρέπει να με πληγώσει έτσι.

Είμαι πληγωμένος
Είμαι φοβισμένος
Θέλω να ζήσω
Θέλω να πεθάνω
Δεν ξέρω
Που να στραφώ
Στο Κενό
Και πότε
Ν’ απο-
Κοπώ

Για καμιά Εκκλησία που μου είπε
Για κανένα Γκουρού που με κράτησε
Καμιά συμβουλή
Μόνο πέτρα
Της Νέας Υόρκης
Και στην καφετέρια
Ακούμε
Το σαξόφωνο
Ω πεθαμένε Ρούμπυ
Σκοτωμένος από Πυροβολισμό
Στα Τριάντα Δύο
Ακούγεσαι σαν τους παλιούς καιρούς
Και εξουδετερωμένος
Κενός αποκεφαλισμένος
Δολοφόνος απ’ το ρολόι.
Και βλέπω Σκιές
Να χορεύουν στον Χαμό
Ερωτευμένες, κρατώντας
Σφιχτά τους ωραίους κώλους
Μικρών κοριτσιών
Ερωτευμένα με το σεξ
Επιδεικνύουν τους εαυτούς τους
Σε λευκά εσώρουχα
Στα ανασηκωμένα παντζούρια
Ελπίζοντας για το ότι Χειρότερο.

Δεν μπορώ να τ’ αντέξω
Άλλο πια
Εάν δεν μπορώ να βαστήξω
Το μικρό μου δίπλα
Μου στο δωμάτιο μου

Μετά είναι το αντίο
Σανγκσάρα
Για μένα
Εξάλλου
Τα κορίτσια δεν είναι όμορφα
Καθώς κοιτάζουν
Και το Σαμαδί
Είναι καλύτερο
Απ’ όσο πιστεύεις
Όταν αρχίζει
Χτυπώντας μέσα στο κεφάλι σου
Με ένα Βόμβο
Χρυσής αστραπής
Άγγελοι τ’ Ουρανού
Ουρλιάζουν
Αναφωνώντας
Σε περιμέναμε
Απ’ το πρωί, Τζακ
- Γιατί άργησες τόσο πολύ
Χασομερώντας στο καπνισμένο δωμάτιο;
Αυτή η υπερβατική Λάμψη
Είναι το καλύτερο μέρος
(Τ’ Ανύπαρκτου
Που τραγουδώ)

Εντάξει
Παραιτούμαι.
Τρελός.
Στοπ.

29 Μάρτη, 1955, Νέα Υόρκη.

Μετάφραση: Γιάννης Αντιόχου

 

Πηγές σχετικές με το έργο του Κέρουακ στο διαδίκτυο:

 

Ποιητής Σατανιστής!!!

 

Η ποίηση έχει πολλές αναγνώσεις αλλά κύρια έχει παραναγνώσεις. Από μια τέτοια παρανάγνωση του δεύτερου βιβλίου μου βρήκα ψάχνοντας στον παγκόσμιο ιστό το εξής post στο forum του Hip-Hop.gr. Είναι διασκεδαστικό αλλά αν το σκεφτεί κανείς καλύτερα ίσως και να… τέλος πάντων αντιγράφω το post:

επειδή κατά καιρούς πολλοί με ρωτάτε για ξόρκια και διάφορα τέτοια. . .
Συγκεκριμένα στο βιβλίο “Στη Γλώσσα Του” του Γιάννη Αντιόχου, εκδόσεις Γαβριηλίδης. Το εξώφυλλο είναι σοκαριστικό, εντελώς υπερβατικό και έχει αναγνώσεις από όποια μεριά και αν το κοιτάξεις. Όμως το πιο περίεργο είναι ότι αν και άκοπο το βιβλίο ανοίγει σε συγκεκριμένη σελίδα όπου υπάρχει ποίημα με τίτλο “Το τραγούδι του Εωσφόρου”. Άρα είναι τυχαία ποιητική δημιουργία εμπνευσμένη από την μεταφυσική ή ένα είδος σατανιστικής ποίησης η οποία μοιάζει με επίκληση έμμετρη.

Επίσης το βιβλίο έχει μια ενότητα η οποία ονομάζεται “Ξόρκια και Μαγικά”.
Αυτή η ενότητα περιέχει συνταγές σε μορφή ποιημάτων τα οποία πολύ φοβάμαι ότι εθίζουν τον αναγνώστη να τα πραγματοποιήσει (μοιάζουν ολωσδιόλου αληθινά).

Στο βιβλίο το όνομα του Σατανά και των αγγέλων της Κάμπαλα είναι φανερά κλειδιά μιας πρακτικής μεταφυσικής η οποία διανθίζει όλο το ποιητικό σώμα αυτού του πολύ παράξενου βιβλίου.

Στοιχεία για τον ποιητή δεν υπάρχουν. . . . . .”

Πηγή: http://www.hiphop.gr/forum_topic/141917/28

Τη φωνή μου ρε…

Υπάρχουν αμέτρητα βιβλία ποίησης που γεμίζουν τα ράφια των ενημερωμένων βιβλιοπωλείων της Αθήνας και στους υπάρχοντες τίτλους καθημερινά αθροίζονται νέοι τίτλοι, νέων ποιητών. Ανάμεσα σ’ αυτά τα βιβλία, ορισμένα θα ξεχωρίσουν και θα χαράξουν την δική τους πορεία στο χρόνο, δοκιμάζοντας τη γραφή, την ποίηση και τον ποιητή.

Έχω γράψει κι άλλοτε για τον Γιάννη Στίγκα σήμερα όμως επανέρχομαι για να επιβεβαιώσω το αισθητήριό μου για την ποίησή του. Απομακρυνόμενος από μεγαλοστομίες και ρηματικές γαλιφιές απλά θα ομολογήσω πως είναι από τις μετρημένες στα δάχτυλα περιπτώσεις σύγχρονων ελλήνων ποιητών που εγώ προσωπικά ζηλεύω. Τι δηλώνει τώρα αυτή η ζήλεια: Δηλώνει πως θα ήθελα να έχω γράψει εγώ κάποια από τα ποιήματά του. Συμβαίνει λοιπόν να τον κουβαλώ μαζί μου, σπίτι-δουλειά - πανεπιστήμιο και πάλι σπίτι, όπου κι αν βρίσκομαι αρκεί να βάλω το χέρι μου στην τσάντα μου και να ανασύρω το ποιητικό του σώμα.

Η κριτική τον έχει ήδη ξεχωρίσει, πέρυσι ήταν προτεινόμενος για το βραβείο ποίησης του “Διαβάζω” και κατά κοινή ομολογία αποτελεί μια από τις πιο πολλά υποσχόμενες νέες φωνές στην ελληνική ποίηση.

Το πρώτο του βιβλίο “Η Αλητεία του Αίματος” κυκλοφόρησε το 2003 από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης, ενώ το δεύτερο βιβλίο του: “Η όραση θ’ αρχίσει ξανά” κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κέδρος το 2006. Σας προτείνω να τον αναζητήστε και να διαβάστε αυτή την ποίηση. Από το βιβλίο του “Η όραση θ’ αρχίσει ξανά” ΄διάλεξα ως αντιπροσωπευτικό δείγμα γραφής το ποίημα “Προφητεία που χαίρεται τους αφρούς της”.

ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΠΟΥ ΧΑΙΡΕΤΑΙ ΤΟΥΣ ΑΦΡΟΥΣ ΤΗΣ

Τη φωνή μου ρε

                          κι ας μην έχω να φάω

 

γιατί είναι ωραία η παλινδρόμηση των σωμάτων

(από τον ενικό στον πληθυντικό τους

κι αντίστροφα)

 

ωραίο το γεφύρωμα των πνοών

(σάθρο ή στέρεο - αδιάφορο τι -

διπλά ωραίο για την αδιαφορία του)

 

ωραίο αίνιγμα τα λουλούδια

 

Αλλά θα’ ρθουν καιροί

με στυφά δευτερόλεπτα

να ερημώσουν την όραση

να την κάνουνε Σιβηρία

 

Αυτά, για όσους ταξιδεύουνε προς το θέρος

 

Οι υπόλοιποι, θα την πάθουμε αλλιώς

 

Μια μέρα

κάποιος θα βρει ένα ξέφτι στον ουρανό

θα το τραβήξει και

 

θα πέσουν όλα τα ποδήλατα των αγγέλων

                              όλα

                         το εννοώ

 

Γιάννης Στίγκας

Η όραση θ’ αρχίσει ξανά

Εκδόσεις Κέδρος 2006

μέγας κηπουρός… Η παρουσίαση

Μ�γας Κηπουρός

Πιστεύω πως ήδη έχει ξεκινήσει μια ανανεωτική κίνηση στη νέα ελληνική ποίηση. Κάποιες γυναικείες φωνές επιβεβαιώνουν τη σημασία και τη διαφορετικότητα της γυναικείας γραφής, η οποία παρατηρείται και στην ποίηση.

Ποιήτριες όπως: Η Πατρίτσια Κωλαΐτη, η Αριστέα Παπαλεξάνδρου, Η Μαριγώ Αλεξοπούλου και η Ευτυχία Παναγιώτου αρθρώνουν πολύ επιτυχημένα τον ποιητικό λόγο.

Σήμερα θα αναρτήσω την πρόσκληση για την εκδήλωση του βιβλίου της Ευτυχίας Παναγιώτου “μέγας κηπουρός” (Εκδόσεις Κοινωνία των Δεκάτων”) και θα επανέλθω σε λίγες μέρες με ένα κριτικό σημείωμα για το βιβλίο της και την ποίησή της.

Θα σας περιμένει η ποιήτρια και οι συντελεστές της παρουσίασης: Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ, Τιτίκα Δημητρούλια, Γιάννης Αντιόχου.

 

Αλεξάνδρα Πλαστήρα

Η Αλεξάνδρα Πλαστήρα γεννήθηκε στην Αθήνα το 1954. Τελείωσε τη φιλοσοφική στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και μελέτησε μουσική. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές Σχέδια για να μάθω να υπακούω (εκδ. Εγνατία, 1981), Το φως που βλέπουμε τώρα (εκδ. Στιγμή, 1986), Νερό στο πρόσωπο (εκδ. Άγρα, 1993), Τόπος για να ζεις (εκδ. Άγρα, 1999) και το βιβλίο για παιδιά Ιστορίες μικρές και λίγο πιο μεγάλες (α΄ έκδοση Θεμέλιο, 1983, β΄ έκδοση Λωτός, 1993). Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί σε ελληνικά και ξένα λογοτεχνικά περιοδικά και συμπεριλαμβάνονται σε ελληνικές και ξένες ανθολογίες ποίησης.

Τα ποιήματά της είναι μικρά, ακαριαία, ποιήματα που κρούουν τις χορδές της πνευματικότητας και του έρωτα. Ποίηση του απολεσμένου, ποίηση της λήθης απ’ όπου ανασταίνονται οι φιγούρες του έρωτα και του θανάτου.

Τα βιβλία της “Νερό στο πρόσωπο” και “Τόπος να ζεις” κυκλοφορούν σε δυο μικρά τομίδια από τις εκδόσεις Άγρα με σχέδιο εξωφύλλου φιλοτεχνημένο από την ίδια την ποιήτρια. Ανακαλύψτέ τα…

Ο αναστάς

Χωρίς μυστικά
αίνιγμα
είσαι
και χωρίς όργανα
ήχος

χωρίς
εμένα
ο πόνος μου είσαι
βαθύς
εκτός τόπου

στο τέλος
του λόγου
ζωή
χωρίς όνομα
είσαι

και ό,τι θρηνώ
δεν ανήκει

Γερμανικό παράθυρο

Συχνά ξεγελάει η βραδύτητα
το βαρύ σύννεφο
Να όμως που ανοίγει
από λέξη σε λέξη
το στενό διάστημα

Δεν κάνει τόσο κρύο
ο πιο βαρύς χειμώνας ήταν άλλος
Μπροστά φεύγει το τέλος
κι αντίθετα στην τάξη
έξω απ’ τον κήπο ανοίγεις
διπλό ρόδο
Της περασμένης ζωής
αμνησίκακο στόμα

Τέλος αντιγράφοντας από τον ιστοχώρο των εκδόσεων Άγρα τις δημοσιευμένες κρίσεις διαβάζουμε τα εξής:

” Η μακρινή ενδοχώρα, ο μακρινός τόπος της ποιητικής έμπνευσης αποτελεί το κεντρικό θέμα στο βιβλίο αυτό της Αλεξάνδρας Πλαστήρα. “Τόπος για να ζεις” είναι επομένως ο κόσμος ως “ισχυρός εικονότοπος” ή “χώρος εικόνων”, προορισμένος να γίνει ποίημα. […] Ο τόπος μπορεί να είναι εσωτερικός, η αφετηρία ωστόσο βρίσκεται στον εξωτερικό κόσμο και τη μορφολογία του (η πρώτη λέξη της συλλογής είναι “χρώματα”) καθώς και στα αρχέγονα στοιχεία του σύμπαντος. […] Η συλλογή αποτελείται εν μέρει από ποιήματα με ενότητες τριών ή τεσσάρων στίχων, οι οποίες, συνδυασμένες σε διάφορους σχηματισμούς, εξασφαλίζουν μορφική ποικιλία. Το στοιχείο της αποσπασματικότητας εξυπηρετεί ποιήματα από το θέμα τους εμπρεσσιονιστικά. Στα μεγαλύτερα, που είναι και τα περισσότερα, ο αναγνώστης διαβάζει πολλά μικρά ποιήματα ενωμένα, τα οποία αναβρύζουν από παρόμοια διάθεση. Η λυρική μουσική διατύπωση περιστρέφεται γύρω σε μια ουσία ψυχική και πνευματική μορφοποιημένη σε εικόνες […]. Το ταξίδι σ’ έναν μακρινό τόπο δεν συνιστά τίποτε άλλο από ταξίδι στο παρελθόν. Την ποιήτρια ενδιαφέρει εξίσου η καινούργια ζωή, η μετάβαση “από ζωή σε ζωή” και από την οικεία πλευρά του κόσμου στην αντίθετη, εκείνη της φαντασίας που αποτελεί και αποκάλυψη […]. Ανάμεσα στους δύο κόσμους ακροβατεί ένα μονοπάτι, ένα βλέμμα, η στιγμή. Η μοναδικότητα της στιγμής βρίσκεται στην αποκάλυψη της μελλοντικής ευτυχίας.”
Από τη μελέτη της Στυλιανής Παντελιά

“Ο ποιητικός μνημικός τρόπος στον οποίο η Αλεξάνδρα Πλαστήρα ταξιδεύει σ’ αυτή τη συλλογή της είναι γεμάτος δέντρα και βλέμματα Αλλά και το κατά φύσιν, αυτό που αποτελεί τη φυσική επιλογή πότε προς δάκρυ, πότε προς χορό, το θωπεύει, ποιητικώς όσο καλύτερα μπορεί. Είναι σαν να τρέχει ξαφνικά το ρολόι στο παρελθόν, είναι σαν κάτι να υπολείπεται στο παρόν ακατονόμαστο, είναι σαν το μέλλον να κυοφορεί γνωστά ευπρόσδεκτα “δεινά” έρωτος καταγεγραμμένου και χρονικώς αξεπέραστου. Χωρίς ο έρωτας αυτός καθαυτός να ιχνογραφεί. Χωρίς στάδια και ατομικά ρεκόρ, χωρίς κριτές αγώνων. Εδώ αντιμάχεται ένας ευατός με δύο όψεις απλώς το χρόνο”.
Δήμητρα Παυλάκου, Αυγή, 25 Μαρτίου 2000

“Τι λέει αυτό το βιβλίο; Λέει, τρόπον τινά, ότι ο κόσμος είναι φτιαγμένος από νερό, όπως ένα όνειρο, όπως το όνειρο που μεταμορφώνει το πέρασμα του χρόνου. […] Βρίσκεται κανείς μπροστά σε στιγμές εξαιρετικής καθαρότητας, χάρη στις οποίες το νερό μεταμορφώνεται σε συναίσθημα. Μια έξοχη παρήχηση από το θρόισμα της ροής των πραγμάτων μέσα στον άνθρωπο, κι ακόμη μια ανεπαίσθητη μουσική που παρεμβάλλεται ανάμεσα στη θλίψη και στο ίδιο της το συμπέρασμα, γίνεται διαύγεια και παιχνίδι των νοημάτων του έρωτα. Το νερό είναι η ηχώ της αγάπης. […] Μολονότι πρόκειται αναμφισβήτητα για ένα βιβλίο ερωτικό, έχω την εντύπωση ότι το βαθύτερο ερωτικό αντικείμενο δεν είναι το ανθρώπινο πρόσωπο αλλά το παρελθόν, η ύλη του χρόνου που συσσωρεύεται στην ανάμνηση σαν πάχνη, η ίδια ίσως η παιδική ηλικία. Ο έρωτας που τόσο διακριτικά τραγουδάνε αυτά τα ποιήματα είναι η έλξη προς κάποιο εσωτερικό πυθμένα όπου ό,τι ρέει γύρω μας διυλίζεται, αφήνοντας πίσω του ένα ελάχιστο θαύμα, ένα απαλότατο λεκτικό χνούδι, ένα σημάδι στην άμμο. […] Τολμώ να ισχυριστώ ότι καθένα από τα ποιήματα είναι ένα πολύτιμο ίχνος, η εντύπωση που αφήνει στα μάτια το πυροτέχνημα αφού σβήσει. […] Εξ ου και τα ποιήματα για τα οποία μιλάμε, στηρίζονται, τεχνικά, στο επιμύθιο, στην απότομη στροφή της διάθεσης στον τελευταίο στίχο, όπου ένα παράξενο ρεφρέν μετατρέπει, εκ των υστέρων, την ομίχλη σε ανταύγεια.”
Ευγένιος Αρανίτσης, Ελευθεροτυπία, 29-9-1993

Ο ΕΞΟΡΙΣΤΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ

Γιάννης Αντιόχου

Το παρακάτω δοκίμιο γράφτηκε την περίοδο 2003-2004 σε μια σχετικά δύσκολη και εσωτερική περίοδο για μένα. Αποτελεί μέχρι σήμερα τη βάση της ποιητικής μου. Δεν θεωρώ πως είναι μανιφέστο αλλά κύρια μια τροχιοδεικτική πορεία της γραφής μου και της κοινωνικοποίησης μου εντός της ποίησης.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΝΤΙΟΧΟΥ

Ο ΕΞΟΡΙΣΤΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ

(Μια ποιητική μεταφυσική)

στη μνήμη της Αγγελικής Κωσταβάρα

«Περιμένω το τέλος σου. Σε λίγα χρόνια θα πεθάνεις κι ο θάνατός σου θα έχει οικτρή αιτία. Θα αρρωστήσεις από μελαγχολία και θα αυτοκτονήσεις. Ίσως επειδή θα έχεις καταλάβει πως δεν ήσουν άξιος της ψυχής σου. Γιατί η ψυχή μας είναι το παν κι ο νους μια κούφια βέβηλη τάξη. Η ψυχή κι όχι ο νους έκλεισε την γωνία και φαντάσθηκε το τρίγωνο. Γιατί η ψυχή φροντίζει για ό,τι είναι ανοιχτό και το λυπάται και πάει όλα να τα κλείσει να τα χωρέσει μέσα της για να τα προστατεύσει…»

Γιώργος Χειμωνάς, Ο Εχθρός του Ποιητή

«Έχεις δει ποτέ πώς είναι ένα συναίσθημα; Εγώ τώρα θα σου δείξω και θα δεις για πρώτη φορά συναισθήματα ανθρώπου. Η Κυβέλη ξεκούμπωσε το φαρδύ μακρύ γκρίζο φόρεμά της έπεσε γύρω από τα πόδια της. Στάθηκε ολόγυμνη λίγο καμπουριασμένη με το ένα χέρι της στο στήθος. Όλο το σώμα της ήτανε χαρακωμένο. Οργωμένο από μεγάλες κλειστές πληγές παλιές και μερικά μέρη. Ήταν τυλιγμένα με γάζες και η Κυβέλη άρχισε να τις ξετυλίγει και φάνηκαν. Καινούργιες ανοιχτές πληγές που αιμάτωναν ακόμα. Αποτράβηξε το χέρι της από το στήθος. Οι μαστοί της ήταν κομμένοι σύρριζα και στην θέση τους δύο πλατειές καφετιές ουλές σαν ρόζοι. Με μια τελευταία κίνηση τράβηξε το μαύρο κάλυμμα από το πρόσωπό της και είδα το σκεπασμένο μάτι της. Την αδειανή του βουλιαγμένη κόγχη το μάτι της βγαλμένο. Μια ολόκληρη ζωή λέει η Κυβέλη να ταπεινώνω το σώμα μου να βασανίζομαι να θέλω να αφανιστώ. Γι’ αυτό δεν ξαναγύρισα ποτέ στην Ελλάδα. Για να μη σου κάνω κακό και το καθήκον μου εσένα να αφανίσω. Γιατί μ’ αυτή την μοίρα γεννήθηκα να σε εξοντώσω κι αυτό το χρέος μου το πλήρωνα πάνω στο δικό μου σώμα. Ήμουν μαζί ο ποιητής και ο εχθρός…»

Γιώργος Χειμωνάς, Ο Εχθρός του Ποιητή

1

Είναι σχεδόν αξιωματικό στον ακαδημαϊκό χώρο, πως η συγγραφή μελέτης, άρθρου, ανασκόπησης, μετα-ανάλυσης ή έρευνας να ακολουθείται από την παράθεση σύμφωνα με το οποιοδήποτε βιβλιογραφικό σύστημα αναφοράς των πηγών που ο μελετητής, αναλυτής ή ερευνητής έχει χρησιμοποιήσει, έτσι ώστε, να πιστοποιείται η εγκυρότητα των όσων αυτός υποστηρίζει. Είναι επίσης γνωστό ή μπορεί με ευκολία να διαπιστωθεί, ότι σε ελάχιστα άρθρα τα οποία δημοσιεύονται στα λογοτεχνικά περιοδικά της χώρας μας, ακολουθείται κάποιο σύστημα παράθεσης της βιβλιογραφίας που χρησιμοποιήθηκε, με εξαίρεση βέβαια τα λογοτεχνικά περιοδικά «ΠΟΙΗΣΗ» και «ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ», στα οποία ακολουθείται βιβλιογραφικό σύστημα αναφοράς, έτσι ώστε να διευκολύνεται ο αναγνώστης να πληροφορηθεί περισσότερο για τα θέματα που τον ενδιαφέρουν.

Το παράδειγμα της βιβλιογραφικής ένδειας που χρησιμοποίησα ως εισαγωγή, δενθέλω σε καμία περίπτωση να γενικεύσει συμπεράσματα και σίγουρα αποτελεί μία προσωπική άποψη για αυτό που σήμερα επικρατεί στη λογοτεχνία της χώρα μου. Ουσιαστικά όμως αυτό το οποίο θίγω είναι το πόσο εύκολο καταλήγει για τον οποιονδήποτε μπορεί να συρράπτει με άνεση προτάσεις ή ακόμη και παραγράφους δοκιμίων και κριτικών κειμένων, να παρουσιάζει παρθενογεννημένη σκέψη ή έστω ανασυντεθειμένη σκέψη και γραφή, γραφή που χαρακτηρίζεται ως γραφή copy and paste (αντιγραφή και επικόλληση).

O Νίκος Μπακουνάκης στο άρθρό του Copy-Paste, (Βήμα της Κυριακής 26.2.2006), βεβαιώνει το φαινόμενο γράφοντας: «Διαβάζω αρκετές φορές σε έντυπα μεγάλης κυκλοφορίας κείμενα για καλλιτέχνες και δημιουργούς, ιδιαίτερα για συγγραφείς, και έχω την εντύπωση του déjà vu. Ό,τι διαβάζω κάπου το έχω ξαναδεί. Την αίσθηση της επανάληψης - για να μην πω αντιγραφής - μου δημιουργούν κυρίως πορτρέτα συγγραφέων που χαρακτηρίζονται ως maudits, καταραμένοι, μοναδικό άλλωστε κριτήριο που δικαιολογεί την ύπαρξή τους στις σελίδες τού lifestyle. Ο Ουάιλντ και η Γουλφ για τη σεξουαλικότητά τους, ο Κέρουακ και ο Μπουκόφσκι για την παραβατικότητά τους, η Πλαθ για τον περιπετειώδη θάνατό της, μέσα στην κουζίνα του γκαζιού. Είναι προφανές ότι η κοινή πηγή όλων αυτών των σχεδόν πανομοιότυπων κειμένων είναι μία, το Internet, ο παγκόσμιος ιστός. Είναι προφανές ότι ο συντάκτης δεν κάνει τίποτε άλλο παρά την αναζήτηση, την αντιγραφή και την επικόλληση, τηρεί κατά γράμμα την εντολή copy-paste. Και εκεί όπου ως πριν από λίγο καιρό έπρεπε να ήσουν γνώστης, να είχες μνήμη και ικανότητες προσανατολισμού μέσα στον κόσμο των ανομοιογενών πηγών, σήμερα δεν χρειάζεσαι τίποτε άλλο παρά να είσαι καλός χειριστής τεχνολογίας. Να βάζεις ένα όνομα σε μια μηχανή αναζήτησης, στο Google, και να έχεις αμέσως όσες πληροφορίες θέλεις…» και καταλήγει: «Έχουμε και πάλι σήμερα ανάγκη της τέχνης τού μοντάζ. Ιδιαίτερα οι δημοσιογράφοι, που διαθέτουμε πια στην άκρη των δακτύλων μας τόσο πλούτο πληροφοριών για ανθρώπους, έργα, τάσεις, ιδέες, κινήματα, εποχές, αντιμετωπίζουμε τη μεγάλη πρόκληση να ξαναγίνουμε συνθέτες, να συνθέτουμε τα περισυλλεγμένα στοιχεία και να δημιουργούμε νέους, εξαιρετικούς, απίθανους, ακόμη και πρωτότυπους συνδυασμούς. H απλή παράταξη των (αχώνευτων) πληροφοριών είναι ο εχθρός μας. Μας κάνει δημοσιογράφους copy-paste, κοινώς κοπτοραπτούδες των πληροφοριών».

Παρόλα αυτά δεν θα ήθελα να ονομάσω γενικά όσους υποπέφτουν στη λογική αυτή, ως «κοπτοραπτούδες πληροφοριών», όμως πρέπει σίγουρα να συμπεράνουμε ότι στην εποχή μας, όπου η πληροφορία δεν είναι τίποτα άλλο παρά η προέκταση των δακτύλων μας πάνω στο πληκτρολόγιο του υπολογιστή, το προϊόν της εργασίας μας δεν είναι πια επεξεργασμένη πηγή γνώσης, αλλά κλεψίτυπες κόπιες εκείνου που συρράπτει πηγές και πληροφορίες και που βέβαια δεν τις αναπαράγει σωστά.

Διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας αυτές τις πρώτες παραγράφους αναρωτιέμαι αν θα σας πείσω σχετικά με τον πρώτο λογικό συσχετισμό αυτού που κατανοώ ως αντίγραφο, ως κόπια (μάλλον εδώ θα πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη μας την σημασία του όρου copy), ενώ θα προσπαθήσω να συνδέσω την όλη συλλογιστική με τον όρο μιμίδιο (meme) που εισήγαγε ο Richard Dawkins (1976) στο βιβλίο του το «Εγωιστικό Γονίδιο». Αυτό που πιστεύω πως συμβαίνει εξαιτίας της προαναφερόμενης τακτικής, είναι ότι μια ολόκληρη κοινότητα, —μιλώ για την λογοτεχνική κοινότητα της Ελλάδας— μέσα από τα συστήματα, τις ιεραρχίες και τα δίκτυα της, προσπαθεί να πλεύσει πάνω σε μιμιδιακές νησίδες.

Και σπεύδω να επεξηγήσω τι είναι το μιμίδιο. Είναι το πολιτιστικό ισοδύναμο του γονιδίου και παράγεται από την ελληνική λέξη μνήμη. Τα μιμίδια ορίζονται σαν αυτοπαραγόμενες νοητικές πληροφοριακές δομές, ανάλογες με τα γονίδια στη βιολογία και μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για τα ανεξήγητα μοντέλα της πολιτισμικής και ψυχολογικής μας συμπεριφοράς (Bjarneskans, Grőnnevik, et Sandberg). Επίσης αυτά δεν βρίσκονται υπό τον άμεσο έλεγχο μας και κληροδοτούνται μέσα από ένα συσχετιστικό ιστό που δομεί την κοινωνία. Στο New Hackers Dictionary, τα μιμίδια (memes) ορίζονται ως το μοντέλο ενός ξενιστή, ιδιαίτερα με τη σύνδεσή τους, ότι αυτά παρασιτούν στους ανθρώπους, όπως ακριβώς και ένας ιός (New Hacker’s Dictionary Jargon File, Version 4.3.1, 29.6.2001).

Ο Bjarneskans, Grőnnevik, and Sandberg (2000) στο άρθρο: «Ο κύκλος ζωής των μιμιδίων», υποστηρίζουν: «Τα μιμίδια έχουν έναν κύκλο ζωής όμοιο με των παρασίτων. Κατά την διάρκεια της φάσης μετάδοσης ή προσβολής αντιγράφονται σε έναν ξενιστή, όπως είναι ένα μήνυμα, ένα κείμενο, μια εικόνα, ένα email, ένας τοίχος, κ.λ.π. Όταν ένας δυνητικός στόχος αποκρυπτογραφήσει ένα μιμίδιο, δηλαδή διαβάσει το κείμενο, ακούσει το μήνυμα, τότε το μιμίδιο ενεργοποιείται και μολύνει το άτομο, ο οποίος γίνεται ένας νέος ξενιστής (η φάση της μόλυνσης). Σε κάποιο χρονικό πλαίσιο το μιμίδιο κωδικοποιείται σ’ έναν κατάλληλο ξενιστή και όχι απαραίτητα στο ίδιο μέσο που αποκρυπτογραφήθηκε και μπορεί να επεκταθεί για να μολύνει νέους στόχους και να δημιουργήσει νέους ξενιστές».

Τα είδη των πολιτισμικών στοιχείων τα οποία μας κληροδοτούν τα μιμίδια περιλαμβάνουν: ιδέες, συμπεριφορές, τάσεις, μόδες, θεωρίες, παιδεία, συνθήματα, πολιτικές, μάθηση, τέχνη, κ.λ.π. Γενικά τα μιμίδια μεταφέρουν κλισέ. Είμαστε άραγε ένας μολυσμένος πολιτισμός; Πώς θα το διαπιστώσουμε και πώς θα αντιμετωπίσουμε τη μόλυνση;

Κύρια όμως, τα μιμίδια είναι σύντομες συναισθηματικές φράσεις, οι οποίες υποκινούν συμπεριφορές, θέσεις και απόψεις. Έτσι για παράδειγμα οι προτάσεις: «το ποίημα είναι μεγάλο», «τα μικρά ποιήματα είναι πιο ακαριαία», «ένας ποιητής οφείλει να εκδίδει βιβλίο τουλάχιστον κάθε δύο χρόνια», ανήκουν στη κατηγορία των προτάσεων που ακούμε σε εισηγήσεις ή διαβάζουμε σε δοκίμια ποιητών και κριτικών επαναληπτικά. Είναι δε, σύντομες και συναισθηματικές φράσεις, οι οποίες αν δεν επεξεργαστούν και δεν απομακρυνθούν άμεσα γίνονται κλισέ που βάζουν σε κίνδυνο το πεδίο αναφοράς τους˙ και βέβαια είναι εγωιστικά, αφού όπως ακριβώς τα γονίδια θέλουν να μεταβιβαστούν και ν’ αναπαραχθούν. Συνήθως δεν τα ενδιαφέρει (τα μιμίδια) τι συμβαίνει λόγου χάρη στον ποιητή που ακούει μια από τις παραπάνω συναισθηματικές κλισέ φράσεις, παρά μόνο η μεταβίβασή τους. Παρουσιάζουν λοιπόν ενεργητικότητα. Έτσι λοιπόν σας συμβουλεύω αν αναγνωρίσετε κάποιο, εξολοθρεύστέ το μόλις αυτό αρχίσει να πλησιάζει. Πώς; Κρυφτείτε. Αγνοήστε. Αναλύστε. Περιφρονήστε. Αποδείξτε κάτι άλλο. Επικρίνετε. Γενικεύστε.

Η Κική Δημουλά, βραβευμένη και πολυδιαβασμένη ποιήτρια, υποπτεύομαι πως μάλλον κάπως έτσι θα ενήργησε, την ώρα που το μιμίδιο «γράφεις μεγάλα ποιήματα» την πλησίασε επικίνδυνα, κάνοντάς την ν’ αμφιβάλλει ίσως για την αξία της ποίησής της, αφού: «τα μικρά ποιήματα είναι πιο ακαριαία». Έτσι στην ποιητική της συλλογή «Χαίρε Ποτέ» γράφει στο ποίημά της που τιτλοφορείται, αν μη τι άλλο, ως «Απολογητικό»:

Πώς ήθελα να ξέρω να γεννάω

μικρά ποιήματα.

Μου τα στερεί ο πολύλογος τρόπος μου.

Εσκεμμένος σαν προφυλακτικό

ν’ αποφύγει την επώδυνη σύλληψη

μη γίνει έναυσμα και αυτουργός

μιας ακόμη συντομίας…

Ένα μικρό ποίημα. Κι αν ο μη γένοιτο

δεν επαρκέσει τελικά το οξυγόνο

παρηγοριέσαι λες τουλάχιστον απέφυγε

εκείνον το χαμένο ποδαρόδρομο

που φάγανε στη μούρη τα μεγάλα

ξυπόλυτα δονκιχωτικά.

Τώρα αν η Κική Δημουλά εξολόθρευσε ή όχι το μιμίδιο, ίσως δεν έχει μεγάλη σημασία, αφού η αξία της ποίησής της παραμένει έξω από τα κλισέ και ανταμείβεται για τη διαφορετικότητά της από το αναγνωστικό κοινό, όσο κι αν σε κριτικά σημειώματα εμφανίστηκε ως φαινόμενο Χάρι Πότερ της ελληνικής ποίησης, δηλαδή ως ένας άλλος μιμιδιακός σχηματισμός στο μυαλό της κριτικού που της προσέδωσε τον χαρακτηρισμό.

Με ποιο τρόπο έγινε όμως αυτό; Η απάντηση προέρχεται από την συναισθηματική φράση ή φράση κλισέ (μιμίδιο) που είμαι αναγκασμένος να χρησιμοποιήσω, δηλαδή πως: «Η γνώση της γνώσης εξαναγκάζει» και αυτό έχει άμεση συσχέτιση με τις βιολογικές θεωρίες των Humberto Maturana και Francisco Varela για την αυτοποίηση και τη συνείδηση.

Η αυτοποίηση χρησιμοποιήθηκε σαν όρος για να περιγράψει την αυτο-αναπαραγωγή, δηλαδή ένα σύστημα που αναδημιουργεί, διατηρεί και ορίζει τον εαυτό του σε κάποιο χώρο. Όπως δηλαδή συμβαίνει σ’ ένα κύτταρο, σ’ έναν ζωντανό οργανισμό ή κατ’ επέκταση σε μια κοινωνία υπό την εποπτεία του όλου. Αυτό με απλούστερα λόγια σημαίνει ότι τ’ άτομα που απαρτίζουν ένα ανθρώπινο σώμα με την πάροδο των ετών γερνούν και αλλάζουν σχεδόν ολοκληρωτικά. Και τούτο βιολογικά είναι η παραδεκτή συμπεριφορά του ανθρώπινου οργανισμού. Αν όμως αλλάζω ολοκληρωτικά, θα έπρεπε να αισθάνομαι και διαφορετικός, πράγμα που έχει αναλάβει να λύσει η διαδικασία της αυτοποίησης. Παρόμοια συμβαίνει και στις κοινωνίες ως συστήματα. Αλλάζουν στην πάροδο του χρόνου ολοκληρωτικά, αλλά παρόλα αυτά έχουν συγκεκριμένο περιβάλλον αυτο-αναφοράς και βέβαια αντίληψη του εγώ και του όχι εγώ. Δηλαδή ένα συγκεκριμένο μοντέλο του κόσμου τους και ταυτόχρονα ένα όριο ή καλύτερα ένα σύνορο το οποίο αποτελεί μέρος του οργανισμού της κοινωνίας. Ας το φανταστούμε κάτι σαν την μεμβράνη ενός κυττάρου.

Έτσι, είτε εμείς σαν ανθρώπινοι οργανισμοί, είτε οι πληθυσμοί που αποτελούν τις κοινωνίες, είτε η ίδια η κοινωνία είναι συντηρητικά συστήματα, τα οποία δεν καθορίζονται από τις εισροές που είναι δυνατόν να περάσουν από το σύνορο, από τη μεμβράνη, αλλά από μια ενδογενή αυτο-αναφορικότητα, η οποία θωρακίζει την ανθρώπινη ατομικότητα και την κοινωνία γενικότερα και την κάνει ανθεκτική στις αλλαγές και δυσπροσαρμοστική στην αλλαγή και στην επικοινωνία.

Η επικοινωνία είναι ο συζευκτικός πολτός, ο οποίος και δημιουργεί τον ιστό της ύπαρξης, συνδέοντας τα δίκτυα, τα μοτίβα, αναδύοντας τάξεις και ιεραρχίες μέσα από την ανάπτυξη του λόγου και κατ’ επέκταση της νόησης.

Υπάρχουμε μέσα από τον λόγο και διατηρούμε την ταυτότητα και την προσαρμογή μας μέσα από τον λόγο. Έτσι, κάθε μορφή λόγου που αναπτύσσεται σε συγκεκριμένες δομές όπως: επιστημονικός λόγος, κριτικός λόγος, φιλοσοφικός λόγος, λογοτεχνία, ποίηση, θρησκεία, κ.λ.π., ταυτοποιεί αυτούς που δύνανται να υπάρχουν μέσα από το αυτο-αναφορικό περιβάλλον του εκάστοτε λόγου. Αλλιώς παύουμε να υπάρχουμε ως επιστήμονες, κριτικοί, φιλόσοφοι, λογοτέχνες, ποιητές, ιερείς, κ.λ.π. και δεν έχουμε κανένα περιβάλλον αυτο-αναφοράς. Ο λόγος δεν αποκαλύπτει και δεν επεξηγεί απλά και μόνο τον κόσμο, αλλά κύρια δημιουργεί τον κόσμο και κατ’ επέκταση τον εαυτό μας σαν ύπαρξη μέσα σ’ αυτόν.

Έτσι καταλήγουμε στο εύλογο συμπέρασμα, το οποίο πλέον τίθεται ως αξίωμα και δεν χρήζει περαιτέρω αποδεικτικής διαδικασίας ότι ο λόγος είναι το μεγάλο όργανο, το ζωοποιό μέσο του Ευαγγελιστή Ιωάννη που γίνεται σάρκα. Κι αν με απασχολεί και γράφω ψάχνοντας να απεγκλωβιστώ από τη δύναμή του, είναι γιατί πάνω απ’ όλα είμαι ποιητής και εραστής αυτού του λόγου, είναι γιατί πρώτα-πρώτα η ποίηση είναι όπως λέει και ο Ελύτης.

2

Θα προσέξατε ότι πέταξα μες στο καζάνι της βιολογίας όλη την ύπαρξη της θεωρίας και απέτρεψα την ανάλυση του ποιητικού λόγου και της λειτουργίας της ποίησης σε θεωρητικό επίπεδο, γιατί στο δικό μου αυτοαναφορικό περιβάλλον έχω βιώσει σαν εμπειρία τη μαγεία του ποιητικού λόγου, είτε ως αναγνώστης, είτε ως ποιητής, δηλώνοντας ευθαρσώς ότι είμαι υπέρμαχος της θέσης πως η ποίηση αλλάζει τον κόσμο, αλλά ο κόσμος μέσα από την ενδογενή αυτo-αναφορικότητά του αντιστέκεται στην αλλαγή.

Ποια είδους μαγεία συμβαίνει στο ποίημα που δε συμβαίνει σε κανένα άλλου είδους λόγο. Τι τοποθετεί το ποίημα στην κάψουλα του χωροχρόνου επιτρέποντάς του να ταξιδεύει ανάλογα με τα καύσιμά του; Τι είναι αυτό που τοποθετεί την ποίηση στην κορυφή της πυραμίδας των τεχνών; Γιατί το ποίημα αντιστέκεται στη μάζα, στη κατανάλωση και βρίσκεται στις μέρες μας εκτός της εκδοτικής βιομηχανίας; Θα μείνει η θα εκλείψει ο ποιητής ως είδος και η ποίηση ως τέχνη;

Σπεύδω να πάρω μια βαθιά ανάσα. Έχω να πολεμήσω υποθέτω με τα φαντάσματα αυτών που βαφτίζουν γενιές και τοποθετούν τις μιμιδιακές τους ταμπέλες χαράσσοντας προλεγόμενα και κριτικές. Πρέπει από τη μια μεριά να υπερασπιστώ την ίδια την ποίηση ως το μέγιστο όργανο κι απ’ την άλλη να φροντίσω να μην καταργήσω αυτούς που την παρέδωσαν στα χέρια μου, έστω κι αν την κληροδότησαν με σωρούς συναισθηματικών κλισέ.

Ας υποθέσουμε ότι η εξωτερική ταυτότητα που μου αποδίδεται είναι αυτή της γενιάς του 90,η οποία και έχει χαρακτηριστεί ως αθέατη γενιά ή γενιά που έχει περιπέσει σε αφάνεια, σύμφωνα με έναν εκπρόσωπο και ποιητή της, τον Βασίλη Αμανατίδη (περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 53) και ας επικεντρωθούμε στον συλλογισμό της Αγγελικής Κωσταβάρα, στο προλογικό σημείωμα της Ανθολογίας Ποίησης της Γενιάς του 90 (Εκδόσεις Μανδραγόρας), η οποία τιτλοφορείται «Η Γεωμετρία μιας Αθέατης Γενιάς», πως πρόκειται για παράδοξο φαινόμενο: μια ολόκληρη γενιά να κηρυχθεί σε αφάνεια! Σα να είναι ποτέ δυνατόν, να υπάρξει συλλογικό κενό ποιητικής δημιουργίας, με οποιαδήποτε έννοια και αν το εκλάβει κανείς. Και συμπερασματικά ολόκληρο το οικοδόμημα της υπόθεσης να καταρρέει από τα «σημαντικά βιβλία» που εξέδωσε η αθέατη γενιά εμφανιζόμενη παντοιοτρόπως σε όλα τα έντυπα και ηλεκτρονικά Μ.Μ.Ε, γιατί απλά, ορισμένοι από τους ποιητές και τους συντρόφους αυτής της γενιάς εφεξής και με κορύφωση τα επόμενα δέκα χρόνια θα ορίζουν τον έντυπο και ηλεκτρονικό χώρο όχι γιατί θα έχουν την αξία της γνωστικής τους ωρίμανσης αλλά γιατί είναι φυσικό και επόμενο, εφόσον ο άνθρωπος γερνά ν’ αντικαθίσταται παραδίδοντας την σκυτάλη, στη δική μας περίπτωση την πέννα ή το μικρόφωνο. Έτσι ο χαρακτηρισμός αθέατη γενιά είναι ανίσχυρος, επίπλαστος, διακινδυνευμένος και δεν ανήκει σε ποιητές. Ατυχής ως σύλληψη για ομαδοποίηση ο τίτλος αθέατη γενιά από τους υπεύθυνους της Ανθολογίας της Γενιάς του 90. Ευτυχής η σύλληψη της παραδοξότητας από την πλευρά της Αγγελικής Κωσταβάρα και η μελέτη αυτού ως φαινομένου.

Εντούτοις αν η γενιά του 90 διαδέχθηκε τη γενιά του 80 και αυτή τη γενιά του 70, τότε μιλούμε για δεκαετίες ποίησης, επειδή δεν μπορούμε να μελετήσουμε επαρκώς ότι το κλισέ, το μιμίδιο της γενιάς δεν μπορεί να συνταιριαστεί με την αισθητική της μηδενικής διάστασης και τον ψηφιακό στοχασμό, ο οποίος ξεπηδά μέσα από τη συλλογική διαδικτυωμένη μνήμη του υπερυπολογιστή της ανθρωπότητας.

Κι αν μιλούμε για διαδικτυωμένη μνήμη η οποία φαντάζει ως πολύπλοκη δομικά, εντούτοις καθόλου δεν συγκρίνεται με τη μιμιδιακή συμπεριφορά της κουλτούρας που μας κληροδότησε η γενιά του 70 και του 80 και μιλώ ευθαρσώς για την διαπλεκόμενη μνήμη, η οποία λειτουργεί με τις λυχνίες της ανταποδοτικότητας και στη διαδικασία μόλυνσης μολύνει και το αναγνωστικό κοινό.

Για να υπερασπιστώ το παραπάνω συμπέρασμα εκτός από την απλή εμπειρική παρατήρηση ενός σκεπτόμενου ανθρώπου, (η οποία σημειώνω πως δεν είναι επιστημονικά ορθή), θα δανειστώ και τα λόγια του ποιητή Δημήτρη Δημητριάδη, ο οποίος στην ερώτηση του δημοσιογράφου Γιώργου Καλιεντζίδη αν στην λογοτεχνία έχει περισσέψει η κακογουστιά απαντά μεταξύ άλλων: «Όχι μόνον έχει περισσέψει, αποτελεί πλέον την ουσία της. Περισσεύει επειδή επιβραβεύεται συνεχώς, επιβραβεύεται για να ενθαρρύνεται, ενθαρρύνεται για να συνεχίσει ακάθεκτη, ασυναγώνιστη. Και επιβραβεύεται όχι μόνο από ανθρώπους οι οποίοι επωνύμως την επιβραβεύουν, αλλά και από μία μαζική υποστήριξη…». Δυστυχώς αυτό είναι το φαινόμενο της κατάργησης του ορίου των αυτοποιητικών συστημάτων. Η μεμβράνη είναι πλέον διάτρητη και αναγκαστικά το ον, η ομάδα, η κοινωνία θα πρέπει να περάσει από κρίση για να μπορέσει να αναδημιουργήσει αυτό το όριο. Θα πρέπει να επανεφεύρει το μέγιστο όργανο του λόγου, να τροποποιήσει το παραδομένο, να το εξαγνίσει από τα κλισέ και τις μιμιδιακές συμπεριφορές, ν’ αποτάξει αυτό που λέγεται στείρα παράδοση και να επαναδημιουργήσει έναν νέο κώδικα, ο οποίος θα μπορέσει ν’ αντισταθεί για όσον καιρό αντέχει στις νέες φάσεις μόλυνσης από νέα μιμίδια που αιωνίως θα εμφανίζονται, θα παρασιτούν και θα αντιγράφονται.

3

Η ποίηση δεν μπορεί να οριστεί μέσα από την θεωρία, είτε αυτή είναι κοινωνιολογική, είτε λιγκουιστική (γλωσσική), είτε αισθητική, δηλαδή αφορά το περιεχόμενο και τη μορφή. Ο χώρος έργου της ποίησης σύμφωνα με τον Heidegger είναι η γλώσσα και η ουσία της κατανοείται αναγκαστικά από αυτή. Το ομιλείν είναι όμως η ουσία της ποίησης; Ο Heidegger επεξηγεί: «όχι ένα οποιοδήποτε ομιλείν, παρά εκείνο, μέσω του οποίου εμφανίζονται όλα αυτά στο Ανοικτό, για τα οποία εμείς μετά στην καθημερινή γλώσσα μιλάμε και διαπραγματευόμαστε. Ως εκ τούτου η ποίηση δεν αποδέχεται την γλώσσα ως υποχείρια πρώτα ύλη, παρά η ίδια η ποίηση καθιστά πρώτα δυνατή τη γλώσσα.».

Η ποίηση δεν επιδέχεται ορισμούς, ανθίσταται σε αυτούς γιατί αποτελεί σχηματισμό, αποκρυστάλλωση του πυρηνικού υλικού της ύπαρξης και της εκδήλωσης. Γι’ αυτό το λόγο άλλωστε, εμφανίζεται πολλές φορές ως προϊόν εξωαισθητηριακής αντίληψης, προϊόν ιερής δόνησης, διονυσιακή μέθεξη. Η ποίηση είναι η θέαση του Αγαθού και αυτό που ορίζουμε προσπαθώντας να την προσεγγίσουμε, είναι τα επίπεδα της αποκρυστάλλωσής της μέσα από τα φίλτρα της γλώσσας, της ιστορικότητας και της γνώσης.

Περαιτέρω θα μπορούσα να πω πως η ποίηση αντιστέκεται στο χώρο και στο χρόνο, γι’ αυτό και αποτελεί την ουσιαστικότερη μορφή του λόγου και είναι ανώτερη από την πρόζα και τα είδη της. Εάν μολαταύτα κάποιος πει πως η σημερινή ποίηση πλησιάζει μορφολογικά την πρόζα, ίσως δεν θα έχει άδικο, αλλά θα πρέπει να κρίνει έχοντας υπόψη του την ιστορική εξέλιξη και την τρέχουσα υφή της πρόζας. Τότε θα κατανοήσει πως η ποίηση λαμβάνει το σχήμα της πρόζας για να την ανανεώσει, να τη διασώσει, για να μπορέσει ή ίδια να αναλυθεί και να εξελιχθεί. Δηλαδή η ποίηση είναι μια εγωιστική, αρσενική δύναμη. Είναι το σοκ, η ενέργεια που δεν θ’ αφήσει την ανθρώπινη ύπαρξη και την κοινωνία στην ενέλιξη της εντροπίας, στο θερμικό θάνατο του συστήματος. Η ποίηση θα τροφοδοτεί με ενέργεια κάθε φορά που φτάνουμε στο κρίσιμο σημείο. Είναι ενδιαφέρον όμως το τι θα ορίσουμε ως κρίσιμο σημείο.

Πιστεύω, εικάζω, έχω την πεποίθηση έστω, πως κρίσιμο, είναι το σημείο όπου η πρόζα, το μυθιστόρημα, η αφήγηση, η νουβέλα αρχίζουν να καταγράφουν γεγονότα, τα οποία θα είναι παρωχημένα, ως και εξαφανισμένα στα επόμενα δέκα ή είκοσι χρόνια. Δηλαδή το περιβάλλον αναφοράς είναι σαφές, ορισμένο και αναγκαστικά φθαρτό σε σύντομο χρονικό διάστημα. Σήμερα τα πράγματα εξελίσσονται με ταχύτερους ρυθμούς. Η εποχή μας είναι πληροφοριακή, τηλεματική και η πρόζα που την χαρακτηρίζει είναι φτηνή, γιατί επικεντρώνεται στην ύλη και απομακρύνεται από την ιδέα. Ο δημιουργός, ο συγγραφέας, θα έπρεπε κανονικά να γράφει με σκοπό να φωτίσει τις σκοτεινές πλευρές του εαυτού του, να γνωρίσει τον εαυτό του. Το περιβάλλον αυτοαναφοράς είναι η επιδερμίδα, ο φλοιός θα λέγαμε. Ο συγγραφέας καταγράφει την αντανάκλαση των μορφών της πλατωνικής σπηλιάς από μια συγκεκριμένη οπτική. Στην πρόζα οι άνθρωποι έχουν ταυτότητα, μοιάζουν με κάτι, έχουν μια εικόνα. Επίσης κινούνται σ’ έναν ορισμένο χώρο, σ’ ένα ορισμένο χρόνο, μέσα σε μια κατά συνθήκη κατασκευασμένη πραγματικότητα. Κι αν προέβαλε ο μαγικός ρεαλισμός και έβαλε δυο ήρωες να πετάνε την ώρα της ερωτικής περίπτυξης, δίνοντας στην αφήγηση μια νότα ποίησης, αυτοί όφειλαν και πάλι να επιστρέψουν στο κρεβάτι όπου απογειώθηκαν.

Ποιος μπορεί να διαβάσει σήμερα Βερν, Ασίμωφ, Κλαρκ, πέρα από την απλή περιέργεια ή ίσως την κατά σύμπτωση ανάγνωση; Αυτοί καταργήθηκαν από την ίδια την ιστορική εξέλιξη. Μοιάζει μ’ αυτό που λέει ο Ελύτης: «Βρισκόμαστε μακριά από την εποχή που ο άνθρωπος ονειρευόταν ένα πουλί. Από τη στιγμή που πέταξε το πρώτο αεροπλάνο, εκείνος έχασε τα φτερά του…».

Ποιος θα διαβάσει σήμερα ελληνική πρόζα που κινείται στην πρώτη μεταπολεμική εποχή, στην μετεμφυλιακή περίοδο; Θα ενδιαφέρουν άραγε οι ιστορίες των παππούδων μας ή έστω των πατεράδων μας; Κι αν διαβάσει κανείς για πόσο χρόνο το πεζό θα επιβιώσει; Γι’ αυτό το λόγο η πρόζα αρχίζει να χρησιμοποιεί φτηνά τεχνάσματα για να κατέλθει στη σπηλιά. Καταλύει το σώμα και ασχολείται μόνο μ’ αυτό. Το κακοποιεί ή το χρησιμοποιεί εκτενώς για να πλησιάσει το αντικείμενό της. Η εκδοτική βιομηχανία στρέφει τους συγγραφείς στο κέντρο ενός συστήματος αστέρων, σα να ήτανε ηθοποιοί. Έτσι πια ακόμα και στην Ελλάδα οι φωτογραφήσεις των συγγραφέων για τα διαφημιστικά φυλλάδια προώθησης, αρχίζουν να θυμίζουν αστέρες τεχνητού φωτός. Θεληματικό χαμόγελο, αινιγματική στάση, συνήθως ξένη από τα πιστεύω του συγγραφέα, αλλά απαραίτητη για τα κύρια ράφια και τις βιτρίνες των βιβλιοπωλείων. Όποιος όμως κατοικεί στο σώμα και εγκλωβίζει το λόγο στο σώμα δεν μπορεί να πλησιάσει διόλου την ιδέα.

Ο ποιητής από την άλλη μεριά, συνήθως δεν εμφανίζεται πουθενά. Δεν έχει φωτογραφία και πολλές φορές βιογραφικό στο οπισθόφυλλο ή στο αυτί του ποιητικού του βιβλίου. Γιατί πρωτίστως ο ποιητής, έστω κι αν είναι αυθεντικός δημιουργός αυτού που καταθέτει, γνωρίζει ότι η πηγή του υλικού του είναι ενεργειακή, ουσία καθαρή, η οποία αποτελεί μέρος μιας συλλογικής. Γιατί η έκθεση του θα συνεχιστεί για πολλά χρόνια μετά την έκδοση του βιβλίου και αυτό το γνωρίζει καλά από την στιγμή του ποιητικού του άλγους. Ο πόνος του ποιητή να αποκρυσταλλώσει στο προτελευταίο επίπεδο τον λόγο – το τελευταίο είναι η τυπογραφική μορφή που λαμβάνει στο βιβλίο – στο επίπεδο της καθομολόγησης επάνω στο χαρτί ή στην οθόνη του υπολογιστή, είναι αρκετός να τον αποκάμει.

Η ποίηση είναι διαφορετική υπόθεση. Όπως είπε η Πλαθ στην ποίηση πρέπει να πεις μόνο τα ουσιαστικά. Έχεις συγκεκριμένο χώρο και πρέπει να πας κάπου. Λέγοντας όμως τα ουσιαστικά σκιαγραφείς μια σκιά που ενεργεί ή πάσχει, τον ήρωα ενός ποιήματος και δυστυχώς δεν μπορείς να του βάλεις έναν ανεμιστήρα, δεν πρέπει να του βάλεις έναν ανεμιστήρα να του φυσάει τα μαλλιά, γιατί αυτό δεν είναι ουσιαστικό και δημιουργεί συγκεκριμένο περιβάλλον περιορίζοντας το ποίημα, κάνοντάς το ανάπηρο εκ προοιμίου, θνησιγενές. Γιατί στο ποίημα υπάρχει ένας διακριτός παλμός, ένα στιγμιαίο βύθισμα στο πυρήνα.

Η Βιρτζίνια Γουλφ στο δοκίμιο της «Πώς πρέπει να διαβάζει κανείς ένα βιβλίο;», γράφει: «Η επίδραση της ποίησης είναι τόσο δυνατή και άμεση που για μια στιγμή δεν υπάρχει άλλη αίσθηση εκτός από αυτή του ποιήματος. Τι ανεξιχνίαστα βάθη περιδιαβαίνουμε τότε –πόσο ξαφνικό και απόλυτο είναι το βύθισμα μας! Εδώ δεν υπάρχει τίποτα να κρατηθείς, τίποτα που ν’ αναστείλει την πορεία σου. Η μαγεία της πεζογραφίας είναι σταδιακή, η επίδραση της προσχεδιασμένη, όμως κανείς δεν διερωτάται ποιος έγραψε αυτές τις γραμμές όταν τις διαβάζει… Ο ποιητής είναι σύγχρονος μας. Η ύπαρξη μας για μια στιγμή επικεντρώνεται και ορίζεται απ’ αυτή (ποίηση), όπως και σε κάθε βίαιη εναλλαγή των προσωπικών μας συγκινήσεων…». Ο ποιητής έστω κι αν έχει προδιαγράψει το αντικείμενο του ποιήματος, ωστόσο αυτό κατά την διάρκεια της εσωτερικής του θέασης γίνεται σχεδόν πάντα αφηρημένο, εκτός κι αν το ποίημα ανήκει στην κατηγορία εκείνη των εξομολογητικών κειμένων, όπου την αφαίρεση επιτελεί η ελλειπτική σύνταξη των λέξεων που μετεωρίζονται για να γίνουν το αίμα και να ζωοποιήσουν το σκελετό της φόρμας που επιλέγει ο δημιουργός.

Ο Ουμπέρτο Σάμπα στο δοκίμιο του «Τι μένει να κάνουν οι ποιητές», λέει: «…Ενώ δηλαδή μιλώντας για ένα μυθιστόρημα, για ένα διήγημα, για ένα έργο τέχνης ή στοχασμού, αναφέρουμε μονάχα τα γεγονότα, τα αισθήματα ή τις ιδέες που εκφράζονται σε αυτά, αντιθέτως, μιλώντας για έναν ποιητή ούτε λίγο ούτε πολύ επαναλαμβάνουμε τους ίδιους του τους στίχους…». Έτσι καταλήγει φανερό ότι το όχημα ενσάρκωσης του ποιητικού λόγου, το ποιητικό σώμα ακούσιο μεταφέρεται στο χωροχρόνο. Ταυτόχρονα επειδή ο στίχος έχει εγγενή φανερό ή μη, αισθητό ρυθμό, εγγράφεται ευκολότερα στη μνήμη και αποδίδεται πρωτότυπα και όχι σαν αντιγραφή – αποτέλεσμα της εποπτείας του εκάστοτε που τον απαγγέλλει. Η από μνήμης απαγγελία ενός στίχου κατά την διαλογική συνεύρεση δυο ή και περισσοτέρων ανθρώπων, έχει σχεδόν την ίδια δυναμική που θα είχε η ανάγνωση από το τυπογραφικό δελτίο καθ’ επιλογή του αναγνώστη.

Η λέξη επιλογή μου φέρνει στο νου τα ράφια της ποίησης των μεγάλων Αθηναϊκών βιβλιοπωλείων που δεν θα κατονομάσω, αλλά θα οριοθετήσω στον εκδοτικό άξονα της οδού Σόλωνος και στους πνευματικούς δρόμους της πρωτεύουσας, δηλαδή την Οδό Πανεπιστημίου και την οδό Ακαδημίας και βέβαια όλες τις άλλες οδούς που διασταυρώνονται σε αυτή τη νοητή ευθεία από την πλατεία Ομονοίας έως και την πλατεία Συντάγματος. Και θα μιλήσω γι’ αυτά, γιατί τα περιφερειακά βιβλιοπωλεία δεν γνωρίζουν τη λέξη ποίηση, έστω κι αν επιχειρούν σε μια χώρα που έχει δυο νόμπελ ποίησης και την μεγαλύτερη ποιητική παράδοση στην ιστορία του ανθρώπου. Σε αυτά λοιπόν τα κέντρα εμπορίου, η εκδοτική βιομηχανία έχει εκτοπίσει την ποίηση σε στενές κλίμακες με ράφια. Κι εκ πρώτης άποψης αυτό ακούγεται μεταφορικά ποιητικό. Δηλαδή για να διαλέξει κάποιος ένα βιβλίο ποιητικό θα πρέπει ν’ ανέλθει από μια στενή σκάλα. Στην πραγματικότητα όμως η ποίηση έχει εξοστρακιστεί εκεί, γιατί είναι το πιο επικίνδυνο είδος της λογοτεχνίας. Είναι εκείνος ο λόγος που εκπολιτίζει, αναδημιουργεί, ανυψώνει. Είναι η γλώσσα του λαού που κατανοεί ότι η λέξη που κρεμιέται κάθε στιγμή στο στόμα του έχει τη δύναμη να αλλάξει τον κόσμο. Υπάρχουμε μέσα από το λόγο που αρθρώνουμε.

Αντίθετα οι στήλες με τις νέες εκδόσεις, τα κατ’ επίφαση ευπώλητα, οι υπερμεγέθεις προθήκες με διαφημίσεις που κατασκευάζουν υπηκόους, τα βιβλία σήμερα γενικά, γραμμένα κατά το πλείστον πρόχειρα, χειραγωγούν ένα λαό, ο οποίος όπως λέει και ο Πάουντ: «όταν ένας λαός συνηθίζει σιγά-σιγά τον τσαπατσούλικο τρόπο γραφής, είναι ένας λαός που πάει να χάσει τον έλεγχο είτε του περιβάλλοντός του, είτε του εαυτού του…» και αυτό είναι ότι πιο επικίνδυνο συνέβη στην ιστορία της γραφής, αφού αν συνδέσουμε την βιολογική θεωρία της αυτοποίησης και τη χρησιμοποιήσουμε ως δημιουργική μεταφορά, κατανοούμε ότι δεν υπάρχει περιβάλλον αυτοαναφορικότητας και από την άλλη διαρρηγνύεται η μεμβράνη και καταργείται η εσωτερική κλειστότητα που είναι αναγκαία για τη διατήρηση της ομοιοστασίας. Αυτό μας κάνει μάζα, όχλο.

Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο αναδύεται ο χαρακτήρας του ποιητή, ο οποίος σύμφωνα με τον Philippe Van Tieghem, παλεύει ανελέητα ενάντια στις τεχνικές δυσκολίες, υποχρεώνεται, καθώς το ένστικτό του χαλιναγωγείται ή λοξοδρομεί αδιάκοπα, να θέτει στον εαυτό του χίλια προβλήματα που τον αναγκάζουν να μελετά και συχνά ν’ ανακαλύπτει τη λειτουργία του πνεύματός του και συνεχίζοντας ο Van Tieghem λέει: «Η ποιητική εργασία όχι μόνο θ’ αποκαλύψει στον ποιητή τον άνθρωπο, αλλά θα τον μεταμορφώσει… Αν ο ποιητής έγραφε μόνο για τον εαυτό του, η ανακάλυψη του εαυτού του ή η επίδραση της τέχνης πάνω του θα ήταν σχετικά απλή υπόθεση. Αλλά ο ποιητής είναι υποχρεωμένος να αρέσει σε κάποιο κοινό, είτε πρόκειται για πλήθος είτε για μια elite».

Ο ποιητής σήμερα βέβαια απευθύνεται σε μια ελίτ, σε μια κάστα ανθρώπων που διαβάζουν –ακόμα δεν έχω καταλάβει αν διαβάζουν από υποχρέωση ο ένας τον άλλο. Ο ποιητής σήμερα απευθύνεται στους ποιητές, σε κάποιους από τους λογοτέχνες (όχι σε όλους σίγουρα) και βέβαια στους κριτικούς. Οι κριτικοί υπάρχουν γιατί υπάρχουν οι ποιητές και είναι τόσο αναγκαίοι για το ποιητικό έργο, όσο και η ίδια η διαδικασία εξόρυξης αυτής της πρωθύλης που κάμει ποίηση. Έτσι λοιπόν εκτός ορισμένων εξαιρέσεων ο βίος ενός ποιητή που εκδίδει το πρώτο του βιβλίο στην ηλικία των τριάντα ετών είναι κάπως έτσι: Θα εκδώσει ένα πρώτο βιβλίο, συνήθως με δικά του έξοδα, θα το αποστείλει με τη βοήθεια του εκδότη στον κριτικό μηχανισμό και στους ενεργούς ποιητές, θα αρχίσει ο διάλογος και θα ετοιμαστεί για ένα δεύτερο βιβλίο ποίησης. Πόσα αντίτυπα θα πουλήσει στο βιβλιοπωλείο; Αυτό στην πραγματικότητα δεν τον ενδιαφέρει και δεν πρέπει να τον ενδιαφέρει. Γιατί το ποιητικό βιβλίο όπως προείπα μεταφέρει ακούσιο το ποιητικό σώμα με το αίμα και τη σάρκα του στο χωροχρόνο. Επιβιώνει και χωρίς τον ποιητή.

Συνήθως αν ο ποιητής έχει να συνδιαλεχθεί ικανοποιητικά με την ελίτ στην οποία απευθύνεται, μετά το τρίτο ή τέταρτο ποιητικό βιβλίο αρχίζει να εξακοντίζει το πυρηνικό του υλικό και στην εξωτερική στιβάδα, αυξάνοντας έτσι το αναγνωστικό του κοινό και δημιουργώντας όλο και περισσότερους αναγνώστες, οι οποίοι περιμένουν την παραμυθία του επόμενου βιβλίου του. Συνήθως όμως συμβαίνει ο ποιητής να έχει γεράσει και η κατάβασή του στη σπηλιά της πρωθύλης να μεταγράφει την συνδιαλλαγή του με το θάνατο και να του παραδίδεται υπερβαίνοντάς τον.

Τα παραπάνω δεν είναι ασφαλώς μόνο δική μου παρατήρηση. Συνήθως μουρμουρίζονται σε ποιητικές και λογοτεχνικές συγκεντρώσεις, αλλά ουδέποτε καταγράφονται στα σύγχρονα περί ποιήσεως κείμενα. Ο ποιητής Στέφανος Μπεκατώρος στην εισαγωγή – πρόλογο του για τα δοκίμια του Τ. Σ. Έλιοτ συγκεντρώνει τέτοιου είδους απόψεις και ανάμεσά τους απομονώνω τα εξής: «…η σημερινή ποίηση, όπως την έχουμε μάθει μέσα στα τελευταία τριάντα μεταμοντέρνα χρόνια του 20ου αιώνα –με εξαιρέσεις φυσικά—, γίνεται ολοένα και πιο μηδενιστική, πιο αντιπνευματική, πιο α-ηθική, πιο αθεϊστική, δηλαδή ολοένα και περισσότερα αποξενώνεται από τα μείζονα ζητήματα της ζωής και των ανθρώπων (όχι του ανθρώπου γενικώς και αορίστως). Είναι μια ποίηση χωρίς ομφάλιο λώρο… Μια ποίηση υλιστική, που δεν αποβλέπει πουθενά, παρά μόνο στην έκφραση της ποιητικής ενόχλησης του ποιητή από τα ενδόμυχα και τα ερωτικά του, καθώς και από το «περιβάλλον», που δεν τον διαβάζει, που δεν τον προσέχει, που δεν ενδιαφέρεται γι’ αυτόν (μα για ποιους και για τι ενδιαφέρεται αυτός;) που δεν τον αφήνει να δοξασθεί! Ποίηση που αποβλέπει δηλαδή στον εαυτό της, «the love of art for its own sake», που δεν γράφεται από πνευματικούς ανθρώπους, αλλά από «καλλιτέχνες» και μήτε καν από διανοούμενους…, αλλά από αλλόκοτα υβρίδια «επαγγελματιών» και παρασίτων, οι οποίοι αφού η ποίηση δεν είναι ευπώλητη στρέφονται προς το πλέον ευπώλητο είδος (την πεζογραφία) και κατ’ εξοχήν προς τις δημόσιες σχέσεις και την διαπλοκή… με κάθε λογής εξουσίες (ο καθείς και τα «μέσα» του) και γίνονται ποιητές καθεστωτικοί, «εξουσιακοί» … ό,τι πιο αντιποιητικό και αντιπνευματικό δηλαδή. Η συμπεριφορά αυτή εξηγεί και την απόλυτη σιωπή τους… Αποφεύγουν να εκτίθενται οι άνθρωποι, προσέχουν με όλους να τα έχουν καλά, δεν έχουν ουσιαστικά καμία ιδεολογία, καμία πίστη,